Legislator Case Law & Legislation
1852/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against sentence, applying new lighter penalty code provisions retroactively.

Case Number 1852/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment for forgery and false certification. While the procedural request was admissible, the court found the original sentencing violated the principle of non-retroactivity of heavier penalties. Consequently, the court applied the newer, more lenient provisions of the 2019 Penal Code retroactively to reduce the sentence, remanding the case for a new trial on the penalty while dismissing the rest of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 para. 1 of the Constitution; Art. 7 para. 1 of the ECHR; Art. 15 of the ICCPR; Art. 2 para. 1 of the old Penal Code; Art. 510 para. 1 items d and e of the Criminal Procedure Code; Art. 511 item d and Art. 514 item d (b) of the new Penal Code; The principle of non-retroactivity of heavier penalties prohibits imposing a heavier penalty than that prescribed at the time of the offense, but allows the application of a newer, lighter law retroactively to benefit the defendant.

Keywords

AI generated
Principle of Legality Non-retroactivity of heavier penalties Retroactive application of lighter law Criminal Procedure Code Supreme Court of Greece Partial remittal Sentencing reduction

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 para. 1 of the Constitution
Art. 7 para. 1 of the ECHR
Art. 15 of the ICCPR
Art. 2 para. 1 of the old Penal Code
Art. 510 para. 1 items d and e of the Criminal Procedure Code
Art. 511 item d of the new Penal Code
Art. 514 item d (b) of the new Penal Code
Art. 522 of the Criminal Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1852 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1852/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σινέλη, για αναίρεση της υπ'αριθ.2433/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 09 Μαΐου 2019 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10.05.2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5593/2019 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 892/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 09-05-2019 (αρ. πρωτ. 5593/10-05-2019) αίτηση αναίρεσης της Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-05-2019, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 2433/2018 δευτεροβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.

Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".

Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ.άρθρ.460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).

Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Στις διατάξεις περί πλαστογραφίας (Π.Κ. 216 παρ. 1 και 2) και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (Π.Κ. 220 παρ. 1) ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα και στη συνέχεια, μετά την κατάργησή τους, ορίζονται στο νέο Ποινικό Κώδικα τα ακόλουθα: i) Στο περί πλαστογραφίας άρθρο 216 παρ. 1 και 2 Π.Π.Κ.

ορίζετο, ότι "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".

Στο αντίστοιχο άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του Ν.Π.Κ. ορίζεται, ότι "1.Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". ii) Στο περί υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης άρθρο 220 παρ. 1 Π.Π.Κ.

ορίζετο, ότι "1. Όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".

Στο αντίστοιχο περί υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης άρθρο του Ν.Π.Κ (220 παρ. 1 Ν.Π.Κ) ορίζεται, ότι "1.Όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".

Από τα παραπάνω είναι προφανές, ότι οι νομοτυπικές υποστάσεις των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα (Ν.Π.Κ. 18 και 19) και ότι αυτές έχουν ηπιότερες διατάξεις για την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κατά την περιγραφή τους στον Ν.Π.Κ.. Συγκεκριμένα, για την πράξη της χρήσης πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προβλεπόταν στον Π.Π.Κ ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ στο Ν.Π.Κ προβλέπεται φυλάκιση και χρηματική ποινή, οπότε περιέχει διάταξη ευμενέστερη ως προς τη στερητική της ελευθερίας ποινή.

Για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης προβλεπόταν από τον Π.Π.Κ φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, ενώ ήδη στο Ν.Π.Κ. προβλέπεται φυλάκιση 10 ημερών έως δύο ετών ή χρηματική ποινή, οπότε η κυρωτική διάταξη είναι ευμενέστερη. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, καθώς και της χρήσης πλαστού με την μορφή της νόθευσης εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αναφερόμενου στην πλαστογραφία πιστοποιητικών άρθρου 217 παρ. 1 Π.Π.Κ., η νομοτυπική υπόσταση του οποίου δεν μεταβλήθηκε στο Ν.Π.Κ., "όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ιδίου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού συνίσταται στην κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου δημοσίου ή ιδιωτικού, που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος, σχετικά με τις παραπάνω βιοτικές ανάγκες χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι: α) αντικείμενο της κατά το άρθρο 217 πλαστογραφίας δεν συνιστούν όλα τα κατά το άρθρο 13 παρ. 1 γ' Π.Κ. έγγραφα, αλλά μόνον πιστοποιητικά ή μαρτυρικά ή και άλλο συναφές έγγραφο στοιχείο, δυνάμενο, συνήθως, να χρησιμοποιηθεί ως τέτοιο, β) ο συνδεόμενος με την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 217 Π.Κ.

σκοπός του υπαιτίου πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικώς στην άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή κάποιου άλλου, χωρίς όμως η προσδοκώμενη από την πράξη ωφέλεια ή αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχουν την σημασία, την οποία έχουν για την θεμελίωση της βασικής διάταξης του άρθρου 216 Π.Κ., γ) στην περίπτωση που από την πλαστογραφία βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του, ή το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας, ή αν, γενικότερα, η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 217 Π.Κ., τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα από το ίδιο άρθρο ως πιστοποιητικά ή μαρτυρικά, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217 ΠΚ.

Περαιτέρω, στη διάταξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, η οποία προστατεύει την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, την εσωτερική ορθότητα, δηλαδή την αλήθεια της βεβαίωσης και όχι την τυπική εγκυρότητα αυτής, ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή διεξαγωγή των συναλλαγών που τελούνται με δημόσια έγγραφα και εντεύθεν η ασφάλεια της έγγραφης απόδειξης χάριν του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αλλά και το κύρος της δημόσιας υπηρεσίας, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται να υπάρχουν:

α) δημόσιο έγγραφο, β) αναληθές περιεχόμενο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) εξαπάτηση του υπαλλήλου και δ) πρόθεση του εξαπατήσαντος. Ο δόλος αρκεί να είναι και ενδεχόμενος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να εκτίθεται ποία έννομη συνέπεια είχε ή μπορούσε να έχει η πράξη και ότι ο δράστης τελούσε εν γνώσει των συνεπειών και ότι ενήργησε με θέληση επέλευσής τους.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ακόμη, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Τέλος, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που άρχισε να ισχύει, από την 1η-7-2019 (βλ. άρθρ.585 αυτού), "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν, όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους.".

Επίσης, κατά μεν το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.

Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της", κατά δε το άρθρο 514 εδ.

δ' (β), ".... Κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: .... β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)".

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμό 2433/2018, απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ..., που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις πράξεις της χρήσης νοθευμένου εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1α', 27, 216 παρ. 2 σε συνδυασμό με παρ. 1 και 220 ΠΚ), που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης: "...η κατηγορουμένη εν γνώσει της χρησιμοποίησε νοθευμένο έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα η ίδια είχε καταθέσει ως δικαιολογητικό κατά τον αρχικό διορισμό της το 2007 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ….

κατόπιν προκήρυξης του ΑΣΕΠ το ….12/11-07-1988 απολυτήριο του ... Λυκείου …., το οποίο είχε προηγουμένως νοθεύσει ως προς τη βαθμολογία στον τελικό μέσο όρο τον οποίο ανέγραψε ως: "17 και 5/10", ενώ ο πραγματικός μέσος όρος της βαθμολογίας της ήταν "17 και 1/10". Ειδικότερα, με την προκήρυξη του ΑΣΕΠ 5Κ/2006 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 259/4.7.2006 (τ.

προκηρύξεων ΑΣΕΠ), για την πλήρωση 964 θέσεων τακτικού προσωπικού και 6 θέσεων προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα, μεταξύ των οποίων και 2 θέσεων ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ-ΛΟΠΣΤΙΚΟΥ για το ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ….., όπου:

α) στον ΠΙΝΑΚΑ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΘΕΣΕΩΝ οριζόταν αποδεκτοί για τη θέση (κωδ. ...), κλάδου - ειδικότητας ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ - ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ για το Π.Γ.Ν. …., μεταξύ άλλων οι τίτλοι απολυτήριος τίτλος Ενιαίου Λυκείου ή Λυκείου Γενικής Κατεύθυνσης, β) στο Κεφάλαιο Δ' "ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ" οριζόταν ότι ο κάθε υποψήφιος Βαθμολογείται με Βάση τη Βαθμολόγηση των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 8 του ν. 3051/2002, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3320/2005 και στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α' "ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΩΝ" οριζόταν ότι οι υποψήφιοι κατατάσσονται κατά κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα σε πίνακες κατάταξης κατά φθίνουσα σειρά συνολικής Βαθμολογίας, όπως αυτή περιγράφεται αναλυτικά στην προκήρυξη, γ) στο κεφάλαιο Β' "ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ", αναγραφόταν ότι για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να υποβάλουν σχετική αίτηση με το ειδικό έντυπο "ΑΙΤΗΣΗ - ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", η οποία επείχε θέση υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 ν. 1599/1986 και δ) στο κεφάλαιο Γ' "ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΟΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ - ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ" αναγραφόταν ότι στην αίτηση επισυνάπτονται επικυρωμένα, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην παράγραφο 11 του παραρτήματος Δ', τα αναφερόμενα δικαιολογητικά με τα οποία οι υποψήφιοι αποδεικνύουν την αλήθεια και ακρίβεια των ιδιοτήτων και κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη βάσει της αιτήσεως τους για τον καθορισμό της σειράς προτεραιότητάς τους στους πίνακες κατάταξης.

Η κατηγορουμένη υπέβαλε την με αρ. πρωτ. και κωδικού υποψηφίου 2854 αίτηση-υπεύθυνη δήλωση, για πρόσληψη στο δημόσιο τομέα με σειρά προτεραιότητας, στα πλαίσια της άνω προκήρυξης 5Κ/2006, έντυπο ΑΣΕΠ 183, (για υποψηφίους Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης), στην οποία δήλωσε ότι είναι κάτοχος απολυτηρίου γενικού λυκείου, με γενικό βαθμό ΔΕΚΑΕΠΤΑ & ΠΕΝΤΕ ΔΕΚΑΤΑ, 17 κ' 5/10.

Ακολούθως η κατηγορουμένη περιλήφθηκε στον πίνακα διοριστέων της προκήρυξης 5Κ/2006 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 831/Γ/18-10-2007 σύμφωνα με το οποίο αυτή διορίστηκε σε αντίστοιχη κενή οργανική θέση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ... κατηγορίας ΔΕ, ειδικότητας ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ - ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 324/19.12.2007 Απόφαση του Διοικητή του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ..., σχετική με το διορισμό μεταξύ άλλων και της κατηγορουμένης, σε αντίστοιχη κενή οργανική θέση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου .... Όμως, το ανωτέρω απολυτήριο του …. Λυκείου ..., η κατηγορουμένη είχε νοθεύσει προηγουμένως, ως προς τη βαθμολογία στον τελικό μέσο όρο, τον οποίο ανέγραψε ως: "17 και 5/10", ενώ ο πραγματικός μέσος όρος της βαθμολογίας της ήταν "17 και 1/10".

Στη συνέχεια στις 5 Σεπτεμβρίου 2013 η κατηγορουμένη υπέβαλε την με αριθμό πρωτ. ...25/05.09.2013 αίτηση στη Διεύθυνση Διοικητικού-προσωπικού του Π. Ν. ... προκειμένου να επικαιροποιήσει το προσωπικό της μητρώο σε συμμόρφωση προς το ...20/30.08.2013 έγγραφο του Διοικητή και αυτή έκανε χρήση του ίδιου νοθευμένου απολυτηρίου το οποίο προσκόμισε για να τεθεί στον υπηρεσιακό της φάκελο.

Με το αριθ. πρωτ. …..34/28-2-2014 έγγραφό της η Διεύθυνση Διοικητικού/Προσωπικού του νοσοκομείου προς το …. ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ..., ζήτησε να επιβεβαιωθεί η γνησιότητα του τίτλου σπουδών της κατηγορουμένης υπαλλήλου του. Με το με αριθ. πρωτ. ….28/6-3-2014 απαντητικό έγγραφο του ... ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ... "Κ.Ν. Κ." βεβαιώθηκε ότι το απολυτήριο της κατηγορουμένης φέρει το γενικό βαθμό ΔΕΚΑΕΠΤΑ και ΕΝΑ ΔΕΚΑΤΟ (17.1/10).

Ακολούθως το Νοσοκομείο με το με αριθ. πρωτ. ...8/18-3-2014 έγγραφο ζήτησε από την κατηγορουμένη να προσκομίσει τον πρωτότυπο τίτλο σπουδών της και η κατηγορουμένη με το με αριθ. πρωτ. ...7/24-3-2014 απαντητικό έγγραφό της ενημέρωσε το Νοσοκομείο ότι δεν μπορεί να βρει τον πρωτότυπο τίτλο σπουδών της και προσκόμισε αποδεικτικό απόλυσής της από το …..

ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ... "Κ.Ν. Κ.", το οποίο εκδόθηκε την 19.03.2014 και το οποίο αναφέρει ότι ο γενικός βαθμός απόλυσής της είναι ΔΕΚΑΕΠΤΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΔΕΚΑΤΑ (17.2/10). Η κατηγορουμένη και κατά την απολογία της επίσης ισχυρίστηκε ότι έχει απολέσει αυτό σε μετακόμιση την οποία έκανε. Κατόπιν αυτού, η διεύθυνση Διοικητικού/Προσωπικού του νοσοκομείου απηύθυνε προς το ….

ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ... το με αριθμό πρωτ. …..13/3-4-2014 έγγραφο προκειμένου να επιβεβαιώσει το βαθμό του με αριθ. πρωτ. …..12/11-7-1988 απολυτηρίου της υπαλλήλου του κατηγορουμένης. Το άνω Λύκειο με το με αριθμ. πρωτ. ….84/7-4-2014 έγγραφό του ανέφερε ότι η κατηγορουμένη με αριθμό μητρώου μαθητών ….87 έλαβε απολυτήριο με Α.Π. ….12/11-7-1988 και βαθμό 17 και 1/10 (δεκαεπτά και ένα δέκατο) με πράξη απόλυσης ….6/8-7-1988 και ότι μετά από έλεγχο του μητρώου και της καρτέλας της, που διατηρείται στο αρχείο του Σχολείου, διαπιστώθηκε ότι ο γενικός βαθμός απόλυσής της είναι 17 και 2/10 (δεκαεπτά και δύο δέκατα) και για το λόγο αυτό εκδόθηκε αποδεικτικό απόλυσης με Α Π.

….51/19-3-2014 με τον παραπάνω βαθμό. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κατηγορουμένη στις 5 Σεπτεμβρίου 2013 υπέβαλε τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...25/05-09-2013 αίτηση στη διεύθυνση διοικητικού -προσωπικού του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ... προκειμένου να επικαιροποιήσει το προσωπικό της μητρώο σε συμμόρφωση προς το ...20/30-08-2013 έγγραφο του διοικητή και έκανε χρήση του ίδιου νοθευμένου απολυτηρίου το οποίο προσκόμισε για να τεθεί στον υπηρεσιακό της φάκελο.

Όπως όμως αποδεικνύεται από το με αριθμό πρωτ. …12/11.07.1988 απολυτήριο του ... Λυκείου της κατηγορουμένης, που τηρεί το ΙΕΚ ..., στο οποίο φοίτησε η κατηγορουμένη τον Οκτώβριο του 1993, φωτοαντίγραφο του οποίου απέστειλε αυτό (ΙΕΚ ...) στο Π.Γ.Ν. ..., σε απάντηση του με αριθμό πρωτ. ….88/25.04.2014 εγγράφου του τελευταίου, ο γενικός βαθμός απολύσεως της κατηγορουμένης είναι 17 και 1/10.

Κατόπιν των παραπάνω με την με αριθμό ….46/7-7-2014 απόφαση του Διοικητή του Γ.Π.Ν. ... -Γ.Ν. ... ανακλήθηκε η ….24/19.12.2007 απόφαση, ως προς το διορισμό της κατηγορουμένης και διαγράφηκε αυτή από 08.07.2014 από τη δύναμη της νοσοκομειακής μονάδας του Π.Γ.Ν. ... (κατηγορία-κλάδος ΔΕ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΝ). Η τελευταία προέβη στη χρήση του άνω νοθευμένου απολυτηρίου με σκοπό να παραπλανήσει το διοικητή του νοσοκομείου και το τμήμα διοικητικού - προσωπικού, ότι ο βαθμός απολυτηρίου ήταν ανώτερος από αυτόν που πραγματικά είχε λάβει, ότι ο τίτλος που είχε προσκομίσει κατά τον αρχικό διορισμό της ήταν γνήσιος και η πρόσληψή της καθόλα έγκυρη, ενώ στην πραγματικότητα κατά τη μοριοδότησή της για την πρόσληψη της μέσω του ΑΣΕΠ λήφθηκε υπόψη μεγαλύτερος βαθμός από τον πραγματικό (με βάση το νοθευμένο τίτλο), γεγονός που επηρέασε την τελική της κατάταξη και οδήγησε στην πρόσληψή της, δεδομένου ότι σύμφωνα με την άνω προκήρυξη στα κριτήρια κατάταξης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οριζόταν ότι ο βαθμός βασικού τίτλου σπουδών (αναγόμενος στην 10βαθμη κλίμακα) υπολογίζεται με δύο δεκαδικά ψηφία και λαμβάνει μονάδες "Βαθμός Χ 100".

Περαιτέρω, η κατηγορουμένη στη …., στις 5 Σεπτεμβρίου 2013, με πρόθεση πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, υπέβαλε αίτηση στη διοικητική υπάλληλο του πρωτοκόλλου του πανεπιστημιακού νοσοκομείου ... Ε. Μ. για χορήγηση επικυρωμένου αντιγράφου του απολυτηρίου της του ...

Λυκείου ... με αριθμό ….12/11-07-1988, προσκομίζοντας τον πρωτότυπο τίτλο, τον οποίο είχε ήδη νοθεύσει ως προς τη βαθμολογία στον τελικό μέσο όρο τον οποίο αλλοίωσε και ανέγραψε ως "17 και 5/10", ενώ ο πραγματικός μέσος όρος της βαθμολογίας της ήταν "17 και 1/10", και με τον τρόπο αυτό εξαπάτησε την αρμόδια υπάλληλο της ανωτέρω υπηρεσίας και πέτυχε την έκδοση βεβαίωσης ότι το αντίγραφο που ανέφερε την παραποιημένη βαθμολογία "17 και 5/10" αντί της πραγματικής "17 και 1/10", ήταν πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου τίτλου, ο οποίος ανέφερε την ίδια βαθμολογία, ενώ στην πραγματικότητα ο πρωτότυπος τίτλος ήταν παραποιημένος.

Τέλος, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι διέπραξε την πράξη της πλαστογραφίας πιστοποιητικού κατ' άρθρο 217 παρ. 1 Π.Κ. προς άμεση συντήρηση της ιδίας και της οικογένειας της πρέπει, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη εκτίθενται, να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού δεν απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην άμεση συντήρηση της και κοινωνική της πρόοδο, αλλά είχε ως ειδικό σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Νοσοκομείου με την προσκόμιση του νοθευμένου τίτλου, ότι ο βαθμός απολυτηρίου ήταν ανώτερος από αυτόν που πραγματικά είχε λάβει, ότι ο τίτλος που είχε προσκομίσει κατά τον αρχικό διορισμό της ήταν γνήσιος και η πρόσληψη της καθόλα έγκυρη (...).

Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις πράξεις της χρήσης νοθευμένου εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης".

ΙV. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, αφού κήρυξε ένοχη την τότε κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης νοθευμένου εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία μετέτρεψε, κατά πλειοψηφία, σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορουμένη ένοχη του ότι:

Στη ….. στις 5 Σεπτεμβρίου 2013 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: 1. Εν γνώσει της χρησιμοποίησε νοθευμένο έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα η ίδια είχε καταθέσει ως δικαιολογητικό κατά τον αρχικό διορισμό της το 2007 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ...

κατόπιν προκήρυξης του ΑΣΕΠ το ….12/11-07-1988 απολυτήριο του ... Λυκείου ..., το οποίο είχε προηγουμένως νοθεύσει ως προς τη βαθμολογία στον τελικό μέσο όρο, τον οποίο ανέγραψε ως: "17 και 5/10", ενώ ο πραγματικός μέσος όρος της βαθμολογίας της ήταν "17 και 1/10". Στη συνέχεια στις 5 Σεπτεμβρίου 2013 υπέβαλε τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...25/05-09-2013 αίτηση στη διεύθυνση διοικητικού - προσωπικού του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ...

προκειμένου να επικαιροποιήσει το προσωπικό της μητρώο σε συμμόρφωση προς το ...20/30-08-2013 έγγραφο του διοικητή, και έκανε χρήση του ίδιου νοθευμένου απολυτηρίου το οποίο προσκόμισε για να τεθεί στον υπηρεσιακό της φάκελο. Στη χρήση του νοθευμένου απολυτηρίου προέβη με σκοπό να παραπλανήσει το διοικητή του νοσοκομείου και το τμήμα διοικητικού - προσωπικού, ότι ο βαθμός απολυτηρίου ήταν ανώτερος από αυτόν που πραγματικά είχε λάβει, ότι ο τίτλος που είχε προσκομίσει κατά τον αρχικό διορισμό της ήταν γνήσιος και η πρόσληψη της καθόλου έγκυρη, ενώ στην πραγματικότητα κατά τη μοριοδότησή της για την πρόσληψη της μέσω του ΑΣΕΠ λήφθηκε υπόψη μεγαλύτερος βαθμός από τον πραγματικό (με βάση το νοθευμένο τίτλο), γεγονός που επηρέασε την τελική της κατάταξη και οδήγησε στην πρόσληψη της.

2. Στη ….στις 5 Σεπτεμβρίου 2013 με πρόθεση πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, υπέβαλε αίτηση στη διοικητική υπάλληλο του πρωτοκόλλου του πανεπιστημιακού νοσοκομείου ... Ε. Μ. για χορήγηση επικυρωμένου αντιγράφου του απολυτηρίου της του ... Λυκείου ... με αριθμό ….12/11-07-1988, προσκομίζοντας τον πρωτότυπο τίτλο, τον οποίο είχε ήδη νοθεύσει ως προς τη βαθμολογία στον τελικό μέσο όρο τον οποίο αλλοίωσε και ανέγραψε ως "17 και 5/10", ενώ ο πραγματικός μέσος όρος της βαθμολογίας της ήταν "17 και 1/10", και με τον τρόπο αυτό εξαπάτησε την αρμόδια υπάλληλο της ανωτέρω υπηρεσίας και πέτυχε την έκδοση βεβαίωσης ότι το αντίγραφο που ανέφερε την παραποιημένη βαθμολογία "17 και 5/10" αντί της πραγματικής "17 και 1/10", ήταν πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου τίτλου, ο οποίος ανέφερε την ίδια βαθμολογία, ενώ στην πραγματικότητα ο πρωτότυπος τίτλος ήταν παραποιημένος".

V. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α', 27, 216 παρ. 2 σε συνδυασμό με παρ. 1 και 220 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Στις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η τότε κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα, ότι: α) υπέβαλε αίτηση-υπεύθυνη δήλωση για πρόσληψη στο δημόσιο τομέα με σειρά προτεραιότητας, στα πλαίσια προκήρυξης του ΑΣΕΠ για υποψηφίους Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στην οποία δήλωσε ότι είναι κάτοχος απολυτηρίου γενικού λυκείου, με γενικό βαθμό δεκαεπτά και πέντε δέκατα (17 και 5/10), β) κατά τον αρχικό διορισμό της το 2007 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ...

είχε καταθέσει ως δικαιολογητικό το …12/11-07-1988 απολυτήριο του ... Λυκείου ..., το οποίο είχε προηγουμένως νοθεύσει ως προς τη βαθμολογία στον τελικό μέσο όρο, τον οποίο ανέγραψε ως "17 και 5/10", ενώ ο πραγματικός μέσος όρος της βαθμολογίας της ήταν "17 και 1/10", γ) περιληφθείσα στο δημοσιευθέντα πίνακα διοριστέων της άνω προκήρυξης, διορίστηκε με απόφαση του Διοικητή του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ...

σε αντίστοιχη κενή οργανική θέση του εν λόγω Νοσοκομείου κατηγορίας ΔΕ, ειδικότητας Διοικητικού - Λογιστικού, δ) στις 5 Σεπτεμβρίου 2013 υπέβαλε αίτηση (αρ. πρωτ. ...25/05.09.2013) στη Διεύθυνση Διοικητικού - προσωπικού του Π. Ν. ..., για να επικαιροποιήσει το προσωπικό της μητρώο συμμορφούμενη προς έγγραφο του Διοικητή (...20/30.08.2013) και έκανε χρήση του ίδιου νοθευμένου απολυτηρίου, το οποίο προσκόμισε, για να τεθεί στον υπηρεσιακό της φάκελο, ε) από το με αρ.

πρωτ. 512/11.07.1988 απολυτήριό της, που τηρείτο το ΙΕΚ ..., στο οποίο αυτή είχε φοιτήσει τον Οκτώβριο του 1993 και φωτοαντίγραφο του οποίου απέστειλε το τελευταίο (ΙΕΚ ...) σε απάντηση εγγράφου του Π.Γ.Ν. ..., αποδεικνύεται, ότι ο γενικός βαθμός απόλυσής της είναι 17 και 1/10, στ) στη χρήση του άνω νοθευμένου απολυτηρίου προέβη κατά την επικαιροποίηση του προσωπικού της μητρώου σε συμμόρφωση προς σχετικό έγγραφο του Διοικητή, με σκοπό να παραπλανήσει το Διοικητή του Νοσοκομείου και το τμήμα διοικητικού - προσωπικού, ότι ο βαθμός του απολυτηρίου της ήταν ανώτερος από αυτόν που πραγματικά είχε λάβει, ότι ο τίτλος που είχε προσκομίσει κατά τον αρχικό διορισμό της ήταν γνήσιος και η πρόσληψή της καθόλα έγκυρη, ενώ στην πραγματικότητα, κατά τη μοριοδότησή της για την πρόσληψή της μέσω του ΑΣΕΠ, λήφθηκε υπόψη μεγαλύτερος βαθμός από τον πραγματικό, με βάση το νοθευμένο τίτλο, γεγονός που επηρέασε την τελική της κατάταξη και οδήγησε στην πρόσληψή της, σύμφωνα δε με την άνω προκήρυξη στα κριτήρια κατάταξης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οριζόταν, ότι ο βαθμός του βασικού τίτλου σπουδών (αναγόμενος στην 10βαθμη κλίμακα) υπολογιζόταν με δύο δεκαδικά ψηφία και λάμβανε τον αριθμό των μονάδων που έδινε το γινόμενο του βαθμού επί τον αριθμό εκατό.

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στον εκεί τόπο και χρόνο η τότε κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε υποβάλει αίτηση στη διοικητική υπάλληλο του πρωτοκόλλου του πανεπιστημιακού νοσοκομείου ... Ε. Μ. για χορήγηση επικυρωμένου αντιγράφου του απολυτηρίου της, που είχε εκδοθεί από το ….

Λύκειο ..., με αριθμό ….12/11-07-1988, προσκομίζοντας τον πρωτότυπο τίτλο, τον οποίο είχε ήδη νοθεύσει ως προς τη βαθμολογία στον τελικό μέσο όρο, τον οποίο αλλοίωσε και ανέγραψε ως "17 και 5/10", ενώ ο πραγματικός μέσος όρος της βαθμολογίας της ήταν "17 και 1/10", και με τον τρόπο αυτό είχε εξαπατήσει την αρμόδια υπάλληλο της ανωτέρω υπηρεσίας και επιτύχει την έκδοση βεβαίωσης, ότι το αντίγραφο, που ανέφερε την παραποιημένη βαθμολογία "17 και 5/10" αντί της πραγματικής "17 και 1/10", ήταν πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου τίτλου, ο οποίος ανέφερε την ίδια βαθμολογία, ενώ στην πραγματικότητα ο πρωτότυπος τίτλος ήταν παραποιημένος.

Περαιτέρω, το άνω Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού του μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτά, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Εφετείου, καθώς και την απολογία της κατηγορουμένης), χωρίς να εξαιρέσει κάποιο από αυτά, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αναφέρει καθένα από αυτά ιδιαιτέρως, ούτε να διαλάβει τί αποδείχθηκε συγκεκριμένα από το καθένα από αυτά.

Οι περί του αντιθέτου ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψης της επιβαλλόμενης αιτιολογίας, είναι αβάσιμες, αφού, όπως προεκτέθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα θεμελιωτικά στοιχεία για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω μερικότερων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε αυτή και αιτιολογείται επαρκώς το στοιχείο του δόλου.

Αναφορικά με τις στρεφόμενες κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας λεκτέα τα ακόλουθα: α) Η αιτίαση, ότι η τελευταία διέπραξε την πράξη της πλαστογραφίας πιστοποιητικού, κατ' άρθρο 217 παρ. 1 Π.Κ., προς άμεση συντήρηση της ιδίας και της οικογενείας της, είναι αβάσιμη, εφόσον, σύμφωνα με τις, ανέλεγκτες αναιρετικώς, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και σε ακολουθία με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, αυτή δεν απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην άμεση συντήρησή της και την κοινωνική της πρόοδο, αλλά είχε ως ειδικό σκοπό, προσκομίζοντας το νοθευμένο τίτλο, κατά την επικαιροποίηση των στοιχείων του προσωπικού της μητρώου σε συμμόρφωση προς σχετική απόφαση του Διοικητή του Νοσοκομείου, να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Νοσοκομείου, ότι ο τίτλος που είχε προσκομίσει κατά τον αρχικό διορισμό της ήταν γνήσιος και ο βαθμός του απολυτηρίου της ανώτερος από αυτόν που πραγματικά είχε λάβει, οπότε η πρόσληψή της ήταν καθόλα έγκυρη• β) Η αιτίαση, ότι το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του το εκδοθέν στις 19.3.2019 αποδεικτικό απόλυσης, όπου αναφέρεται ως γενικός βαθμός απόλυσης τα "17 και 2/10", είναι, επίσης, αβάσιμη, διότι, και υπ' αυτή την εκδοχή, η συνεκτίμηση του παραπάνω από 19-3-2019 αποδεικτικού ουδόλως ανατρέπει την κατηγορία, ενόψει του ότι η αλλοιωθείσα στο επίδικο νοθευμένο έγγραφο βαθμολογία της τότε κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας συνέχιζε να είναι ανώτερη της πραγματικής, το εν λόγω Δικαστήριο κατέληξε στην κατάφαση της περί ενοχής κρίσης του συνεκτιμώντας και συναξιολογώντας, μεταξύ άλλων, κατ' είδος προσδιοριζόμενων αποδεικτικών μέσων, και το άνω αποδεικτικό απόλυσής της από το 5° Γενικό Λύκειο ...•γ) Η αιτίαση ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε ο νόμος, εφόσον ουδεμία έννομη συνέπεια επήλθε από την προσκόμιση το έτος 2006 του νοθευμένου, ως προς το βαθμό, τίτλου σπουδών και πολύ περισσότερο από την προσκομιδή αυτού κατά την επικαιροποίηση του μητρώου της το έτος 2013 και συγκεκριμένα, ότι η προσκόμιση του νοθευμένου τίτλου δεν προκάλεσε τον αποκλεισμό συνυποψηφίων της, που είχαν μεγαλύτερο βαθμό απολυτηρίου από αυτή, είναι αβάσιμη, διότι η μεν χρήση του νοθευμένου εγγράφου έγινε το Σεπτέμβριο του έτους 2013, με σκοπό να παραπλανήσει το Διοικητή του Νοσοκομείου και τα πρόσωπα του Τμήματος Διοικητικού - Προσωπικού κατά την επικαιροποίηση των στοιχείων του προσωπικού της μητρώου, σε συμμόρφωση προς σχετικό έγγραφο του Διοικητή, ο δε νόμος δεν αξιώνει επίτευξη της παραπλάνησης και επέλευση των εξ αυτής συνεπειών, αλλά αρκεί η ύπαρξη σκοπού παραπλάνησης, δηλαδή θέλησης πρόκλησης παραπλάνησης σε άλλον, που, εν προκειμένω, ήσαν ο Διοικητής του Νοσοκομείου και τα πρόσωπα του Τμήματος Διοικητικού/Προσωπικού, ότι ο τίτλος της, που είχε προσκομιστεί κατά τον αρχικό διορισμό της, ήταν γνήσιος, ότι ο βαθμός απολυτηρίου της ήταν ανώτερος από αυτόν που πραγματικά είχε λάβει και ότι η πρόσληψή της υπήρξε καθόλα έγκυρη, ενώ με την σκοπούμενη παραπλάνηση θα μπορούσαν να οδηγηθούν τα παραπάνω πρόσωπα σε εννόμως σημαντική συμπεριφορά, δηλαδή σε αποδοχή του περιεχομένου του νοθευμένου εγγράφου και της αλλοιωμένης βαθμολογίας, που επηρέασε την τελική της κατάταξη και οδήγησε στην πρόσληψή της.

Οι εμπεριεχόμενες στους ως άνω αναιρετικούς λόγους λοιπές διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος της αναιρεσείουσας ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της.

Ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της απόφασης είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Σημειωτέον, ότι ουδόλως αφίστανται οι παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης εκείνων του διατακτικού αυτής. Επομένως, άπαντες οι λόγοι της παραπάνω αίτησης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. Τέλος, εφόσον οι διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 2 σε συνδυασμό με την παρ. 1 και 220 του ισχύοντος από την 1η Ιουλίου 2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) είναι επιεικέστερες των αντίστοιχων διατάξεων του ισχύσαντος μέχρι την 30η Ιουνίου 2019 παλαιού Ποινικού Κώδικα, αφού με αυτές απειλείται πλέον για μεν την πράξη της χρήσης νοθευμένου εγγράφου (Ν.Π.Κ. 216 παρ. 2 σε συνδυασμό με την παρ. 1), σε βαθμό πλημμελήματος, ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο (δηλαδή φυλάκιση τουλάχιστον δέκα ημερών, κατ' άρθρο 53 Π.Κ., αντί εκείνης των τριών μηνών που προβλεπόταν προηγουμένως), για δε την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, σε βαθμό πλημμελήματος, ποινή φυλάκισης με μικρότερο ανώτατο και κατώτατο όριο (δηλαδή φυλάκιση δέκα ημερών έως δύο ετών, με παράλληλη διαζευκτική δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής, αντί εκείνης των τριών μηνών μέχρι δύο ετών που προβλεπόταν προηγουμένως) και, συνεπώς, ενόψει του ότι η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατά τα άρθρα 511 εδ.

δ' και 514 εδ. δ' (β) του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινών διατάξεις της και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΝΑΙΡΕΙ την απόφαση, με αριθμό 2433/2018, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., ως προς τις περί ποινών διατάξεις της.

-ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους. Και –

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 09-05-2019 (αρ. πρωτ. 5593/10-05-2019) αίτηση της Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ... [ασκηθείσα με δήλωση επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-05-2019], για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ