Legislator Case Law & Legislation
1852/2017 AI generated

1852/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1852/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1852/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες άσκησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, επομένως παραδεκτά, την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους αυτής λόγους (άρθρα 577§1, 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
call for proposals public takeover bid offer to contract bid rigging accession compensatory amounts tariff negotiations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1852 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1852/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., 3) Α. Δ. του Α., Δικηγόρου Αθηνών, οδός ..., 4) εξωχώριας εταιρίας με την επωνυμία "... .", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) Α. Δ. του Γ., κατοίκου .... Ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Α. Δ., ήδη 3η αναιρεσίβλητη, και με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Λάμπρο Κοτσίρη και Φαίδωνα Δημόπουλο. Ο 2ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Α. Δ., ήδη 3η αναιρεσίβλητη, και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κοτσίρη. Η 3η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Λάμπρο Κοτσίρη και Φαίδωνα Δημόπουλο. Η 4η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κοτσίρη και ο 5ος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Λάμπρο Κοτσίρη και Φαίδωνα Δημόπουλο. Στο σημείο αυτό οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσειόντων δήλωσαν στο ακροατήριο ότι νομιμοποιούν τον δικηγόρο Ιωάννη Καράκωστα, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, να υπογράψει την αίτηση αναίρεσης, τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης και τις προτάσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρυσόστομο Βελάκη, ο οποίος δήλωσε ότι διορίζει και δεύτερο πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης τον Στυλιανό Σταματόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-12-2007 αγωγή των ήδη 1ου και 2ου αναιρεσειόντων, την από 18-1-2008 αγωγή του ήδη 5ου αναιρεσείοντος και την από 18-1-2008 αγωγή των ήδη 3ης και 4ης αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3389/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2016 αίτησή τους και τους από 17-2-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί τριών αγωγών των αναιρεσειόντων με αντικείμενο αξιώσεις από την πώληση ανώνυμων μετοχών, τις οποίες απηύθυναν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε - αφού συνεκδικάσθηκαν- η υπ’ αριθ. 3389/2014 οριστική απόφαση που τις έκανε εν μέρει δεκτές. Ακολούθως, επί εφέσεως της εναγομένης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ.224/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη, απέρριψε τις αγωγές.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες άσκησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, επομένως παραδεκτά, την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους αυτής λόγους (άρθρα 577§1, 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Περαιτέρω, οι θεσπιζόμενοι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία γα την έννοια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης.

Η έννοια της δικαιοπραξίας (ή κάποιου όρου της) δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας το οποίο αναζητεί την πραγματική βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων με ερμηνεία του περιεχομένου τους, χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα από τους κανόνες της λογικής και της κοινής εμπειρίας, προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας εφόσον τείνουν στη διασάφηση της βουλήσεως.

Η πρώτη από τις προαναφερόμενες διατάξεις εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μη προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον διαπιστώσει έστω και εμμέσως -κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του- την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης.

Αν παραλείψει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, προσύμφωνο είναι η προκαταρκτική ή προπαρασκευαστική σύμβαση, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη (ή και μόνο το ένα από αυτά) δεσμεύονται να συνάψουν συγκεκριμένη οριστική σύμβαση μεταξύ τους (ή και με τρίτο πρόσωπο) και η οποία, σε περίπτωση αθέτησής της, παρέχει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος αγώγιμη αξίωση για καταδίκη του υπόχρεου σε δήλωση βουλήσεως για την κατάρτιση της προσυμφωνημένης δικαιοπραξίας, οπότε με την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης θεωρείται, αυτοδικαίως και κατά νομικό πλάσμα, ως γενομένη η δήλωση βουλήσεως και τελεσμένη η προσυμφωνημένη δικαιοπραξία.

Το προσύμφωνο πρέπει να περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία της κύριας δικαιοπραξίας που προπαρασκευάζει, αλλιώς είναι άκυρο. Ο εκ του προσυμφώνου δανειστής δεν δικαιούται να αξιώσει την προς αυτόν καταβολή της παροχής της κύριας σύμβασης, ωστόσο η αθέτηση της υποχρεώσεως για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη συναπτέα σύμβαση, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής από την οριστική σύμβαση κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ.

ΑΚ. Το εάν έχει συναφθεί προσύμφωνο ή οριστική σύμβαση αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της δικαιοπραξίας με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια. Δεν έχει πάντως αποφασιστικό χαρακτήρα η φραστική διατύπωση στον τίτλο της σύμβασης ή σε επί μέρους όρους αυτής ως προς τη νομική μορφή της δικαιοπραξίας, καθώς η αληθής βούληση πρέπει να αναζητείται χωρίς προσκόλληση στις λέξεις (άρθρο 173 ΑΚ).

Ωστόσο, μεγαλύτερη βαρύτητα προσλαμβάνει η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε σε συμβολαιογραφικά έγγραφα ή σε συμφωνίες που συνετάγησαν μεταξύ νομικών, ενώ δεν αποκλείεται η σε προσύμφωνο εξαντλητική -ρυθμιστική- πληρότητα (που συνήθως απαντά στις οριστικές συμβάσεις) αν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μερών ενόψει και του είδους της συναλλαγής.

Σημαντικό, επίσης, για την ανωτέρω ερμηνευτική διεργασία, είναι η εξέταση των πραγματικών λόγων που- κατά την καλή πίστη (άρθρο 200 ΑΚ)- θα οδηγούσαν τα μέρη στην επιλογή της μιας ή της άλλης μορφής δέσμευσης.

Εν προκειμένω, αναφορικά με το περιεχόμενο και τη νομική φύση της από 9.8.2007-... συμφωνίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης, και ειδικότερα ως προς το κρίσιμο ζήτημα αν πρόκειται για οριστική σύμβαση πωλήσεως μετοχών (όπως αναφέρεται στις υπό κρίση αγωγές των πωλητών) ή για προσύμφωνο πωλήσεως μετοχών (όπως υποστηρίζει η εναγομένη αγοράστρια).

Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετά από ερμηνεία των όρων της συμφωνίας, τα ακόλουθα: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." σκόπευε "...να προχωρήσει στη δημιουργία ιδιόκτητου τηλεπικοινωνιακού δικτύου, του οποίου, όμως, η κατασκευή απαιτούσε τεράστια κεφάλαια. Έτσι, με σκοπό άντλησης των απαραίτητων κεφαλαίων, για την ολοκλήρωση του επενδυτικού της σχεδίου και την κατασκευή του δικτύου της, το 2006 η εταιρεία ...

υπέβαλε αίτηση εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Για την επίτευξη του ανωτέρω στόχου της, στις 22.04.2006 συμβλήθηκε με την ..., προκειμένου η τελευταία να αναλάβει ως ανάδοχος, σύμβουλος έκδοσης και ειδικός διαπραγματευτής την διαδικασία εισαγωγής της εταιρείας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ).

Ενόψει δε της εισαγωγής αυτής, επακολούθησε υποχρεωτικά ο νομικός και ο οικονομικός έλεγχός της (...), κατ’ εντολή και για λογαριασμό της προαναφερόμενης αναδόχου της τράπεζας, από ανεξάρτητους ελεγκτές και συγκεκριμένα από τη δικηγορική εταιρεία και την ελεγκτική εταιρεία "...". Μετά την ολοκλήρωση του οικονομικού και νομικού ελέγχου των ελεγκτών και την υποβολή των εκθέσεών τους στις αρμόδιες υπηρεσίες του Χρηματιστηρίου και αφού διαπιστώθηκε η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων εισαγωγής (πλην εκείνης περί επαρκούς διασποράς των μετοχών, που θα επιτυγχανόταν μέσω της δημόσιας εγγραφής), στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αθηνών της 08.06.2006 εγκρίθηκε η αίτηση της εταιρείας για την εισαγωγή της στην αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου.

Στο μεταξύ, η βασική ανάδοχος τράπεζα ... συγχωνεύθηκε με την ... ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία, συνεχίζοντας τις εργασίες για την εισαγωγή των μετοχών της εταιρείας ... στο Χρηματιστήριο Αθηνών, αποτίμησε την τελευταία (...) στο ποσό των 24.000.000 ευρώ. Και ενώ η διαδικασία (εισαγωγής) εξελισσόταν, κοινοποιήθηκε ... το από 16.11.2006 και υπ’ αριθ. ...

έγγραφο της ..., με το οποίο επιβαλλόταν η αναστολή έναντι του Δημοσίου του απορρήτου των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων της εταιρείας ...

σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμευόταν το 50% αυτών, με εξαίρεση τα ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθεντο στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων, με την αιτιολογία ότι από την από 17.10.2006 Ειδική Έκθεση Ελέγχου της ΥΙΊΕΕ προέκυψε ότι η εταιρεία δεν είχε αποδώσει στο Δημόσιο ΦΠΑ για τη χρήση 2005...

Το γεγονός αυτό επηρέασε και την εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, η οποία τελικώς ματαιώθηκε, με συνέπεια την μεγέθυνση του προβλήματος ρευστότητας που αντιμετώπιζε η εταιρεία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα επιτακτικής ανάγκης χρηματοδότησής της, η εταιρεία, ... αναζήτησε τη δυνατότητα εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο AIM του Λονδίνου, που απευθυνόταν σε εταιρείες μικρής και μεσαίας κεφαλαιοποίησης, με σκοπό την άντληση κεφαλαίων από διεθνείς επενδυτές, αλλά και αυτή η απόπειρα δεν ευοδώθηκε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η εκκαλούσα - εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." (εφεξής ...) είναι εταιρεία συμμετοχών, δραστηριοποιούμενη από δεκαετιών στο χώρο των τηλεπικοινωνιών και των τεχνολογιών αιχμής. Στο πλαίσιο της ανάπτυξης των επιχειρηματικών της σχεδίων, με σκοπό να ανταγωνιστεί αξιόπιστα τον Ο.Τ.Ε στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (υπηρεσίες διαδικτύου υψηλής ταχύτητας μέσω ευρυζωνικότητας, σε συνδυασμό με υπηρεσίες τηλεφωνίας και τηλεόρασης), κατά τα έτη 2006-2007...

αναζητούσε προς εξαγορά ... μια ακόμη εταιρεία του αντίστοιχου κλάδου με ευρεία πελατειακή βάση, ώστε να συγχωνευθεί με την ..., δι’ απορροφήσεως, από την ήδη εισηγμένη στο Χ.Α θυγατρική της εταιρεία ..., προκειμένου ο όμιλος ως ισχυρός πλέον ανταγωνιστής του ΟΤΕ στον συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο (της σταθερής τηλεφωνίας και του διαδικτύου), κατά τα προεκτεθέντα, να αποκτήσει πρόσβαση στο Χ.Α.

Το ενδιαφέρον αυτό της ? ... ?έγινε γνωστό στους οικονομικούς και επιχειρηματικούς κύκλους, μεταξύ των οποίων και στην ... BANK, ανάδοχο και σύμβουλο, κατά τα ανωτέρω, της εταιρείας ... στην αποτυχημένη απόπειρα εισαγωγής της τελευταίας στο χρηματιστήριο Αθηνών. Έτσι, περί τον Απρίλιο 2007 η ... υπέδειξε στην ... την ...

ως την κατάλληλη για εξαγορά εταιρεία, η οποία, κατά τις συστάσεις της, με βάση την παρουσία της στην οικεία αγορά και τα δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία της, θα μπορούσε να αποτελέσει την τρίτη ως άνω εταιρία... Σύμφωνα με τα παραπάνω, η από την ... επιλογή της ..., βασίστηκε στις συστάσεις της ..., καθώς και στη μελέτη των χορηγηθέντων από την τελευταία φακέλων και του πληροφοριακού υλικού, που, κατά τα προεκτεθέντα, είχε συγκεντρωθεί κατά τον διενεργηθέντα τον Απρίλιο 2006, στο πλαίσιο της απόπειρας εισαγωγής της ...

στο ΧΑΑ, νομικού και οικονομικού ελέγχου της. Πεπεισμένη, έτσι, καλοπίστως ότι συνέτρεχαν οι αναγκαίοι όροι και οι προδιαγραφές εξαγοράς της τελευταίας, στις 19.7.2007 η ... απέστειλε προς τους μετόχους της ... τις ακόλουθες ...επιστολές. Ειδικότερα: 1) στον ενάγοντα- εφεσίβλητο Α. Π. , απεστάλη η παρακάτω επιστολή: "Έχουμε την τιμή να σας πληροφορήσουμε ότι η εταιρεία μας...

προτίθεται να υποβάλει σε καθένα εκ των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας "..." ... Δεσμευτική Πρόταση για την απόκτηση του συνόλου των μετοχών τους, ήτοι 6.490.000 κοινών ονομαστικών μετοχών. Ήδη διά της παρούσης σας υποβάλλουμε δεσμευτική πρόταση για την απόκτηση του συνόλου των μετοχών της Εταιρείας κυριότητός σας, ήτοι 1.893.718 κοινών ονομαστικών μετοχών που αντιστοιχούν στο 29,18% του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου και των δικαιωμάτων ψήφου της Εταιρείας, ελεύθερες από βάρη, διεκδικήσεις, κατασχέσεις και από κάθε νομικό ελάττωμα.

Το τίμημα (εφεξής: "Προσφερόμενο Αντάλλαγμα") για το σύνολο των μετοχών σας ανέρχεται σε 9.040.754, καταβλητέο τοις μετρητοίς και βασίζεται στην εύλογη και δίκαιη αξία της Εταιρείας, όπως αυτή αποτυπώνεται στις δημοσιευμένες οικονομικές της καταστάσεις για τις χρήσεις 2005-2006 καθώς και τις ανέλεγκτες από ορκωτό ελεγκτή-λογιστή προβλέψεις αποτελεσμάτων της ...

ΑΕΒΕ για το α’ εξάμηνο του 2007. Η παρούσα πρότασή μας εκπνέει την Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007 και ώρα 15:00 και τελεί υπό τους ακόλουθους όρους και προϋποθέσεις: (α) Επιστροφή της παρούσης επιστολής δεόντως υπογεγραμμένης εκ μέρους σας πριν την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας, (β) υπογραφή συμβάσεως για την αγοραπωλησία 226.696 εκ των μετοχών κυριότητός σας που αντιστοιχούν στο 3,5% του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου και των δικαιωμάτων ψήφου της Εταιρείας, έναντι ανταλλάγματος που ανέρχεται σε ευρώ 838.321, το αργότερο την Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007, προαπαιτουμένης της κατά νόμο πληρωμής εκ μέρους σας του αναλογούντος φόρου την προηγουμένη, (γ) υπογραφή, ομού μετά των λοιπών κυρίων μετόχων της Εταιρείας... , προσυμφώνου, ταυτόχρονα με την υπογραφή της υπό (β) συμβάσεως, για τη μεταβίβαση των υπολοίπων μετοχών κυριότητός σας, ήτοι 1.667.022, που θα περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τους εξής όρους: (αα) μεταβίβαση των μετοχών κυριότητός σας και των μετοχών των λοιπών ως άνω κυρίων μετόχων της Εταιρείας στον Προτείνοντα αμέσως μετά τη λήψη των αναγκαίων διοικητικών αδειών και ιδίως των αδειών της ΕΕΤ, (ββ) παρακατάθεση εκ μέρους σας των μετοχών κυριότητός σας και των μετοχών των λοιπών κυρίων μετόχων της Εταιρείας σε πιστωτικό ίδρυμα μέχρι την οριστική μεταβίβασή τους στον Προτείνοντα, (γγ) παρακατάθεση εκ μέρους μας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα του ποσού του συνόλου της αξίας των μετοχών που θα μεταβιβασθούν κατ’ εκτέλεση του προσυμφώνου στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, (δδ) κατάθεση εκ μέρους σας του προϊόντος της πωλήσεως των υπό (β) μεταβιβαζομένων μετοχών σε δεσμευμένο λογαριασμό στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα εις εγγύηση εκτελέσεως των όρων του προσυμφώνου, ποσό που θα περιέλθει σε μας σε περίπτωση (και μόνον) υπαναχωρήσεώς σας, ή υπαναχωρήσεως των λοιπών κυρίων μετόχων της Εταιρείας, από την υποχρέωση μεταβιβάσεως των μετοχών βάσει του προσυμφώνου και (εε) διενέργεια συνοπτικού οικονομικού και νομικού ελέγχου, προς [επιβεβαίωση των στοιχείων που έχουν υποβληθεί από την Εταιρεία, τα αποτελέσματα των οποίων μπορεί να άγουν σε μείωση του Προσφερόμενου Ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση των μετοχών σας μέχρι ποσού 4.000.000 ευρώ και (δ) τήρηση απολύτου εχεμύθειας για την παρούσα πρόταση και την συναλλαγή μέχρι την μεταβίβαση των μετοχών.

Σε περίπτωση που συμφωνείτε με την ανωτέρω πρότασή μας παρακαλώ υπογράψτε την παρούσα επιστολή και αποστείλατε μας το υπογεγραμμένο από εσάς αντίτυπο", 2) Στον ενάγοντα-εφεσίβλητο Α. Π. απεστάλη η (όμοια) παρακάτω επιστολή... 3) στον ενάγοντα - εφεσίβλητο Α. Δ. .... 4) Στην ενάγουσα - εφεσίβλητη Α. Δ. ...και 5) Στην ενάγουσα - εφεσίβλητη εταιρεία ?... ...

Τις προτάσεις αυτές αποδέχθηκαν οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, εντός της ορισθείσας 24ωρης προθεσμίας, με σφραγισμένες επιστολές, που περιήλθαν στην προτείνασα εναγόμενη - εκκαλούσα. Εξάλλου, προτάσεις εξαγοράς των μετοχών τους απέστειλε και στους (μη διαδίκους) λοιπούς μετόχους ...Από τη σαφή γραμματική διατύπωση των προπαρατιθέμενων αναλυτικά επιστολών - προτάσεων αυτών της εναγομένης, αλλά και το αναμφίβολο νοηματικό περιεχόμενό τους, πλήρως και ανενδοιάστως αποδεικνύεται, ότι με αυτές η τελευταία εκδήλωσε, απλώς και μόνον, το ενδιαφέρον και την πρόθεσή της για την εξαγορά σε εύλογο σύντομο χρόνο του συνόλου των μετοχών όλων των εναγόντων (όπως και των ως άνω μη διαδίκων μετόχων), με τη σύναψη στο άμεσο μέλλον προσυμφώνων, όπως ρητά και χαρακτηριστικά σε όλες τις επιστολές αναφέρεται, για την αγορά και μεταβίβαση όλων των μετοχών ενός εκάστου των εναγόντων, εξαιρουμένων 226.696 μετοχών καθενός των Α.

και Α. Π., για τις οποίες ειδικώς θα υπογραφόταν, κατά την πρόταση, οριστική σύμβαση αγοραπωλησίας.

Συνεπώς, με την από μέρους των ληπτών των επιστολών εναγόντων (εμπρόθεσμη) αποδοχή των προτάσεων αυτών προβλέφθηκε: Α) η αγοραπωλησία και μεταβίβαση στο άμεσο μέλλον 226.696 μετοχών εκάστου των Α. και Α. Π., δηλαδή τα μέρη δεσμεύθηκαν ως προς αυτές (226.696 μετοχές εκάστου) να συνάψουν στο άμεσο μέλλον απ’ ευθείας οριστική (ενοχική και εκποιητική) σύμβαση εξαγοράς, αντί ορισμένου (καθορισμένου) τιμήματος και Β) η σύναψη, σε τακτή προθεσμία, ισάριθμων (με τους μετόχους) προσυμφώνων αγοράς και μεταβίβασης, αφενός μεν για 1.667.022 και 1.605.192 μετοχές του Α.

και Α. Π., αντιστοίχως, αφετέρου δε για το σύνολο των μετοχών εκάστου των λοιπών τριών εναγόντων (ήτοι των 214.380, 453.392 και 24.380 μετοχών των Α. Δ., ... . και Α. Δ., αντιστοίχως), στο περιεχόμενο των οποίων (προσυμφώνων), μάλιστα, θα περιλαμβάνονταν, μεταξύ των άλλων, "κατ’ ελάχιστον" και οι όροι 1) για τη μεταβίβαση των μετοχών κυριότητας εκάστου μετόχου αμέσως μετά τη λήψη των αναγκαίων διοικητικών αδειών και ιδίως των αδειών της ΕΕΤ και 2) για τη διενέργεια συνοπτικού οικονομικού και νομικού ελέγχου, προς επιβεβαίωση των στοιχείων που είχαν υποβληθεί από την Εταιρεία ..., τα αποτελέσματα των οποίων μπορούσαν να οδηγήσουν σε μείωση του Προσφερομένου Ανταλλάγματος για τη μεταβίβαση των μετοχών των Α.

και Α. Π. μέχρι του ποσού των 4.000.000 ευρώ. Προς τούτο, δυνάμει του από 2-8-2008 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της ..., ο Δ. Κ., ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, εξουσιοδοτήθηκε να υπογράφει, στο όνομα και για λογαριασμό της, όλες τις σχετικές για την ολοκλήρωση της συναλλαγής συμβάσεις με οποιουσδήποτε όρους έκρινε επωφελείς για τους σκοπούς της εταιρείας και να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που θεωρούσε απαραίτητη για τη συναλλαγή.

Πράγματι, λοιπόν, στις 9.8.2007 η εναγομένη, έχοντας ειλικρινείς και σοβαρές προθέσεις εξαγοράς της ... και επιδιώκοντας να διασφαλίσει, κατά το δυνατόν, την ομαλή πορεία προς αυτήν (εξαγορά) με την είσοδό της στο μετοχικό κεφάλαιό της ..., έσπευσε να αποκτήσει και απέκτησε κατά κυριότητα, δυνάμει έγγραφων οριστικών συμβάσεων αγοράς και μεταβίβασης:

α) το σύνολο των μετοχών του Σ. Λ. και της εταιρείας συμφερόντων του ?... ......, καθώς και της εταιρείας ??..., ήτοι 2.072.242 συνολικά μετοχές, καταβάλλοντας συνολικό τίμημα 7.663.149 ευρώ, και β) 226.696 μετοχές από έκαστο των Α. και Α. Π., κατ’ εκπλήρωση της υπό στοιχείο β’ πρόβλεψης των παραπάνω από 19.7.2007 προς αυτούς προτάσεων, αντί καταβληθέντος συνολικού τιμήματος 1.676.642 ευρώ.

Έτσι, η εναγομένη απέκτησε συνολικά 2.525.634 μετοχές, που αντιπροσώπευαν συνολικό (μειοψηφικό) ποσοστό 39% επί του μετοχικού κεφαλαίου (6,326% συν 21,177% συν 4,43% συν 3,5% συν 3,5%), αντί συνολικού καταβληθέντος τιμήματος 9.339.791 ευρώ... Εξάλλου, την ίδια ημεροχρονολογία (9.8.2007), και με βάση το πληροφοριακό υλικό, που η εναγομένη ...

είχε από την αποτυχημένη προσπάθεια εισαγωγής της ... στο ΧΑΑ, υπογράφηκε μεταξύ αυτής και των μεγαλομετόχων της ... ?Α. Π. και Α. Π., ένα προδιατυπωμένο από την ίδια ιδιωτικό έγγραφο στην αγγλική γλώσσα, υπό τον τίτλο ?Agreement for the sale and purchase of 50,419 of ... A.E.V.E.? (...) και σε μετάφραση "Συμφωνία για την πώληση και αγορά του 50,419% της ...

Α.Ε.Β.Ε"?, που συνοδευόταν και από εννέα (9) Παραρτήματα. Η συμφωνία αυτή αποτελούσε το, προβλεπόμενο στο σημείο γ’ στις ως άνω από 19.7.2007 προτάσεις της εναγόμενης προς τους ενάγοντες Α. και Α. Π., προσύμφωνο για την πώληση και μεταβίβαση του υπολοίπου των μετοχών τους, ήτοι 1.667.022 και 1.605.192 μετοχών του πρώτου και δεύτερου, αντιστοίχως,...

αντί αντίστοιχου τιμήματος 8.202.433 και 7.898.204 ευρώ, ήτοι 16.100.637 ευρώ συνολικώς. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πέραν της ως άνω οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας των 226.696 μετοχών εκάστου των Α. και Α. Π., η πρώτη συμφωνία, μετά την αποστολή και την αντίστοιχη αποδοχή των πιο πάνω επιστολών, που αφορούσε την αγορά και μεταβίβαση των μετοχών στην ..., ήταν η προαναφερόμενη "Συμφωνία για την πώληση και αγορά του 50,419% της ..." (...).

Μάλιστα, προς αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης ή παρανόησης και προβολής στο μέλλον ισχυρισμών περί συμφωνίας με βάση τις πιο πάνω προτάσεις της εναγομένης και την αποδοχή αυτών από τους μετόχους ή, ακόμη, με βάση τις τυχόν συμπτώσεις απόψεων σε ορισμένα θέματα κατά τις πολύ σύντομες διαπραγματεύσεις, που διεξήχθησαν, μετά την αποδοχή των ως άνω προτάσεων, ρητά ορίστηκε στον όρο "11.

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ" της ως άνω από 9.8.2007 συμφωνίας (...), ότι "11.2. Η παρούσα Σύμβαση συνιστά την πλήρη συμφωνία και κατισχύει κάθε προγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των μερών αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας Σύμβασης". Επομένως, σε κάθε περίπτωση, μετά την κατάρτιση της ανωτέρω από 9.8.2007 συμφωνίας (...), ουδεμία επιρροή ασκούν πλέον οι προαναφερθείσες δεσμευτικές προτάσεις της εναγομένης προς τους μετόχους της ...

και η αποδοχή αυτών από τους τελευταίους. Σημειώνεται, πάντως, ότι η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή, οι ως άνω επιστολές της εναγομένης περιείχαν σαφείς, ορισμένες και πλήρεις προτάσεις προς τους ενάγοντες μετόχους για την άμεση σύναψη, δηλαδή ταυτόχρονα με την αποδοχή εκ μέρους τους των εν λόγω προτάσεων και χωρίς διαπραγματεύσεις, οριστικών (ενοχικών) συμβάσεων αγοραπωλησίας των μετοχών, οι οποίες και όντως, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, καταρτίστηκαν ευθύς με την αποδοχή από αυτούς των προτάσεων της εναγομένης, προσκρούει και αντιστρατεύεται τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που μαρτυρούν ότι ουδείς νουνεχής και εχέφρων επιχειρηματίας θα προχωρούσε σε απ’ ευθείας και εν λευκώ? σύναψη οριστικής (ενοχικής έστω) σύμβασης αγοράς πλειοψηφικού πακέτου μετοχών, αυτής της φύσεως και τέτοιου μεγάλου αντικειμένου, πριν διενεργήσει, όχι απλώς συνοπτικό, αλλά πλήρη, λεπτομερή και σε βάθος, με δικούς του αξιόπιστους ελεγκτές, οικονομικό και νομικό έλεγχο της υπό αγορά εταιρείας, πολύ δε περισσότερο, όταν δεν έχει προηγηθεί διόλου ουσιαστικό στάδιο διαπραγματεύσεων, όπως εν προκειμένω.

Περαιτέρω, στον 1ο όρο της ανωτέρω από 9.8.2007 συμφωνίας (...), περιέχονταν, μεταξύ άλλων, επί λέξει οι παρακάτω ορισμοί συγκεκριμένων όρων της σύμβασης και ειδικότερα: "Ολοκλήρωση" σημαίνει η ολοκλήρωση της πώλησης και της μεταβίβασης των προς πώληση μετοχών σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση". "Ειδοποίηση Ολοκλήρωσης" σημαίνει η υπογεγραμμένη από τον Αγοραστή ειδοποίηση, η οποία απευθύνεται προς τους Πωλητές σύμφωνα με το Παράρτημα 7 και με την οποία επιβεβαιώνεται η πλήρωση των Προαπαιτουμένων και καθορίζεται η Ημερομηνία Ολοκλήρωσης. "Προαπαιτούμενα" σημαίνει οποιοσδήποτε από τους όρους που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του Παραρτήματος I. ...?Επιστολή Γνωστοποίησης? σημαίνει το υπόδειγμα επιστολής που περιγράφεται ως τέτοιο μαζί με τα έγγραφα που αναφέρονται εκεί, το οποίο βρίσκεται συνημμένο στην παρούσα ως Παράρτημα 2 και το οποίο θα συμφωνηθεί μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών και θα υπογράφει όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1.1.2 του Παραρτήματος 1 της παρούσας... ? Ουσιώδης Δυσμενής Μεταβολή? (κατά το προσκομιζόμενο σε ελληνική μετάφραση κείμενο και ?Σημαντική Δυσμενής Μεταβολή? κατά πιστή μετάφραση του σχετικού όρου ?...? εκ του υπογραφέντος αγγλικού κειμένου) σημαίνει κάθε διαφορά στα στοιχεία των Λογαριασμών Οριστικοποίησης Τιμήματος που ισούται με ή είναι μεγαλύτερη από επτά εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (ευρώ 7.500.000), που τυχόν προκόψει κατά τον οικονομικό έλεγχο της Εταιρείας που θα διεξαχθεί από την Αγοράστρια και τους συμβούλους της.

Προς το σκοπό υπολογισμού αυτού του ποσού των ευρώ 7.500.000, θα ληφθεί υπόψη και το ποσό των ευρώ 3.500.000 που αναφέρεται στην υποπαράγραφο 1.1.2 του Παραρτήματος 1 της παρούσας Συμβάσεως, αφήνοντας ένα υπόλοιπο ποσό ευρώ 4.000.000 προς κάλυψη. ?Ουσιώδης (Σημαντική = Material) Παραβίαση (Breach) Εγγυήσεως (of Warranty)? σημαίνει οποιαδήποτε παραβίαση εκ μέρους οποιουδήποτε των Πωλητών οποιασδήποτε εκ των Εγγυήσεων του Παραρτήματος 4 της παρούσας Συμβάσεως που συνεπάγεται Αξίωση Εγγύησης της Αγοράστριας, που θα είναι ίση με ή θα υπερβαίνει το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων ευρώ (ευρώ 4.000.000). ?Τίμημα Αγοράς? σημαίνει το ποσό των δεκαέξι εκατομμυρίων εκατό χιλιάδων εξακοσίων τριάντα επτά ευρώ (16.100.637 ευρώ ) που υπόκειται σε αναπροσαρμογή σύμφωνα με τους όρους της υποπαραγράφου 1.1.2 του Παραρτήματος 1 της παρούσας Σύμβασης... ? Στον όρο 2 της ανωτέρω συμφωνίας υπό τον τίτλο ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ ΜΕΤΟΧΩΝ και ειδικότερα στον όρο 2.1 αυτής οριζόταν ότι "Οι Πωλητές συμφωνούν να πωλήσουν, παραδώσουν και μεταβιβάσουν στον Αγοραστή με εγγύηση πλήρους κυριότητας και ο Αγοραστής συμφωνεί να αγοράσει, παραλάβει και αποκτήσει την κυριότητα και κατοχή των προς Πώληση Μετοχών, καθώς και κάθε δικαιώματος που ενσωματώνεται στις προς Πώληση Μετοχές κατά την Ολοκλήρωση ή και μετά από αυτή, ελεύθερες από κάθε Επιβάρυνση και επίσης να καταβάλει σε έκαστο των Πωλητών το Σχετικό ποσοστό των Πωλητών επί του Τιμήματος Αγοράς.

Στην παρ. 2.2 οριζόταν ότι: οι Πωλητές παραιτούνται από όλα τα δικαιώματα προαίρεσης, καθώς και από τους λοιπούς περιορισμούς για τη μεταβίβαση των προς Πώληση Μετοχών που τους παρέχονται και θα φροντίσουν να υπάρξει παραίτηση από κάθε τέτοιο δικαίωμα που παρέχεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο όχι αργότερα από την Ολοκλήρωση, ώστε να επιτραπεί η αγοραπωλησία και η μεταβίβαση της κυριότητας των προς Πώληση Μετοχών.

Στην παράγραφο 3 του ίδιου (2) όρου προβλεπόταν ότι: Στην περίπτωση που η Αγοράστρια παραλείψει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό που οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 2.1 κατά την ημερομηνία καταβολής αυτού του ποσού σύμφωνα με τους όρους της παρούσας Σύμβασης, η Αγοράστρια θα καταβάλει τόκο, για το ποσό του οποίου την καταβολή έχει καθυστερήσει, από την ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να προβεί στην καταβολή έως την ημερομηνία κατά την οποία απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να καταβάλει το ποσό, ίσο προς το επιτόκιό υπερημερίας.

Στον όρο 3 υπό τον τίτλο "Ολοκλήρωση" (της σύμβασης) και ειδικότερα στην παράγραφο 3.1 προβλεπόταν ότι: Η ολοκλήρωση της συναλλαγής θα πραγματοποιηθεί στο γραφείο των Δικηγόρων του Αγοραστή... κατά την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης αμέσως μετά την παράδοση της Ειδοποίησης Ολοκλήρωσης από τον Αγοραστή προς τους Πωλητές.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3.2 κατά την Ολοκλήρωση: 3.2.1 οι Πωλητές και ο Αγοραστής οφείλουν να προβούν σε όλες τις ενέργειες που απαιτούνται αντίστοιχα από καθέναν από αυτούς σύμφωνα με το Παράρτημα 5 (Προϋποθέσεις Ολοκλήρωσης), και 3.2.2 ο Αγοραστής οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 1.7 να καταβάλλει σε καθέναν εκ των Πωλητών το Σχετικό Ποσοστό των Πωλητών επί του Τιμήματος Αγοράς, όπως αυτό έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με το Παράρτημα 1, παράγραφος 1.1.2, πλην του Σχετικού Ποσοστού επί των Υπό Μεσεγγύηση Ποσών Αποζημίωσης Β και C, τα οποία κατατέθηκαν σήμερα στους Υπό Μεσεγγύηση Λογαριασμούς Αποζημίωσης Β και C. 3.3 Ο Αγοραστής δεν υποχρεούται να ολοκληρώσει την αγοραπωλησία των προς Πώληση Μετοχών, παρά μόνο εφόσον: 3.3.1 όλοι οι Πωλητές συμμορφωθούν με όλες τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο 3 και το Παράρτημα 5 (Προϋποθέσεις Ολοκλήρωσης), και 3.3.2 η πώληση και η μεταβίβαση όλων των προς Πώληση Μετοχών από όλους τους Πωλητές προς τον Αγοραστή ολοκληρωθούν ταυτόχρονα.

Στην παρ. 4 του ως άνω όρου (3) οριζόταν ότι : Εάν η Ολοκλήρωση δεν πραγματοποιηθεί αμέσως την ημερομηνία Ολοκλήρωσης επειδή οποιοσδήποτε των Πωλητών παρέλειψε αν συμμορφωθεί με οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τα άρθρα 3.2 και 3.3 και το Παράρτημα 5 (Προϋποθέσεις Ολοκλήρωσης), η Αγοράστρια δύναται διά ειδοποιήσεως προς τους Πωλητές να αναβάλει την Ολοκλήρωση για ημερομηνία , η οποία δεν θα απέχει περισσότερο από επτά (7) Εργάσιμες Ημέρες από την αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης της παρούσας Σύμβασης και σε περίπτωση που οι Πωλητές παραλείψουν να συμμορφωθούν μέχρι αυτή την ημερομηνία με οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τα άρθρα 3.2 και 3.3 και το Παράρτημα 5 (Προϋποθέσεις Ολοκλήρωσης), τότε η Αγοράστρια δύναται να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση.

Στον ίδιο όρο 3 της σύμβασης και στην παράγραφο 5 αυτού προβλεπόταν ότι: Με εξαίρεση οποιοδήποτε δεδομένο, γεγονός ή κατάσταση που είναι ήδη γνωστή στην Αγοράστρια κατά την Ημερομηνία Υπογραφής ή/και γνωστοποιήθηκε από τους Πωλητές στην Αγοράστρια στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 2, σε περίπτωση που σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά από την Ημερομηνία Υπογραφής και πριν από την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης καταστεί γνωστή στην Αγοράστρια (μέσω του ελέγχου που διεξάγεται σύμφωνα με τις όρους του Παραρτήματος 1 της παρούσας Συμβάσεως) μία Ουσιώδης (Σημαντική) Δυσμενής Μεταβολή στην Εταιρεία κατά την ημερομηνία Ολοκλήρωσης και/ή Ουσιώδης (Σημαντική) Παραβίαση Εγγυήσεως έως την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης, η Αγοράστρια έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση.

Ρητώς συμφωνείται ότι η Αγοράστρια δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση μόνο στις περιπτώσεις του υπό-όρου 3.4, του παρόντος υπό-όρου 3.5 και του όρου 1.1.3 του Παραρτήματος 1 της παρούσας Συμβάσεως". Στον όρο 3.8 προβλεπόταν ότι σε περίπτωση που η Ολοκλήρωση δεν πραγματοποιηθεί εξ αιτίας μη συμμόρφωσης της Αγοράστριας με οποιαδήποτε υποχρέωση κατά τα ως άνω άρθρα 3.1, 3.2 και το Παράρτημα 5, οι Πωλητές δικαιούνται να της θέσουν προθεσμία 30 ημερών προκειμένου να συμμορφωθεί, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας οι Πωλητές δικαιούνται να καταγγείλουν την παρούσα και η αγοράστρια οφείλει να τους καταβάλει το ποσό των 1.676.642 ευρώ, διαιρούμενο μεταξύ των Πωλητών σύμφωνα με το σχετικό Ποσοστό των Πωλητών επί του Τιμήματος Αγοράς, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους να απαιτήσουν τυχόν περαιτέρω αποζημίωση...Συμφωνήθηκε επίσης ρητά ότι το ανωτέρω ποσό δεν θα οφείλεται από την Αγοράστρια στην περίπτωση που η μη ολοκλήρωση της Σύμβασης οφείλεται σε απαγόρευση από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές και ή σε οποιουσδήποτε άλλους λόγους που εκφεύγουν του ελέγχου της Αγοράστριας...Με τον όρο 8 παρ.1, 2, 3, προβλέφθηκε η σύναψη χωριστής σύμβασης μεσεγγύησης με μεσεγγυούχο την τράπεζα ...

και η παρακατάθεση τόσο του τιμήματος (Ποσού Μεσεγγύησης) όσο και των προς Πώληση μετοχών σ’ αυτήν έως την ολοκλήρωση της συναλλαγής, ενώ με την παρ. 4 του ίδιου όρου προβλέφθηκε ότι κατά την Ολοκλήρωση τα Συμβαλλόμενα μέρη θα απευθύνουν στον μεσεγγυούχο μια κοινή εντολή εκταμίευσης για να κάνει ανάληψη, να αποδεσμεύσει και μεταφέρει το Σχετικό Ποσοστό των πωλητών επί του Τιμήματος Αγοράς από το Λογαριασμό Μεσεγγύησης στο Λογαριασμό των Πωλητών.

Εξάλλου, με τον όρο 10 της σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, ότι "Μεταβολή και/ ή τροποποίηση της παρούσας Σύμβασης είναι έγκυρη μόνον εφόσον είναι έγγραφη και έχει υπογράφει από ή για λογαριασμό έκαστου των μερών". Ακόμη σύμφωνα με τον όρο 11 παρ. 2 ορίσθηκε ότι: "Η παρούσα Σύμβαση συνιστά την πλήρη συμφωνία και κατισχύει κάθε προγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των μερών αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας", ενώ σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου όρου:

‘ Οι Πωλητές αναγνωρίζουν και δηλώνουν ότι δεν έχουν βασισθεί, ούτε έχουν παρακινηθεί να συμβληθούν στην παρούσα σύμβαση από Δήλωση που δόθηκε από την Αγοράστρια ή οποιονδήποτε σύμβουλο ή χρηματοδότη αυτής". Τέλος, στον όρο 16.4 της από 9-8-2007 συμφωνίας (...) προβλέπονταν επί λέξει τα εξής: "Η Αγοράστρια θα μεριμνήσει όπως στο μέτρο του δυνατού την ίδια ημέρα με την Ημέρα Ολοκλήρωσης και πριν την αλλαγή του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας ή, στην περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης, εντός χρονικού διαστήματος το αργότερο δέκα τεσσάρων (14) ημερών από την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης, οι Πωλητές και ο κ.

Α. Δ. και η κ. Α. Δ. να απαλλαγούν από όλες τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τις προσωπικές ... που έχουν παράσχει από αυτούς σε οποιαδήποτε Τράπεζα προκειμένου να διασφαλισθούν όλα τα υφιστάμενα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα δάνεια της Εταιρείας, οι εγγυητικές επιστολές και κάθε άλλη υποχρέωση έναντι των Τραπεζών.

Η Αγοράστρια θα φροντίζει για την απαλλαγή των Πωλητών από την ευθύνη για κάθε Ζημία που τυχόν υποστούν από τις προσωπικές ... από την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης και μετά". Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, η πιο πάνω από 9-8-2007 σύμβαση (...) συνοδευόταν και από εννέα (9) Παραρτήματα. Στο Παράρτημα I και υπό τον τίτλο "ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ ΣΥΜΒΑΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ", ορίστηκε ότι "1.1.

Η παρούσα Σύμβαση και η υποχρέωση των Συμβαλλομένων Μερών να προβούν στην Ολοκλήρωση υπόκεινται στην έκδοση όλων των απαιτούμενών τελικών εγκρίσεων, συναινέσεων και αδειών αναφορικά με τις συναλλαγές που προβλέπονται στην παρούσα Σύμβαση από κάθε Αρμόδια Αρχή... και για την υλοποίηση αυτής της συναλλαγής, περιλαμβανομένης της πλήρωσης των ακολούθων προαπαιτουμένων":

συγκεκριμένα στον όρο 1.1.1 προβλέφθηκε ως προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της πώλησης των μετοχών η προηγούμενη λήψη της αναγκαίας διοικητικής άδειας της ΕΕΤΤ, ενώ, στη συνέχεια, στον όρο 1.1.2, υπό τον τίτλο "1.1.2. Λογαριασμοί Οριστικοποίησης του Τιμήματος Αγοράς- Καθορισμός του Ύψους του Τιμήματος Αγοράς" προβλέφθηκαν τα παρακάτω: "Η παρούσα σύμβαση και η υποχρέωση της Αγοράστριας να προβεί στην Ολοκλήρωση υπόκεινται στην προϋπόθεση η ακόλουθη διαδικασία να έχει ολοκληρωθεί προκειμένου να προσδιοριστεί το τελικό ποσό του Τιμήματος Αγοράς: (α) Οι Πωλητές παρέδωσαν σήμερα στην Αγοράστρια τους Λογαριασμούς Οριστικοποίησης του Τιμήματος Αγοράς, (β) Οι Λογαριασμοί Οριστικοποίησης του Τιμήματος Αγοράς, καταρτίστηκαν βάσει των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης με εφαρμογή των αρχών λογιστικής όπως απαιτείται κατά το Εφαρμοστέο Δίκαιο και συνεπώς προς τις Οικονομικές Καταστάσεις.

Συμφωνείται μεταξύ των μερών ότι οι "πρακτικές λογιστικής " που χρησιμοποιούνταν από την Εταιρεία στην πορεία της, γίνονται αποδεκτές από την Αγοράστρια και τον Οικονομικό της Σύμβουλο και πάνω σε αυτές τις πρακτικές λογιστικής θα βασιστεί η διενέργεια του οικονομικού ελέγχου, στο βαθμό που αυτές συμμορφούνται πλήρως προς τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (...) ", (γ) Η Αγοράστρια θα διορίσει τον Οικονομικό Σύμβουλό της προκειμένου να ελέγξει τις Λογαριασμό Οριστικοποίησης Τιμήματος Αγοράς και να προσδιορίσει το ποσό τυχόν μείωσης του Τιμήματος Αγοράς... (δ) Οι Πωλητές θα διορίσουν τον Οικονομικό Σύμβουλό τους για να επανελέγξει τους ελεγμένους από τον Οικονομικό Σύμβουλο της Αγοράστριας Λογαριασμούς Οριστικοποίησης του Τιμήματος Αγοράς και να προσδιορίσει εάν συμφωνούν ή όχι με τις προτεινόμενες από την Αγοράστρια μειώσεις του Τιμήματος Αγοράς, (ε) Οι Πωλητές θα παράσχουν στην Αγοράστρια, σύμφωνα με το Παράρτημα 9, τις Πληροφορίες που θα περιέχονται στον Χώρο Δεδομένων (Data Room).

Ο Χώρος Δεδομένων θα δημιουργηθεί στα γραφεία του Μεσεγγυούχου. Οι Πωλητές θα μεριμνήσουν οι πληροφορίες που ζητούν η Αγοράστρια και οι Σύμβουλοί της και αφορούν στην Εταιρεία και τις υποθέσεις της, να βρίσκονται στο ?Χώρο Δεδομένων? και να επιτρέπουν στους Οικονομικούς Συμβούλους της Αγοράστριας και των Πωλητών να ζητούν από τους εκπροσώπους της Εταιρείας συναφείς περαιτέρω πληροφορίες και διευκρινίσεις, όπως οι Οικονομικοί Σύμβουλοι της Αγοράστριας και των Πωλητών τις θεωρούν εύλογα απαραίτητες για τους σκοπούς της ολοκλήρωσης του ελέγχου των Λογαριασμών Οριστικοποίησης του Τιμήματος Αγοράς και καθορισμού του ποσού της τυχόν μείωσης του Τιμήματος Αγοράς, (στ) Αμοιβαία συμφωνείται και γίνεται αποδεκτό από την Αγοράστρια, ότι οι Πωλητές έχουν καταστήσει γνωστό στην Αγοράστρια ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οικονομικού Ελέγχου, οι Πωλητές θα προσδιορίσουν (ταυτοποιήσουν) στην Αγοράστρια ποσά στους Λογαριασμούς Οριστικοποίησης του Τιμήματος Αγοράς, που δεν υπερβαίνουν τα ευρώ 3.500.000, για τα οποία η Αγοράστρια αποδέχεται ότι δεν θα μειώσουν σε καμία περίπτωση το Τίμημα Αγοράς και τον Υπό Μεσεγγύηση Λογαριασμό Αποζημίωσης-Α, ούτε θα είναι το αντικείμενο ευρημάτων που μπορεί να οδηγήσουν σε Ουσιώδη (Σημαντική) Δυσμενή Μεταβολή.

Διευκρινίζεται επίσης, ότι το ποσό των ευρώ 7.500.000 της Ουσιώδους Σημαντικής) Δυσμενούς Μεταβολής περιλαμβάνει ήδη το ποσό αυτό των ευρώ 3.500.000.- (ζ) Οι Οικονομικοί Σύμβουλοι της Αγοράστριας θα καθορίσουν το ποσό της τυχόν μείωσης του Τιμήματος Αγοράς έως την 10η Οκτωβρίου 2007 και θα παραδώσουν στην Αγοράστρια και τον Οικονομικό Σύμβουλό της το ποσό του Τιμήματος Αγοράς, όπως αυτό προσδιορίζεται μετά τις τυχόν προτεινόμενες μειώσεις μαζί με όλα τα ευλόγως απαιτούμενα υποστηρικτικά έγγραφα, εντός μίας (1) Εργάσιμης Ημέρας μετά την ημερομηνία αυτή. (η) Μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 2007, ο Οικονομικός Σύμβουλος των Πωλητών θα καθορίσει και παραδώσει στους Πωλητές και τον Οικονομικό Σύμβουλο της Αγοράστριας έκθεση που θα περιέχει την εκτίμησή του αναφορικά με το ποσό του Τιμήματος Αγοράς (δηλ.

είτε τη συμφωνία του με τις μειώσεις που προτείνονται από τον Οικονομικό Σύμβουλο της Αγοράστριας, είτε άλλο ποσό που εκτιμάται από αυτόν εντός μίας (1) Εργάσιμης Ημέρας, (θ) Σε περίπτωση που υπάρξει διαφορά μεταξύ του ποσού της μείωσης στο Τίμημα Αγοράς που προτείνεται από τον Οικονομικό Σύμβουλο της Αγοράστριας και του ποσού της μείωσης στο Τίμημα Αγοράς που προτείνεται από τον Οικονομικό Σύμβουλο των Πωλητών (εφ εξής η "Διαφορά"), τα Μέρη με την παρούσα αναθέτουν στην ...") να επανεξετάσει τη Διαφορά και τα ευρήματα του Οικονομικού Συμβούλου της Αγοράστριας και του Οικονομικού Συμβούλου των Πωλητών και να καθορίσει το τελικό ποσό της μείωσης του Τιμήματος Αγοράς ("...").

Ο καθορισμός του ποσού του Τελικού Τιμήματος από τον Διαμεσολαβητή (εφεξής "...") είναι δεσμευτικός για τα Μέρη και δεν υπόκειται σε αμφισβήτηση ( δεν προσβάλλεται). Στην περίπτωση αυτή το ποσό της προκύπτουσας (εντοπισμένης) Διαφοράς θα παραμείνει στον Υπό Μεσεγγύηση Λογαριασμό Αποζημίωσης-Α και τα μέρη μπορούν να προβούν στην Ολοκλήρωση της συναλλαγής, παραδίδοντας στους Λογαριασμούς των Πωλητών μόνο το ποσό Μεσεγγύησης πλην του ποσού της αμφισβητούμενης Διαφοράς.

Το ποσό της Διαφοράς θα παραμείνει στον Υπό Μεσεγγύηση Λογαριασμό Αποζημίωσης-Α και θα αποδοθεί εξολοκλήρου ή εν μέρει στο Λογαριασμό των Πωλητών και/ή στον Λογαριασμό των Αγοραστών αντίστοιχα, από την Μεσεγγυούχο, άμα την κοινοποίηση στη Μεσεγγυούχο της Απόφασης του Διαμεσολαβητή, (ι) Ρητώς συμφωνείται ότι το ανώτατο ποσό της τυχόν μείωσης του Τιμήματος Αγοράς των ευρώ 16.100.637 θα ισούται με το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων Ευρώ (ευρώ 4.000.000). (ια) Το ποσό της Τελικής Μείωσης θα αναληφθεί από τον Υπό Μεσεγγύηση Λογαριασμό Αποζημίωσης - Α και θα αποδοθεί στο Λογαριασμό της Αγοράστριας κατά τους όρους της Σύμβασης Μεσεγγυήσεως, ενώ το υπόλοιπο του Υπό Μεσεγγύηση Λογαριασμού Αποζημίωσης-Α θα αποδοθεί στους Πωλητές. 1.1.3 Η παρούσα Σύμβαση και όποια υποχρέωση της Αγοράστριας να προβεί σε Ολοκλήρωση υπόκειται περαιτέρω στην προϋπόθεση να έχει διενεργηθεί από την Αγοράστρια, μέσω συμβούλων της απολύτου επιλογής της, πλήρης νομικός και οικονομικός έλεγχος της οικονομικής και νομικής κατάστασης και των υποθέσεων της Εταιρείας από την σύστασή της έως την Ολοκλήρωση.

Αυτός ο οικονομικός και νομικός έλεγχος θα διενεργηθεί κατά την Περίοδο του Ελέγχου ή σε απώτερη ημερομηνία την οποία τα Μέρη δύνανται να συμφωνήσουν και τα αποτελέσματα αυτού του οικονομικού και νομικού ελέγχου θα πρέπει να είναι ικανοποιητικά για την Αγοράστρια υπό την έννοια ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν θα αποκαλύψουν μια Ουσιώδη (Σημαντική) Δυσμενή Μεταβολή ή μια Ουσιώδη (Σημαντική) Παράβαση των Εγγυήσεων.

Ο σκοπός αυτού του νομικού και οικονομικού ελέγχου, που θα διενεργηθεί από την Αγοράστρια, είναι, μεταξύ άλλων, να επαληθεύει, στο βαθμό που είναι δυνατό, την ακρίβεια των διαβεβαιώσεων και εγγυήσεων που δίδονται από τους Πωλητές στο παρόν, να επαληθεύει την εισπραξιμότητα όλων των απαιτήσεων της Εταιρείας και την ανυπαρξία οποιασδήποτε υποχρεώσεως δεν παρουσιάζεται ή δεν παρουσιάζεται με ακρίβεια στους λογαριασμούς, τα βιβλία και τα στοιχεία της Εταιρείας, να επαληθεύει την ποιότητα και εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, να επαληθεύει την πελατειακή βάση όπως αυτή έχει παρουσιαστεί από τους Πωλητές στην Αγοράστρια και την ανάλυση των εσόδων και την κερδοφορία της Εταιρείας, να επαληθευτεί ότι η πελατειακή βάση, που έχει παρουσιαστεί από τους Πωλητές στην Αγοράστρια ανήκει νομίμως στην Εταιρεία και ότι κανένα άλλο μέρος δεν έχει ή πρόκειται να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτή, να επαληθεύει τη μη ύπαρξη δεσμευτικών συμβάσεων με εξωτερικά μέρη που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη μελλοντική κερδοφορία, να επαληθευθούν τα επίπεδα επισφαλών απαιτήσεων στους λογαριασμούς της Εταιρείας, και γενικά να έχει (η Αγοράστρια) πλήρη πρόσβαση στους λογαριασμούς, συμβάσεις, λογαριασμούς διαχειρίσεως και όποια άλλα έγγραφα ή πηγές πληροφόρησης της Εταιρείας που η Αγοράστρια κρίνει σημαντικό να επαληθεύσει ή αναλύσει και να συμφωνήσει με τους Πωλητές στο περιεχόμενο της Επιστολής Γνωστοποίησης, κατά το υπόδειγμα του Παραρτήματος 2 της παρούσας, η οποία θα περιέχει κάθε συγκεκριμένη γνωστοποίηση των Πωλητών έναντι των Εγγυήσεων, που δύνανται να γίνουν εύλογα αποδεκτές από την Αγοράστρια.

Επίσης, κατά την ημερομηνία ολοκλήρωσης οι Αγοραστές θα προβούν σε έναν περιορισμένης εμβέλειας έλεγχο για να επαληθευτεί ότι δεν έχει λάβει χώρα αύξηση του Καθαρού Χρέους και του Καθαρού Κεφαλαίου Κίνησης της Εταιρείας από τις 30/6/2007 μέχρι την Ολοκλήρωση, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη σύμφωνη γνώμη της Αγοράστριας.

Μετά την ολοκλήρωση του προαναφερθέντος οικονομικού και νομικού ελέγχου που θα διεξαχθεί από την Αγοράστρια, η Αγοράστρια και οι Πωλητές θα συζητήσουν καλόπιστα τα ευρήματα αυτού του ελέγχου. Σε περίπτωση που τα ευρήματα αυτού του ελέγχου αποκαλύψουν μία Ουσιώδη (Σημαντική) Δυσμενή Μεταβολή ή μια Ουσιώδη (Σημαντική) Παράβαση των Εγγυήσεων, η Αγοράστρια θα δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση... 1.3 Προκειμένου να διευκολυνθεί η ταχεία ολοκλήρωση του νομικού και οικονομικού ελέγχου της Εταιρείας που θα διενεργηθεί από την Αγοράστρια και τους Συμβούλους της οι Πωλητές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να επιβάλουν στην Εταιρεία να παραδίδει προς επιθεώρηση από την Αγοράστρια και τους Συμβούλους της όλα τα έγγραφα, συμβάσεις, δεδομένα (συμπεριλαμβανομένων ήδη διαθεσίμων εκθέσεων νομικού και οικονομικού ελέγχου επί της εταιρείας) και τις πληροφορίες που ζητά η Αγοράστρια και οι σύμβουλοί της και αφορούν την Εταιρεία και τις υποθέσεις της στα γραφεία του Μεσεγγυούχου (στο εξής καλούμενα ?Χώρος Δεδομένων?). 1.4.

Αμέσως μετά την υπογραφή της παρούσας Σύμβασης η Αγοράστρια και οι Πωλητές θα αναλάβουν όλες τις προσήκουσες πρωτοβουλίες και θα προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την πλήρωση των προαπαιτουμένων που τίθενται στις παραγράφους 1.1. Κάθε μέρος θα συνδράμει το άλλο στο μέγιστο δυνατό βαθμό και εγκαίρως ".

Εξάλλου, στον 2° όρο του Παραρτήματος I της από 9-8-2007 συμφωνίας, προβλεπόταν σειρά υποχρεώσεων των πωλητών αναφορικά με τη διοίκηση της εταιρείας ... κατά την "ενδιάμεση περίοδο", δηλαδή από την υπογραφή της συμφωνίας αυτής έως και την ημερομηνία της Ολοκλήρωσης. Μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών, στη παράγραφο 2.2.5, απαγορευόταν στους πωλητές να διαπραγματευθούν, να συνάψουν ή να τροποποιήσουν ουσιωδώς τους όρους ή να καταγγείλουν οποιαδήποτε Ουσιώδη σύμβαση και στην παράγραφο 2.2.10 απαγορευόταν ρητώς στους πωλητές να συμβιβαστούν ή/και να παραιτηθούν για λογαριασμό της εταιρείας ...

από απαίτηση μεγαλύτερη των ευρώ 10.000. Επιπλέον, με την παράγραφο 2.7 οι πωλητές δεσμεύθηκαν να ψηφίσουν, ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, υπέρ της συγχώνευσής της, την οποία θα πρότεινε η αγοράστρια, καθώς και να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν με το σύνολο των μετοχών τους στην Εταιρεία σε μια αυτόκλητη έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία Υπογραφής, υπέρ της εκλογής νέου Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, που αποτελείται από τέσσερα μέλη που θα προταθούν από τους Πωλητές και τρία μέλη που θα προταθούν από την Αγοράστρια.

Στο Παράρτημα 2 της συμφωνίας υπήρχε υπόδειγμα "Επιστολής Γνωστοποίησης" για την ενημέρωση της ??.. για όλα τα ζητήματα: 1.Ικανότητα και Πληρεξουσιότητα, 2. Μετοχές και θυγατρικές, 3. Πληροφορίες, 4.Οικονομικές Καταστάσεις, 5. Φόρος, 6. Περιουσιακά Στοιχεία, 7. Ασφάλεια, 8. Συμβάσεις, 9. Εργατικά θέματα, 10. Υποχρεώσεις, 11.

‘ δειες, 12. εκκρεμοδικίες και συμμόρφωση στο νόμο, 13. Μισθωμένα Περιουσιακά Στοιχεία, 14. ‘ λλα ζητήματα, ενώ στο Παράρτημα 3 υπήρχε έτερο υπόδειγμα "...", το οποίο, σύμφωνα με το Παράρτημα 5 (παράγραφος 1.1.4), όφειλαν να παραδώσουν οι Πωλητές στην Αγοράστρια ως μια των προϋποθέσεων Ολοκλήρωσης της συμφωνίας.

Στο Παράρτημα 4 αναφέρονταν οι συμφωνίες σχετικά με τις αναληφθείσες από τους πωλητές "...". Ειδικότερα στον όρο 2 αυτού με τίτλο ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ ΜΕΤΟΧΕΣ ΚΑΙ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ, υπότιτλο 2.1 ?οι προς Πώληση Μετοχές?, παράγραφο 2.1.1 αναφέρεται (αναφορικά με τις μετοχές τους) ότι: Οι Πωλητές είναι καταχωρημένοι κύριοι των προς Πώληση Μετοχών και έχουν το δικαίωμα να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στην Αγοράστρια την πλήρη κυριότητα των προς Πώληση Μετοχών, ενώ στον όρο 12 του ίδιου ως άνω Παραρτήματος υπό τον τίτλο ?ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ?, παρ. 12.1 αναφέρεται:

Ούτε η σύναψη ούτε η εκτέλεση της παρούσας Σύμβασης ή οποιουδήποτε από τα έγγραφα που θα υπογραφούν κατά ή πριν από την Ολοκλήρωση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα στην απώλεια οφέλους της Εταιρείας επί περιουσιακού στοιχείου, άδειας, επιχορήγησης, επιδότησης, δικαιώματος ή προνομίου που απολαμβάνει κατά την ημερομηνία της παρούσας Σύμβασης, ούτε θα επηρεάσει τη δυνατότητά της σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο να διεξάγει την επιχείρησή της, όπως αυτή διεξάγεται σήμερα.

Περαιτέρω, στο Παράρτημα 5 προβλέπονταν οι "Προϋποθέσεις Ολοκλήρωσης" με αναγραφή των υποχρεώσεων τόσο από την πλευρά των Πωλητών όσο και από την Πλευρά της Αγοράστριας... Σύμφωνα με την παράγραφο 1.1.5 του ως άνω Παραρτήματος 5, κατά την Ολοκλήρωση οι Πωλητές και η Αγοράστρια θα υπέγραφαν την σχετική καταχώριση στο μετοχολόγιο της Εταιρείας αναφορικά με τη μεταβίβαση των Μετοχών στον Αγοραστή.

Στο Παράρτημα 6 υπό τον τίτλο "Συνοπτική Σύμβαση Αγοραπωλησίας Μετοχών"? και τον υπότιτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Πώλησης και Μεταβίβασης Μετοχών μη Εισηγμένων στο Χρηματιστήριο", το οποίο υπογεγραμμένο, όπως αναφέρθηκε, θα έπρεπε να παραδώσει καθένας από τους Πωλητές στην Αγοράστρια (κατά τις αναφερόμενες στο Παράρτημα 5 Απαιτήσεις Ολοκλήρωσης κατά την ημερομηνία Ολοκλήρωσης) και συγκεκριμένα στο άρθρο 2 αυτού αναφέρεται ότι:

Ο Πωλητής πωλεί σήμερα, εκχωρεί και μεταβιβάζει τις Πωλούμενες Μετοχές, μαζί με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτές, ελεύθερες και εκκαθαρισμένες από κάθε εμπράγματη ασφάλεια, διεκδίκηση, δικαιώματα, βάρη, συμφωνίες ψήφου, φορολογική υποχρέωση, περιορισμούς και κάθε είδους δικαιώματα τρίτων επ’ αυτών, στην Αγοράστρια, η οποία αποδέχεται την πώληση και μεταβίβαση προς αυτή των Πωλουμένων Μετοχών και καθίσταται έτσι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος των Πωλούμενων Μετοχών, αντί του συνολικού τιμήματος των ...ευρώ (θα προστεθεί το μέρος του τιμήματος που αναλογεί στον κάθε Πωλητή), ήτοι περίπου ...Ευρώ ανά μετοχή, το οποίο εξοφλήθηκε σήμερα ολοσχερώς, του παρόντος επέχοντος θέση αποδείξεως.

Τέλος, στο Παράρτημα 7 περιλαμβανόταν υπόδειγμα "Ειδοποίησης Ολοκλήρωσης", την οποία θα απέστελλε η εναγομένη αγοράστρια στους Πωλητές σύμφωνα με τον όρο 3 της από 9-8-2007 Σύμβασης. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω Ειδοποίηση θα έπρεπε να αναφέρονται τα εξής: "Αναφερόμαστε στο άρθρο 3 της Σύμβασης και με την παρούσα επιβεβαιώνουμε ότι όλα τα Προαπαιτούμενα που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του Παραρτήματος 1 της Σύμβασης έχουν εκπληρωθεί....

Για το λόγο αυτό, καθορίζουμε την [ ] ως ημερομηνία κατά την οποία θα λάβει χώρα η Ολοκλήρωση". Από τους παραπάνω όρους της επίμαχης από 9-8-2007 συμφωνίας μεταξύ του Α. και του Α. Π. ως πωλητών και της εναγομένης εταιρείας ... ως αγοράστριας αποδεικνύεται, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη αποτύπωσαν, κατ’ αρχάς, την οπωσδήποτε υπάρχουσα τότε ειλικρινή βούλησή τους για την αγοραπωλησία των (υπολοίπων) μετοχών των πωλητών, αναφέροντας ρητά στον όρο 2.1 της συμφωνίας, ότι "οι Πωλητές συμφωνούν να πωλήσουν, παραδώσουν και μεταβιβάσουν στην Αγοράστρια με πλήρη δικαιώματα κυριότητας και η Αγοράστρια συμφωνεί να αγοράσει, να αναλάβει και να αποκτήσει την κυριότητα και κατοχή των πωλούμενων μετοχών και κάθε δικαίωμα που απορρέει από τις Πωλούμενες Μετοχές κατά ή μετά την Ολοκλήρωση, ελεύθερες κάθε Βάρους, και να καταβάλλει σε κάθε έναν από τους Πωλητές το Σχετικό Ποσοστό των Πωλητών επί του Τιμήματος Αγοράς".

Επίσης, με την ίδια αυτή συμφωνία αυτή (...) τα μέρη: 1) καθόρισαν το τίμημα αγοράς των μετοχών, κατ’ αρχάς, στο συνολικό ποσό των 16.100.637 ευρώ, αλλά, ταυτόχρονα, προέβλεψαν δυνατότητα μείωσης του αυτού μέχρι το ποσό των 4.000.000 ευρώ, καθώς και συγκεκριμένη διαδικασία προσδιορισμού του τελικού ποσού μείωσης του τιμήματος, στο πλαίσιο της οποίας μάλιστα προβλεπόταν "διαιτητική" παρέμβαση τρίτου σε περίπτωση διαφωνίας των μερών και δυνατότητα Ολοκλήρωσης της σύμβασης, κατά το χρόνο που η διαδικασία προσδιορισμού της μείωσης του τιμήματος θα ήταν σε εκκρεμότητα, και 2) προσδιόρισαν τις προϋποθέσεις - αναβλητικές αιρέσεις για την ολοκλήρωση της συναλλαγής, συμφωνώντας (όρος 1 της ...) ότι "Προϋποθέσεις Ολοκλήρωσης εννοούνται κάθε μία και όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του Παραρτήματος 1", δηλαδή όλοι οι όροι που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του Παραρτήματος 1", και ορίζοντας, επίσης, και κάποια άλλα προαπαιτούμενα, τα οποία με τον τίτλο "ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ" θα έπρεπε να συντρέχουν "Κατά την Ολοκλήρωση" και αναφέρονταν στο Παράρτημα 5 ως υποχρεώσεις είτε των πωλητών είτε της αγοράστριας.

Ειδικότερα, οι όροι - αναβλητικές αιρέσεις ολοκλήρωσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του Παραρτήματος 1, ήταν: α) η λήψη της απαιτούμενης άδειας της ΕΕΤΤ (όρος 1.1.1 του Παραρτήματος 1), β) ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας ..., προκειμένου να αξιολογηθεί, αν συντρέχει περίπτωση μείωσης του τιμήματος αγοράς κατά τον όρο 1.1.2 του Παραρτήματος 1, όπως η σχετική διαδικασία εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω, και γ) ο αναφερόμενος στον όρο 1.1.3 του Παραρτήματος 1 οικονομικός και νομικός έλεγχος της ....

Με βάση τον όρο 1 του ... ο ως άνω νομικός και οικονομικός έλεγχος θα έπρεπε να διενεργηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 03.09.2007 έως 28.09.2007. Όσον αφορά το σκοπούμενο από τους συμβαλλομένους αποτέλεσμα, αυτό θα επερχόταν οριστικά με την "Ολοκλήρωση", η οποία συμφωνήθηκε (όρος 3.1 του ...) να πραγματοποιηθεί "στα γραφεία των δικηγόρων της Αγοράστριας κατά την Ημερομηνία Ολοκλήρωσης αμέσως μετά την παράδοση Ειδοποίησης Ολοκλήρωσης από τον Αγοραστή προς τους Πωλητές".

Όπως αναφέρθηκε, στον 1° όρο της από 9-8-2007 συμφωνίας, στον οποίο οι συμβαλλόμενοι περιέλαβαν τους ορισμούς συγκεκριμένων όρων της σύμβασης, ρητά ορίστηκε, μεταξύ των άλλων, ότι α) "Ολοκλήρωση" σημαίνει την ολοκλήρωση της πώλησης και της μεταβίβασης των προς πώληση μετοχών σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση", β) "Ειδοποίηση Ολοκλήρωσης" σημαίνει την υπογεγραμμένη από τον Αγοραστή ειδοποίηση, η οποία απευθύνεται προς τους Πωλητές σύμφωνα με το Παράρτημα 7 και με την οποία επιβεβαιώνεται η πλήρωση των Προαπαιτουμένων και καθορίζεται η Ημερομηνία Ολοκλήρωσης" γ) "Προϋποθέσεις Ολοκλήρωσης" (αλλιώς, Προαπαιτούμενα) εννοούνται οι Όροι που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του Παραρτήματος I", και δ) "Ημερομηνία Ολοκλήρωσης" σημαίνει μια ημερομηνία το αργότερο πέντε (5) Εργάσιμες Ημέρες μετά την πλήρωση των Προϋποθέσεων Ολοκλήρωσης" (Προαπαιτουμένων).

Από το συνδυασμό των προαναφερθέντων όρων της από 9-8-2007 σύμβασης και των Παραρτημάτων αυτής προκύπτει, ότι η διαδικασία προς το σκοπούμενο από τους συμβαλλομένους αποτέλεσμα (Ολοκλήρωση, ήτοι "ολοκλήρωση της πώλησης και της μεταβίβασης...") ήταν η ακόλουθη: Κατ’ αρχάς, θα έπρεπε να πληρωθούν οι πιο πάνω όροι - αναβλητικές αιρέσεις ολοκλήρωσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του Παραρτήματος 1, που ήσαν, όπως αναφέρθηκε, α) η λήψη της απαιτούμενης άδειας της ΕΕΤΤ, β) ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας ..., προκειμένου να αξιολογηθεί, αν συντρέχει περίπτωση μείωσης του τιμήματος αγοράς και γ) ο αναφερόμενος στον όρο 1.1.3 του Παραρτήματος 1 πλήρης οικονομικός και νομικός έλεγχος της οικονομικής και νομικής κατάστασης της ..., τα αποτελέσματα του οποίου θα έπρεπε να ήσαν ικανοποιητικά για την Αγοράστρια, υπό την έννοια ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν θα αποκάλυπταν μια "Ουσιώδη (Σημαντική) Δυσμενή Μεταβολή" ή μια "Ουσιώδη (Σημαντική) Παράβαση των Εγγυήσεων", που έδιναν, όπως αναφέρθηκε, το δικαίωμα στην εναγομένη να καταγγείλει τη σύμβαση.

Ακολούθως, και εφόσον πληρούνταν οι ανωτέρω προϋποθέσεις - αναβλητικές αιρέσεις ολοκλήρωσης, η αγοράστρια ??? θα απέστελλε στους πωλητές Α. και Α. Π. την "Γνωστοποίηση Ολοκλήρωσης", όπως το υπόδειγμα του Παραρτήματος 7, με την οποία θα επιβεβαίωνε την εκπλήρωση, πράγματι, των όρων του Παραρτήματος 1 και θα όριζε την "Ημερομηνία" Ολοκλήρωσης", το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες μετά την πλήρωση των Προϋποθέσεων Ολοκλήρωσης, προκειμένου να λάβει χώρα η Ολοκλήρωση, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ήτοι "η Ολοκλήρωση της πώλησης και της μεταβίβασης των προς πώληση μετοχών" (όρος 1 της ...), στο γραφείο των δικηγόρων της αγοράστριας, κατά τα οριζόμενα στον όρο 3.1 της ....

Επί πλέον, κατ’ αυτή (Ολοκλήρωση), σύμφωνα με το Παράρτημα 5 της ..., οι συμβαλλόμενοι θα έπρεπε να έχουν εκπληρώσει και τις λοιπές προϋποθέσεις, που αναγράφονται αναλυτικώς στο εν λόγω Παράρτημα. Έτσι, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά την Ολοκλήρωση καθένας από τους Πωλητές όφειλε, μεταξύ άλλων, να παραδώσει στην Αγοράστρια "1.1.1 Τη δήλωση φόρου αναφορικά με τον φόρο που επιβάλλεται στην πώληση και μεταβίβαση των προς πώληση μετοχών.... 1.1.2 Τις νομίμως υπογεγραμμένες σύντομης μορφής συμβάσεις αγοραπωλησίας μετοχών, στη συμφωνημένοι μορφή του Παραρτήματος 6, αναφορικά με τις προς πώληση μετοχές... 1.1.3 Τις παραιτήσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας..

από τις αντίστοιχες θέσεις τους... 1.1.4 Νομίμως υπογεγραμμένο Πιστοποιητικό περί μη επέλευσης Ουσιώδους (Σημαντικής) Δυσμενούς Μεταβολής", κατά τα ανωτέρω ήδη αναφερόμενα, ενώ η Αγοράστρια όφειλε, μεταξύ άλλων, να παραδώσει στους Πωλητές πιστοποιητικό της Νομαρχίας αναφορικά με τις τροποποιήσεις του Καταστατικού της Αγοράστριας, το εν λόγω Καταστατικό κλπ.

Προκύπτει, δηλαδή, από το παραπάνω περιεχόμενο του Παραρτήματος, ότι οι πωλητές θα παρέδιδαν στην Αγοράστρια και ένα υπογεγραμμένο από αυτούς "Ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης και μεταβίβασης μετοχών μη εισηγμένων σε χρηματιστήριο, το κείμενο του οποίου παρατίθεται στο Παράρτημα 6 της ..., με τίτλο "Υπόδειγμα Σύντομου Συμφωνητικού Αγοράς και Πώλησης".

Σύμφωνα με το υπόδειγμα αυτό, στο περιεχόμενο του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, θα αναγράφονταν, όπως προεκτέθηκε, και τα εξής: "Ο Πωλητής πωλεί σήμερα, εκχωρεί και μεταβιβάζει τις πωλούμενες μετοχές, μαζί με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτές, .... στην Αγοράστρια, η οποία αποδέχεται την πώληση και μεταβίβαση προς αυτή των πωλούμενων μετοχών και καθίσταται έτσι αποκλειστική κυρία, νομεύς και κάτοχος των πωλούμενων μετοχών αντί του συνολικού τιμήματος..." Επομένως, ακόμη και σ’ αυτά τα ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία θα υπογράφονταν κατά την Ολοκλήρωση, γίνεται λόγος τόσο για την πώληση των μετοχών, όσο και για την μεταβίβαση αυτών.

Τα εν λόγω ιδιωτικά συμφωνητικά, χαρακτηρίζονται στο Παράρτημα 5 ως "σύντομης μορφής συμβάσεις αγοραπωλησίας μετοχών", χωρίς να περιέχονται σ’ αυτό κάποιοι όροι, που αναγράφονται στην από 9-8-2007 σύμβαση και αφορούν κυρίως υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μετά την Ολοκλήρωση. Εξάλλου, ως περαιτέρω όρος για την Ολοκλήρωση, ήτοι την "Ολοκλήρωση της πώλησης και της μεταβίβασης των προς πώληση μετοχών" (όρος 1 της ...), είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση (όροι 3.3., 3.3.1 και 3.3.2 της ...) ότι η "3.3 Η αγοράστρια δεν υποχρεούται να ολοκληρώσει την αγοραπωλησία των προς Πώληση Μετοχών, παρά μόνο εφόσον: 3.3.1 όλοι οι Πωλητές συμμορφωθούν με όλες τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο 3 και το Παράρτημα 5 (Προϋποθέσεις Ολοκλήρωσης), και 3.3.2 η πώληση και η μεταβίβαση όλων των προς Πώληση Μετοχών από όλους τους Πωλητές προς τον Αγοραστή ολοκληρωθούν ταυτόχρονα".

Προκύπτει, δηλαδή, από τους ανωτέρω όρους, ότι θα έπρεπε η "Ολοκλήρωση" να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα με όλους τους μετόχους και για όλες τις μετοχές τους. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, με τον όρο 8 της ..., σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη από 09.08.2007 σύμβαση μεσεγγύησης (μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων και της ...

BANK), τόσο οι μετοχές, όσο και το τίμημα, κατατέθηκαν στην εν λόγω τράπεζα, με τρόπο ώστε κανένα από τα μέρη να μην μπορεί να τα διαθέσει, παρά μόνο για τους σκοπούς της εκπλήρωσης της μεταξύ τους συμφωνίας και σύμφωνα με τους όρους της. Ειδικότερα, την ίδια ημέρα (09.08.2007) και προς διασφάλιση και δέσμευση των ανωτέρω συμβαλλομένων καταρτίσθηκε μεταξύ του Α.

και του Α. Π., της ... και της εκ τρίτου συμβαλλομένης τράπεζας ..., η από 9 Αυγούστου 2007 σύμβαση μεσεγγύησης, διατυπωμένη στην αγγλική γλώσσα, δυνάμει της οποίας η τράπεζα κατέστη μεσεγγυούχος του καταβλητέου τιμήματος και των υπό πώληση μετοχών μέχρι την ολοκλήρωση της πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών στην .......Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μεσεγγύησης, η ...

ανέλαβε να φυλάσσει τις μετοχές και το τίμημα και να μην τα αποδώσει παρά μόνο με κοινή εντολή των πωλητών και της αγοράστριας κατά την Ολοκλήρωση... Επίσης, με τους όρους της συμφωνίας που προεκτέθηκαν, θεσπίστηκαν σημαντικοί περιορισμοί της εξουσίας της διοίκησης της εταιρίας κατά την περίοδο από την υπογραφή της ...

έως την ολοκλήρωση της συναλλαγής, μεταξύ των οποίων η συμμετοχή τριών (3) εκπροσώπων της ... στο διοικητικό συμβούλιο της ... (όρος 2.7 του Παραρτήματος 1), η δέσμευση των πωλητών να ψηφίσουν με την ιδιότητά τους ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ... υπέρ της συγχώνευσής της με εταιρεία που θα προτεινόταν από την Αγοράστρια, (όρος 2.7 του Παραρτήματος 1) και η απαγόρευση στους πωλητές να συνάψουν ή να διαπραγματευθούν ή να τροποποιήσουν οποιαδήποτε ουσιώδη σύμβαση για λογαριασμό της εταιρείας χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της ....

Αυτό, λοιπόν, είναι το περιεχόμενο της από 9-8-2007 συμφωνίας ..., κατά τα ενδιαφέροντα, προς το παρόν, σημεία για τον προσήκοντα χαρακτηρισμό αυτής, δεδομένου ότι οι μεν ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι με την εναγομένη καταρτίστηκε οριστική (ενοχική) σύμβαση πώλησης των υπόλοιπων μετοχών των Α. και Α. Π. που αντιστοιχούσαν στο 50,419% των μετοχών της ..., ενώ, αντιθέτως, η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι η ένδικη από 9-8-2007 συμφωνία ...

αποτελούσε προσύμφωνο πώλησης και μεταβίβασης των πιο πάνω μετοχών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ότι στην πιο πάνω σύμβαση ενώθηκαν αφενός μεν οριστική ενοχική σύμβαση πώλησης και αφετέρου προσύμφωνο εκποιητικής σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας των μετοχών, δηλαδή ότι το προσύμφωνο που περιείχε η καταρτισθείσα συμφωνία αφορούσε μόνον την εκποιητική σύμβαση...

Στην προκείμενη περίπτωση, με τη συγκεκριμένη διατύπωση και το όλο πολύπλοκο περιεχόμενο της επίμαχης ως άνω από 9-8-2007 συμφωνίας (...), διαπιστώνεται ασάφεια και προκύπτουν αμφιβολίες για τον αληθινό χαρακτήρα της, δηλαδή, αν, κατά τη βούληση των μερών, πρόκειται για προσύμφωνο πώλησης των ως άνω μετοχών των Α.

και Α. Π., όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, ή για οριστική ενοχική σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών τους αυτών. Ανακύπτει, επομένως, ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ώστε να ανευρεθεί η αληθινή βούληση των μερών. Από την ερμηνεία, λοιπόν, της εν λόγω σύμβασης, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, συνεκτιμωμένων και των προαναφερόμενων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προκύπτει ότι αυτό που πράγματι επιδιώχθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, με την ως άνω από 9-8-2007 συμφωνία, ήταν μια προπαρασκευαστική δέσμευση, υπό τύπον (αμιγούς) υπό αναβλητικές αιρέσεις προσυμφώνου (ΑΚ 166), με σκοπό να εξασφαλιστεί η μελλοντική κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, και όχι η απ’ ευθείας οριστική δέσμευση αυτών, με συνομολόγηση (ενοχικής και εκποιητικής ή, έστω, ενοχικής) κύριας σύμβασης, που να περιέχει οριστική και τελειωτική ρύθμιση της συγκεκριμένης έννομης σχέσης τους.

Αποτέλεσε, δηλαδή, η εν λόγω σύμβαση την προπαρασκευαστική συμφωνία για την οριστική (στο μέλλον) πώληση και μεταβίβαση των μετοχών της .... Στο εν λόγω ερμηνευτικό πόρισμά του το Δικαστήριο οδηγήθηκε από την συναξιολόγηση των εξής στοιχείων: α) στις από 19.7.2007 επιστολές - προτάσεις της εναγομένης (και) προς τους Α.

και Α. Π., που έγιναν αποδεκτές από μέρους τους, γίνεται ρητή, ειδική και επανειλημμένη αναφορά σε κατ’ αρχάς υπογραφή "...προσυμφώνου ... για τη μεταβίβαση των υπολοίπων μετοχών κυριότητός σας..." και, συνεπώς, προκύπτει από αυτές ότι τα μέρη δεν ήθελαν να περιέχεται στην επικείμενη συμφωνία (9-8-2007) η οριστική σύμβαση πώλησης, αλλά η ανάληψη υποχρέωσης του αγοραστή να προβεί στη σύναψη της ενοχικής σύμβασης πώλησης συγχρόνως με την καταβολή του τιμήματος και τη μεταβίβαση των μετοχών, εφόσον συνέτρεχαν οι προβλεφθείσες προϋποθέσεις, β) ο προβλεπόμενος στις ίδιες επιστολές - προτάσεις (αρχικός) συνοπτικός και εκ των ενόντων οικονομικός και νομικός έλεγχος της ...

προσιδίαζε και άρμοζε, βεβαίως, σε σύναψη προσυμβάσεως και όχι οριστικής σύμβασης, αφού, κατά αντικειμενική κρίση, και κατά τα κρατούντα στις εξαγορές επιχειρήσεων, των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών αποτελεί όρο sine qua non η, πριν την κατάρτιση οριστικής σύμβασης, διενέργεια από τον υποψήφιο αγοραστή ουσιαστικού, πλήρους και σε βάθος οικονομικού και νομικού ελέγχου της υπό αγορά εταιρείας, πράγμα, όμως, που δεν είχε συμβεί στην εξεταζόμενη περίπτωση κατά την κατάρτιση της σύμβασης στις 9-8-2007, γι’ αυτό και συμφωνήθηκε σ’ αυτή να γίνει πλήρης και λεπτομερής έλεγχος προτού λάβει χώρα η προβλεπόμενη στο μέλλον "Ολοκλήρωση", γ) στην εν λόγω μελλοντική "Ολοκλήρωση" τα συμβαλλόμενα μέρη, με τους νομικούς συμπαραστάτες τους, έδωσαν σαφώς την έννοια της "ολοκλήρωσης της πώλησης και της μεταβίβασης των προς πώληση μετοχών", δηλαδή της μελλοντικής κατάρτισης τόσο της ενοχικής όσο και της εκποιητικής δικαιοπραξίας, δ) στον υπ’ αριθ. 2.1 όρο (του από 9.8.2007 συμφωνητικού-...) η ενοχική, αλλά και η διαθετική - εκποιητική δικαιοπραξία των μετοχών, εμφανίζεται και πάλι, όχι ως τετελεσμένη, αλλά ως μελλοντική, αφού χρησιμοποιείται, αναφορικώς με την πώληση και μεταβίβαση των μετοχών, μελλοντικός και όχι ενεστώτας χρόνος για αμφότερες τις δικαιοπραξίες.

Συγκεκριμένα, αναγράφονται τα εξής: "...οι πωλητές συμφωνούν να πωλήσουν, παραδώσουν και μεταβιβάσουν στον Αγοραστή ...και ο Αγοραστής συμφωνεί να αγοράσει, παραλάβει και αποκτήσει την κυριότητα και κατοχή των πωλούμενων μετοχών..."?, ενώ στον υπ’ αριθ. 2.2 όρο αναφορικά με τα της παραίτησης των πωλητών από τα δικαιώματα προαίρεσης "....

όχι αργότερα από την Ολοκλήρωση...",? πέραν του ότι χρησιμοποιείται ομοίως μελλοντικός χρόνος, αναφέρονται και πάλι αμφότερες οι δικαιοπραξίες (....ώστε να επιτραπεί η αγοραπωλησία και η μεταβίβαση της κυριότητας των προς Πώληση Μετοχών), ε) κατά το χρόνο υπογραφής της ένδικης σύμβασης δεν είχε δοθεί η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 και 26 ν. 3431/2006, έγκριση - διοικητική άδεια της ...), απαιτούμενη για τη σύναψη οριστικής σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών της ..., γεγονός, στο οποίο η αγοράστρια ...

απέδιδε ύψιστη σημασία και γι αυτό η χορήγηση ή μη της εν λόγω άδειας επηρέαζε απόλυτα την απόφασή της να προχωρήσει στην αγορά των μετοχών και, συνακόλουθα, στην κατάρτιση τόσο της ενοχικής όσο και της εμπράγματης δικαιοπραξίας, όπως τούτο ευθέως συνάγεται και από το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1.1.1.

του Παραρτήματος 1, όπου χαρακτηριστικά αναφέρονται τα εξής: "Προς αποφυγή αμφιβολιών συμφωνείται ρητά ότι στην περίπτωση που η προαναφερθείσα έγκριση δεν είναι ανεπιφύλακτη και οποιοσδήποτε από τους όρους που επιβάλλονται με αυτή είναι επιβλαβής προς τα συμφέροντα του Αγοραστή, ο τελευταίος δικαιούται να αποφασίσει, εάν θα προβεί στην Ολοκλήρωση ή όχι".

Δηλαδή, ακόμη και αν δινόταν η άδεια, εφόσον αυτή κρινόταν επιβλαβής για την εναγομένη, η τελευταία θα μπορούσε να μην προβεί στην "Ολοκλήρωση" (δηλαδή στην αγορά και μεταβίβαση των μετοχών, κατά τον όρο 1 της σύμβασης). Επί πλέον, δεν είχε ολοκληρωθεί ο οικονομικός και νομικός έλεγχος της ..., ο οποίος θα μπορούσε να οδηγήσει στην υπαναχώρηση και αποδέσμευση της εναγομένης.

Ενόψει αυτών, η τελευταία (αγοράστρια) δεν ήθελε να έχει τελειωτικά δεσμευθεί με την ενοχική σύμβαση πώλησης, όταν η συγκεκριμένη συναλλαγή εξαρτάτο από την ως άνω μελλοντική άδεια της Ε.Ε.Τ.Τ, αλλά και από τον επιτυχή οικονομικό και νομικό έλεγχο, αφού, ενόψει και του μεγέθους της συναλλαγής, και ο μέσος, έντιμος συναλλασσόμενος του οικείου κύκλου συναλλαγής (πώλησης επιχείρησης της μορφής του share deal) θα απέφευγε να αναλάβει τελειωτική δέσμευση για την αγορά της επιχείρησης, εφόσον δεν είχε πλήρη γνώση για την οικονομική και τη νομική κατάσταση αυτής, ενώ και ο μέσος, έντιμος αντισυμβαλλόμενός του δεν θα επεδίωκε το αντίθετο, κινούμενος στον αντίποδα των συναλλακτικών ηθών και της ευπρέπειας και της ευθύτητας που πρέπει να διέπουν τις συναλλαγές.

Επομένως, ενόψει της ανωτέρω εκκρεμότητας, η σύναψη προσυμφώνου και όχι οριστικής σύμβασης, ήταν απολύτως εύλογη, αφού υπήρχε αποχρών λόγος για την κατάρτιση μόνον προσυμφώνου, το οποίο, ασφαλώς, και εξασφάλιζε την κατ’ αρχάς δέσμευση των μερών, χωρίς να απαιτείται η κατάρτιση οριστικής συμβάσεως, στ) Κατά τη συνολική αντιμετώπιση των συμβάσεων της 9-8-2007 μεταξύ εναγομένης και μετόχων, σε όσες περιπτώσεις τα μέρη είχαν τη βούληση (θέλησαν) να καταρτίσουν οριστικές συμβάσεις, το διατύπωσαν ευθέως και πανηγυρικώς, όπως στην περίπτωση των από 9-8-2007 οριστικών συμβάσεων της εναγομένης με τους ενάγοντες ?Α.

και Α. Π., που αφορούσαν την (οριστική και ενιαία) πώληση και μεταβίβαση μέρους των μετοχών αυτών, στις οποίες σαφώς αναγράφεται ότι "Ο πωλητής πωλεί σήμερα, εκχωρεί και μεταβιβάζει..." τις αντίστοιχες μετοχές, καθώς και στην περίπτωση των παρακάτω αναφερόμενων από 9.8.2007 τριών, ξεχωριστών και αυτοτελών, οριστικών - υπό αναβλητική αίρεση- συμβάσεων των εναγόντων μετόχων Α.

Δ., εταιρείας ?... και Α. Δ.? για την πώληση και μεταβίβαση των δικών τους μετοχών στην εναγομένη. Ειδικότερα, στις ανωτέρω τρεις συμβάσεις, αναγράφεται ότι "Υπό την αναβλητική αίρεση της ολοκλήρωσης και πραγματοποίησης της με σημερινή ημερομηνία προσυμφωνηθείσας πώλησης και μεταβίβασης από τους κ.κ. Α. και Α.

Π. προς την Αγοράστρια 3.272.214 μετοχών της Εταιρίας... δυνάμει του με σημερινή ημερομηνία υπογραφέντος μεταξύ τους προσυμφώνου πωλήσεως των εν λόγω μετοχών, η Πωλήτρια πωλεί, εκχωρεί και μεταβιβάζει τις Πωλούμενες Μετοχές... στην Αγοράστρια". Επομένως, και σ’ αυτές τις συμβάσεις, που είναι αυτοτελείς και ξεχωριστές από την ένδικη συμφωνία ..., η τελευταία και πάλι χαρακτηρίζεται, ευθέως, ως προσύμφωνο πώλησης, αφού με αυτή γίνεται λόγος για "προσυμφωνηθείσα" πώληση (ενοχική δικαιοπραξία) και μεταβίβαση (εκποιητική δικαιοπραξία) των μετοχών των Α.

και Α. Π.. Αντιθέτως, αν είχε καταρτιστεί οριστική σύμβαση πώλησης και εκκρεμούσε μόνον η κατάρτιση της εκποιητικής εμπράγματης δικαιοπραξίας, τότε θα γινόταν λόγος για "προσυμφωνηθείσα μεταβίβαση" των μετοχών και όχι για "προσυμφωνηθείσα πώληση". Επί πλέον δε, σε κάθε μία από τις ξεχωριστές αυτές συμβάσεις (Α.

Δ., εταιρείας ... και Α. Δ.), επειδή γινόταν με αυτές απ’ ευθείας οριστική δέσμευση των μερών, αναγράφεται ότι ο/η Πωλητής/τρια πωλεί, εκχωρεί και μεταβιβάζει τις Πωλούμενες Μετοχές στην Αγοράστρια, δηλαδή γίνεται χρήση ενεστώτα χρόνου (όπως ακριβώς και με την πώληση των μετοχών Σ. Λ.), ενώ, αντιθέτως, στην ένδικη σύμβαση ...

οι πωλητές, απλώς, συμφώνησαν, όπως αναφέρθηκε, "να πωλήσουν, παραδώσουν και μεταβιβάσουν στην Αγοράστρια" και η αγοράστρια "να αγοράσει, παραλάβει και αποκτήσει..." τις προς πώληση μετοχές, δηλαδή γίνεται χρήση χρόνου μέλλοντα, που σημαίνει ότι θα επακολουθούσε η κατάρτιση οριστικής συμφωνίας πώλησης, ζ) στους προαναφερθέντες όρους 3.3, 3.3.1 και 3.3.2 της από 9-8-2007 συμφωνίας ...

αποτυπώνεται καθαρά η βούληση των μερών, ώστε κατά την Ολοκλήρωση όλες οι συμφωνίες να γίνουν ταυτόχρονα, ήτοι τόσο η πώληση, όσο και η μεταβίβαση των μετοχών και μάλιστα η πώληση και μεταβίβαση όλων των μετοχών όλων των μετόχων, αφού ρητά αναφέρεται ότι "Η Αγοράστρια δεν υποχρεούται να ολοκληρώσει την αγοραπωλησία των προς πώληση μετοχών παρά μόνον εφόσον:...

η πώληση και η μεταβίβαση όλων των προς πώληση μετοχών από όλους τους πωλητές προς την αγοράστρια ολοκληρωθούν ταυτόχρονα". Επομένως, από το περιεχόμενο της όλης συμφωνίας, αλλά και, ειδικότερα, από τους παραπάνω όρους προκύπτει η βούληση των συμβαλλομένων για ενιαία κατάρτιση της ενοχικής και εκποιητικής δικαιοπραξίας, αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη ένδειξη, από την οποία να συνάγεται, ότι τα μέρη ήθελαν μια περίπλοκη διάσπαση της συναλλαγής σε ενοχική και εμπράγματη δικαιοπραξία, η οποία δεν ακολουθείται στη συναλλακτική πρακτική και η οποία ουδόλως εξυπηρετούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση κάποια ανάγκη των συμβαλλομένων, αφού μάλιστα αυτή θα περιέπλεκε κατά πολύ τις σχέσεις τους στην περίπτωση που δεν πληρώνονταν οι τεθείσες αιρέσεις, οπότε (ενώ δεν θα ήταν δυνατή η σύναψη της εμπράγματης δικαιοπραξίας) θα εξακολουθούσε να παραμένει σε ισχύ η ενοχική συμφωνία.

Άλλωστε, όταν έχει καταρτιστεί η ενοχική σύμβαση πώλησης, δεν υπάρχει λόγος κατάρτισης προσυμφώνου για την εκποιητική σύμβαση, αφού η υποχρέωση μεταβίβασης της κυριότητας του πράγματος απορρέει ήδη από την ίδια την υποσχετική σύμβαση της πώλησης. Πέραν αυτών, σύμφωνα με τους ίδιους παραπάνω όρους, σε συνδυασμό και με τις αναγραφόμενες υποχρεώσεις στο Παράρτημα 5 (όρος 1.1, 1.1.1, 1.1.2 που και αυτό παραπέμπει στην υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού του Παραρτήματος 6), εφόσον, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, είχε συναφθεί οριστική πώληση των μετοχών με την ένδικη σύμβαση, δεν θα είχε τεθεί στην ίδια αυτή συμφωνία ως προϋπόθεση της Ολοκλήρωσης της συναλλαγής και πάλι "η πώληση και η μεταβίβαση των προς πώληση μετοχών", αλλά μόνον η προσυμφωνηθείσα μεταβίβαση των μετοχών, και η) στην παρακάτω αναφερόμενη υπ’ αριθμ. ...1-10-2007 απόφαση της ΕΕΤΤ, με την οποία εγκρίθηκε η εκ μέρους της ...

εξαγορά του συνόλου (100%) των μετοχών της ... αναφέρονται και τα εξής: "I. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ: 1) Στις 17 Αυγούστου 2007, η εταιρεία ... .......?, μέσω της πληρεξούσιας της δικηγορικής εταιρείας γνωστοποίησε στην ΕΕΤΤ την επικείμενη εξαγορά για την απόκτηση εκ μέρους της εταιρείας "..." του συνόλου (100%) των μετοχών της εταιρείας "...".

Δηλαδή, οκτώ μόνον ημέρες μετά την κατάρτιση της από 9-8-2007 σύμβασης ..., όταν η όλη συναλλαγή εξελισσόταν ομαλά, η εναγομένη γνωστοποίησε στην ως άνω αρμόδια αρχή ΕΕΤΤ "την επικείμενη εξαγορά" για την απόκτηση των μετοχών της ..., που σημαίνει ότι μέχρι τότε δεν είχε γίνει η εξαγορά, δηλαδή η κατάρτιση της ενοχικής σύμβασης πώλησης, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο μέλλον και θα οδηγούσε "στην απόκτηση" των μετοχών.

Εντόνως επιβεβαιωτικό των ανωτέρω, για τη φύση της από 9.8.2007 συμφωνίας-... ως αμιγούς προσυμφώνου είναι το γεγονός ότι η προβλεπόμενη με αυτή να καταρτιστεί στο μέλλον σύμβαση ("Ολοκλήρωση") ήταν, κατά την κοινή βούληση των μερών, ενιαία και αδιάσπαστη, συμπεριλαμβάνουσα, δηλαδή, τόσο την ενοχική - υποσχετική δικαιοπραξία, όσο και την εμπράγματη - μεταβιβαστική δικαιοπραξία, όπως τούτο ευθέως και σαφώς προκύπτει απ’ αυτό καθ’ εαυτό το περιεχόμενο στο παράρτημα 6 της ... "Υπόδειγμα Σύντομου Συμφωνητικού Αγοράς και Πώλησης Μετοχών μη Εισηγμένων στο Χρηματιστήριο", όπου αναγράφεται "...ο πωλητής πωλεί σήμερα, εκχωρεί και μεταβιβάζει τις πωλούμενες μετοχές.." Επομένως, αφού και η ενοχική σύμβαση πώλησης θα γινόταν κατά την μελλοντική Ολοκλήρωση, δεν είναι δυνατόν αυτή να έχει ήδη καταρτιστεί προγενέστερα με την από 9-8-2007 σύμβαση.

Συνεπώς, σύμφωνα με το εν λόγω υπόδειγμα, όχι μόνον η μεταβίβαση, αλλά και η πώληση των μετοχών θα καταρτιζόταν οριστικά με τη σύναψη του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού κατά την Ολοκλήρωση και, συνακόλουθα, η ενοχική συμφωνία πώλησης των μετοχών δεν είχε συναφθεί με την υπογραφή της από 9-8-2007 σύμβασης - ....

Εξάλλου, οι, πέραν των ουσιωδών στοιχείων (μετοχές, οριστό τίμημα, πώληση και μεταβίβαση μετοχών κατά την ολοκλήρωση), όντως λίαν λεπτομερείς πρόνοιες, ρυθμίσεις και προβλέψεις της εν λόγω συμφωνίας (συμπεριληφθείσες για λόγους διασφάλισης κυρίως της αγοράστριας εναγομένης) δεν είναι ασυνήθεις στις συναλλαγές της φύσεως αυτής και οπωσδήποτε δεν είναι ασύμβατες με την κατάρτιση προσυμφώνου..., όπως, εξάλλου, δεν είναι ασυνήθης και η στο στάδιο της προσύμβασης δέσμευση, μέχρι την πλήρωση των όρων Ολοκλήρωσης, της εξουσίας διάθεσης του πωλούμενου πράγματος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα με την παρακατάθεση των προς πώληση μετοχών και του τιμήματος στην ...

Τράπεζα Α.Ε. (θεματοφύλακα), κατά τα προβλεπόμενα στον όρο 8 της συμφωνίας, εφόσον αυτό προστάτευε τα συμφέροντα και των δύο συναλλασσόμενων μερών. Επομένως, εφόσον συνέτρεχαν και συγκεκριμένοι λόγοι που δικαιολογούσαν απόλυτα τη μελλοντική κατάρτιση μιας ενιαίας συμφωνίας, αλλά και τη μη διάσπαση αυτής, οι ως άνω λεπτομερείς ρυθμίσεις, αλλά και οι δεσμεύσεις των συμβαλλομένων, ουδόλως αναιρούν το χαρακτήρα της από 9-8-2007 σύμβασης ως προσυμφώνου, ενόψει μάλιστα και του ότι σε όλο το κείμενο αυτής, αλλά και τα παραρτήματά της, που συντάχθηκαν από έμπειρους νομικούς συμβούλους των συμβαλλομένων, είναι συνεχής η χρήση της μελλοντικής κατάρτισης της πώλησης.

Δεν νοείται, δηλαδή, από τη μια μεριά να ρυθμίζονται από έμπειρους νομικούς λεπτομερή ζητήματα στο πλαίσιο μια οριστικής, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ενοχικής σύμβασης πώλησης και ταυτόχρονα να δίδεται στον ιδιαίτερα βασικό αυτής ορισμό "Ολοκλήρωση" η έννοια της μελλοντικής "ολοκλήρωσης της πώλησης και της μεταβίβασης των προς πώληση μετοχών".

Και, επίσης, δεν νοείται να αναγράφεται, ότι "οι πωλητές συμφωνούν να πωλήσουν, παραδώσουν και μεταβιβάσουν στον Αγοραστή" καθώς και ότι "η Αγοράστρια δεν υποχρεούται να ολοκληρώσει την αγοραπωλησία των προς πώληση μετοχών παρά μόνον εφόσον:... η πώληση και η μεταβίβαση όλων των προς πώληση μετοχών από όλους τους πωλητές προς την αγοράστρια ολοκληρωθούν ταυτόχρονα", ήτοι επανειλημμένως να προσδιορίζεται χρονικά η κατάρτιση και της ενοχικής συμφωνίας στο μέλλον, μετά την πλήρωση των αιρέσεων, επί πλέον δε, ακόμη και σε ξεχωριστές συμβάσεις της ίδιας ημέρας να χαρακτηρίζεται η εν λόγω συμφωνία ως "προσυμφωνηθείσα" και όχι ως οριστική πώληση.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, τα ανωτέρω, η από 9-8-2007 συμφωνία αποτελεί (αμφιμερώς δεσμευτικό) προσύμφωνο και δη την υποσχετική σύμβαση, με την οποία τα μέρη υποσχέθηκαν - ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν (οριστική) σύμβαση πώλησης και σύμβαση μεταβίβασης από τους ενάγοντες της πρώτης αγωγής του 50,419% των μετοχών της ....

Αποτύπωσαν, δηλαδή, τα μέρη τη βούλησή τους για μελλοντική αγοραπωλησία των μετοχών με τη συνομολόγηση οριστικής -ενοχικής και εμπράγματης- σύμβασης... Σημειώνεται επί τούτοις, ότι και οι ίδιοι οι ενάγοντες Α. και Α. Π. χαρακτηρίζουν στην ένδικη αγωγή τους, που έχει συνταχθεί από νομικούς, ήτοι πρόσωπα με επιστημονική γνώση της τεχνικής νομικής ορολογίας, το από 9.8.2007 ...

ως προσύμφωνο (σελ. 12), επικαλούμενοι, παρ’ όλα αυτά, στη συνέχεια της αγωγής τους, ότι επρόκειτο για πλήρως κατηρτισμένη οριστική συμφωνία (σελ. 98), γεγονός, όμως, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κατά τα ανωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενα. Το ανωτέρω προσύμφωνο, που συντάχθηκε σε ιδιωτικό έγγραφο, είναι έγκυρο από απόψεως τύπου (άρθρ. 166 ΑΚ), καθώς οι σχετικές οριστικές συμβάσεις, που αφορούν στην πώληση και τη μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, δεν υπόκεινται σε συστατικό τύπο..." Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι η πρώτη αγωγή των Α.

και Α. Π. είναι αβάσιμη διότι από το ανωτέρω προσύμφωνο είχαν μόνο αξίωση κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, όχι και τις εξ αυτής απορρέουσες αξιώσεις για καταβολή του τιμήματος κ.λπ., ενώ οι άλλες δύο αγωγές τόσο κατά την κύρια από την ενδοσυμβατική ευθύνη βάση τους, όσο και κατά την επικουρική από την αδικοπραξία αποζημιωτική αξίωσή τους (φερόμενη ως τελεσθείσα στο πλαίσιο του ως άνω προσυμφώνου-...) έχουν ασκηθεί πρόωρα αφού τελούσαν υπό την αναβλητική αίρεση της προηγούμενης κατάρτισης της προαναφερόμενης οριστικής συμβάσεως.

Στη συνέχεια, δεχόμενο σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε τις ένδικες αγωγές.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και προσέφυγε στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αφού διαπίστωσε αμφιβολία ως προς την αληθή έννοια των δηλώσεων βουλήσεως που διατυπώθηκαν στην από 9.8.2007-...

συμφωνία μεταξύ των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης. Με την ερμηνεία δε που έδωσε, δεν παραβίασε τους κανόνες αυτούς, χωρίς να προσηλώνεται στις λέξεις, λαμβάνοντας ωστόσο δικαιολογημένα υπόψη, ως ένα από τα κατωτέρω συναξιολογηθέντα ερμηνευτικά στοιχεία, και το γράμμα της ερμηνευτέας συμφωνίας, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ναι μεν δεν έχει αποφασιστικό χαρακτήρα η φραστική διατύπωση στον τίτλο της σύμβασης ή σε επί μέρους όρους αυτής ως προς τη νομική μορφή της δικαιοπραξίας, καθώς η αληθής βούληση πρέπει να αναζητείται χωρίς προσκόλληση στις λέξεις, πλην όμως μεγαλύτερη βαρύτητα προσλαμβάνει η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε σε συμβολαιογραφικά έγγραφα ή σε συμφωνίες που συνετάγησαν μεταξύ νομικών, όπως εν προκειμένω.

Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, το Εφετείο για την κρίση του, ότι η ανωτέρω συμφωνία δεν αποτελεί οριστική σύμβαση πωλήσεως μετοχών αλλά προσύμφωνο, συναξιολόγησε συνδυαστικά τα ακόλουθα πραγματικά δεδομένα: Ότι ρητά στις από 19.7.2007 επιστολές της αναιρεσείουσας που προηγήθηκαν με πρόταση εξαγοράς των μετοχών και το περιεχόμενο των οποίων έγινε αποδεκτό από τους αναιρεσείοντες, γίνεται αναφορά, ως επόμενο βήμα, η κατάρτιση προσυμφώνου.

Ότι στις ίδιες επιστολές γίνεται μνεία για (αρχικό) συνοπτικό και εκ των ενόντων οικονομικό και νομικό έλεγχο της ..., όπως προσιδίαζε και άρμοζε σε σύναψη προσυμβάσεως και όχι οριστικής σύμβασης, αφού, κατά αντικειμενική κρίση, και κατά τα κρατούντα στις εξαγορές επιχειρήσεων, των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών αποτελεί όρο sine qua non η, πριν την κατάρτιση οριστικής σύμβασης, διενέργεια από τον υποψήφιο αγοραστή ουσιαστικού, πλήρους και σε βάθος οικονομικού και νομικού ελέγχου της υπό αγορά εταιρείας, πράγμα, όμως, που δεν είχε συμβεί στην εξεταζόμενη περίπτωση κατά την κατάρτιση της σύμβασης στις 9-8-2007, γι’ αυτό και συμφωνήθηκε σ’ αυτή να γίνει πλήρης και λεπτομερής έλεγχος προτού λάβει χώρα η προβλεπόμενη στο μέλλον "Ολοκλήρωση".

Ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, επικουρούμενα από τους νομικούς συμπαραστάτες τους, έδωσαν στη μέλλουσα να ακολουθήσει "Ολοκλήρωση" με σαφήνεια διατύπωσης την έννοια της "ολοκλήρωσης της πώλησης και της μεταβίβασης των προς πώληση μετοχών", δηλαδή της κατάρτισης στο μέλλον της οριστικής (ενοχικής και εκποιητικής δικαιοπραξίας).

Ότι με όμοια σαφήνεια διατύπωσης η ενοχική, αλλά και η διαθετική - εκποιητική δικαιοπραξία των μετοχών, εμφανίζεται στον υπ’ αριθ. 2.1 όρο (του από 9.8.2007 συμφωνητικού-...) όχι ως τετελεσμένη, αλλά ως μελλοντική. Ότι μέχρι την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού α) δεν είχε δοθεί η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 και 26 ν. 3431/2006, έγκριση - διοικητική άδεια της Ε.Ε.Τ.Τ., αναγκαία κατά νόμο για τη σύναψη οριστικής σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών, γεγονός, στο οποίο η αναιρεσίβλητη απέδιδε ύψιστη σημασία και γι αυτό η χορήγηση ή μη της εν λόγω άδειας επηρέαζε απόλυτα την απόφασή της να προχωρήσει στην αγορά των μετοχών και, συνακόλουθα, στην κατάρτιση τόσο της ενοχικής όσο και της εμπράγματης δικαιοπραξίας, και β) δεν είχε ολοκληρωθεί ο οικονομικός και νομικός έλεγχος της ..., ο οποίος θα μπορούσε να οδηγήσει στην υπαναχώρηση και αποδέσμευση της εναγομένης.

Ότι, ενόψει αυτών, η αναιρεσείουσα δεν ήθελε να είναι τελειωτικά δεσμευμένη, αφού -ενόψει και του μεγέθους της συναλλαγής- ο μέσος, έντιμος συναλλασσόμενος του οικείου κύκλου συναλλαγής (πώλησης επιχείρησης της μορφής του share deal) θα απέφευγε να αναλάβει τελειωτική δέσμευση για την αγορά της επιχείρησης, εφόσον δεν είχε πλήρη γνώση για την οικονομική και τη νομική κατάσταση αυτής, ενώ και ο μέσος, έντιμος αντισυμβαλλόμενός του δεν θα επεδίωκε το αντίθετο, κινούμενος στον αντίποδα των συναλλακτικών ηθών και της ευπρέπειας και της ευθύτητας που πρέπει να διέπουν τις συναλλαγές.

Ότι, σε όσες περιπτώσεις τα μέρη θέλησαν να καταρτίσουν οριστικές συμβάσεις, το διατύπωσαν ευθέως και πανηγυρικά. Ότι στους όρους 3.3, 3.3.1 και 3.3.2 της από 9-8-2007 συμφωνίας ... αποτυπώνεται καθαρά η βούληση των μερών, ώστε κατά την Ολοκλήρωση όλες οι συμφωνίες να γίνουν ταυτόχρονα, ήτοι τόσο η πώληση, όσο και η μεταβίβαση των μετοχών.

Ότι στην υπ’ αριθ. ...1-10-2007 απόφαση της ΕΕΤΤ, με την οποία εγκρίθηκε η εκ μέρους της ... εξαγορά του συνόλου (100%) των μετοχών της ..., δηλαδή οκτώ μόνον ημέρες μετά την κατάρτιση της από 9-8-2007 σύμβασης ..., όταν η όλη συναλλαγή εξελισσόταν ομαλά, η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε στην ως άνω αρχή ΕΕΤΤ "την επικείμενη εξαγορά" για την απόκτηση των μετοχών της ..., πράγμα που σημαίνει ότι μέχρι τότε δεν είχε γίνει η εξαγορά, δηλαδή η κατάρτιση της οριστικής (ενοχικής σύμβασης) πώλησης.

Ότι η προβλεπόμενη, με την από 9-8-2007 σύμβαση-..., να καταρτιστεί στο μέλλον σύμβαση ("Ολοκλήρωση") ήταν, κατά την κοινή βούληση των μερών, ενιαία και αδιάσπαστη, συμπεριλαμβάνουσα, δηλαδή, τόσο την ενοχική - υποσχετική δικαιοπραξία, όσο και την εμπράγματη - μεταβιβαστική δικαιοπραξία, όπως τούτο ευθέως και σαφώς προκύπτει απ’ αυτό καθ’ εαυτό το περιεχόμενο στο παράρτημα 6 της ... "Υπόδειγμα Σύντομου Συμφωνητικού Αγοράς και Πώλησης Μετοχών μη Εισηγμένων στο Χρηματιστήριο", όπου αναγράφεται "...ο πωλητής πωλεί σήμερα, εκχωρεί και μεταβιβάζει τις πωλούμενες μετοχές..." Ο χαρακτήρας της από 9-8-2007 σύμβασης-...

ως προσυμφώνου δεν αναιρείται από την ρυθμιστική πληρότητα και το λεπτομερειακό περιεχόμενο αυτής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το προσύμφωνο πρέπει να περιέχει οπωσδήποτε τα ουσιώδη στοιχεία της κύριας δικαιοπραξίας που προπαρασκευάζει, αλλιώς είναι άκυρο, ενώ δεν αποκλείεται η σε προσύμφωνο εξαντλητική -ρυθμιστική- πληρότητα (που συνήθως απαντά στις οριστικές συμβάσεις) αν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μερών ενόψει και του είδους της συναλλαγής, όπως εν προκειμένω λόγω και της ιδιαιτερότητας της συναλλαγής και του μεγάλου οικονομικού αντικειμένου αυτής.

Δεν αναιρείται, επίσης, ούτε από την κατά τον όρο 8 αυτής αμοιβαία δέσμευση των μερών για τη μη διάθεση των μετοχών και του τιμήματος, αφού ναι μεν ο εκ του προσυμφώνου υπόχρεος δύναται κατ’ αρχήν να διαθέσει ελεύθερα το αντικείμενο της οριστικής σύμβασης, τούτο όμως δεν αποκλείει δυνατότητα των συμβαλλομένων με προσύμφωνο να αυτοδεσμευθούν για το αντίθετο στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και υπό την πρόβλεψη του άρθρου 177 ΑΚ για την ενέργεια της δικαιοπρακτικής απαγόρευσης διαθέσεως.

Το δε επιχειρηματικό σχέδιο της αναιρεσίβλητης για την πλήρη εξαγορά των μετοχών της ..., καθώς και η προηγούμενη οριστική εξαγορά της μειοψηφίας του 30% των μετοχών, δεν μπορεί να αποτελέσει αντένδειξη περί της συνάψεως προσυμφώνου για το επίδικο πλειοψηφικό ποσοστό μετοχών, αφού η σταδιακή εξαγορά μετοχών μίας εταιρίας συνηθίζεται μετά από στάθμιση των συμφερόντων του αγοραστή, επί πλέον δε και η προηγούμενη οριστική εξαγορά της μειοψηφίας του 30% των μετοχών εξαρτήθηκε από την αναβλητική αίρεση της προηγούμενης κατάρτισης οριστικής συμβάσεως για το πλειοψηφικό ποσοστό.

Τέλος, δεν αναιρούν το χαρακτήρα του προσυμφώνου το ότι α) δεν υπήρχε κάποιο νομικό κώλυμα που να εμπόδιζε τη σύναψη οριστικής πώλησης και β) η διατήρηση σε ισχύ των όρων του προσυμφώνου και μετά την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, όπως ο όρος 8.2 προέβλεπε, διότι: α) οι λόγοι επιλογής του προσυμφώνου και μεταθέσεως στο μέλλον της οριστικής συμβάσεως μπορεί να είναι όχι μόνο νομικοί αλλά και πραγματικοί, τεχνικοί, πρακτικοί, οικονομικοί και β) η διατήρηση σε ισχύ των προσυμφωνημένων όρων (του προσυμφώνου) με επανάληψη και στην οριστική σύμβαση είναι σύνηθες, αφού κατά κανόνα σ’ αυτούς αποβλέπουν τα μέρη.

Δικαιολογημένα δε το Εφετείο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα οικονομικά συμφέροντα της αγοράστριας (αναιρεσίβλητης) επέβαλαν την επιλογή του προσυμφώνου, έδωσε στα συμφέροντα αυτά ερμηνευτική αξία μεγαλύτερη συγκριτικά με τα συμφέροντα των πωλητών (αναιρεσειόντων) που επέβαλαν την επιλογή της οριστικής συμβάσεως, αφού ο αγοραστής, μη έχοντας ακόμη σαφή οικονομική και νομική εικόνα της εξαγοραζόμενης εταιρίας διακινδύνευε περισσότερο.

Κατ’ ακολουθίαν, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια κυρίως της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 361, 166, 201, 513, 173 και 200 ΑΚ και επικουρικά της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτών.

Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκε παραδεκτά, τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι υπάρχει συναλλακτική συνήθεια (κρίσιμη για τον ισχυρισμό τους ότι συνήφθη οριστική σύμβαση πωλήσεως και όχι προσύμφωνο) κατά την οποία επί εξαγοράς και συγκέντρωσης επιχειρήσεων και ειδικότερα επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών, συνάπτεται οριστική ενοχική σύμβαση πωλήσεως υπό αναβλητική αίρεση, οπότε τα αποτελέσματά της και η ολοκλήρωση των συνεπειών της επέρχονται με την πλήρωση της αιρέσεως. Από την επισκόπηση των προπαρατιθέμενων παραδοχών του Εφετείου προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε, πλην όμως κρίθηκε αβάσιμος.

Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 556 ΚΠολΔ "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ...", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 του ίδιου Κώδικα, "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".

Δεν δημιουργείται όμως δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και επ. ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ’ αυτήν αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο) κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", στην οποία οφείλει το δικαστήριο να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, είναι κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε μορφή της και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, έστω και αν δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 528/2009).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αφού κατά τα προαναφερόμενα έκρινε ότι η από 9-8-2007 ένδικη σύμβαση-... αποτελούσε προσύμφωνο πωλήσεως και όχι οριστική σύμβαση πωλήσεως μετοχών, όπως έθεταν ως βάση στις αγωγές τους οι αναιρεσείοντες και επ’ αυτού θεμελίωναν τις προβαλλόμενες αξιώσεις τους, στη συνέχεια κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: "...Επομένως, ενόψει του χαρακτήρα της από 9.8.2007 συμφωνίας -...

ως (αμιγούς) προσυμφώνου αγοράς από την εναγόμενη των σ’ αυτό μέτοχων των εναγόντων της πρώτης αγωγής (Α. και Α. Π.), οι τελευταίοι δεν δικαιούνται να ζητήσουν το τίμημα της μη καταρτισθείσας οριστικής συμφωνίας, αλλά δικαιούνται, κατ’ αρχάς (εφόσον, αυτονοήτως, πληρούνται οι αιρέσεις και οι εν γένει όροι του προσυμφώνου) να αξιώσουν από την αντισυμβαλλομένη τους τη σύναψη της οριστικής (ενοχικής) συμβάσεως αγοράς των μετοχών τους, ζητώντας την κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ σχετική καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως.

Στη συνέχεια δε, μπορούν να αξιώσουν την, κατ’ εκπλήρωση της καταρτισμένης πλέον, κατά τους ορισμούς του άρθρου 949 ΚΠολΔ οριστικής ενοχικής σύμβασης, πληρωμή του προσυμφωνημένου τιμήματος, με τη σημείωση ότι η εμπράγματη αυτή αξίωση μπορεί να σωρευθεί με την ως άνω από το άρθρο 949 ΚΠολΔ αξίωση, σε συνδ.

με άρθρ. 69 παρ. 1δ ΚΠολΔ..." Και "...Συνακολούθως, η πρώτη αγωγή, η οποία έχει ως βάση την κατάρτιση οριστικής σύμβασης και όχι προσυμφώνου, κατά το αίτημά της για αναγνώριση της ισχύος της - μη υπαρκτής εισέτι - οριστικής ενοχικής σύμβασης (μετά προηγούμενη διάγνωση και αναγνώριση της ακυρότητας της από 27.11.2007 καταγγελίας -υπαναχώρησης της εναγόμενης), όσο και η στη συνεχεία απ ευθείας αξίωση των εναγόντων, αφενός μεν για καταβολή του προσυμφωνημένου τιμήματος των - μήπω αγορασθεισών - μετοχών, αφετέρου δε για ελευθέρωση αυτών βάσει του ανωτέρω όρου 16.4 του προσυμφώνου, τον οποίο οι ίδιοι χαρακτηρίζουν ως σύμβαση ελευθερώσεως, από τις προσωπικές τους ...

υπέρ της ... και έναντι των Τραπεζών, είναι ουσιαστικά αβάσιμη..." Αναφορικά δε με τις άλλες δύο αγωγές διέλαβε και τα εξής: "...Επομένως, οι τρεις οριστικές από 9.8.2007 συμβάσεις της εναγόμενης μετά των εναγόντων της δεύτερης και τρίτης αγωγής... για την αγορά των μετοχών τους τελούσαν υπό την αναβλητική αίρεση της προηγούμενης κατάρτισης της οριστικής (ενοχικής και εκποιητικής) σύμβασης αγοράς των μετοχών των εναγόντων της πρώτης αγωγής...

Όπως γίνεται φανερό, η αίρεση αυτή ήρτηται ακόμη, η πλήρωση δε ή η μη πλήρωσή της θα κριθεί στην ενδεχόμενη δίκη, που θα ανοιχθεί επί αγωγής των Α. και Α. Π. για την κατ’ άρθρο 949 ΚΠολΔ καταδίκη της εναγόμενης σε δήλωση βουλήσεως, κατά τα προαναφερθέντα.

Συνεπώς, αμφότερες οι αγωγές αυτές, τόσο κατά την κύρια από την ενδοσυμβατική ευθύνη βάση τους, όσο και κατά την (μη ερευνηθείσα πρωτοβαθμίως) επικουρική από την αδικοπραξία αποζημιωτική αξίωσή τους (φερόμενη ως τελεσθείσα στο πλαίσιο του ως άνω προσυμφώνου-...) έχουν ασκηθεί προώρως, αφού πρέπει να προηγηθεί η προκριματική δίκη επί του τελευταίου αυτού (προσυμφώνου) και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέες..." Εν κατακλείδι δε και ότι "πρέπει να απορριφθεί η μεν πρώτη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, οι δε λοιπές δύο ως προώρως ασκηθείσες.

Για τον ίδιο ως άνω λόγο η πρώτη αγωγή πρέπει να απορριφθεί και ως προς το επικουρικά προβαλλόμενο αίτημα των εναγόντων για καταβολή από την εναγομένη σε καθένα από αυτούς ισόποσης προς το συμφωνημένο τίμημα αποζημίωσης, λόγω της υπαίτιας αδυναμίας παροχής με τη ματαίωση της κατάρτισης της σύμβασης της συγχώνευσης της ...

και συνακόλουθα τη ματαίωση της κατάρτισης της σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών τους, δεδομένου ότι και το επικουρικό αυτό αίτημα στηρίζεται στην ίδια ιστορική βάση, δηλαδή στην κατάρτιση έγκυρης οριστικής ενοχικής σύμβασης πώλησης των μετοχών, η οποία κατά τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε, και επομένως η ενδεχόμενη θεμελίωση του ως άνω αιτήματος σε μη εκπλήρωση από την εναγομένη των από το προσύμφωνο υποχρεώσεών της, θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής".

Στο δε διατακτικό, αφού έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ρητά αναφέρει ότι απορρίπτονται και οι τρεις αγωγές. Οι αναιρεσείοντες με τους 2ο και 3ο λόγους αναιρέσεως αντίστοιχα προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) δεχόμενο ότι λόγω του χαρακτήρα της από 9-8-2007 ένδικης σύμβασης-...

οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής έπρεπε να επιτύχουν πρώτα μέσω της καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως τη σύναψη της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως και ακολούθως να αξιώσουν τις εξ αυτής αξιώσεις τους, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 904 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 160 ΑΚ, διότι κατά τους ισχυρισμούς τους -εφόσον υπήρχε πρόβλεψη περί υπαναχωρήσεως που άλλωστε ασκήθηκε- δεν χωρούσε εφαρμογή του άρθρου 949 ΚΠολΔ και β) άφησε αδίκαστα τα αιτήματα τόσο της πρώτης αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της υπαναχώρησης και την εξ αυτής αποζημίωση των εναγόντων, όσο και τα επικουρικά αιτήματα των άλλων δύο αγωγών για αποζημίωση.

Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, σε συνδυασμό με τις παρατιθέμενες κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ο μεν δεύτερος ως απαράδεκτος, ο δε τρίτος ως αβάσιμος. Για την απόρριψη των ένδικων αγωγών αρκούσε η παραδοχή του Εφετείου ότι η από 9-8-2007 ένδικη σύμβαση-...

αποτελούσε προσύμφωνο και όχι οριστική σύμβαση πωλήσεως, όπως προϋπέθετε η ιστορική βάση της αγωγής και τα επ’ αυτής θεμελιούμενα αγωγικά αιτήματα. Η περαιτέρω διαπίστωση (υπόδειξη) του Εφετείου ότι οι ενάγοντες "δικαιούνται, κατ’ αρχάς (εφόσον, αυτονοήτως, πληρούνται οι αιρέσεις και οι εν γένει όροι του προσυμφώνου) να αξιώσουν από την αντισυμβαλλομένη τους τη σύναψη της οριστικής (ενοχικής) συμβάσεως αγοράς των μετοχών τους, ζητώντας την κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ σχετική καταδίκη της σε δήλωση βουλήσεως.

Στη συνέχεια δε, μπορούν να αξιώσουν την, κατ’ εκπλήρωση της καταρτισμένης πλέον, κατά τους ορισμούς του άρθρου 949 ΚΠολΔ οριστικής ενοχικής σύμβασης, πληρωμή του προσυμφωνημένου τιμήματος" συνιστούν πλεοναστικές αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού.

Ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της για την εφαρμογή του άρθρου 949 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο), κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Τέλος, τόσο από το σκεπτικό, όσο και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι όλες οι αιτήσεις δικαστικής προστασίας απορρίφθηκαν στο σύνολο τους με αντίστοιχες αιτιολογίες και επομένως δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά, ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΟλομΑΠ 25/2003).

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η από 9-8-2007 ένδικη σύμβαση-... τροποποιήθηκε άτυπα μετά από επαναδιαπραγμάτευση των όρων της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι από τις 3.9.2007 ως 7.10.2007 διενεργήθηκε ο νομικός και οικονομικός έλεγχος της ... από το δικηγορικό γραφείο Τ.

Κ., με επικεφαλής τον δικηγόρο Ν. Κ. και την ελεγκτική εταιρεία ..., με επικεφαλής τον ορκωτό ελεγκτή Μ. Ψ., αντιστοίχως. Ο νομικός έλεγχος έγινε μέσα σε κλίμα καχυποψίας και η εναγομένη θεωρούσε ότι ο έλεγχος αυτός, κατά τον παραπάνω χρόνο, δεν είχε πλήρως ολοκληρωθεί (βλ. τα από 9-10-2007 ηλεκτρονικά μηνύματα email του Ν.

Κ.). Ανεξαρτήτως αυτού, όμως, μετά τον παραπάνω έλεγχο και όπως αυτός διενεργήθηκε, και μολονότι, ο Δ. Κ. εκ μέρους της ... στο από 9-10-2007 ηλεκτρονικό μήνυμά του προς τον ενάγοντα Α. Π., ανέφερε ότι παρεχόταν στην εναγομένη "η δυνατότητα να μην προχωρήσει στην συναλλαγή, αλλά να καταγγείλει αζημίως την από 9-8-2007 σύμβαση", τα μέρη από κοινού συμφώνησαν να επαναδιαπραγματευθούν τους όρους του μεταξύ τους από 9.8.2007 προσυμφώνου (...).

Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι οι σχετικές διαπραγματεύσεις, στις οποίες συμμετείχαν από την πλευρά της αγοράστριας ο Δ. Κ. και από την πλευρά των πωλητών ο Α. Π., ολοκληρώθηκαν επιτυχώς, όπως δεν αποδείχθηκε και ότι στις 17.10.2007 τα μέρη κατέληξαν σε τροποποιητική (και ειδικότερα) προφορική συμφωνία του από 9.8.2007 προσυμφώνου (κατά τους αβάσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς των εναγόντων αδελφών Π.), αφού ακόμα και το Νοέμβριο 2007 εξακολουθούσαν να εκκρεμούν ο υσιώδη ζητήματα προς διευκρίνιση και επίλυση, όπως η επιβεβαίωση της συνδρομητικής βάσης της ..., αλλά και οι οφειλές της τελευταίας προς τον ΟΤΕ, ιδίως ως προς το ποσό των 4.318.806,99 ευρώ, που εμπόδιζαν την επίτευξη της τροποποιητικής συμφωνίας.

Σημειώνεται, ότι η τελευταία διαπραγματευτική συνάντηση των μερών έγινε στις 14-11-2014, ήτοι ένα σχεδόν μήνα μετά την επικαλούμενη από τους ενάγοντες κατάρτιση προφορικής τροποποιητικής συμφωνίας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο Δ. Κ., ακόμη και στην από 19-10-2007 ηλεκτρονική επιστολή του προς τον Α. Π. (σε απάντηση των από 18-10-2007 ηλεκτρονικών επιστολών του τελευταίου), την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες προς απόδειξη της κατάρτισης προφορικής τροποποιητικής συμφωνίας, επιβεβαιώνει μόνον "τα κύρια σημεία της συναλλαγής" και όχι όλα τα σημεία αυτής, γεγονός που φανερώνει, ότι απέμεναν ακόμη και άλλα ζητήματα προς διευθέτηση, γι’ αυτό και οι σχετικές συζητήσεις συνεχίστηκαν και κατά το μήνα Νοέμβριο.

Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε, ότι υπήρξε πλήρης ταύτιση μεταξύ υποβληθείσας πρότασης και αποδοχής, με βάση τα αντίστοιχα ηλεκτρονικά μηνύματα της 18-10-2007 (από τον Α. Π.) και 19-10-2007 (από τον Δ. Κ.). Ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης ότι οι συζητήσεις και διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν και το Νοέμβριο 2007 αποτελεί η από 12.11.2007 ηλεκτρονική επιστολή του Ν.

Κ. προς τους ενάγοντες, με το οποίο τους απέστειλε σχέδιο "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Τροποποίησης του από 9 Αυγούστου 2007 συμφωνητικού πώλησης και μεταβίβασης του 50,419% των μετοχών της ... ΑΕΒΕ". Στοιχείο, επίσης, που συνηγορεί υπέρ του ότι δεν καταρτίσθηκε τροποποιητική συμφωνία, είναι και οι αντιφατικές και συγκρουόμενες απόψεις αυτών των ιδίων των εναγόντων, αφού στο από 22.11.2007 φαξ του Α.

Π. προς τον Δ. Κ., η συμφωνία αυτή φέρεται ως επιτευχθείσα, όχι την 17.10.2007, αλλά την 15.11.2007 (βλ. σχετικό φαξ "...Σε συνέχεια συνάντησής μας στα γραφεία του Νομικού σας Συμβούλου, όπου συζητήσαμε τα ευρήματα των ελέγχων... την περασμένη Πέμπτη 15.11.2007 ... καταλήξαμε σε οριστική συμφωνία επί όλων των θεμάτων κατά τροποποίηση των όρων της αρχικής συμφωνίας μας...).

Δηλαδή, και κατά τον Α. Π., μέχρι τις 15-11-2007 δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις των μερών για όλα τα εκκρεμή ζητήματα". Ευθύς αμέσως το Εφετείο διατυπώνει, προς στήριξη της ανωτέρω κρίσεως του, και άλλη (επάλληλη) αιτιολογία που έχει ως εξής: "Πέραν των ανωτέρω, όμως, στον όρο 10.2 της από 9-8-2007 σύμβασης προβλέφθηκε, ότι "μεταβολή ή τροποποίηση της παρούσας σύμβασης είναι έγκυρη μόνον εφόσον είναι έγγραφη και έχει υπογράφει από ή για λογαριασμό εκάστου των μερών".

Από τον όρο αυτό συνάγεται, ότι η βούληση των μερών ήταν ότι, για την τροποποίηση του προσυμφώνου, έπρεπε να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος. Επομένως, η άποψη των εναγόντων για δήθεν σύναψη στις 17-10-2007 άτυπης προφορικής τροποποιητικής συμφωνίας προσκρούει και στον πιο πάνω συμβατικό όρο, με τον οποίο τα μέρη είχαν καθιερώσει και τηρήσει απαρεγκλίτως τον έγγραφο τύπο.

Προσεπιβεβαιωτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου (περί του ότι τα μέρη στην όλη αυτή συναλλαγή τους τηρούσαν τον έγγραφο τύπο) είναι το ότι και στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων αυτών (για την τροποποίηση του από 9.8.2007 προσυμφώνου-...), είχε συνταχθεί το ως άνω αχρονολόγητο σχέδιο "Ιδιωτικού Συμφωνητικού Τροποποίησης του από 9 Αυγούστου 2007 συμφωνητικού πώλησης και μεταβίβασης του 50,419% των μετοχών της ...

ΑΕΒΕ", το οποίο, όμως, ουδέποτε, ως συνομολογείται, υπεγράφη, αλλά παρέμεινε εν σχεδίω και μόνο. Άλλωστε, ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου 2007, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται κάποια καχυποψία μεταξύ των συμβαλλομένων, όπως προκύπτει και από τα ανταλλαγέντα μηνύματα, με αποτέλεσμα, ενόψει και του σημαντικού μεγέθους της συναλλαγής, να μην είναι νοητή βούληση των μερών για προφορική μόνον δέσμευσή τους ως προς την τροποποίηση της από 9-8-2007 συμφωνίας, χωρίς την υπογραφή και σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού.

Άλλα αδιαμφισβήτητα στοιχεία, από τα οποία να συνάγεται, έστω και εμμέσως, ότι τα μέρη θέλησαν να καταργήσουν την ανωτέρω ρητή συμβατική πρόβλεψη, δεν αποδείχθηκαν. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πέραν της οριστικής συμβάσεως μεταβίβασης μέρους των μετοχών των εναγόντων της πρώτης αγωγής, η μοναδική ισχύουσα μεταξύ αυτών και της εναγομένης συμφωνία, ήταν το πιο πάνω από 9-8-2007 Προσύμφωνο (...), χωρίς να προκύπτει ουδεμία τροποποίηση αυτού".

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττουν τη δεύτερη από τις δύο ως άνω επάλληλες παραδοχές στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι "...η μοναδική ισχύουσα μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης συμφωνία, ήταν το πιο πάνω από 9-8-2007 Προσύμφωνο (...), χωρίς να προκύπτει ουδεμία τροποποίηση αυτού" με την επίκληση ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 158, 164, 165 και 361 ΑΚ, κατά τα ειδικότερα εκτενώς εκτιθέμενα στο αναιρετήριο.

Ο λόγος αυτός, που αναφέρεται στον αναγκαίο τύπο των τροποποιήσεων μίας άτυπης συμβάσεως για την οποία τα μέρη όρισαν ως συστατικό τον έγγραφο τύπο, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής, αφού η πρώτη από τις προαναφερόμενες αιτιολογίες περί μη αποδείξεως της βασιμότητας μίας τέτοιας τροποποιήσεως, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Κατά δε το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη.

Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία. Εξάλλου η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 373/2011).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) τα από 18.10.2007 και 19.10.2007 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ Αθ. Π. και Δ. Κ. και το από 22.10.2007 μήνυμα του Ν. Κ., β) το ανυπόγραφο συμφωνητικό τροποποίησης και γ) την εμπεριεχόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης δικαστική ομολογία ότι το από 9-8-2007 Προσύμφωνο (...) είναι οριστική σύμβαση πώλησης, αποδεικτικά μέσα τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν παραδεκτά με επίκληση.

Ωστόσο, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του πλην άλλων και από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά στοιχεία και τα ανωτέρω έγγραφα που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες στον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, για το περιεχόμενο των οποίων διατυπώνει ευθέως κρίσεις και επιχειρήματα.

Τέλος, από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης ουδόλως προκύπτει ότι σ’ αυτές εμπεριέχεται ομολογία της ότι η από 9-8-2007 συμφωνία (...) είναι οριστική σύμβαση πώλησης, πράγμα που ευθέως αρνήθηκε υποστηρίζοντας, όπως και έγινε δεκτό, ότι είχε χαρακτήρα προσυμφώνου. Η απομονωμένη και υποδεικνυόμενη από τους αναιρεσείοντες ως ομολογία στη σελίδα 3 των προτάσεων αυτών αναφορά περί "πωληθεισών μετοχών" δεν παρέχει αντικειμενικά έδαφος συναγωγής ομολογίας περί πράγματος για το οποίο η αναιρεσίβλητη με ειδικό και εμφαντικό τρόπο αρνείται αιτιολογημένα.

Επομένως πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ορθώς ανέγνωσε συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του ότι η από 9-8-2007 συμφωνία (...) δεν είναι οριστική σύμβαση πώλησης αλλά προσύμφωνο, συνεκτίμησε τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων όσο και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και την υπ’ αριθ. ...1.10.20076 απόφαση της ΕΕΤΤ.

Δηλαδή το ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα του Εφετείου δεν στηρίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο (απόφαση ΕΕΤΤ), αλλά εξήχθη μετά από τη συνεκτίμηση πολλών άλλων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων η απόφαση αυτή μνημονεύεται στην 9η θέση, χωρίς να εξαίρονται τα εξ αυτής συναγόμενα τεκμήρια.

Επομένως, και υπό την εκδοχή ότι έλαβε χώρα παραμόρφωση του περιεχομένου της με την έννοια ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει κρίσιμες φράσεις ή περικοπές του κειμένου, δεν θεμελιώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως και γι’ αυτό ο αντίθετος, τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, για το ορισμένο του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, καθώς και προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 700/2009).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της υπ’ αριθ. ...1.10.20076 απόφασης της ΕΕΤΤ, αναφορικά με το βεβαιούμενο σ’ αυτήν γεγονός της έκτασης και του όγκου της συνδρομητικής βάσης της ..., που βεβαιώθηκε αρμοδίως από την Αρχή αυτή. Ωστόσο δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία, και συγκεκριμένα αν το βεβαιούμενο ως άνω γεγονός -εφόσον γινόταν δεκτό ως βάσιμο- θα ασκούσε και ποία επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου κατά πόσο η κρίσιμη (για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων) από 9-8-2007 συμφωνία (...) ήταν οριστική σύμβαση πώλησης ή προσύμφωνο. Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο που προσάγεται έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί και επίσημη μετάφρασή του επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο κατά το νόμο πρόσωπο ή από την πρεσβεία ή το προξενείο της Ελλάδας στη χώρα, στην περιοχή της οποίας έχει συνταχθεί το έγγραφο ή από την πρεσβεία στην Ελλάδα ή το προξενείο της ίδιας χώρας, σε οποιαδήποτε δε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να μεταφραστεί το έγγραφο στα ελληνικά από πραγματογνώμονα.

Συνεπώς το ξενόγλωσσο έγγραφο, που προσάγεται χωρίς επίσημη και επικυρωμένη μετάφρασή του, είναι απαράδεκτο ως αποδεικτικό μέσο, εκτός αν στη διαδικασία, με την οποία δικάζεται η υπόθεση, επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα προσαγόμενα χωρίς τη δέουσα μετάφραση ξενόγλωσσα έγγραφα. Αν αυτό δεν συμβαίνει, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που ανεπίτρεπτα λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη και η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης, καθώς και ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1627/2010).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη έγγραφο και συγκεκριμένα την από 9-8-2007 συμφωνία (...), συντεταγμένη στην αγγλική γλώσσα, που συνοδεύτηκε με επίσημη μετάφρασή του. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι την ανωτέρω συμφωνία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τόσο αυτοί, συνοδευόμενη με επικυρωμένη μετάφραση της δικηγόρου Α.

Δ., όσο και η αναιρεσίβλητη, συνοδευόμενη ομοίως από επικυρωμένη μετάφραση της δικηγόρου Μ.-Μ. Μ., πλην όμως το δικαστήριο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, δεν υιοθέτησε καμία από τις δύο ως άνω μεταφράσεις, αλλά μία άλλη μετάφραση, άγνωστης προελεύσεως την οποία κανένας διάδικος δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε.

Για το λόγο αυτό αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, εφόσον το ανωτέρω ξενόγλωσσο έγγραφο προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη με επίκληση, συνοδευόμενο από επικυρωμένη μετάφραση όπως το άρθρο 454 ΚΠολΔ ορίζει, ήταν παραδεκτό αποδεικτικό μέσο και νόμιμα λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.

Η επιλεγείσα από το τελευταίο μετάφραση του περιεχομένου του εγγράφου ανάγεται στην κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ ελεύθερη εκτίμηση και κατά συνείδηση κρίση των αποδεικτικών μέσων, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1η Μαρτίου 2016 αίτηση και τους από 17 Φεβρουαρίου 2017 πρόσθετους λόγους των Α. Π., Α. Π., Α. Δ., εξωχώριας εταιρίας με την επωνυμία "... …" και Α. Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 224/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ