Legislator Case Law & Legislation
1851/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation claim where employer's liability is absent despite reputation damage.

Case Number 1851/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision in a labor dispute. The appellant argued that the employer should be liable for defamation regarding his dismissal due to false accusations of financial misconduct. The court rejected this claim because the employer did not act with fault or intent in spreading the rumors. Consequently, no unlawful infringement of personality rights occurred, and the appeal was invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; A claim for damages for personality infringement fails without proof of employer fault or intent in disseminating damaging rumors.

Keywords

AI generated
personality rights infringement employer liability defamation in labor dispute fault requirement appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1851 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1851/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1104/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3382/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/8/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24.8.2021 και με αριθμό κατάθεσης 7017/878/13.9.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3382/22.7.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 24.7.2017 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 562542/503832/25.7.2017 έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας -αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 1104/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων επίσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, είχε δεχθεί την από 20.5.2012 και με αριθμό κατάθεσης 102149/2484/2012 αγωγή του ενάγοντος -αναιρεσείοντος και του είχε επιδικάσει το ποσό των 112.474,59 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο κατά τα διαλαμβανόμενα στην πρωτόδικη απόφαση, κηρύσσοντας την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή για το ως άνω επιδικασθέν ποσόν, συνολικού ύψους 132.474,59 ευρώ.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση, β) κήρυξε κατηργημένη τη δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση της από 20.5.2012 και με αριθμό κατάθεσης 102149/2484/2012 αγωγής ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας, ως παράνομης και καταχρηστικής, της εκ μέρους της εναγομένης από 30.4.2012 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος- εφεσίβλητου, μετά τη στη δευτεροβάθμια δίκη παραίτηση τούτου από το ως άνω αγωγικό αίτημα, την οποία (παραίτηση) έκρινε παραδεκτή, γ) δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, δ) εξαφάνισε τη με αριθμό 1104/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ε) κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή και την απέρριψε κατ' ουσίαν, καταδικάζοντας τον ενάγοντα -εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης-εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και στ) διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεσθεί η προσωρινώς εκτελεστή διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, υποχρεώνοντας τον ενάγοντα-εφεσίβλητο-αναιρεσείοντα να καταβάλει στην εναγομένη-εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 183.989,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση σε αυτόν της απόφασής του.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από ηττηθέντα διάδικο νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 13.9.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 22.7.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ορίζεται ότι: "1. Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλη την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι' αδίκημα εν γένει, φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος" και με το άρθρο 7 εδαφ.

α του ν. 3198/1955 ορίζεται ότι: "Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ` αυτών μηνύσεως συμφώνως προς τα υπό της παραγράφου 1 του άρθρ. 5 του ν. 2112 ή της παραγράφου 1 του άρθρ. 6 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζομένα.". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα:

Ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει χωρίς προθεσμία την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, αν εναντίον του υπαλλήλου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος. Η αξιόποινη πράξη, για την οποία υποβλήθηκε μήνυση σε βάρος υπαλλήλου, πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσβάλλει έννομα αγαθά (προσωπικά ή περιουσιακά) του εργοδότη, αλλά μπορεί να στρέφεται κατά τρίτων.

Σε περίπτωση κατά την οποία η αξιόποινη πράξη δεν έχει σχέση με την εκτέλεση της ανατεθειμένης στον υπάλληλο υπηρεσίας, πρέπει να έχει απαγγελθεί κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα, το οποίο έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (ΑΠ 725/2020), υπό την προϋπόθεση, όμως, το απαγγελθέν πλημμέλημα να επηρεάζει δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης.

Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τους οριζόμενους στις ως άνω διατάξεις λόγους δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του νόμου 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., εκτός αν κατ' επίφαση έγινε για ένα εκ των λόγων αυτών, ενώ στην πραγματικότητα η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., όπως αν έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, οπότε η απόλυσή του είναι άκυρη, καθότι προσκρούει στο άρθρο 281 Α.Κ (ΑΠ 930/2017, ΑΠ 444/2016, 1722/2008).

Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 7 εδαφ. α του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι δεν καθορίζεται με αυτές το περιεχόμενο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ούτε επιβάλλεται στον καταγγέλλοντα εργοδότη η υποχρέωση να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν σ' αυτήν, ως στοιχείο του κύρους της.

Ειδικά δε προκειμένου περί καταγγελίας συνεπεία υποβολής μήνυσης ή απαγγελίας κατηγορίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο αυτής η αναγραφή των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο εργαζόμενος, αλλά αρκεί να γνωστοποιείται εγγράφως ότι η απόλυσή του γίνεται μετά από μήνυση την οποία υπέβαλε ο καταγγέλλων εργοδότης είτε και τρίτος, ή μετά από απαγγελία κατηγορίας για αξιόποινες πράξεις, που τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος (ΑΠ 1722/2008, ΑΠ 1030/2020).

Επίσης δεν απαιτείται να αναφέρεται στο έγγραφο της καταγγελίας ότι η τέλεση του αποδιδόμενου στον εργαζόμενο αδικήματος επηρεάζει δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης και καθιστά δυσχερή για τον εργοδότη τη συνέχισή της (ΑΠ 1511/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1082/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαίως, προσάπτονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τα άρθρα 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 7 εδαφ.α του ν. 3198/1955, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα και με ανεπαρκή (ανύπαρκτη) αιτιολογία υπήγαγε στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις παραδοχές του ότι οι μηνύσεις τις οποίες ο αναιρεσείων υπέβαλε σε βάρος των πρώην συναδέλφων του στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα, για τις οποίες μηνύθηκε και αυτός και από τις οποίες σε μία καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης, τελέσθηκαν κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων ως τραπεζικού υπαλλήλου και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-εργοδότριας καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης του χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης είναι έγκυρη και νόμιμη.

Επιπλέον, κατά τον αναιρεσείοντα, αν και για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων απαιτούνται οι προϋποθέσεις: α) να έχει υποβληθεί μήνυση για αξιόποινη πράξη του υπαλλήλου, που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή να έχει ασκηθεί κατ' αυτού δίωξη για κάθε άλλη αξιόποινη πράξη που φέρει τουλάχιστον το χαρακτήρα πλημμελήματος, β) η μήνυση να είναι αληθής και να στηρίζεται στην πεποίθηση του εργοδότη ότι ο μισθωτός έχει πραγματικά τελέσει την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται και να μη γίνεται προσχηματικά και γ) η διάπραξη της αξιόποινης πράξης να επηρεάζει τη σχέση εργασίας κατά τρόπο ουσιώδη και δυσμενή για την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης του εργοδότη, εντούτοις το Εφετείο δεν διέλαβε αιτιολογία σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση που απαιτείται για την εφαρμογή τους.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα ουσιώδη ως προς την έρευνα των ως άνω αναιρετικών λόγων: "Την 22.06.1981 προσλήφθηκε ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...." (ήδη αναιρεσίβλητη), στον λογιστικό κλάδο ως δόκιμος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία στη συνέχεια κατέστη αορίστου χρόνου.

Εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 01.07.2000 και από την 05.06.2002 μετατέθηκε στην Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Αθηνών Γ' όπου υπηρετούσε ως Υποδιευθυντής μέχρι τις 19.07.2010, εν συνεχεία δε υπηρέτησε στην Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Αθηνών Β'. Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την ... οπότε η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας χωρίς την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσης, επικαλούμενη στο έγγραφο της καταγγελίας την έλλειψη υποχρέωσής της για καταβολή αποζημίωσης λόγω των υποβληθεισών σε βάρος του μηνύσεων στις 27.04.2012. [...].

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μέχρι το έτος 2001 η συνεργασία του ενάγοντος με την εναγομένη και τους συναδέλφους του κύλησε ομαλά, η αξιολόγησή του δε ως υπαλλήλου της εναγομένης υπήρξε άριστη. Ωστόσο, από το έτος 2001 και εντεύθεν τα δελτία αξιολόγησης του ενάγοντος εμφάνιζαν αρνητικούς δείκτες αξιολόγησης [...] και για το λόγο αυτό με τις από 27.08.2003, 20.04.2004 και 09.08.2004 αγωγές που απηύθυνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της εναγομένης, ζητούσε να αναγνωρισθεί για τους αναφερόμενους σ'αυτές λόγους, η ακυρότητα των δελτίων αξιολόγησής του για τα έτη 2001, 2002 και 2003 και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, εξαιτίας της μη σύννομης και με τρόπο καταχρηστικό σύνταξης των εν λόγω δελτίων αξιολόγησής του, τα αναφερόμενα στις εν λόγω αγωγές ποσά για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 143/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου που απέρριψε αυτές ως μη νόμιμες. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών το ένδικο μέσο της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 8473/2005 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, αφού και το Δικαστήριο τούτο έκρινε τις αγωγές ως νόμω αβάσιμες.

Ακολούθως, κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο ενάγων άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου επί της οποίας εκδόθηκε η 72/2010 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση. Περαιτέρω, ο ενάγων την 04.01.2008 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών έγκληση κατά της εναγομένης και κατά παντός υπευθύνου για νόθευση του Δελτίου Αξιολόγησης και Ανάπτυξης Υπαλλήλου (εφεξής Δ.Α.Α.Υ.) έτους 2001, η οποία απορρίφθηκε με την υπ.'αριθμ.

ΕΓ128- 08/04/3Δ/25.01.2008 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Περαιτέρω, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 23.06.2009 μήνυση κατά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, της πληρεξούσιας δικηγόρου της Μαρίας Βασιλικού, η οποία την εκπροσώπησε στις προαναφερόμενες πολιτικές δίκες που ανοίχθηκαν συνεπεία των παραπάνω αγωγών που άσκησε (ο ενάγων) κατά της εναγομένης και κατά του συναδέλφου του, τότε Προϊσταμένου του Τμήματος Επεξεργασίας και Αναθεώρησης Δ.Α.Α.Υ της Διεύθυνσης Προσωπικού Γ.

Κ., για απάτη ενώπιον Δικαστηρίου και χρήση πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση, πράξεις οι οποίες κατά το περιεχόμενο της ανωτέρω μήνυσης σχετίζονταν με το Δελτίο Αξιολόγησής του, έτους 2001, η οποία απορρίφθηκε με την υπ.'αριθμ.ΕΓ82-09/142/15Δ/01.09.2009 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, εν συνεχεία δε επικυρώθηκε με την 846/25.09.2009 Διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών.

Στις 06.07.2009 ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 06.07.2009 μήνυση κατά του συναδέλφου του Γ. Κ. για ψευδορκία μάρτυρα , η οποία επίσης σχετιζόταν με ένορκη κατάθεση του τελευταίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών σχετικά με την από 16.01.2008 μηνυτήρια αναφορά του ιδίου (ενάγοντος) περί νόθευσης μετά χρήσεως του δελτίου αξιολόγησής του έτους 2001, απορρίφθηκε δε δυνάμει της ...

Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών εν μέρει ως νόμω αβάσιμη, και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη, επικυρώθηκε δε από την υπ.'αριθμ.1066/10/20.05.2011 απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Στις 27.01.2012 ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση κατά των συναδέλφων του Π.

Κ., Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαιτήσεων σε καθυστέρηση, Μ. Π., συνταξιούχου πρώην Διευθυντή της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Αθηνών Γ, Π. Λ., Διευθυντή της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Αθηνών Β' και Χ. Π., Υποδιευθύντριας της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Αθηνών Β' καθώς και κάθε συναιτίου, σύμφωνα με την ως άνω μήνυση, που συνέπραξε στη μεθόδευση, συγκάλυψη και νομιμοποίηση των παράτυπων παράνομων ενεργειών των παραπάνω, με πράξεις που αντιβαίνουν, ή αυθαίρετα τροποποιούν διατάξεις του Συστήματος Αξιολόγησης και Ανάπτυξης Προσωπικού της εναγομένης και κατ' επέκταση του Κανονισμού Εργασίας και ζητούσε την ποινική τους δίωξη, κατηγορώντας αυτούς και δη τους Π.

Κ. και Μ. Π., υπαλλήλους της εναγομένης με τις ειδικότερα αναφερόμενες παραπάνω ιδιότητές τους ότι νόθευσαν το από 2.2.2007 Δελτίο Αξιολόγησής του για το έτος 2006 ως υπαλλήλου της εναγομένης που είχε συνταχθεί από τον τότε Υποδιευθυντή Α' της Ειδικής Μονάδας Καθυστέρησης Αθηνών Γ-ΕΜΚΑ Μ. Π. και είχε προσυπογραφεί από τον Π.

Κ., τον δε Π. Λ. με την παραπάνω ιδιότητά του, την Χ. Λ. (εννοεί Π.) ως Υποδιευθύντρια της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Αθηνών Β' στην εναγομένη και τον Μ. Π., επίσης με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, για παράβαση καθήκοντος που σχετιζόταν με το ανωτέρω δελτίο αξιολόγησής του. Επί της ανωτέρω μήνυσης εκδόθηκε η υπ.'αριθμ. ...

απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών η οποία επικυρώθηκε με την 419/13.07.2012 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Στις 13.03.2012 ο ενάγων υπέβαλε την από 15.02.2012 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία κατηγορούσε τον συνάδελφό του Π. Κ. και κάθε άλλο υπαίτιο για παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο ανωτέρω μηνυόμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητά του και ως μέλος της συλλογικής αξιολόγησής του στο Δελτίο Αξιολόγησης και Ανάπτυξης Υπαλλήλου (Δ.Α.Α.Υ.) έτους 2006, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα σχετικά με το ανωτέρω Δελτίο Αξιολόγησής του για την ασφάλεια των δεδομένων που τον αφορούσαν, τα οποία χαρακτηρίστηκαν εμπιστευτικά και κυρίως την προστασία του από την απαγορευμένη διάδοσή τους σε τρίτους, με αποτέλεσμα να καταστεί γνωστό το περιεχόμενο του Δελτίου Αξιολόγησής του στους συναδέλφους του και να διασυρθεί, καθόσον στο εν λόγω Δελτίο περιλαμβανόταν αφενός μεν το ερώτημα του Α' κριτή Μ.

Π. για έκπτωσή του από τη θέση του Υποδιευθυντή, αφετέρου δε πλήθος αστήρικτων, αναιτιολόγητων και αναπόδεικτων μομφών των κριτών του με μειωτικές κατά του προσώπου του εκφράσεις. Επί της ανωτέρω έγκλησης εκδόθηκε η ΕΓ 63-12/252/19Δ/12/28.03.2012 απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Μετά ταύτα, οι ως άνω συνάδελφοι του ενάγοντος, Π.

Κ., Μ. Π.ς, Π. Λ.· και Χ. Π., θεωρώντας ότι έχουν καταμηνυθεί ψευδώς από τον ενάγοντα, την 27.04.2012 υπέβαλαν σε βάρος του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 26.04.2012 έγκληση, με την οποία ζητούσαν την τιμωρία του για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή που ισχυρίζονταν ότι τέλεσε σε βάρος τους με την υποβολή της από 27.01.2012 μήνυσής του, ενώ ο συνάδελφός του Π.

Κ. υπέβαλε σε βάρος του την 27.04.2012 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 26.04.2012 έγκληση, με την οποία τον καταμήνυσε ότι την 13.03.2012 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος του την από 15.02.2012 μήνυση, εν γνώσει της αναλήθειας των όσων ισχυριζόταν και δη ότι με την ιδιότητά του ως Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαιτήσεων σε Καθυστέρηση Μονάδας της Διοίκησης της εναγομένης και ως μέλος της συλλογικής αξιολόγησής του προέβη σε παραβίαση της οικείας νομοθεσίας επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ότι κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν προσέβαλε την τιμή και την υπόληψή του.

Κατόπιν των ανωτέρω δύο μηνύσεων, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος όσον αφορά την υποβληθείσα μήνυση των συναδέλφων του Π. Κ., Μ. Π., Π. Λ., και Χ. Π. για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή, όσον αφορά δε την υποβληθείσα σε βάρος του μήνυση του συναδέλφου του Π. Κ., ασκήθηκε επίσης ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε όσον αφορά στην αποδοθείσα στον ενάγοντα κατηγορία για την ψευδή καταμήνυση κατά συρροή και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή που φέρεται ότι τέλεσε στις 27.01.2012 σε βάρος των συναδέλφων του Π. Κ., Μ. Π., Π. Λ. και Χ. Π. με την υποβολή ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών της από 27.01.2012 μήνυσης, ο ενάγων τελικά απαλλάχθηκε (ελλείψει δόλου) δυνάμει της με αριθμό 2011/2018 αμετάκλητης ήδη απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών [...].

Εξάλλου, όσον αφορά στην αποδοθείσα στον ενάγοντα κατηγορία για την ψευδή καταμήνυση και τη συκοφαντική δυσφήμηση που φερόταν ότι τέλεσε στις 13.03.2012 σε βάρος του συναδέλφου του Π. Κ. με την υποβολή ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών της από 15.02.2012 μήνυσης, με την οποία τον κατηγορούσε κατά τα προεκτεθέντα ότι προέβη σε παραβίαση του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που συνίστατο στη γνωστοποίηση αυτών με την παράδοση του από 22.02.2007 δελτίου αξιολόγησής του σε τρίτα πρόσωπα, με αποτέλεσμα να καταστεί γνωστό το περιεχόμενο του Δελτίου Αξιολόγησής του, που αφορούσε το έτος 2006, στους συναδέλφους του και να διασυρθεί, στις 08.11.2016 εκδόθηκε η 35909/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για την τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και ενός (1) μηνός με τριετή αναστολή.

Εν συνεχεία, ο ενάγων άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης, η οποία εκδικάστηκε την 23.02.2018 από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών και εκδόθηκε η 1338/2018 απόφαση με την οποία κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης [...], όσον αφορά δε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης το ανωτέρω Δικαστήριο τη μετέτρεψε σε απλή δυσφήμηση (κατά πλειοψηφία [...]) και έπαυσε υφ'όρον ομόφωνα την ποινική δίωξη κατά του ενάγοντος (κατηγορουμένου) κατ' άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.4411/2016.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1972/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου (τμήμα Ε' ποινικό), η οποία αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Μετά την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης, η υπόθεση συζητήθηκε την 04.03.2020 ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) και εκδόθηκε η 1272/2020 απόφαση, με την οποία ο ενάγων κηρύχθηκε ομόφωνα ένοχος τόσο για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του συναδέλφου του Π.

Κ. όσο και για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ίδιου και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και ενός μηνός με τριετή αναστολή. Κατά της ανωτέρω απόφασης δεν αποδείχθηκε ότι έχει ασκηθεί εκ νέου αναίρεση [...]. Εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του ενάγοντος στρεφόμενης κατά του συναδέλφου του Π.

Κ. - ανωτάτου στελέχους της εναγομένης (Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαιτήσεων σε καθυστέρηση), κλονίστηκε η σχέση εμπιστοσύνης και ομαλής συνεργασίας που υπήρχε με την εργοδότρια-εναγομένη, η οποία μετά την υποβολή της ανωτέρω μήνυσης στις ... κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.

Η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη, επέφερε δε έκτοτε αζημίως για την εναγομένη τη λύση της εργασιακής σχέσης, αφού τελικά ο ενάγων καταδικάστηκε αμετακλήτως για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε σε βάρος του συναδέλφου του Π. Κ.. Από τα ίδια δε ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο ενάγων, τελέστηκαν κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και επ' αφορμή αυτών, αφού η μήνυση που υπέβαλε σε βάρος του ο συνάδελφός του Π.

Κ. στις 27.04.2012 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως γενεσιουργό αιτία έχει τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε σε βάρος του ο ενάγων, συνεπεία της εμπλοκής του ανωτέρω υπαλλήλου (Π. Κ.) με την ιδιότητά του ως ανωτάτου στελέχους της εναγομένης (Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαιτήσεων σε καθυστέρηση), - Προϊσταμένου του (ενάγοντος) και μέλους της συλλογικής αξιολόγησής του στο δελτίο αξιολόγησης αυτού (ήτοι του ενάγοντος) και αφορούσε την υπηρεσιακή απόδοση του τελευταίου κατά το έτος 2006.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι η μήνυση που υποβλήθηκε σε βάρος του ενάγοντος από τον ανωτέρω συνάδελφο του Π. Κ. δεν αφορούσε προσωπικές μεταξύ τους διαφορές ως ιδιωτών, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από τον ενάγοντα και δη ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ.1 του ν.2112/1920. [...].

Το γεγονός ότι ο ενάγων αθωώθηκε δυνάμει της 2011/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή που κατηγορήθηκε ότι τέλεσε σε βάρος των συναδέλφων του Π. Κ., Μ. Π., Π. Λ. και Χ. Π. με την υποβολή εκ μέρους του στις 27.01.2012 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυσης σε βάρος τους, δεν αναιρεί το δικαίωμα της εναγομένης για καταγγελία της εργασιακής σύμβασης αζημίως, καθόσον σύμφωνα με το περιεχόμενο της από ...

καταγγελίας, η εναγομένη κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση συνεπεία όχι μόνο της υποβληθείσας στις 27.04.2012 μήνυσης σε βάρος του των συναδέλφων του Π. Κ., Μ. Π., Π. Λ. και Χ. Π., αλλά και λόγω της υποβληθείσας στις 27.04.2012 μήνυσης του συναδέλφου του Π. Κ., συνεπεία της οποίας ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση και για συκοφαντική δυσφήμηση, πράξεις για τις οποίες [...] ο ενάγων καταδικάστηκε αμετακλήτως, ως εκ τούτου ουδεμία υποχρέωση έχει η εναγομένη για καταβολή αποζημίωσης σ' αυτόν λόγω της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης.

Η δε καταγγελία δεν πάσχει αοριστίας αφού [...] η μη αναγραφή σ'αυτήν των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες υποβλήθηκε μήνυση, δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της, αρκεί μόνο η αναφορά ότι έγινε μετά από μήνυση, στοιχείο το οποίο αναγράφεται στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το έγγραφο της από ...

καταγγελίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση (και) κατά τη διάταξή της με την οποία επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα αποζημίωση απόλυσης ύψους 112.474,59 ευρώ και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 7 εδαφ. α του ν. 3198/1955, οι οποίες εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Τούτο διότι, υπό τις ως άνω κατά λέξη παρατιθείσες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις παραδοχές του, ορθά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ήταν νόμιμο το δικαίωμα της εναγομένης - αναιρεσίβλητης - εργοδότριας στις 30.4.2012 να καταγγείλει την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος -αναιρεσείοντος -εργαζομένου της χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης εξαιτίας της προηγηθείσας υποβολής μήνυσης σε βάρος του και από το συνάδελφό του Π.

Κ. για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμισης, τις οποίες, επίσης, δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε διαπράξει κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και επ' αφορμή αυτών, καθότι η από 27.4.2012 μήνυση σε βάρος του αναιρεσείοντος είχε ως γενεσιουργό αιτία την ψευδή εκ μέρους του αναιρεσείοντος καταμήνυση του μηνυτή, υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως ανωτάτου στελέχους της εναγομένης (διευθυντή της διεύθυνσης απαιτήσεων σε καθυστέρηση), προϊσταμένου του αναιρεσείοντος και μέλους της συλλογικής αξιολόγησης, που αφορούσε την υπηρεσιακή αξιολόγηση του αναιρεσείοντος κατά το έτος 2006 όπως αποτυπώθηκε στο σχετικό δελτίο αξιολόγησής του και δεν αφορούσε σε προσωπικές διαφορές τους ως ιδιωτών.

Εξάλλου, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απαιτείται να διαλάβει αιτιολογία σχετικά με το κατά πόσο οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταμηνύθηκε ο αναιρεσείων, επηρέαζαν δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης.

Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, η ως άνω προϋπόθεση απαιτείται μόνο στην περίπτωση που έχει απαγγελθεί σε βάρος του υπαλλήλου κατηγορία για αξιόποινη πράξη του που έχει το χαρακτήρα πλημμελήματος και διαπράχθηκε εκτός υπηρεσίας, περίπτωση η οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών και περί αυτού διέλαβε την ακόλουθη πλήρη και σαφή αιτιολογία (βλ. εμπρόσθια σελίδα του 10ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης): "Εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) στρεφόμενης κατά του συναδέλφου του Π. Κ. - ανωτάτου στελέχους της εναγομένης (διευθυντή της Διεύθυνσης Απαιτήσεων σε καθυστέρηση) κλονίστηκε η σχέση εμπιστοσύνης και ομαλής συνεργασίας που υπήρχε με την εργοδότρια -εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) [...]".

Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερευνήθηκαν ενιαία και με τους οποίους υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Με το δεύτερο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της το με αριθμό 4-52-Β-11/27.4.2012 έγγραφο - εισηγητικό σημείωμα της Διεύθυνσης Προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσε στην κατ' έφεση δίκη προς απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του ότι σε αυτό περιέχεται ομολογία της αντιδίκου του ότι τα αδικήματα, για τα οποία υποβλήθηκε στον αναιρεσείοντα μήνυση, δεν διαπράχθηκαν στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του ως υπαλλήλου της.

Σχετικά με τον ως άνω αναιρετικό λόγο πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Από τη σαφή αναφορά που διαλαμβάνεται στο έβδομο (7ο) φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της εναγομένης Π. Λ., την άνευ όρκου εξέταση του ενάγοντος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου [...], κατά τη δικάσιμο της 23.04.2013, που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, τις με αριθμούς 4182/22.04.2013, 4183/22.04.2013, 4184/22.4.2013, 4193/22.04.2013 ένορκες βεβαιώσεις των Β.

Μ., Χ. Π., Θ. Β. και Δ. Ρ. αντίστοιχα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επαναπροσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγομένη -εκκαλούσα και οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια αυτής κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου της εναγομένης προ 24 τουλάχιστον ωρών όπως προκύπτει από την με αριθμό 3367/18.4.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.

Φ. [...], καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν παραδεκτά για πρώτη φορά, στην παρούσα, κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ, [...] προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, ορισμένα εκ των οποίων ειδικώς αναφέρονται κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης [...], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:", σε συνδυασμό με τις πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, που κατά λέξη παρατέθηκαν, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και το με αριθμό 4-52-Β-11/27.4.2012 έγγραφο -εισηγητικό σημείωμα της Διεύθυνσης Προσωπικού της εναγομένης -εκκαλούσας -αναιρεσίβλητης, το οποίο με επίκληση προσκομίσθηκε από τον ενάγοντα -εφεσίβλητο -αναιρεσείοντα και το οποίο συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδαφ. α του ν. 3996/2011 και των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι: (α) χρηματική ικανοποίηση παρέχεται με τη συνδρομή απαραίτητα και του στοιχείου της υπαιτιότητας και στις περιπτώσεις παράνομων ενεργειών (πράξεων ή παραλείψεων) του εργοδότη, με τις οποίες προσβάλλεται η προσωπικότητα του εργαζόμενου και υπό οποιανδήποτε εκδήλωσή της και (β) η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση εκ μέρους του καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αποτελεί ποινικό αδίκημα (άρθρο 28 παρ. 1 εδαφ.

α του ν. 3996/2011), με την παράλειψη όμως πληρωμής αυτής, ολικά ή εν μέρει, ο απολυθείς εργαζόμενος δεν χάνει την αξίωσή του προς λήψη της αποζημίωσής του και επομένως δεν υπάρχει ζημία του με αιτία την παράνομη σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955, συμπεριφορά του εργοδότη. Κατά συνέπεια η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για καταβολή της ενοχικά οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης δεν συνιστά αδικοπραξία και, κατά περαιτέρω συνέπεια, δεν θεμελιώνει και αξίωση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας του απολυθέντος εργαζόμενου, αφού και αυτή προϋποθέτει αδικοπραξία (ΑΠ 670/2016).

Με τον τέταρτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57,58, 299, 914, 932, 648 και 672 του ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, την οποία υπέστη από την απόλυσή του που συντελέσθηκε υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, η οποία και μόνη της συνιστά και αδικοπραξία.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Κατά την ένδικη, από 20.5.2012, αγωγή ο ενάγων -αναιρεσείων θεμελιώνει το αίτημά του για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης :α) στην από αυτόν επικαλούμενη ακυρότητα της εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης λόγω καταχρηστικότητας, β) στην άρνηση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης να αποδέχεται την εργασία του λίγους μήνες πριν τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του, εξαιτίας της οποίας του στέρησε το δικαίωμά του στην εργασία, ήτοι στο μοναδικό μέσο βιοπορισμού του και του προκάλεσε δυσμενείς συνέπειες στα ασφαλιστικά του δικαιώματα και γ) στην υφέρπουσα φήμη ότι η υποβληθείσα σε βάρος του μήνυση, εξαιτίας της οποίας απολύθηκε, οφείλεται σε οικονομικές ατασθαλίες.

Με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα από 23.4.2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία συζητήθηκε η αγωγή, αλλά δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης, καθώς και με τις από 23.4.2013 πρωτόδικες προτάσεις του (βλ. 2η παράγραφο 5ης σελίδας), ο ενάγων παραιτήθηκε από το αίτημα περί επαναπρόσληψής του από την εναγομένη στην ίδια θέση και στα ίδια καθήκοντα, τα οποία είχε πριν την απόλυσή του και κατ' επέκταση και από το αίτημα για καταβολή μισθών υπερημερίας μέχρι 30.10.2012, μετέτρεψε το επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής, ήτοι την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 112.474,59 ευρώ, σε κύριο αίτημα αυτής και περιόρισε το αιτούμενο χρηματικό ποσό για την ηθική του βλάβη από τις 500.000 ευρώ στις 25.000 ευρώ.

Με τη με αριθμό 2998/28.9.2015 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίσθηκε νέα δικάσιμος για την ανασυζήτηση της υπόθεσης η 1.10.2015, οπότε η υπόθεση ανασυζητήθηκε και εκδόθηκε η με αριθμό 1104/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή και κατά της οποίας η εναγομένη -εκκαλούσα -αναιρεσίβλητη άσκησε την από 24.7.2017 (με αριθμό κατάθεσης 562542/503832/2017) έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας ο ενάγων -εφεσίβλητος -αναιρεσείων με τις από 1.12.2020 κατατεθείσες στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών προτάσεις του (σελ. 25), παραιτήθηκε μερικά από το δικόγραφο της αγωγής ως προς πρώτο αγωγικό του αίτημα, με το οποίο ζητούσε να αναγνωρισθεί για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους ότι είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική η εκ μέρους της εναγομένης -εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης.

Κατόπιν αυτού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε κατά το παραπάνω αίτημά της και κήρυξε κατηργημένη τη μεταξύ των διαδίκων δίκη και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας κατά το μέρος τούτο, στη συνέχεια δε δέχθηκε ότι: "μετά τη νομότυπη παραίτηση του εφεσιβλήτου -ενάγοντος από το αγωγικό αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, που συνοψίζονται σε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, το αίτημά του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνδέει με την καθ' υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται στο άρθρο 281 ΑΚ καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εργοδότριά του -εναγομένη και τις συνέπειες που είχε η εν λόγω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά στην προσβολή της προσωπικότητάς του, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο [...]".

Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας το περιεχόμενο και τα αιτήματα της ένδικης αγωγής όπως αυτά παραδεκτά περιορίστηκαν, ορθά ερμήνευσε τα άρθρα 57, 59, 281, 299, 648, 672, 914 και 932 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955 και κατ' ορθή εφαρμογή αυτών απέρριψε ως μη νόμιμο το (μερικότερο) αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης.

Τούτο διότι, (μετά τη στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραίτηση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος από το αίτημά του να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική η εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης) το κυρίως αίτημα της αγωγής περιορίστηκε μόνο στην επιδίκαση της μη καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, της οποίας, όμως, η μη καταβολή, όπως ήδη εκτέθηκε συνιστά μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης της εναγόμενης -αναιρεσίβλητης και δημιουργεί ενοχική αξίωση στον ενάγοντα -αναιρεσείοντα προς λήψη αυτής και δεν συνιστά αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης-εργοδότριας και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος-εργαζόμενου κατά την έννοια των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ.

Επομένως, ο τέταρτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 237/2019, ΑΠ139/2014).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 237/2019). Με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα του ενάγοντος -αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, χωρίς να λάβει υπόψη του τον αγωγικό του ισχυρισμό, τον οποίο επανέλαβε ως εφεσίβλητος και με τις προτάσεις του, ότι έχει γίνει γνωστό (στην εναγομένη τράπεζα και σε υπαλλήλους της) ότι απολύθηκε εξαιτίας μήνυσης και ότι υφέρπει η φήμη ότι η μήνυση οφείλεται σε οικονομικές του ατασθαλίες (στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του ως υπαλλήλου της εναγομένης), αν και (κατά τον αναιρεσείοντα) ο ισχυρισμός του αυτός τείνει στη θεμελίωση του ουσιαστικού του δικαιώματος να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του και άρα στηρίζει κατά νόμο το συγκεκριμένο αγωγικό του αίτημα.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που ήδη παρατέθηκαν στο πλαίσιο έρευνας του τέταρτου λόγου αναίρεσης, το Εφετείο ερεύνησε και τον ως άνω ισχυρισμό του ενάγοντος-εφεσίβλητου- αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως μη νόμιμο.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ερευνώμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, καθότι ο ως άνω ισχυρισμός του ενάγοντος -αναιρεσείοντος είναι κατά νόμο αβάσιμος και ως εκ τούτου δεν είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ο ενάγων -αναιρεσείων δεν επικαλείται υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) της εναγομένης -αναιρεσίβλητης τόσο στη διάδοση του γεγονότος ότι απολύθηκε εξαιτίας μήνυσης, όσο και στην υφέρπουσα φήμη ότι η μήνυση αυτή οφείλεται σε οικονομικές του ατασθαλίες ως υπαλλήλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 20.5.2012 αγωγής, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Δίχως δε τη συνδρομή του στοιχείου της υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης -εργοδότριάς του δεν υφίσταται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος - εργαζόμενου, υπό οποιαδήποτε εκδήλωσή της. Ενόψει αυτών, ο ως άνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 24.8.2021 και με αριθμό κατάθεσης 7017/878/13.9.2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.8.2021 και με αριθμό κατάθεσης 7017/878/13.9.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3382/22.7.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ