1852/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-1995 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Ψ και του 3ου εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 228/1998, 205/2000, 511/2000 μη οριστικές, 587/2002 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 107/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη και στη συνέχεια με την από 16-5-2005 κλήση τους οι ανωτέρω αναιρεσείοντες-καλούντες ζήτησαν εκ νέου την αναίρεση της 587/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1197/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε πάλι την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες-καλούντες με την από 10 Ιουλίου 2006 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated1852/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης , καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης ( Ολ.ΑΠ 22/2000 ).
Full text
Απόφαση 1852 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1852/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων:1) Χ1 η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Χ2 και 3) Χ3 η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Κούκουλα, ο οποίος δήλωσε ότι η 3η (Χ3) αναιρεσείουσα απεβίωσε την 27-7-2006 και κληρονομήθηκε από τον Χ2 και τον Χ4, ως νόμιμοι κληρονόμοι αυτής που παρίστανται και συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο παραπάνω δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση:1) Ψ1 2) Ψ2 ως καθολικών διαδόχων-κληρονόμων της Ψ και 3)Ψ3 που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευδοκία Δούκα, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-1995 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Ψ και του 3ου εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 228/1998, 205/2000, 511/2000 μη οριστικές, 587/2002 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 107/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη και στη συνέχεια με την από 16-5-2005 κλήση τους οι ανωτέρω αναιρεσείοντες-καλούντες ζήτησαν εκ νέου την αναίρεση της 587/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1197/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε πάλι την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες-καλούντες με την από 10 Ιουλίου 2006 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 19-10-2004 έκθεση του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Αρεοπαγίτη Βασιλείου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-4-2003 κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως των Χ1 κ.τ.λ κατά της υπ΄άριθμ.587/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α΄, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης , καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης ( Ολ.ΑΠ 22/2000 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η τρίτη των αναιρεσειόντων Χ3 αποβίωσε στις 27-7-2006, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως ( 26-8-2003), ο δε σύζυγος αυτής, δεύτερος αναιρεσείων, Χ2 και το τέκνο της Χ4, ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της αποβιώσασας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στους αναιρεσιβλήτους το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.
Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, προς εκείνες των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 105, 576 παρ.2 και 577 παρ.1 και2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν απόντες είναι οι φερόμενοι ως ασκήσαντες την αναίρεση διάδικοι, χωρίς να αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα για την άσκησή της, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη των αναιρεσειόντων Χ1 , η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς ομοδίκους της, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ................
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης ............ Η ίδια διάδικος ήταν απούσα και κατά τις δικασίμους της 3-11-2004 και της 3-5-2006, κατά τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προ όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με τις 107/2005 και 1197/2006 αποφάσεις, αντίστοιχα, του Δικαστηρίου τούτου.
Την αίτηση αναίρεσης άσκησε και ως προς την απολειπόμενη ως άνω αναιρεσείουσα, ο δικηγόρος Αθηνών Ευστράτιος Κουκούλης, ο οποίος, όμως δεν προσκομίζει, παριστάμενος για τους λοιπούς αναιρεσείοντες, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και το δικαίωμα παράστασής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου σε σχέση με την ως άνω διάδικο.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης ως προς την προαναφερόμενη πρώτη αναιρεσείουσα είναι άκυρη και, κατά συνέπεια , πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΕΠΕΙΔΗ, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο
ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης. Λόγος αναίρεσης που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απορριπτέος ως αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο που την εξέδωσε παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς όμως να αναφέρουν στο αναιρετήριο ποιοί συγκεκριμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν, σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτών και ποιά η επίδραση του σφάλματος, που δεν προσδιορίζεται, στο διατακτικό της απόφασης, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να είναι εντελώς αόριστος και απορριπτέος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ΄του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ΄ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο δώδεκα έγγραφα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό, από τα οποία, όπως ισχυρίζονται, αποδεικνύονται οι λόγοι της έφεσής τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ούτε ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή τους και ότι αυτός είναι ουσιώδης.
ΕΠΕΙΔΗ, το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 του ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.16 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεδικασμένο με λόγο έφεσης ή με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, δηλαδή να έχει προβληθεί ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου έγινε κατά παράβαση του νόμου.
Ο σχετικός ισχυρισμός περί δεδικασμένου δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, και τούτο διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημοσίας τάξεως, αφού οι διατάξεις που το καθιερώνουν τέθηκαν χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού. Τέλος, το Εφετείο, εφόσον δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση, δεν μπορεί να εξετάσει ένσταση δεδικασμένου που προβάλλεται με τις προτάσεις και όχι με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ,προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άνω άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο που την εξέδωσε κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις υπ' αριθμ. 10/1996 και 899/1997 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, με τις οποίες κρίθηκε τελεσιδίκως και αμετάκλητα, αφενός ότι το βόρειο τμήμα του οικοπεδικού κλήρου που είχε παραχωρηθεί στον αρχικό κληρούχο .................
αποτυπώθηκε στην αποτύπωση έτους 1964-1965 της .......... με αριθμό οικοπέδου .......... στο όνομα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ και αφετέρου ότι το αναφερόμενο στις αποφάσεις αυτές συνολικό τμήμα οικοπέδου 19,25 τ.μ. συμπεριλαμβάνεται στο βόρειο και βορειοδυτικό τμήμα του επιδίκου οικοπέδου των 154 τ.μ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσειόντων που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι εκκαλούντες τότε και ήδη αναιρεσείοντες δεν πρότειναν με λόγο της έφεσής τους την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από τις πιο πάνω αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και του Αρείου Πάγου.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ. Πολ. Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογίες και πάντως οι διαλαμβανόμενες σ' αυτήν είναι ανεπαρκείς ως προς το ζήτημα της ένστασής τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εναγόντων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο, την οποία εκείνο απέρριψε ως αβάσιμη, στη συνέχεια δε οι αναιρεσείοντες παραθέτουν στο αναιρετήριο τα κατά την άποψή τους αποδειχθέντα σχετικά με την ένστασή τους αυτή πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων έπρεπε αυτή να γίνει δεκτή και να απορριφθεί συνακόλουθα η ένδικη αγωγή.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ ΠολΔ, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι λάθος κατά την αξιολόγησή του, προβαίνει δηλαδή σε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου και εξαιτίας αυτής καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος.
Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο : 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος,2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο,3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Τέλος ως έγγραφα τα οποία μπορούν να παραμορφωθούν κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ,., είναι μόνο εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων που έγιναν πριν από τη δίκη και ανεξάρτητα από αυτήν. Επομένως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αφού η πραγματογνωμοσύνη είναι αυτοτελές αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και συνεπώς η παραμόρφωση του περιεχομένου της δεν συνιστά λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο 1) της από 12-8-1970 εξώδικης δήλωσης-όχλησης-ειδοποίησης του δικαιοπαρόχου τους Χ προς τη θυγατέρα του .............
και 2) της από ............... έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, μηχανικού, .................. Ο λόγος αυτός, ως προς μεν το δεύτερο σκέλος του που αφορά την παραμόρφωση του περιεχομένου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διεταξε το δικαστήριο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μπορεί να είναι αντικείμενο παραμόρφωσης, ως προς δε το πρώτο σκέλος αυτού που αφορά την παραμόρφωση της ως άνω εξώδικης δήλωσης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα προαναφερόμενα απαραίτητα για το ορισμένο αυτού στοιχεία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2003 αίτηση των Χ1 ,Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 587/2002 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ