Supreme Court partially allows appeal against compensation valuation, ruling abuse of right due to economic crisis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the lower court's determination of compensation for expropriated buildings. The hotel company argued that the municipality's request for separate compensation for specific buildings constituted an abuse of right, given the severe economic crisis affecting the region. The Court agreed, holding that the municipality exceeded the limits of good faith and the economic purpose of property rights, thereby overturning the compensation valuation for those specific structures while remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 para. 2 & 4 of the Constitution; Art. 1000 of the Civil Code: The right of a public authority to claim separate compensation for specific buildings during expropriation is prohibited when it constitutes an abuse of right, exceeding the limits of good faith and the economic purpose of property ownership, particularly under conditions of severe economic crisis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1851 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1851/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GRAND HOTEL SUMMER PALACE A.E." που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενη και 2. Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "Αστήρ Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Εταιρεία", η οποία συγχωνεύθηκε σε αυτήν, δι' απορροφήσεως, αμφότερες οι ανωτέρω αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Φουφόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Ροδίων" εδρεύοντος στην Ρόδο Ν. Δωδεκανήσου, νομίμως εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρο Φραράκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 7/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που όρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις. Με την 397/25-11-2003 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου ζήτησε να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2005 μη οριστική και 264/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 4/5/2009 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 528/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναιρεί εν μέρει την απόφαση και παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος. Εκδόθηκε η απόφαση 1/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 27/4/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 29-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο ...".
Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου" η αποζημίωση ορίζεται από τα δικαστήρια ... πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.2882/2001 (ΚΑΑ), ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα.
Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, ότι α) συστατικό που δεν μπορεί να αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ιδίου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατική ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό.
Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδος αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. 'Εχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγωμένων αποδείξεων (ΟλΑΠ 4/2002, ΑΠ 998/2011).
Ακόμα, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικώς σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και προκαλείται έντονη η εντύπωση αδικίας (Ολ.ΑΠ 5/2011 και ΑΠ 158/2012).
Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του (Ολ.ΑΠ 16/2006). Ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκη από την άσκηση του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλ' απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω ή συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 8/01, 1/97, 62/90, 2101/84, 88/80).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή. Η τελευταία υπάρχει αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, σύμφωνα με τα όσα αναλέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 528/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Με την με αριθμό 30/1998 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος (Τμήμα Εφαρμογής Πολεοδομικών σχεδίων) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, προσκυρώθηκε στις αναφερόμενες σε αυτή κτηματολογικές όμορες μερίδες ιδιοκτησίας των καθών, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 1257 τ.μ.
που αποτέλεσε τμήμα της καταργηθείσας δημοτικής οδού Γ.Λέοντος που βρίσκεται στο Ο.Τ. 12 της πόλης της Ρόδου, λόγω τροποποιήσεως του σχεδίου της. Ειδικότερα προσκυρώθηκαν τα ακόλουθα όμορα εδαφικά τμήματα των κτηματολογικών μερίδων ΙΙ153 και Π-158 οικοδομών Ρόδου, ιδιοκτησίας του αιτούντος Δήμου Ροδίων σε όμορες κτηματολογικές μερίδες που ανήκουν κατά κυριότητα στην πρώτη των καθών, της οποίας μέτοχος είναι η δεύτερη των καθών, όπως αυτά αποτυπώθηκαν κατά το εμβαδόν τους στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Γ., που συνέταξε την προαναφερόμενη πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού: α) τμήμα επιφανείας 60 τ.μ. με στοιχεία 1-2-16-17-1, β) τμήμα επιφανείας 46 τ.μ. με στοιχεία 2-3-15-16-2, γ) τμήμα επιφανείας 52 τ.μ. με στοιχεία 3-4-18-14-15-3, δ) τμήμα επιφανείας 84 τ.μ. με στοιχεία 4-5-19-18-4, ε) τμήμα επιφανείας 49 τ.μ. με στοιχεία 5-6-20-19-5, στ) τμήμα επιφανείας 42 τ.μ.
με στοιχεία 6-7-21-20-6, ζ) τμήμα επιφανείας 29 τ.μ. με στοιχεία 7-8-22-21-7, η) τμήμα επιφανείας 326 τ.μ. με στοιχεία 8-9-24-23-22-8, θ) τμήμα Επιφανείας 104 τ.μ. με στοιχεία 10-11-23-24-10, ι) τμήμα επιφανείας 287 τ.μ, μ/ στοιχεία 11-12-20-21-22-23-11 και ια) τμήμα επιφανείας 178 τ.μ. με στοιχεία 12-13-14-18-19-20-12 και συνεπώς προσκυρώθηκε στην ιδιοκτησία των καθών συνολική εδαφική έκταση 1.257 τ.μ.
Τα προσκυρούμενα τμήματα βρίσκονται στην περιοχή "Νεοχώριο" του Δήμου Ροδίων, ανάμεσα στις ... και ... και η ανωτέρω συνολική τους έκταση, που είναι επιμήκης και σε σχήμα ακανόνιστο, απέχει από την παραλιακή οδό ... 50-70 περίπου μέτρα. Η περιοχή αυτή είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη τουριστικά, διότι υπάρχουν κτίρια ξενοδοχείων, εστίασης, εμπορίου τουριστικών ειδών και παροχής υψηλής ποιότητας τουριστικών υπηρεσιών, ενώ εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα των οργανισμών κοινής ωφέλειας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε όλη την προσκυρωθείσα εδαφική έκταση είχαν οικοδομηθεί κτίσματα, που αποτελούν τμήματα του ξενοδοχείου GRAND HOTEL τα οποία είναι τα ακόλουθα: α) ισόγειο και υπόγειο όροφοι, που βρίσκονται στην βόρεια πλευρά του προσκυρούμενου εδάφους και αποτελούνται από χώρους 275 τ.μ. ο κάθε όροφος, οι οποίοι από την κατασκευή τους χρησιμοποιούντο ο μεν υπόγειος χώρος για τη λειτουργία του νυκτερινού κέντρου πολυτελείας "I...", ο δε ισόγειος χώρος για τη λειτουργία του πολυτελούς Bar του ανωτέρω ξενοδοχείου, που αποτέλεσε και χώρο αναψυχής των ενοίκων του, β) ισόγειο και υπόγειο όροφοι έκτασης 90τ.μ.
ο καθένας, που αποτελούν από την κατασκευή τους και έπειτα καταστήματα του ξενοδοχείου και βρίσκονται στο μέσο περίπου της προσκυρούμενης έκτασης και γ) υπόγειο έκτασης 248,5 τ.μ. ισόγειο ίσου εμβαδού και πέντε όροφοι εμβαδού 248,5 τ.μ. ο καθένας, που αποτελούν από την κατασκευή τους και έπειτα διαδρόμους του ξενοδοχείου και οι πάνω από το ισόγειο όροφοι δωμάτια αυτού, ενώ ήδη στον ισόγειο χώρο έχει δημιουργηθεί από ετών ο πολυτελής χώρος του ξενοδοχείου και τα γραφεία διοίκησης και διαχείρισης του.
Τα ανωτέρω αναφερόμενα κτίσματα, η ύπαρξη και η έκταση των οποίων δεν αμφισβητείται από τις καθών, άρχισαν να οικοδομούνται τμηματικά τα έτη 1966-1972 δυνάμει των με αριθμούς .../1966, .../1967, .../1969, .../1970, .../1972 οικοδομικών αδειών και αποτέλεσαν από τότε οργανικά τμήματα του ξενοδοχείου των καθών GRAND HOTEL, το οποίο λειτουργεί πλέον των 40 ετών στην πόλη της Ρόδου και είναι ένα από τα καλλίτερα ξενοδοχεία της.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου με την με αριθμό 7/2001 απόφαση του καθόρισε, ως προσωρινή τιμή μονάδας για την προσκυρωθείσα εδαφική έκταση το ποσό των 180.000 δραχμών ή 528,24 ευρώ ανά τ.μ. και η συνολική καθορισθείσα προσωρινή αποζημίωση ύψους 664.005,87 ευρώ, παρακατατέθηκε από τις καθών και υπέρ του αιτούντος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η παρακατάθεση όμως αυτή δεν επέφερε την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την μετάσταση της κυριότητας του προσκυρούμενου εδάφους στις καθών, αφού για να είναι η αποζημίωση πλήρης και να επιφέρει την μετάσταση της κυριότητας, πρέπει αναγκαία να περιλαμβάνει την αξία του κυρίου πράγματος και των συστατικών, γεγονός το οποίο δεν υφίσταται στην κρινόμενη περίπτωση, αφού με την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δεν καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας για τα ανωτέρω κτίσματα, που υπάρχουν στην προσκυρωθείσα έκταση, όπως ήδη κρίθηκε το ζήτημα αυτό αμετάκλητα με την με προαναφερόμενη με αριθμό ΑΠ 528/2010 απόφαση ...
To Δικαστήριο ... καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της...(23-9-2011), καθόσον έχει παρέλθει έτος από τον καθορισμό της προσωρινής τιμής, σύμφωνα και με τη σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, η πραγματική αξία αυτών (για τα οποία δεν προέκυψε η μέση ετήσια πρόσοδος κατά την τελευταία τριετία) ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής για α) το έδαφος των προσκυρούμενων τμημάτων, στο ποσό 1400 ευρώ ανά τ.μ.
και β) για τα υπάρχοντα κτίσματα ενιαία στο ποσό των 800 ευρώ ανά τ.μ., ποσά στα οποία πρέπει να καθοριστεί η οριστική τιμή...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας - αξίας μόνο των προσκυρουμένων εδαφικών τμημάτων δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρη σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία.
Ειδικώτερα διέλαβε ότι η προσκυρούμενη στο ακίνητο των καθών εδαφική έκταση λόγω της θέσης, σχήματος και μεγέθους της ήταν μη άρτια και κατέστη οικοδομήσιμη, αφού συνυπολογίσθηκε με τη λοιπή έκταση ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου της πρώτης των καθών και ήδη αναιρεσείουσας για την έκδοση των σχετικών οικοδομικών αδειών και στη συνέχεια με βάση αυτές (οικοδομικές άδειες) ανεγέρθηκαν και επ' αυτής τα προαναφερόμενα κτίσματα μεταξύ των ετών 1966-1972 με ενέργειες και δαπάνες για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσείουσας.
Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο ως και για ανεπαρκή και με αντιφάσεις αιτιολογία πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω και όσον αφορά την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του τότε αιτούντος και ήδη αναρεσιβλήτου δήμου, που παραδεκτά πρότειναν οι τότε καθών και ήδη αναιρεσείουσες για αξίωση οριστικής τιμής για τα προαναφερόμενα αναλυτικά ανωτέρω κτίσματα, η οποία κατάχρηση συνίσταται κατά το σχετικό ισχυρισμό των ενισταμένων, όπως αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, στο ότι: "τα ευρισκόμενα επί της προσκυρωθείσας εδαφικής λωρίδας κτίσματα, τα οποία αποτελούν τμήμα του πολυτελούς ξενοδοχειακού κτιριακού συγκροτήματος ("GRAND HOTEL") της πρώτης των καθών, στην επιχείρηση της οποίας συμμετέχει, ως κύριος μέτοχος, η δεύτερη από αυτές, ανεγέρθηκαν με δαπάνες της καθής εταιρείας, ενώ ο αιτών-δικαιούχος της αποζημίωσης-κύριος του οικοπέδου (Δήμου Ροδίων) ουδέν ποσόν έχει δαπανήσει για τα κτίσματα αυτά, ότι η καθυστέρηση, δηλαδή η παρέλευση χρόνου πέραν της 25ετίας για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης, έχει ως κατάληξη εάν οι καθών θελήσουν να ασκήσουν δικαίωμα αποζημίωσης τους, κατά του αιτούντος, σε περίπτωση αποβολής τους από αυτά, το δικαίωμα αυτό θα έχει ήδη υποπέσει σε παραγραφή, δεδομένου ότι τα κτίσματα αυτά έχουν κατασκευασθεί κατά τα έτη 1966 και 1967, καθώς και ότι, παρότι αυτά κατασκευάζονταν υπό τα όμματα των αρμοδίων οργάνων του αιτούντος (Δήμου Ροδίων), ο οποίος ηδύνατο από τότε να ασκήσει το δικαίωμα του, (για καθορισμό αποζημίωσης, αναφορικά με τα κτίσματα), οπότε η αξία τους ήταν κατά πολύ κατώτερη δεν το έπραξε, ούτε έστω μετά την αναγνώριση, τελεσιδίκως της κυριότητας αυτού επί της εδαφικής αυτής έκτασης, με την υπ' αριθμ. 138/1981 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που έστω από τότε ηδύνατο να αξιώσει ότι ζητά σήμερα (με την υπό κρίση αίτηση), δηλαδή μετά πάροδο τριακονταετίας, που η αξία τους είναι πολύ αυξημένη και μάλιστα για κτίσματα, για την ανέγερση των οποίων ο ίδιος (ο αιτών) ουδέν ποσόν έχει δαπανήσει.
Το Εφετείο δέχθηκε όσον αφορά την παραπάνω ένσταση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 14-3-1977 διεκδικητική αγωγή του ο νυν αιτών Δήμος Ροδίων, στρεφόμενος κατά της εταιρίας "Τουριστικαί Επιχειρήσεις Ρόδου ΑΕ, (αρχικής δικαιοπαρόχου της πρώτης των καθών), ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση σ' αυτόν των επιδίκων συνεχόμενων εδαφικών τμημάτων συνολικής έκτασης 1257 τμ (469+788), τα οποία είχαν καταληφθεί από την τότε εναγομένη.
Με την με αριθμό 138/1981 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση των με αριθμό ΑΠ 889/1982, ΟλΑΠ 472/1983 και ΑΠ 1172/1997 αποφάσεων, κρίθηκε ότι τα ως άνω ακίνητα, αποτελούσαν τμήματα καταργημένης οδού και ευρίσκοντο ανάμεσα σε απαλλοτριωθέντα υπέρ της τότε εναγομένης ακίνητα, στις οποίες όμως απαλλοτριώσεις δεν είχαν αυτά συμπεριληφθεί.
Την κατάργηση της οδού προκάλεσε η εναγομένη με ενέργειες της, επειδή η οδός αυτή επί της οποίας βρισκόταν η κυρία είσοδος του ξενοδοχείου, δεν ήταν επαρκής για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ξενοδοχείου και παρεμπόδιζε την απαλλοτρίωση των έναντι του ξενοδοχείου εκτάσεων αναγκαίων για τη θέα των επί της οδού αυτής ευρισκομένων δωματίων, αλλά και για τη δημιουργία κέντρων αθλοπαιδιών και αναψυχής.
Προς ευόδωση του σκοπού της απέστειλε αίτηση στον EOT και επανειλημμένες αιτήσεις, εξώδικες δηλώσεις και υπομνήματα προς το Δημοτικό Συμβούλιο ζητώντας την κατάργηση της οδού, η οποία επετεύχθη με τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, είχε όμως εν τω μεταξύ ενσωματώσει αυτά στα ήδη απαλλοτριωθέντα ακίνητα, επί των οποίων είχε ανεγερθεί ξενοδοχειακή μονάδα οικονομικών της συμφερόντων.
Επί των επιδίκων δε τμημάτων είχαν οικοδομηθεί σταδιακά από το έτος 1966 έως το έτος 1972 τα αναλυτικά ανωτέρω περιγραφόμενα κτίσματα, κατόπιν εκδόσεως σχετικών οικοδομικών αδειών. Κατά το χρόνο της κατάληψης, με έγγραφο του ο Δήμος Ρόδου προς την Δ/νση Τεχνικών υπηρεσιών Δωδεκανήσου ζήτησε την κατεδάφιση των γενομένων από την εναγομένη αυθαιρέτων κατασκευών και απεστάλη σχετικό έγγραφο διακοπής κάθε εργασίας επί της εν λόγω οδού και με έγγραφο του Δήμου Ρόδου, είχε ζητηθεί η διάνοιξη της οδού.
Ακόμη αμετάκλητα κρίθηκε ότι η εναγομένη δεν τελούσε σε καλή πίστη κατά την κατάληψη, έχοντας την πεποίθηση ότι ανεγείρει το ξενοδοχείο επί της ιδιοκτησίας της και απορρίφθηκε η ανταγωγή της και η ένσταση ιδίας αυτής κυριότητας. Η δικαστική διαμάχη για την κυριότητα της επίδικης έκτασης, διήρκεσε από το έτος 1977 έως το έτος 1997, είκοσι δηλαδή έτη.
Από τα προαναφερόμενα σαφώς προέκυψε ότι ουδόλως αδιαφόρησε και αδράνησε ο αιτών Δήμος, για την διεκδίκηση της καταργηθείσας οδού. Ενόσω όμως εκκρεμούσε η δικαστική διαμάχη της κυριότητας του ακινήτου, δεν ήταν δυνατόν να αξιώσει αποζημίωση για τα επί της διεκδικούμενης έκτασης ανεγερθέντα νυν επίδικα κτίσματα.
Πριν δε από τη σύνταξη της Πράξης Τακτοποίησης Αναλογισμού Αποζημίωσης, η προσφυγή του για τον καθορισμό αποζημίωσης ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 528/2009). Ούτε άλλωστε υποχρεούτο να διεκδικήσει τα κτίσματα, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1001 AK, η κυριότητα πάνω σε ακίνητα εκτείνεται πάνω και κάτω από το έδαφος.
Τα επίδικα κτίσματα, που ανήκουν στον κύριο του ακινήτου, εν προκειμένω όπως αμετάκλητα κρίθηκε στον αιτούντα, κατασκευάστηκαν με δαπάνες της δικαιοπαρόχου των καθών, η οποία και θα απεβάλετο σε περίπτωση εκτέλεσης της με αριθμό 138/1981 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου. Η τελευταία όμως δεν πρόβαλε τις περί δαπανών αξιώσεις της ή οποιαδήποτε άλλη αξίωση αποζημίωσης στην πολύχρονη περί διεκδίκησης δικαστική της διένεξη με τον αιτούντα, εφόσον δε κρίθηκε αμετάκλητα ως κακόπιστη νομέας, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 1103 του ΑΚ, δεν υφίσταται αξίωση επωφελών δαπανών, ούτε άλλωστε συντρέχει περίπτωση αποβολής των καθών, αφού η επίδικη έκταση προσκυρώθηκε πλέον στο δικό τους ακίνητο.
Εξάλλου, η απαλλοτρίωση όπως προεκτέθηκε, δεν θεωρείται συντελεσμένη, εάν δεν περιλαμβάνει και την αξία των κτισμάτων, οι οποιεσδήποτε δε αξιώσεις των καθών δεν ασκούν επιρροή στο δικαίωμα του αιτούντος για καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης αυτών (κτισμάτων). Σύμφωνα με τα παραπάνω ο αιτών νόμιμα και ουδόλως καταχρηστικά άσκησε το δικαίωμα του για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας επί των κτισμάτων και όλες οι προεκτεθείσες και εξετασθείσες περί κατάχρησης αιτιάσεις των καθών είναι ουσιαστικά αβάσιμες και απορριπτέα ως εκ τούτου τυγχάνει η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ως άνω δικαιώματος αυτού".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τα υπάρχοντα κτίσματα επί των προσκυρουμένων εδαφικών εκτάσεων ενιαία στο ποσό των 800 ευρώ ανά τετρ. μέτρο. Έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο ως προς την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που πρότειναν οι καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσες παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τον θεσπιζόμενο από το προαναφερόμενο άρθρο του ΑΚ κανόνα ουσιαστικού δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε πλέον συγκεκριμένα, παρότι μεταξύ των παραδοχών του εφετείου περιλαμβάνονται τα επόμενα: α) οι εκάστοτε εκπρόσωποι του προσφεύγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου δήμου γνώριζαν για την ανέγερση των επιδίκων κτισμάτων επί των προσκυρουμένων εδαφικών εκτάσεων του στην ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου της πρώτης των καθών η προσφυγή ήδη πρώτης αναιρεσείουσας από τα έτη 1966-1972, ήτοι από το χρόνο της ανέγερσης αυτών, β) Κατά το χρονικό διάστημα της δικαστικής διαμάχης (από το έτος 1977 έως το έτος 1997) ο αναιρεσίβλητος δήμος αν και διεκδίκησε την εδαφική έκταση της καταργηθείσας δημοτικής οδού ... (τμήμα της οποίας είχε καταλάβει η δικαιοπάροχος της πρώτης αντιδίκου του) ουδεμία αξίωση προέβαλε για τα επίδικα κτίσματα, για τα οποία για πρώτη φορά ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του με την από 19-11-2003 προσφυγή του ενώπιον του εφετείου, αιτούμενος το ποσό των 1500 ευρώ ανά τετρ.
μέτρο ενιαία για όλα τα κτίσματα, ανεξαρτήτως της θέσης, έκτασης και προορισμού εκάστου αυτών και γ) Οι εκπρόσωποι του αναιρεσιβλήτου δήμου δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια να συμπεριληφθούν τα επίδικα κτίσματα στην υπ' αριθμ. 30/1998 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημίωσης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου (Διεύθυνσης Πολεοδομίας Περιβάλλοντος - Τμήματος Εφαρμογής Πολεοδομικών σχεδίων, καίτοι γνώριζαν ότι η πρώτη αντίδικος του δήμου (GRAND HOTEL SUMMER PALACE ΑΕ), είχε λάβει τις υπ' αρ. 106/9-2-1966 και 500/ 22 - 1967 άδειες οικοδομής της πολεοδομίας της Νομαρχίας Δωδεκανήσου και είχε συμπεριλάβει στις υπό οικοδόμηση εκτάσεις και τις δικές του εκτάσεις και είχε εκδοθεί η ευνοϊκή γι' αυτόν υπ' αρ. 138/1981 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου που είχε καταστεί αμετάκλητη, δηλονότι ο προσφεύγων και ήδη αναιρεσίβλητος δήμος, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 21 ετών (ανέγερση κτισμάτων 1967-1972, άσκηση διεκδικητικής αγωγής το 1977, πράξη προσκύρωσης αναλογισμού το 1998 και αίτημα για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για τα επίδικα κτίσματα το Νοέμβριο του 2003), επέδειξε συμπεριφορά προς τις αντίδικες του που δημιουργήθηκε εύλογα σ' αυτές η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα της κυριότητας επί των κτισμάτων επί των προσκυρουμένων στην ιδιοκτησία εκείνων εδαφικών εκτάσεων του (πρώην κοινόχρηστης δημοτικής οδού), αρκούμενος μέχρι το Νοέμβριο του 2003 μόνο στην αποζημίωση του για τις τελευταίες και τελώντας σε γνώση ότι τα επίδικα κτίσματα αναγέρθηκαν με ενέργειες και δαπάνες αυτών (αναιρεσειουσών).
Έτσι διαμορφώθηκε πραγματική κατάσταση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το 1972 έως το Νοέμβριο του 2003 που καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των επιδίκων κτισμάτων που ανέγειραν οι αντίδικοι του σε εδαφικές εκτάσεις του που προσκυρώθηκαν στην ιδιοκτησία τους κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και προκαλείται έντονη εντύπωση αδικίας ενόψει και της μη επίκλησης εκ μέρους του δικαιούχου δήμου ότι αυτός θα προέβαινε σε τοιαύτη αξιοποίηση των προσκυρουμένων εδαφικών εκτάσεων του στην ιδιοκτησία των αναιρεσειουσών που θα επέφερε το διπλασιασμό της αξίας των τελευταίων (αξία εκτάσεων και ίση αξία κτισμάτων).
Εξάλλου από την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου δήμου κατά το Νοέμβριο του 2003, ητουμένου την καταβολή περί τα 1.500.000 Ευρώ για τα επίδικα κτίσματα, δημιουργούνται δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις σε βάρος των αναιρεσειουσών για την απρόσκοπτη εξακολούθηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας αυτών στην πόλη της Ρόδου, λαμβάνοντας υπόψη το πασίγνωστο της κρίσης που διέρχονται όλοι οι τομείς της εμπορικής δραστηριότητας κατά τα τελευταία έτη στον Ελληνικό χώρο.
Με τα ως άνω δεδομένα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η άσκηση του δικαιώματος του προσφεύγοντος δήμου για καθορισμό ξεχωριστής αποζημίωσης για τα κτίσματα που ανέγειραν η δικαιοπάροχος της πρώτης των καθών η προσφυγή και (ή) οι τελευταίες στις προσκυρούμενες στην ιδιοκτησία τους εδαφικές εκτάσεις αυτού απαγορεύεται, καθόσον, κάτω από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της κυριότητας επί του ακινήτου και της ένεκα αυτής διάθεσης αυτού κατ' αρέσκεια (άρθρο 1000 ΑΚ).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια (μη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, παρότι υφίσταντο οι προϋποθέσεις εφαρμογής του).
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημίωσης ως προς τα σ' αυτήν αναφερόμενα κτίσματα, παρέλκει δε μετά ταύτα η εξέταση του τρίτου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ίδιο ως άνω αναιρούμενο μέρος της.
Στη συνέχεια και αφού η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατήσει αυτήν για εκδίκαση το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και δικάζοντας επί της από 19-11-2003 προσφυγής (αίτησης) του αναιρεσιβλήτου δήμου να απορρίψει αυτήν κατ' ουσίαν ως ασκουμένη κατά κατάχρηση δικαιώματος κατά το μέρος που ζητείται με αυτήν ο καθορισμός οριστικής τιμής αποζημίωσης για τα αναφερόμενα σ' αυτήν κτίσματα επί των εδαφικών εκτάσεων αυτού που προσκυρώθηκαν στην ιδιοκτησία της πρώτης των καθών.
Τέλος πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εν μέρει στον αναιρεσίβλητο δήμο που ηττάται εν μέρει (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων").
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 1/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και ειδικότερα κατά το μέρος που καθορίζεται με αυτήν οριστική τιμή αποζημίωσης για τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κτίσματα.
Κρατεί την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της και δικάζει αυτό.
Απορρίπτει την από 19-11-2003 προσφυγή του αναιρεσιβλήτου δήμου μόνο κατά το μέρος που ζητεί τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημίωσης για τα σ' αυτήν αναφερόμενα κτίσματα επί των εδαφικών εκτάσεων του που προσκυρώνονται στην ιδιοκτησία της πρώτης των καθών η προσφυγή - αναιρεσείουσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο δήμο στα εν μέρει δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ