Supreme Court allows appeal against auction ranking decision, ruling the court lacks authority to restructure the ranking table without notice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision regarding the ranking of creditors in an auction. The State argued that the appellate court erred by refusing to restructure the ranking table to include the General Bank of Greece as a secondary creditor. The court held that the procedure for ranking is unified but not indivisible, meaning a decision on an objection only affects the specific objector and cannot alter the positions of other creditors without their consent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 975 and 979 of the Code of Civil Procedure; The procedure for ranking creditors is unified but not indivisible, meaning a decision on an objection limits the court's authority to the specific objector and cannot restructure the ranking table to benefit other creditors who did not file an objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1851 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1851/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Χόνδρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2803/1995 μη οριστική, 823/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2906/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 25-2-2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 27-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης, που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατατάσσονται στον πίνακα οι απαιτήσεις με τη σειρά που καθορίζει η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 979 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει, αφενός ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού καλεί εκείνον υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και τους δανειστές να λάβουν γνώση του πίνακα κατάταξης (παρ.1), αφετέρου ότι μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση οποιοσδήποτε των ανωτέρω έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα κατάταξης με ανακοπή, η οποία στρέφεται κατά των δανειστών μόνο των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (παρ.2), προκύπτει:
α) 'Οτι η διαδικασία της κατατάξεως είναι μεν ενιαία αλλά όχι και αδιαίρετος και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μόνο στους διαδίκους της δίκης της ανακοπής, χωρίς να επηρεάζει τη θέση των άλλων δανειστών, άρα και το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται στα όρια του αιτήματός της και δεν έχει εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως στην αναδιάρθρωση όλου του πίνακα κατατάξεως.
Επομένως, κατά την προκύπτουσα από τη διάταξη του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ. αρχή της προλήψεως, εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής ο οποίος δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν έχει μείζον προνόμιο κατατάξεως. β) 'Ότι έννομο συμφέρον για την άσκηση της ανακοπής έχει, από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 979 παρ.1, εκείνος που αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως και επιδιώκει την κατάταξή του στο ποσό που θα ελευθερωθεί (Α.Π 756/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε επί ανακοπής του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του πίνακα κατατάξεως 51372/1994 της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Τσαφαρά, διώκουσας, μεταξύ άλλων, την μεταρρύθμιση του πίνακα όσον αφορά το ποσό των 7.676.570 δρχ.
στο οποίο κατετάγη τυχαία η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, ως προς το οποίο ζήτησε να καταταγεί αυτό επικουρικά, δεδομένου ότι δεν είχε προβλεφθεί στον πίνακα επικουρική κατάταξη για το εν λόγω ποσό. Το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της έφεσης του Δημοσίου έκρινε εμπρόθεσμη την ανακοπή του τελευταίου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί αντίθετα, απέρριψε τον λόγο της ανακοπής για μεταρρύθμιση του πίνακα και επικουρική κατάταξη του ανακόπτοντος στο ποσό των 7.676.570 δρχ.
για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος, με την αιτιολογία ότι αυτό, ως έχον γενικό προνόμιο, περιορίζεται αποκλειστικά στο 1/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος, στο οποίο και κατετάγη για το ποσό των 28.462.141 δρχ., ενώ στα 2/3 του πλειστηριάσματος, σε περίπτωση μεταρρύθμισης του πίνακα θα καταταγούν, επικουρικά, στο ποσό των 7.676.570 δρχ., μόνον οι έχουσες εμπράγματη ασφάλεια και συνεπώς ισχυρότερο προνόμιο Εθνική Τράπεζα και Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες δεν κατετάγησαν λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος, και εντεύθεν μόνο αυτές έχουν έννομο συμφέρον να καταταγούν επικουρικά, δικαίωμα το οποίο δεν ασκούν.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 979 του ΚΠολΔ, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, η διαδικασία της κατατάξεως είναι μεν ενιαία αλλά όχι και αδιαίρετος και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μόνο στους διαδίκους της δίκης της ανακοπής, χωρίς να επηρεάζει τη θέση των άλλων δανειστών.
Ετσι, εάν στην προκειμένη περίπτωση ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής ο οποίος δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν έχει μείζον προνόμιο κατατάξεως. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2906/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ