Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling on insolvency grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final debt restructuring decision made by the Single Member Court of Piraeus. The appellant argued that the court improperly accepted evidence of fraud and failed to consider specific claims, but the court found these arguments inadmissible as they contradicted the facts established in the original judgment. The court upheld the lower court's finding that the appellant had deliberately induced insolvency before the debt responsibility even arose, thereby validating the restructuring order.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15 of Law 3869/2010 and 330 of the Civil Code; The court correctly applied the statutory requirements for establishing fraud in debt restructuring proceedings, rejecting appeals that challenge the factual assessment of evidence as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1851 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1851/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Βάλβη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 212/2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αλέξανδρος - Ιγνάτιος Βλάχος (ΑΜ ΔΣΑ 33523), ο οποίος αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί την ασκούσα πρόσθετη παρέμβαση εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Cepal Hellas", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4281/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 10-11-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9896/656/2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 4281/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").
Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, η εδρεύουσα στη Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas", με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις, από 4-10-2024, προτάσεις της, άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον ενόψει του ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTINITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1102/2022).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα που προσκομίζει η προσθέτως παρεμβαίνουσα, προκύπτει, η τελευταία η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από τη τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 8-4-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 208/22-6-2021(στο τόμο 16 και με αριθμό 17), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTINITY COMPANY" ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στη προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε με την αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, στα δικαιώματα της τελευταίας, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου αναιρεσίβλητης, προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, καταλαμβάνει και αυτήν, ως ειδική διάδοχο της απαίτησης που απορρέει από την επίδικη έννομη σχέση. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου(αναιρεσίβλητης) και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 1/2023, ΑΠ 561/2024).
Όπως προκύπτει από την από 25-7-2023 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ. Σ., στην προσκομιζόμενη από την προσθέτως παρεμβαίνουσα αίτηση αναίρεσης, αντίγραφο αυτής με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη παρούσα δικάσιμο (4-10-2024) και κλήση για να παρασταθεί στη δικάσιμο αυτή, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην προς ην η κοινοποίηση, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε."(άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ορισθείσα δικάσιμο της υπόθεσης, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο η αναιρεσίβλητη εταιρεία, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη.
Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα (ΑΠ 561/2024, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 368/2019) και η συζήτηση θα χωρίσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 18-12-2013, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.
με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 609/2023).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 του ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης, απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει τη παροχή του οφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος.
Η από τα άρθρα 847 επ. του ΑΚ σύμβαση εγγύησης, είναι καθ' αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Από το συνδυασμό των άρθρων 847 επ., 855, 857 του ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση της εγγύησης έχει χαρακτήρα παρεπόμενο σε σχέση με τη κύρια οφειλή και επικουρικό.
Ο παρεπόμενος χαρακτήρας συνίσταται στο ότι η υποχρέωση του εγγυητή εξαρτάται από τη γένεση, το κύρος, την έκταση, τη δυνατότητα πραγμάτωσης και την απόσβεση της κύριας οφειλής. Το στοιχείο της επικουρικότητας από την άλλη πλευρά συνίσταται στη δυνατότητα να διωχθεί ο εγγυητής μόνον εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή από την περιουσία του πρωτοφειλέτη (ένσταση δίζησης).
Ο παρεπόμενος χαρακτήρας της εγγύησης δεν δύναται να παρακαμφθεί ούτε με σύμβαση (εκτός και αν τα μέρη συμφωνήσουν ρητά ότι ο οφειλέτης και ο εγγυητής θα ευθύνονται εις ολόκληρον οπότε όμως τότε δεν θα υφίσταται εγγύηση αλλά άλλου είδους ενοχική σχέση). Αντιθέτως, ο επικουρικός χαρακτήρας της εγγύησης δύναται να παρακαμφθεί διά της παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως, οπότε τότε ο δανειστής μπορεί να στραφεί ταυτόχρονα ή διαδοχικά κατά του οφειλέτη και του εγγυητή πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή αλλά η εγγύηση διατηρεί τον παρεπόμενο χαρακτήρα της σε σχέση με την κύρια οφειλή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 εδ. α` του ν. 3869/2010 "Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται" (ΑΠ 545/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 1047/2010, ΑΠ 1500/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 3/2021).
Από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.....
Η αιτούσα είναι 78 ετών, έχει δε δύο ενήλικα τέκνα, που γεννήθηκαν τα έτη 1963 και 1967 και είναι διαζευγμένη. Είναι συνταξιούχος του Ο.Γ.Α., με μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές 340 ευρώ περίπου. Το ετήσιο εισόδημα της εκκαλούσας ανήλθε κατά τα οικονομικά έτη 2012 στο ποσό των 4.860 ευρώ, 2013 στο ποσό των 4.860 ευρώ, 2014 στο ποσό των 4.147,20 ευρώ, κατά το φορολογικό έτος 2014 στο ποσό των 4.141,20 ευρώ και κατά το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των 4.104 ευρώ.
Για τις βιοτικές ανάγκες της εκκαλούσας απαιτείται το ποσό των 310 ευρώ μηνιαίως, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι βασικές ανάγκες διαβίωσής της (δαπάνες διατροφής, σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας, μετακίνησης, ένδυσης-υπόδησης). Η οικονομική κατάσταση της εκκαλούσας δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, δεδομένης της ηλικίας της και της ιδιότητας της ως συνταξιούχου.
Η εκκαλούσα-αιτούσα έχει στην πλήρη κυριότητά της ένα διαμέρισμα ισογείου ορόφου, επιφάνειας 71 τ.μ., έτους κατασκευής το 1957, εντός οικοπέδου 502 τ.μ. επί του οποίου έχει δικαίωμα πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου, που βρίσκεται στη Νίκαια Πειραιώς επί της οδού ... Το παραπάνω διαμέρισμα η εκκαλούσα έχει παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα στον υιό της, Ε.
Ι., ο οποίος διαμένει εκεί με την οικογένεια του. Η ίδια δε κατοικεί σε μισθωμένη οικία, που βρίσκεται στη Νίκαια Αττικής επί της οδού ..., με μηνιαίο μίσθωμα 350 ευρώ, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της, καλύπτεται από την Πρόνοια. Δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα διαθέτει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των αιτήσεων, επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η εκκαλούσα σύναψε με την εφεσίβλητη τις ακόλουθες συμβάσεις εγγύησης σε δάνεια, δυνάμει των οποίων οφείλει, στις 10.02.2014 τα ακόλουθα ποσά:
α) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης εγγύησης σε στεγαστικό δάνειο οφείλει το ποσό των 31.711,46 ευρώ, β) δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης εγγύησης σε στεγαστικό δάνειο οφείλει το ποσό των 55.025,64 ευρώ, γ) δυνάμει της με αριθμό 716289 σύμβασης εγγύησης σε στεγαστικό δάνειο οφείλει το ποσό των 16.218,81 και δ) δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης εγγύησης σε καταναλωτικό δάνειο οφείλει το ποσό των 38.329,79 ευρώ. Συνολικά, το ποσό της οφειλής της αιτούσας από τις παραπάνω αιτίες προς την εφεσίβλητη ανέρχεται στο ποσό των 141.285,79 ευρώ. Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι η εκκαλούσα-αιτούσα, δεδομένων και των δαπανών για τη διαβίωσή της, ευρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσει τις ως άνω ληξιπρόθεσμες οφειλές της.
Στην παραπάνω δε κατάσταση περιήλθε δολίως, καθώς οι μηνιαίες αποδοχές της δεν ξεπερνούσαν τα 350 ευρώ και κατά τον χρόνο ανάληψης των εκ των συμβάσεων εγγύησης υποχρεώσεών της, χωρίς μάλιστα ενόψει της ηλικίας της και της ιδιότητάς της ως συνταξιούχου, να υφίσταται βάσιμη προσδοκία περί βελτίωσης της οικονομικής της κατάστασης.
Οι ανωτέρω αποδοχές της δε σε καμία περίπτωση δεν επαρκούσαν, και δεν επαρκούν, για να καλύψουν τις υποχρεώσεις που ανέλαβε, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 560 ευρώ μηνιαίως. Αποδείχθηκε επιπλέον ότι η εκκαλούσα συμβλήθηκε ως εγγυήτρια στις παραπάνω αναφερόμενες συμβάσεις δανείων, τις οποίες σύναψε ως πρωτοφειλέτρια η Β.
Μ., σύζυγος του υιού της Χ. Ι., πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, η ανωτέρω δανειολήπτρια, που κατά τον χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων ήταν άνεργη, δεν ήταν σε θέση να καλύπτει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου, ώστε να μην ενεργοποιηθεί η εγγυητική ευθύνη της εκκαλούσας, η τελευταία μάλιστα τελούσε σε γνώση των ως άνω περιστατικών, ήτοι της οικονομικής αδυναμίας της δανειολήπτριας να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της, όπως κατέθεσε η μάρτυράς της εξεταζόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Η παραπάνω συμπεριφορά της εκκαλούσας με την ανάληψη οικονομικών υποχρεώσεων, κατά πολύ ανώτερων των αποδοχών της οι οποίες ήταν χαμηλές, συνιστά συμπεριφορά που πόρρω απέχει από τη λογική μίας απλής αστοχίας ή ενός ατυχούς προγραμματισμού. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα ανέλαβε τις παραπάνω υποχρεώσεις, ως εγγυήτρια, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με την επίσης δυσχερή οικονομική κατάσταση της προαναφερόμενης πρωτοφειλέτριας, θα οδηγούσε στην ενεργοποίηση της εγγυητικής της ευθύνης και αναπόφευκτα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, και όμως αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Περαιτέρω, η παράλειψη, από την πλευρά των υπαλλήλων της εφεσίβλητης, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του εκκαλούσας, ουδόλως μπορεί να άρει τον δόλο της τελευταίας, σύμφωνα και με όσα προπαρατέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απορριπτομένου συνεπώς του σχετικού ισχυρισμού της τελευταίας.
Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, αποδείχθηκε ότι εκκαλούσα-αιτούσα δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρεών της και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η προβληθείσα εκ μέρους της εφεσίβλητης σχετική ένσταση του δόλου, που παραδεκτά επαναφέρεται από αυτή προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης της εκκαλούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους αναιρεί την ιδιότητα αυτής ως καλόπιστης υπερχρεωμένης οφειλέτριας που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 ....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 5-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 79/2017) έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης με αριθ. 176/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτή, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, είχε προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της ως εγγυήτρια και αποδέχθηκε αυτό, διέλαβε επαρκή και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσής της από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων.
Πιο συγκεκριμένα, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των από τις τέσσερεις συμβάσεις εγγύησης δανειακών υποχρεώσεων που ανέλαβε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, οι οποίες ανέρχονται, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, στο ποσό των 141.285,79 ευρώ, β) το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά της κατά τα οικονομικά έτη 2012 έως 2015, γ) την ηλικία της (78 ετών) και ότι είναι συνταξιούχος του Ο.Γ.Α.
με κατά μήνα συντάξιμες αποδοχές 340,00 ευρώ περίπου, δ) τις μηνιαίες υποχρεώσεις της από τα ως άνω δάνεια οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 560,00 ευρώ, ε) τις βιοτικές ανάγκες αυτής, οι οποίες προσδιορίζονται στο ποσό των 310,00 ευρώ κατά μήνα, στ) ότι συμβλήθηκε ως εγγυήτρια στις συμβάσεις δανείων, τις οποίες σύναψε ως πρωτοφειλέτρια, η σύζυγος του υιού της Χ.
Ι., Β. Μ., γνωρίζοντας την οικονομική αδυναμία της εν λόγω δανειολήπτριας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, καθόσον αυτή (δανειολήπτρια) κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων ήταν άνεργη και δεν ήταν σε θέση να καλύπτει τις μηνιαίες δόσεις των δανείων της, ώστε να μην ενεργοποιηθεί η εγγυητική ευθύνη της αιτούσας και στ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι της πιστώτριας αναιρεσίβλητης, υπερέβαιναν τις δυνατότητές της, καθόσον οι δυνατότητές της αυτές, σε συνδυασμό με την επίσης δυσχερή οικονομική κατάσταση της προαναφερόμενης πρωτοφειλέτριας, θα οδηγούσαν στην ενεργοποίηση της εγγυητικής της ευθύνης.
Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα, μπορούσε να προβλέψει ότι ο ως άνω δανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες, θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή δηλ.
η αναιρεσείουσα, έχουσα πάντα ως μοναδικό της εισόδημα τη σύνταξη του Ο.Γ.Α., και γνωρίζοντας την πρόδηλη αναντιστοιχία των εισοδημάτων της προς τις οφειλές της, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία ανέλαβε, προέβλεψε την αδυναμία της να αποκριθεί στην πληρωμή των χρεών της και παραταύτα αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα, γνωρίζοντας επίσης και την οικονομική αδυναμία της πρωτοφειλέτου δανειολήπτριας να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, πλέον της αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύονται οι πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή δεν διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας [των από 15-11-2016 προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και των από 25-9-2018 προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου], προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από την καθής η αίτηση-αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, επαναφέρθηκε δε με τις προτάσεις της και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ειδικότερα, με την ως άνω ένσταση η καθής η αίτηση-αναιρεσίβλητη ανέφερε τα ακόλουθα:
'' ...... Στην υπό κρίση περίπτωση, η αιτούσα έλαβε δάνεια δημιουργώντας χρέη συνολικού ύψους 138.731,83 ευρώ, ενώ οι εισοδηματικές της δυνατότητες εξαρχής δεν της επέτρεπαν να ανταποκριθεί προσηκόντως στις ανειλημμένες δανειακές της υποχρεώσεις. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνουμε ότι είναι δύσκολο να αποκλεισθεί η συνδρομή δόλου στο πρόσωπο της αντιδίκου.
Ο δόλος συνίσταται στην από μέρους της ανάληψη της ευθύνης για αποπληρωμή χρέους συνολικού ύψους 138.731,83 ευρώ, χωρίς να έχει τη σχετική οικονομική δυνατότητα ήδη από το χρόνο κατάρτισης των ως άνω συμβάσεων. Ειδικότερα, η αιτούσα δεν επικαλείται στην ένδικη αίτηση ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων είχε ικανά εισοδήματα ώστε να δύναται να ανταποκριθεί στις μηνιαίες δόσεις, οι οποίες αποτιμώνται σύμφωνα με την ένδικη αίτηση και την προσκομιζόμενη βεβαίωση οφειλών στο ποσό των 560,00 ευρώ μηνιαίως (με βάση το 10% της μηνιαίας ενήμερης οφειλής), ενώ παράλληλα τέτοια οικονομική δυνατότητα δεν προκύπτει ούτε από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, όπως καταδείχθηκε ανωτέρω.
Εξάλλου, δεν προσκομίζει τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων ετών λήψης των δανείων ώστε να προκύψει η δυνατότητα εξυπηρέτησής τους. Σε κάθε περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα επιβεβαιώνονται εισοδήματα, τα οποία επουδενί δεν ήταν αρκετά να καλύψουν ταυτόχρονα και τον ανωτέρω δανεισμό αλλά και το κόστος διαβίωσης της αιτούσας, η οποία μάλιστα δηλώνει διαζευγμένη και επομένως απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στο ατομικό της εισόδημα για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της και για την εξυπηρέτηση των δόσεων των οφειλών της.
Ειδικότερα, κατά τα έτη από 2011 έως 2014 η αντίδικος δηλώνει κατά μέσο όρο με βάση τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα μηνιαίο εισόδημα ύψους 385,00 ευρώ. Από τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα δεν προκύπτουν εισοδήματα τέτοια που να επιτρέπουν την κανονική εξυπηρέτηση των οφειλών της. Ειδικότερα, η αντίδικος ανέλαβε την υποχρέωση αποπληρωμής υψηλών στεγαστικών δανείων προς την Τράπεζά μας παρέχοντας εγγύηση υπέρ της συζύγου του γιου της, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο της μη αποπληρωμής τους διότι γνώριζε ήδη κατά το χρόνο ανάληψής τους, λόγω των περιορισμένων εισοδημάτων της, την αδυναμία πληρωμής τους.
Σε κάθε περίπτωση δανεισμός τέτοιου ύψους κρίνεται υπερβολικός για τα δεδομένα ενός συνταξιούχου και δεν δικαιολογείται ούτε από τις εισοδηματικές της δυνατότητες ούτε από τις οικογενειακές της ανάγκες. Με βάση όλα τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, καθίσταται σαφές ότι η αιτούσα είχε περιαγάγει τον εαυτό της σε δόλια αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της, πριν καν ανακύψει η σχετική ευθύνη της γι' αυτά, δηλαδή ήδη από το χρόνο της λήψης των δανείων.
Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα της αιτούσας είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Αντίστοιχα, ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.....''.
Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία. Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της οφειλέτου.
Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ [ότι αυτοί (ισχυρισμοί περί αοριστίας) δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας], κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021). Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 10-11-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9896/656/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 4281/2019 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ