Legislator Case Law & Legislation
1851/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of procedural grounds regarding non-appealed defendants.

Case Number 1851/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four appellants against a final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued the lower court erred by accepting a claim against only one defendant while rejecting appeals against others, and failed to consider their specific arguments. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court's decision regarding the non-appealed defendants was not a ground for review, and the appellants' complaints constituted legal argumentation rather than new procedural facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 558, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it does not target the prevailing defendant or lacks a valid ground of appeal, and grounds based on the lower court's handling of non-appealed parties or mere legal argumentation are rejected.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural grounds non-appealed defendants legal argumentation Code of Civil Procedure review of judgment court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 558 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 166 of the Contract Law
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1851 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1851/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φραγκούλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3. Η μεν πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χρονόπουλο, οι δε 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-10-1998 και 22-4-1999 αγωγές και την από 22-4-1999 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9290/1999 μη οριστική και 4670/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3021/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-11-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 6-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, αφενός να απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος και αφετέρου να περιέχει έναν τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως, έστω και αόριστο ή απαράδεκτο.

Εν προκειμένω, με όλους τους λόγους του αναιρετηρίου, ψέγεται το Εφετείο για την αποδοχή της αγωγής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στρεφομένης κατά των αναιρεσειόντων και όχι και κατά των δευτέρας και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες άλλωστε τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην έκκλητη δίκη υπήρξαν αντίδικοι των αναιρεσειόντων μόνο σε σχέση με τη συνεκδικασθείσα περί διανομής αγωγή αυτών, ως εναγόμενη η δεύτερη και προσεπικληθείσα η τρίτη εξ αυτών, η επί της οποίας δίκη δεν έχει τελεσιδικήσει, γι' αυτό άλλωστε και η έφεση των αναιρεσειόντων, καθ' ό μέρος εστρέφετο εναντίον τους, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη.

Επομένως, εφόσον δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση λόγος σχετικός με την προαναφερθείσα περί απαραδέκτου της εφέσεως κρίση του Εφετείου, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ το προσύμφωνο είναι σύμβαση δια της οποίας τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση.

Προκύπτει, έτσι, ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή συνιστάμενη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση, επομένως, της ενοχής καθ` ορισμένο χρονικό σημείο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής.

Ο χρόνος αυτός μπορεί να καθορίζεται από τον νόμο η από τη δικαιοπραξία. Αναφορικά με την έννομη συνέπεια που επιφέρει η παρέλευση άπρακτης της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων. Κατ` αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη παρέλευσή της δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.

Και μετά την πάροδο αυτής (προθεσμίας) και μέχρι τη συμπλήρωση της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η παρέλευση άπρακτης της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική. Εξάλλου, οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως, όταν, παρά τη διάγνωση, έστω και εμμέσως, ατέλειας στη διατύπωση της βούλησης ή ασάφειας για την έννοιά της, το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει, είτε να προσφύγει σ`αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, είτε να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή αυτών των κανόνων, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη η εκ του άρθρου 949 ΑΚ αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων περί καταδίκης των αναιρεσειόντων σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση σ' αυτή του ποσοστού της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας τους επί των περιγραφόμενων στην αγωγή ακινήτων, σε εκτέλεση του καταρτισθέντος μεταξύ τους υπ' αριθμ. 22998/1982 προσυμφώνου διανομής κληρονομιαίας περιουσίας.

Το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεχθέν ότι η παρέλευση άπρακτης της ταχθείσας με το ανωτέρω προσύμφωνο προθεσμίας υπογραφής του οριστικού συμβολαίου λειτουργεί ως προθεσμία εκπληρώσεως της παροχής και όχι ως διαλυτική προθεσμία, όπως αντέτειναν οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες).

Ειδικότερα, το Εφετείο, αναφορικά με την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων στο προσύμφωνο διαδίκων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο Ζ, κάτοικος στη ζωή ..., πέθανε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, στις 23-4-1979. Κατά τον χρόνο του θανάτου του, κατέλιπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς αυτού την ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) που ήταν κόρη από τον Α' γάμο του με την ..., την πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), που ήταν σύζυγός του από το Β' γάμο του και τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη από τους εναγομένους (ήδη λοιποί αναιρεσείοντες) που ήταν τέκνα από το δεύτερο γάμο του και ετεροθαλή αδέλφια της ενάγουσας.

Οι διάδικοι ήταν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατά ποσοστά 3/16 η ενάγουσα, 4/16 η πρώτη εναγομένη και 3/16 ο καθένας από τους λοιπούς εναγομένους. Με το με αριθμό 22998/30-8-1982 προσύμφωνο διανομής κληρονομιαίας περιουσίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Χαλαζωνίτη, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, που ενεργούσε ατομικά για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τότε τέκνων της (δευτέρου, τρίτου και τετάρτης), ως επίτροπος αυτών, αφού έλαβε την απαιτούμενη άδεια από το αρμόδιο δικαστήριο, συμφώνησαν για την εξώδικη διανομή των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων, που περιγράφονται λεπτομερώς σ' αυτό.

Ειδικότερα με το προσύμφωνο αυτό συμφώνησαν τα εξής: Α). Η ενάγουσα, για την έξοδο της από την κοινωνία, θα λάβει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της, με τη μεταβίβαση προς αυτήν από τους εναγομένους των ποσοστών της κληρονομικής τους μερίδας, τα ακόλουθα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία: 1) Το 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (κινηματογράφου), που κατά το κύριο τμήμα της βρίσκεται στο ισόγειο και τους βοηθητικούς χώρους στο πρώτο (Α') υπόγειο, της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην ...

και στην οδό ..., 2) το 1/2 του μεσοπατώματος της ίδιας οικοδομής και 3) τα περιγραφόμενα στο προσύμφωνο δύο (2) αυτοκίνητα. Β). Οι εναγόμενοι θα παραμείνουν στη συγκυριότητα των υπόλοιπων κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων, προσαυξανόμενης της κληρονομικής τους μερίδας με αυτή της ενάγουσας, λόγω της εξόδου της από την κοινωνία.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι "το σε εκτέλεση της προσυμφωνημένης διανομής οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφεί στις 31-1-1983 ενώπιον του συντάξαντος αυτό (προσύμφωνο) συμβ/φου ή του νομίμου αναπληρωτή του και, αν η τακτή αυτή χρονολογία παρέλθει άπρακτη, τρίμηνη κατά παράταση προθεσμία προς υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, αρχομένη από την επόμενη της ανωτέρω χρονολογίας και ότι η τελευταία αυτή ημέρα, ήτοι η 30-4-1983 και ώρα 12 μεσημβρινή θεωρείται εν πάση περιπτώσει ως τακτή άνευ ουδεμίας εν προκειμένω εκατέρωθεν οχλήσεως (όρος 2ος).

Αν σε οποιαδήποτε των άνω χρονολογιών υπογραφής του οριστικού συμβολαίου δεν προσέλθει το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη ή προσέλθει αλλά αρνηθεί την υπογραφή τούτου, δικαιούται το έτερο μέρος να ζητήσει τη σύνταξη σχετικής πράξης περί μη εμφάνισης ή άρνησης του άλλου μέρους και ακολούθως μόνο του με αυτοσύμβαση κατά το άρθρο 235 του Α.Κ., ήτοι παριστάμενο το μεν για τον εαυτό του το δε επ' ονόματι του άλλου μέρους, κατ' ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα, παρεχόμενη προς τούτο εκατέρωθεν με το προσύμφωνο, να υπογράψει είτε δια της αυτής πράξεως είτε δι' άλλου συμβολαίου τόσο το σε εκτέλεση του παρόντος προσυμφώνου και υπό όλους τους όρους αυτού οριστικό συμβόλαιο, όσο και την πράξη αποδοχής της προκείμενης κληρονομιάς (των συμβαλλόμενων υποχρεούμενων με το προσύμφωνο προς τούτο πριν την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου)" (3ος όρος). "Οι εναγόμενοι δικαιούνται και πριν την υπογραφή του οριστικού διανεμητηρίου συμβολαίου, να εκποιήσουν τα αναγραφόμενα σ' αυτό κληρονομικά στοιχεία και ότι η ενάγουσα έχει την υποχρέωση να προσέλθει, κατόπιν εξώδικης πρόσκλησης και συνυπογράψει το σχετικό συμβόλαιο, μεταβιβάζουσα στον αντισυμβαλλόμενο αγοραστή το επί του πωληθέντος ακινήτου ίδιον αυτής ποσοστό συγκυριότητας, δηλουμένου ρητώς στο συμβόλαιο ότι η υπογραφή τούτου λαμβάνει χώρα σε συνδυασμό προς τα δια του προσυμφώνου διανομής μεταξύ των συνιδιοκτητών (διαδίκων) συνομολογούμενα, καθώς και ότι η ενάγουσα προβαίνει στη μεταβίβαση του δικού της ποσοστού συγκυριότητας μη έχουσα ουδέν δικαίωμα επί του καταβληθέντος από τον αγοραστή τμήματος.

Σε περίπτωση δε που η ενάγουσα δεν προσέλθει για την υπογραφή του άνω μεταβιβαστικού συμβολαίου ή αρνηθεί την υπογραφή της, τότε (προσυμφωνήθηκε) οι προσκαλέσαντες (εναγόμενοι) θα δικαιούνται να υπογράψουν το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, καθώς και την προς τούτο σχετική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, μόνοι τους με αυτοσύμβαση, κατ' άρθρο 235 ΑΚ, ήτοι παριστάμενοι το μεν δι' εαυτούς, το δε επ' ονόματι και για λογαριασμό της ενάγουσας, κατ' ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα παρεχόμενη απ' αυτή με το προσύμφωνο" (5ος όρος), "...

Ωσαύτως έκαστο μέρος υποχρεούται όπως, με επιμέλεια και δαπάνες του, πριν την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, έχει εξαλείψει και άρει κάθε βάρος, χρέος κλπ, που αφορά τούτο και έχει επιβληθεί σε βάρος του (συμβαλλόμενου μέρους) επί των στο άλλο μέρος περιελευθησομένων ως άνω ακινήτων", με τον 8° όρο ότι "τα έξοδα του προσυμφώνου, του οριστικού συμβολαίου μετά της μεταγραφής του καθώς και ο φόρος μεταβίβασης (διανομής) βαρύνουν αποκλειστικώς την ενάγουσα, ως μόνη εξερχόμενη της κοινωνίας, από την οποία αιτία άλλωστε και δημιουργούνται οι σχετικές φορολογικές και λοιπές υποχρεώσεις και επιβαρύνσεις" (7°ς όρος)...

και <<το μεταξύ τους υπογραφέν από 15-1-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό διατηρεί την ισχύ του ως προς όλους τους όρους και συμφωνίες αυτού, εφόσον δεν ρυθμίζονται διαφορετικά από το προσύμφωνο, το οποίο κατισχύει του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού>> (11ος όρος). Τέλος, οι διάδικοι "παραιτήθηκαν αμοιβαίως κάθε δικαιώματός τους προς προσβολή ή διάρρηξη του προσυμφώνου και των βάσει αυτού μελλουσών να υπογράψουν, οριστικής και λοιπών συμβάσεων, πλην των δια του προσυμφώνου προβλεφθεισών ρητών περιπτώσεων".

Μετά την υπογραφή του πιο πάνω προσυμφώνου, η πρώτη εναγομένη, για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των τότε ανηλίκων τέκνων της (λοιπών εναγομένων), με την από 27-1-1982 επιστολή της προς τον τότε μισθωτή του προαναφερόμενου κινηματογράφου ..., δήλωνε τα ακόλουθα: "Από 1-2-1982 εξεχώρησα τα μισθωτικά δικαιώματα εμού και των τέκνων μου επί του μισθωμένου ακινήτου στη συγκληρονόμο μας (ενάγουσα), στην οποία το ακίνητο τούτο περιήλθε εξ ολοκλήρου κατόπιν γενόμενης μεταξύ μας εξώδικης διανομής της κληρονομιάς του Ζ και γι' αυτό από την ανωτέρω ημερομηνία πρέπει το αναλογούν στην κληρονομική μερίδα εμού (πρώτης εναγομένης) και των τέκνων μου (λοιπών εναγομένων) επί του μισθώματος να καταβάλλεται στη Ψ1 (ενάγουσα)".

Επίσης, οι εναγόμενοι μέχρι και το έτος 1992 προέβησαν στην εκποίηση κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία περιήλθαν σ' αυτούς με την εξώδικη διανομή και εισέπραξαν ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα, γεγονός που συνομολογούν και οι ίδιοι. Άλλωστε και στις από 17-3-1982, 9-4-1982, 29-4-1982, 29-10-1982, 11-11-1983, 24-9-1985, 4-12-1987 και 10-4-1992 επιστολές των εναγομένων προς την ενάγουσα, αυτοί δηλώνουν ότι εισέπραξαν το τίμημα των πωληθέντων ακινήτων, σύμφωνα με την εξώδικη διανομή και ότι η ενάγουσα δεν εισέπραξε κανένα ποσό από την πώληση αυτών.

Εξάλλου το οριστικό συμβόλαιο διανομής δεν καταρτίστηκε μέχρι 30-1-1983, ούτε μέχρι 30-4-1983, αλλά ούτε και μέχρι 15-12-1983 μετά τη χορήγηση νέας προθεσμίας με τη με αριθμό 23582/2-5-1983 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου. Παρά τη μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, οι διάδικοι αποδέχονταν τον τρόπο της διανομής (εξώδικης) των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων και η μεν ενάγουσα εισέπραττε τα μισθώματα του κινηματογράφου, οι δε εναγόμενοι πωλούσαν ακίνητα της κληρονομιαίας περιουσίας και εισέπρατταν ολόκληρο το τίμημα, χωρίς να καταβάλλουν και κάποιο ποσό στην ενάγουσα, σύμφωνα με το ποσοστό της συγκυριότητας της (3/16).

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι 17-12-1997, δηλαδή επί 15 τουλάχιστον χρόνια, οπότε οι εναγόμενοι κοινοποίησαν στην ενάγουσα το από 17-12-97 εξώδικο, με το οποίο ισχυρίζονταν ότι είχε λήξει η ισχύς του προσυμφώνου και την καλούσαν να λογοδοτήσει για τα εισπραχθέντα μέχρι τότε μισθώματα του κινηματογράφου. Στο εξώδικο αυτό απάντησε η ενάγουσα με την από 19-12-97 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία, την οποία κοινοποίησε στους εναγόμενους στις 24-12-1997 και με την οποία διαμαρτύρονταν για τη συμπεριφορά των εναγομένων, θεωρούσε ότι ήταν σε ισχύ ακόμη το προσύμφωνο και τους καλούσε να προσέλθουν στις 12-1-1998, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Μπρουλιδάκη για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου διανομής, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να προσέλθουν.

Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του προσυμφώνου, συνεχίζει το Εφετείο, αποδεικνύεται ότι η προθεσμία που τέθηκε, αρχική και κατά παράταση σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπλήρωσης της παροχής, δηλαδή κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, χωρίς αποκλεισμό του δικαιώματος να επιδιωχθεί η κατάρτισή του και μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας, αφού δεν ορίσθηκε διαφορετικά στο προσύμφωνο, και δεν έχει τον χαρακτήρα της αποσβεστικής προθεσμίας.

Βέβαια με τον 11ο όρο του από 15-1-1982 ιδιωτικού συμφωνητικού οι διάδικοι συμφώνησαν ότι, αν δεν υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο διανομής, η συμφωνία τους (εξώδικη διανομή) δεν ισχύει. Ο όρος αυτός είναι ανίσχυρος, διότι με το προσύμφωνο ορίσθηκε διαφορετικά, αφού δεν τέθηκε τέτοιος όρος. Άλλωστε, αν ήθελε υποτεθεί ότι υπάρχει ασάφεια ως προς την αληθινή έννοια των δηλώσεων των συμβαλλομένων σχετικά με την προθεσμία, και πάλι, μετά από ερμηνεία των παραπάνω όρων του προσυμφώνου και του ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών αρχών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποίησαν οι διάδικοι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ορισθείσα προθεσμία τέθηκε ως προθεσμία εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων (αναβλητική) και δεν αποκλείστηκε καθόλου το δικαίωμα στην ενάγουσα να επιδιώξει και μετά τη λήξη της την εκτέλεση του προσυμφώνου με προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο ή να προβεί στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, και όχι ως αποσβεστική προθεσμία.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά των διαδίκων, επί 15 περίπου έτη μετά τη λήξη της τελευταίας προθεσμίας (15-12-1983) για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου διανομής, όπως η εκχώρηση των μισθωμάτων στην ενάγουσα από 1-2-1982, η πώληση ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας από τους εναγόμενους με την συναίνεση της ενάγουσας, χωρίς η τελευταία να λαμβάνει μέρος του τιμήματος (3/16), αλλά και η δήλωση των εναγομένων στην από 24-9-1985 επιστολή τους προς την ενάγουσα "...ότι προσυμφωνηθείσα διανομή υποσχόμεθα ότι θα προβούμε ασχέτως λήξεως της ισχύος του άνω προσυμφώνου...".

Άλλωστε, η καθυστέρηση στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου διανομής οφείλετο σε οικονομικούς κυρίως λόγους, διότι ναι μεν η ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα της Ζ στις 21-1-1982 με τη με αριθμό 1.137 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Μπρουλιδάκη, πλην όμως οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν αυτήν στις 4-2-1998 με τη με αριθμό 14.251 πράξη της Συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Ελένης Κατσαφάρου, οπότε οι τελευταίοι (εναγόμενοι) κατέβαλαν και τον ανάλογο φόρο κληρονομίας.

Επομένως, η σχετική ένσταση των εναγομένων (άρθρο 279 του Α.Κ.) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία. Υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές, με βάση τις οποίες κατέληξε στην κρίση του περί της βασιμότητας της αγωγής, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες προσέφυγε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων στο προσύμφωνο δεχθέν ότι η ορισθείσα προθεσμία ετέθη ως προθεσμία εκπληρώσεως της παροχής αυτών.

Επίσης, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, έκρινε, δια της προσφυγής στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, στο πλαίσιο ερμηνείας του προσυμφώνου, ότι με αυτό δεν ετέθη διαλυτική προθεσμία, εντός της οποίας έπρεπε να καταρτισθεί το οριστικό διανεμητήριο της κληρονομιαίας περιουσίας συμβόλαιο, αλλά προθεσμία εκπληρώσεως της παροχής, μετά την παρέλευση της οποίας η υπό των διαδίκων καταρτισθείσα αμφοτεροβαρής σύμβαση (προσύμφωνο) εξακολουθούσε να αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια δεσμεύουσα αμφότερους τους συμβληθέντες διαδίκους, χωρίς να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αναφορά περί του τι γενικώς επιτάσσουν οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.

Εξάλλου, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεν αποκλείεται η προσφυγή σε γεγονότα μεταγενέστερα του χρόνου καταρτίσεως της συμβάσεως και συνεπώς το Εφετείο, που στηρίχθηκε για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων των συμβληθέντων στο προσύμφωνο διαδίκων και σε τέτοια (μεταγενέστερα του χρόνου καταρτίσεως του προσυμφώνου) γεγονότα, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος διάφορου εκείνου που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων.

Δεν εφαρμόζεται επομένως η διάταξη όταν το δικαστήριο ερμηνεύει (ΑΚ 173, 200) τη δικαιοπραξία με διάφορο τρόπο από εκείνον που θεωρεί ως ορθό ο διάδικος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "με τον 11ο όρο του από 15-1-1982 ιδιωτικού συμφωνητικού οι διάδικοι συμφώνησαν ότι αν δεν υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο διανομής, η συμφωνία τους (εξώδικη διανομή) δεν ισχύει.

Ο όρος αυτός δεν ισχύει, διότι με το προσύμφωνο ορίσθηκε διαφορετικά, αφού δεν τέθηκε τέτοιος όρος (11ος όρος του προσυμφώνου)". Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί ότι ο όρος του από 15-1-1982 ιδιωτικού συμφωνητικού δεν ισχύει "διότι με το προσύμφωνο ορίσθηκε διαφορετικά", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσυμφώνου (11ο όρο αυτού), διότι κατά την αληθή έννοια του κρίσιμου όρου του προσυμφώνου "ουδεμία αλλοία του ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισις επήλθε ως προς τις συνέπειες της παρόδου των προθεσμιών".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η καταλογιζόμενη συναφώς πλημμέλεια ανάγεται στη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, ως προς ερμηνεία του σχετικού όρου του προσυμφώνου, με τρόπο διάφορο από εκείνον που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που αποτελούσαν και περιεχόμενο των σχετικών λόγων εφέσεώς τους, κατά τους οποίους α)αν η ταχθείσα με το προσύμφωνο προθεσμία ήταν μόνον προθεσμία εκπληρώσεως, ουδείς λόγος θα υπήρχε να ταχθεί σ' αυτό προθεσμία προς συντέλεση της μεταβιβάσεως δι' αυτοσυμβάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή η δι' αυτοσυμβάσεως μεταβίβαση θα μπορούσε να γίνει στο διηνεκές και β)ουδείς λόγος θα υπήρχε να ορισθεί με το προσύμφωνο προθεσμία παρατάσεώς του αν επρόκειτο περί προθεσμίας εκπληρώσεως, αφού η ίδια η προθεσμία εκπληρώσεως ενέχει την παράταση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων προς υποστήριξη της ενστάσεώς τους, ότι η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας προς υπογραφή της οριστικής συμβάσεως λειτουργεί ως διαλυτική προθεσμία, σε κάθε δε περίπτωση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες παραδοχές, έλαβε υπόψη εκ του πράγματος τους ανωτέρω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ' ουσίαν, με παραδοχές αντίθετες προς τους ισχυρισμούς αυτούς.

Ο ίδιος λόγος, εξάλλου, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν διέλαβε αιτιολογίες για την απόρριψη των ισχυρισμών αυτών είναι απαράδεκτος, διότι αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), εκ των οποίων η πρώτη κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Νοεμβρίου 2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3021/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν την πρώτη Ψ1 στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ, για δε τις λοιπές στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ