Legislator Case Law & Legislation
1851/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court considered evidence properly raised in prior proceedings.

Case Number 1851/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of First Instance's property ownership ruling. The appellants argued the appellate court improperly considered evidence not formally proposed in the initial lawsuit, specifically witness testimonies and notarized affidavits. The court found these arguments baseless because the appellants had explicitly cited the relevant court records and documents in their written submissions to the appellate court, thereby satisfying the requirement for clear and specific invocation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 para. 1 lit. a C.Pol.D.; Art. 559 no. 11 para. 2 lit. b C.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the lower court considered evidence that was clearly and specifically invoked by the party in their written submissions, even if the specific procedural details like service dates were omitted.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence invocation clear and specific written submissions procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 para. 1 lit. a C.Pol.D.
Art. 559 no. 11 para. 2 lit. b C.Pol.D.
Art. 106 C.Pol.D.
Art. 237 para. 1 lit. b C.Pol.D.
Art. 346 C.Pol.D.
Art. 453 C.Pol.D.
Art. 270 para. 2 C.Pol.D.
Art. 12 of Law 2915/2001

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 25/2003
OL. AP 3/97

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1851 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1851/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Μπέζα.

Των αναιρεσίβλητων : 1. Ψ1 και 2. Ψ2 που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κόλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5088/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7784/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της 7784/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ( Ολ.

ΑΠ 25/2003, 3/97) και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί ή τα περιστατικά που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθ.8 εδ.α΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, που έκρινε βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες άσκησαν στο επίδικο τις αναφερόμενες πράξεις νομής μέσω της αντιπροσώπου τους Ψ, ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί από αυτούς με το δικόγραφο της αγωγής τους.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι από τις 21-9-1967, που η ρηθείσα Ψ , μητέρα της δεύτερης και πεθερά του πρώτου των εναγόντων, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτών, προσυμφώνησε, με το ......... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Πετράκη, την αγορά του επιδίκου ακινήτου από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη αυτού Χ, δικαιοπάροχο των εναγομένων, και επί μία τουλάχιστον εικοσαετία μέχρι την έγερση της αγωγής( 31-3-1998) οι ενάγοντες ασκούσαν αυτοπροσώπως επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού πράξεις νομής και συγκεκριμένα ότι αυτοί από το έτος 1967, ερχόμενοι από τη ............., όπου εργάζονταν, στην Ελλάδα για τις θερινές διακοπές τους επισκέπτονταν συχνά το επίδικο ακίνητο, ότι ύστερα από σχετική εντολή τους ο ................, βοηθούμενος από το σιδερά .........., προέβη κατά το έτος 1987 σε νέα περίφραξη του επιδίκου, λόγω φθοράς της αρχικής του περίφραξης, ότι οι ίδιοι επέτρεπαν σε γείτονα της περιοχής του επιδίκου να σταθμεύει μέσα σ' αυτό το αυτοκίνητό του, ότι κατά τα έτη 1992-1994 τοποθέτησαν στο επίδικο πινακίδα με την οποία γνωστοποιούσαν σε τρίτους την προσφορά αυτού σε πώληση και ότι και μετά τα έτη αυτά εξακολούθησαν να επισκέπτονται το επίδικο, να το επιβλέπουν και να το επιδεικνύουν σε τρίτους υποψήφιους αγοραστές και έτσι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, ο καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία.

Τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά αρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, ενώ τα περιστατικά ότι η ρηθείσα Ψ από της κατά το έτος 1967 καταρτίσεως του ως άνω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοράς του επιδίκου παρέλαβε τη νομή του επιδίκου από τον πωλητή Χ και έκτοτε το επισκεπτόταν και το επέβλεπε για λογαριασμό και κατ' εντολή των εναγόντων, εκφέρθηκαν πλεοναστικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως δεν στοιχειοθετείται η από το άνω άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται δε και ο τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, λόγω του ότι αυτή δεν είχε εγγραφεί στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι, προβαλλομένου το πρώτον ενώπιον του Α.Π. του απαραδέκτου της αγωγής, δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειουσών εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.β΄ του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα .............., που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς κανένας από του διαδίκους να έχει επικαλεστεί και προσκομίσει τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία περιέχεται η κατάθεση αυτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι αναιρεσείουσες, με τις έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο, όπως απ' αυτές προκύπτει, ειδικώς επικαλέσθηκαν τα υπ' αριθμ.5088/2000 πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στα οποία διαλαμβάνεται η ένορκη κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ.β΄ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β΄, 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Ειδικότερα , προκειμένου για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.2 εδ.γ΄ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.2915/2001, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και λαμβάνονται υπόψη αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, είναι σαφής και ορισμένη η επίκλησή τους, όταν στις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκομίζει γίνεται για καθεμιά σαφής προσδιορισμός των στοιχείων της, ήτοι του αριθμού αυτής, του οργάνου ενώπιον του οποίου έγινε κ.λ.π., ενώ δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς της η αναφορά και του αριθμού εκθέσεως επιδόσεως, από την οποία προκύπτει η κλήτευση του αντιδίκου.

Επομένως ο τρίτος λόγος, μέρος πρώτο, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. β΄ ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. 14757/2004, 14758/ 2004 και 14759/2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, παρότι οι τελευταίοι δεν ανέφεραν στις προτάσεις τους τις εκθέσεις επιδόσεως, από τις οποίες προέκυπτε η κλήτευση των αντιδίκων τους να παραστούν κατά τη λήψη αυτών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, της παραβίασης δηλαδή, για την εκτιθέμενη από τους αναιρεσείοντες ως άνω αιτία, της διάταξης του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν η παραβιαζόμενη διάταξη είναι ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομική, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2005 αίτηση τωνΧ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7784/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ