Legislator Case Law & Legislation
1851/2011 AI generated

1851/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1851/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1851/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 242 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 2915/2001 και ισχύει από 16-9-2001, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 αυτού και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, αφού η συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε στις 23.5.2003, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270§§ 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312.

Keywords

AI generated
right to a decision withdrawal of opposition opt-out clause waiver of statement of reasons cooling-off period revocable offer
AI generated
1269/2019
αλλά εδρεύει στον ...
1513/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
504/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8385/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1010/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2022 αίτηση και τους από 12-9-2023 προσθέτους λόγους αυτής.
1024/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4663/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4839/2011 μη οριστική και 2734/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ανωτέρω Εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2015 αίτησή της.
1393/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/8/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1851 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1851/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ηλιόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30.11.2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 175/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5.11.2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 4855/9-2-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ..., αντίγραφο της από 16-11-2010 αιτήσεως (κλήσεως) του αναιρεσείοντος, με τις υπ' αυτή έκθεση καταθέσεως δικογράφου, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της προεπιδοθείσης αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναφερόμενο σε αυτή πρόσωπο για τον αναιρεσίβλητο, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά το άρθρο 242 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 2915/2001 και ισχύει από 16-9-2001, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 αυτού και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, αφού η συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε στις 23.5.2003, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270§§ 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312.

Η προφορική συζήτηση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 ΚΠολΔ, είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528, στην οποία και εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου 270. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 115§3 του ΚΠολΔ. οι διάδικοι στην κατ' έφεση δίκη υποχρεούνται να καταθέσουν προτάσεις.

Επομένως, εάν ο εκκαλών δεν παραστάθηκε ή δεν κατέθεσε προτάσεις, θεωρείται δικονομικώς απών. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524§2, 528, 270 και 237§1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους από το νόμο 2915/2001, προκύπτει, ότι επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής, που δικάσθηκε ωσάν να ήταν παρών ο εναγόμενος, αυτός, ως εκκαλών, υποχρεούται να καταθέσει στο Εφετείο τις προτάσεις του είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά δικάζεται ερήμην και απορρίπτεται η έφεσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, όπως τούτο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα ακόλουθα: Ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 20.11.2003 έφεση του εναγομένου Ν. Κ. κατά της οριστικής αποφάσεως 339/4239/590/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του, σαν να ήταν παρών, συνεπεία της από 30.11.2001 αγωγής από αδικοπραξία του ήδη εφεσίβλητου. Ο εκκαλών εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της κατ' έφεση δικασίμου, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, αλλά ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατέθεσε προτάσεις εκπρόθεσμα, και συγκεκριμένα δέκα εννέα (19) και όχι είκοσι (20) ημέρες πριν από εκείνη τη δικάσιμο. Και ενώ, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε, με βάση αυτές τις παραδοχές, να απορρίψει την έφεση, κατά τα άρθρα 552 και 524 ΚΠολΔ, ανυποστήρικτη, απλώς και μόνον δεν έλαβε υπόψη τις εκπρόθεσμες αυτές προτάσεις του εκκαλούντος (και αναιρεσιβλήτου) και στη συνέχεια ερεύνησε την αγωγήν και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Με αυτή του, όμως, την κρίση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 (και όχι του 9 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι βάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5.960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν, όμως, η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.

Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 7 παρ. 2 του Ν. 5960/1933).

Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.

Τούτο δε, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).

Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.

Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων, ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών, δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.

Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.Α.Π. 23/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας έκρινε το Εφετείο, ο ενάγων εκθέτει ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της Ναυτιλιακής Εταιρείας "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΕΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ν.Ε." τις αναφερόμενες στην αγωγή έξι (6) επιταγές της πληρώτριας Τράπεζας "SCOTIA ΒΑΝΚ - ΒΑΝΚ OF NOVA SCOTIA" σε διαταγή της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος, που φέρει την επωνυμία "WATER ΒLUE", συνολικού ποσού 27.547.687 δραχμών, ότι οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκαν για το λόγο ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό που τηρούσε η Ναυτιλιακή Εταιρεία "ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΕΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ν.Ε." στην πληρώτρια Τράπεζα.

Ζητεί δε, επικαλούμενος ότι είναι νόμιμος κομιστής των ως άνω επιταγών και ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους στην πληρώτρια Τράπεζα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με προσωπική κράτηση διάρκειας μέχρις ενός (1) έτους, λόγω της αδικοπραξίας του, να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 80.844,275 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ισόποσο των 27.547.687 δραχμών, που είναι το συνολικό ποσό των έξι (6) επιταγών, νομιμοτόκως για το ποσό της κάθε επιταγής, από της ημερομηνίας εμφανίσεώς της στην πληρώτρια Τράπεζα, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης.

Η αγωγή έχει ως βάση την αδικοπραξία, πλην, όμως, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και νομίμως από τον ενάγοντα προσκομιζόμενα σώματα των επίμαχων έξι (6) επιταγών, ήτοι: 1) της υπ' αριθμ. ... επιταγής ποσού 4.000.000 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 24-7-1998, 2) της υπ' αριθμ. ... επιταγής ποσού 2.636.466 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 26-7-1998, 3) της υπ' αριθμ. ...

επιταγής ποσού 1.000.000 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 7-8-1998, 4) της υπ' αριθμ. ... επιταγής ποσού 1.000.000 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 14-8-1998, 5) της υπ' αριθμ. ... επιταγής ποσού 1.000.000 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 21-8-1998 και 6) της υπ' αριθμ. ... επιταγής ποσού 17.911.221 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 14-9-1998, ο ενάγων μεταβίβασε αυτές δι' οπισθογραφήσεως, την μεν τρίτη και πέμπτη αυτών στην Αγροτική Τράπεζα Α.Ε., η οποία και τις εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα "SCOTIA BANK" προς εξόφληση, τις δε λοιπές στην "Άλφα Τράπεζα Πίστεως Α.Ε.", η οποία και αυτή τις εμφάνισε στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα προς εξόφληση.

Οι εν λόγω επιταγές δεν εξοφλήθησαν από την ως άνω πληρώτρια Τράπεζα, λόγω έλλειψης διαθεσίμων σε αυτή κεφαλαίων για την πληρωμή τους και στη συνέχεια επιστράφηκαν στον ενάγοντα, ο οποίος, όμως, δεν είναι ο τελευταίος κομιστής αυτών, αφού δεν είναι εκείνος που εμφάνισε αυτές στην πληρώτρια Τράπεζα. Συνακόλουθα και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, ο ενάγων δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της παρούσας εξ αδικοπραξίας αγωγής του κατά του εναγομένου - εκδότη των επίμαχων επιταγών και ως εκ τούτου η αγωγή του είναι απορριπτέα.

Έτσι, όμως, κρίνοντας το Εφετείο, υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που του αποδίδεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ήτοι παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς το ζήτημα της ευθύνης του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία έναντι του αναιρεσείοντος. Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην των πρότερον δικασάντων (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 175/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ