Supreme Court dismisses appeal against railway company's refusal to pay lawyer fees based on contract value.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the lawyer's appeal against the Hellenic Railways Organization's refusal to pay legal fees calculated on the value of expropriated properties. The court held that the appeal was inadmissible because it attacked a judicial decision regarding a supplementary claim that did not logically follow from the primary claim appealed. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 2 C.P.D.; Art. 569 para. 2 C.P.D.: An appeal is inadmissible if it attacks a decision on a claim that does not logically follow from the appealed decision, as such claims are not part of the same legal issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1851 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1851/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., δικηγόρου, κατοίκου Λαρίσης, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Σ.Ε.) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ευαγγελάτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 649/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 859/2003 και 760/2004 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/4/2005 αίτησή του και τους από 31/12/2005 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 6/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων είναι και οι προτάσεις των διαδίκων, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δεν εισάγει νέο ειδικό λόγο αναιρέσεως, πέραν από εκείνους που περιοριστικώς μνημονεύονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, αλλ' αναφέρεται σε όλους τους λόγους της τελευταίας αυτής διατάξεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, επικαλούμενος με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής του την ανάθεση το έτος 1992 και την περαίωση της εντολής του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΣΕ για το προσωρινό και οριστικό καθορισμό αποζημιώσεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, της οποίας η συνολική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων καθορίσθηκε οριστικά στο ποσό των 1.645.207.100 δρχ.
και ότι η αμοιβή του, η οποία, κατά τη συμφωνία τους, θα υπολογιζόταν ποσοστιαία επί της αξίας των εν λόγω ακινήτων κατά τα άρθρα 100 επόμ. του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανήλθε στο ποσό των 49.363.213 δρχ., ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός, απαντώντας στην αγωγή, προέβαλε την ένσταση ακυρότητας της ανωτέρω συμφωνίας λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόμο έγγραφου τύπου.
Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων, ισχυρίσθηκε επικουρικώς ότι η επίκληση από τον ΟΣΕ της τυπικής ακυρότητας της εν λόγω συμφωνίας τους ασκείται καταχρηστικά, διότι αυτός τα προηγούμενα έξι έτη πριν από την περαίωση της ως άνω εντολής του κατέβαλε στον ίδιο σταθερά και ομοιόμορφα, με βάση προφορικές και πάλι συμφωνίες, ως αμοιβή, για την περαίωση εντολών με περιεχόμενο τον καθορισμό αποζημιώσεων για απαλλοτριώσεις υπέρ και με δαπάνες αυτού όχι τα ελάχιστα πάγια, αλλά ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, σύμφωνα με τα άρθρα 100 επόμ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ότι από την μέχρι τότε συμπεριφορά του αντιδίκου του δημιουργήθηκε σ' αυτόν εύλογα η πεποίθηση ότι και στην ένδικη περίπτωση θα προέβαινε στην εκτέλεση της προφορικής συμφωνίας τους και θα του κατέβαλε την συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή του, χωρίς να επικαλεσθεί την ως άνω ακυρότητα της εν λόγω συμφωνίας τους.
Ότι, πλέον αυτών, υφίσταται αφόρητες συνέπειες, που έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με την έννοια της δικαιοσύνης, καθόσον, ενώ για την περαίωση μιας τόσο σοβαρής εργασίας έπρεπε να λάβει νόμιμη αμοιβή, ανερχόμενη στο ποσό των 49.363.213 δρχ., όση ακριβώς και ένας πληρεξούσιος δικηγόρος ιδιώτη, στην παρούσα υπόθεση, με την καταχρηστική επίκληση από τον εντολέα του της ακυρότητας της ως άνω συμφωνίας και μάλιστα μετά την ανάθεση και περαίωση της ένδικης εντολής, πρόκειται να λάβει το εξευτελιστικό, ποσό των 26.600 δρχ., που ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός του προσφέρει με βάση τα πάγια ελάχιστα όρια, εκμεταλλευόμενος την ακυρότητα της συμφωνίας αυτής.
Κατόπιν τούτων ζήτησε την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως. Το Εφετείο, με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας το περιεχόμενο των προτάσεων του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός αυτού συνιστά αντένσταση, η οποία είναι νόμω βάσιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ούτε και δεν έλαβε υπόψη γεγονότα, που αναφέρονται στις προτάσεις του αναιρεσείοντος και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δοθέντος ότι η μακροχρόνια συμπεριφορά έναντι του αναιρεσείοντος του αντιδίκου του ως προς τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του σε υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ως και η μη ενημέρωση αυτού από μέρους του τελευταίου πριν από την ανάθεση και την περαίωση της ένδικης εντολής για την πρόθεσή του να μεταβάλει τον τρόπο της αμοιβής αυτού στις εν λόγω υποθέσεις αποτελούν μέρος των θεμελιούντων την ιστορική βάση της ως άνω αντενστάσεως πραγματικών περιστατικών.
Επίσης, η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση περιέχει αιτιολογίες, οι οποίες είναι επαρκείς στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εκτιμήσεως από το Εφετείο του περιεχομένου των προτάσεων του αναιρεσείοντος καθόσον αφορά την προβληθείσα απ' αυτόν ως άνω αντένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ΟΣΕ.
Επομένως, ο πρώτος, ως προς όλα τα σκέλη του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η οποία αποβλέπει στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας κατά την ενάσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος και έχει, για το λόγο αυτό, έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξεως, απαιτείται η συνδρομή περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά, που δημιουργεί εύλογα την πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του ο δικαιούχος.
Η άσκησή του, παρά το γεγονός αυτό, εφόσον τείνει σε ανατροπή καταστάσεως, η οποία δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες διατηρήθηκε επί μακρό και επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, αντίκειται κατά τρόπο προφανή στις καθοριζόμενες στην διάταξη ως άνω αρχές (Ολ. Α.Π. 17/1995, 62/1990). Η διάταξη αυτή, λόγω του ανωτέρω χαρακτήρα της ως δημόσιας τάξεως, έχει εφαρμογή και επί επικλήσεως με αναγνωριστική αγωγή ή ένσταση της ακυρότητας μιας συμφωνίας ακόμη και από λόγους τυπικούς, που αφορούν, δηλαδή, την μη τήρηση των τασσομένων από το νόμο για την έγγραφη σύνταξή της διατυπώσεων με ποινή ακυρότητας.
Τούτο συμβαίνει ιδιαίτερα όταν η επίκληση της ακυρότητας δεν συμβιβάζεται με την συμπεριφορά μέχρι τώρα εκείνου που επικαλείται αυτή ή όταν η ακυρότητα της δικαιοπραξίας συνεπάγεται για τον αντισυμβαλλόμενο αφόρητες συνέπειες, που έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με την έννοια της δικαιοσύνης (Α.Π. 879/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την δεύτερη ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Με την υπ' αριθ. 1967540/4648/0010/1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών - Επικοινωνιών απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνες του αναιρεσιβλήτου ΟΣΕ, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (μεταφορά του εμπορικού σταθμού Λάρισας), συνολική έκταση 334, 730 Μ2 μαζί με τα επικείμενα συστατικά.
Ο τελευταίος, ο οποίος επί πολλά έτη συνεργαζόταν για τις δικαστικές του υποθέσεις στη Λάρισα με τον αναιρεσείοντα δικηγόρο, που αμειβόταν ανά υπόθεση, έδωσε σ' αυτόν με το υπ' αριθμ. 337354/19-5-1992 έγγραφο της Διευθύνσεως των Νομικών Υπηρεσιών του την εντολή να ενεργήσει τα αναγκαία για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων.
Ο αναιρεσείων αποδέχθηκε την εντολή, την οποία, την οποία και περαίωσε στη συνέχεια με την έκδοση της υπ' αριθμ. 559/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός με το υπ' αριθ. 340.553/15-12-1992 έγγραφο της ανωτέρω Διευθύνσεώς του έδωσε στον αναιρεσείοντα την εντολή να επιδιώξει τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων.
Αυτός περαίωσε επιτυχώς και την εντολή αυτή με την έκδοση της υπ' αριθ. 35/1993 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, με την οποία η οριστική αποζημίωση για το σύνολο των απαλλοτριωθέντων καθορίσθηκε στο ποσό των 1.645.207.100 δρχ. Μετά ταύτα, ο αναιρεσείων απέστειλε στον αναιρεσίβλητο ΟΣΕ τον λογαριασμό της αμοιβής του (ενιαία για τον προσωρινό και τον οριστικό προσδιορισμό), την οποία υπολόγισε στο ποσό των 49.363.213 δρχ.
με βάση τα άρθρα 100 επόμ., 114 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ. 5β του Ν. 1093/1980, διότι αυτή ανερχόταν σε ποσοστό 3% επί της καθορισθείσης οριστικά ως άνω συνολικής αξίας των απαλλοτριωθέντων για την σύνταξη των αιτήσεων και των προτάσεων και επιπλέον 7.000 δρχ. για την παράστασή του στο δικαστήριο.
Ο ανωτέρω Οργανισμός αρνήθηκε να του πληρώσει την αμοιβή αυτή, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, η νόμιμη αμοιβή του για κάθε εργασία έπρεπε να υπολογισθεί με τα πάγια ελάχιστα όρια, που ορίζονται στα άρθρα 100 παρ. 4, 107 παρ. 1β και 110 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ρητή ή σιωπηρή συμφωνία, κατά την οποία ο αναιρεσείων, για όσες ειδικά υποθέσεις προσδιορισμού αποζημιώσεως θα του ανέθετε ο ΟΣΕ, θα αμειβόταν με ποσοστό (3% αν ήταν αιτών και 2% αν ήταν καθ' ου) επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων.
Πράγματι, δεν έγινε τέτοια ρητή συμφωνία μεταξύ αυτών. Αντίθετα, για μια άλλη υπόθεση απαλλοτριώσεως, που χειρίσθηκε ο αναιρεσείων με εντολή του αντιδίκου του και για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 25/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ο τελευταίος κατέβαλε σ' αυτόν, ως αμοιβή, ποσοστό 3% επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων, ήτοι 1.215.380 δρχ.
Η αμοιβή αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 338.252/18-9-1992 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του ΟΣΕ. Επίσης, ο αναιρεσείων αμείφθηκε με τον ίδιο τρόπο και στις υποθέσεις καθορισμού αποζημιώσεως α) με την υπ' αριθ. 443/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, για την οποία έλαβε, ως αμοιβή, στις 29-1-1988 το ποσό των 838.517 δρχ., β) με τις υπ' αριθ. 296 και 661/1986 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και την υπ' αριθ. 420/1987 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, για την οποία εισέπραξε στις 29-1-1988, ως αμοιβή, το ποσό των 175.318 δρχ., γ) με την υπ' αριθ. 431/1987 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, για την οποία εισέπραξε στις 29-1-1988, ως αμοιβή, το ποσό των 31.500 δρχ., δ) με την υπ' αριθ. 565/1988 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, για την οποία εισέπραξε στις 22-2-1989, ως αμοιβή, το ποσό των 1.303.082 δρχ., ε) με την υπ' αριθ. 107/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία εισέπραξε στις 22-2-1989, ως αμοιβή, το ποσό των 549.000 δρχ.
και στ) με την υπ' αριθ. 761/1992 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία εισέπραξε στις 18-12-1992, ως αμοιβή, το ποσό των 190.160 δρχ. Όμως, οι καταβολές αυτές δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ΟΣΕ είχε δεχθεί σιωπηρά ότι και στην ένδικη απαλλοτρίωση θα κατέβαλε πλήρη την αμοιβή σε ποσοστό 3% επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων.
Σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός, εκτιμώντας την εργασία του αναιρεσείοντος, αποφάσιζε εκ των υστέρων, μετά την περαίωση εκάστης εντολής, μετά από εισήγηση του νομικού συμβούλου του αν θα καταβάλει την αιτούμενη απ' αυτόν πλήρη αμοιβή. Καθοριστικό κριτήριο για την έγκριση ήταν το ύψος της αμοιβής.
Κάθε περίπτωση όμως ήταν διαφορετική και δεν επρόκειτο για μια χωρίς άλλο πάγια και ομοιόμορφη τακτική του ΟΣΕ. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, που θα δικαιολογούσε τη θέση του αναιρεσείοντος ότι για όλες ανεξαιρέτως τις υποθέσεις απαλλοτριώσεως υπήρχε συμφωνία για καταβολή πλήρους ποσοστιαίας αμοιβής, αυτό θα ίσχυε και για τους άλλους επαρχιακούς δικηγόρους, που προσλάμβανε ο ΟΣΕ κατά περίπτωση με αμοιβή ανά υπόθεση.
Ο αναιρεσείων δεν υπέδειξε κανένα άλλο τέτοιο δικηγόρο, που αμειβόταν για υποθέσεις απαλλοτριώσεως με πλήρη ποσοστιαία αμοιβή. Αντίθετα, ο ΟΣΕ κατέδειξε τους δικηγόρους Κατερίνης Δ. Γρηγορόπουλο και Θηβών Λ. Βούζα, οι οποίοι την ίδια χρονική περίοδο αμείφθηκαν για τις αναφερόμενες υποθέσεις καθορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριώσεων με τις πάγιες ελάχιστες αμοιβές για κάθε πράξη.
Έτσι, ο ΟΣΕ κατά τη συνεργασία του με τον αναιρεσείοντα είχε αναπτύξει μια τακτική ως προς τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, σύμφωνα με την οποία, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, αποφάσιζε αν θα παρέβλεπε το νόμιμο ύψος αυτής με βάση τα ελάχιστα πάγια όρια ή αν θα την καθόριζε ποσοστιαία επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων.
Στην παρούσα περίπτωση ο ΟΣΕ δεν ενέκρινε την πληρωμή της αμοιβής του αναιρεσείοντος με τον τελευταίο αυτό τρόπο, λόγω προφανώς του μεγάλου ύψους της (49.363.213 δρχ), που έπαιξε καθοριστικό προς τούτο ρόλο. Μέχρι τότε οι αμοιβές, που είχε εγκρίνει ο ΟΣΕ, κυμαίνονταν σε πολύ μικρότερα ποσά (1.215.380 δρχ., 838.517 δρχ., 175.318 δχ., 31.500 δρχ., 1.303.082 δρχ., 549.000 δρχ., 190.160 δρχ).
Η πίστη, που δημιουργήθηκε στον αναιρεσείοντα από την καταβολή των αμοιβών αυτών, ότι δηλαδή και στην προκείμενη υπόθεση θα αμειφθεί με τον ίδιο τρόπο, ήταν μια υποκειμενική πεποίθησή του και όχι προϊόν σιωπηρής συμφωνίας, διότι από κανένα αρμόδιο όργανο του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού δεν εμπορεύτηκε κάποια συμπεριφορά, που να έχει την αντικειμενική αξία ότι σε κάθε ανεξαιρέτως περίπτωση απαλλοτριώσεως θα αμειβόταν αυτός με πλήρη ποσοστιαία αμοιβή.
Άλλωστε, μια τέτοια δεσμευτική συμπεριφορά κανένα όργανο ενός Οργανισμού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως ο ΟΣΕ, δεν θα μπορούσε να επιδείξει, αν προηγουμένως δεν είχε υλοποιηθεί με νόμιμη διαδικασία η σχετική βούληση του Οργανισμού. Άρα, εφόσον δεν υπήρχε ειδική συμφωνία για τον αξιούμενο από τον αναιρεσείοντα τρόπο καθορισμού της αμοιβής του, δικαιούται να λάβει αυτός για κάθε εργασία το πάγιο ελάχιστο όριο, που ορίζεται από τα άρθρα 100 παρ. 4, 107 παρ. 1β και 110 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο, μετά την απόρριψη κατ' ουσία της αντενστάσεως και την παραδοχή κατ' ουσία της ενστάσεως, απέρριψε την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της ,ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν προέκυπτε καταχρηστική άσκηση του ως άνω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού.
Επομένως, οι δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτος λόγοι του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, οι τρίτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού η προσβαλλόμενη ως άνω δεύτερη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αντένσταση του αναιρεσείοντος, περιέχει αιτιολογίες. Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη δεύτερη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη καταχρηστικής ασκήσεως του ανωτέρω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού.
Άρα, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι το κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., όπως συμπληρώθηκαν με τους τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτο και πέμπτο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, κατά το άρθρο 415 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να εξετασθεί όποιος το εκπροσωπεί στο δικαστήριο ή κάποιο άλλο μέρος της διοικήσεώς του. Εξάλλου, η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και συνεπώς, ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατάθεση του ....., που εξετάσθηκε κατά το άρθρο 415 παρ. 3 ΚΠολΔ, χωρίς προηγουμένως να αποδειχθεί ότι εκπροσωπούσε νόμιμα τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό.
Το Εφετείο όμως, όπως προκύπτει από την απόφασή του αυτή, δέχθηκε ότι ο ανωτέρω ήταν νόμιμος εκπρόσωπος αυτού και συνεπώς, ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως, που αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠολΔ, τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά, οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο και οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνον για την αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ προσάπτεται στη δεύτερη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η μομφή, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα, που προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση διατάχθηκε προς συμπλήρωση των αποδείξεων η εξέταση χωρίς όρκο του αναιρεσείοντος και του νομίμου εκπροσώπου του αντιδίκου του. Η εξέταση των διαδίκων διεξήχθη ενώπιον του Εφετείου κατά τη δικάσιμο της 24-9-2004.
Ο αναιρεσίβλητος ΟΣΕ κατέθεσε στο ακροατήριο (24-9-2004) τις προτάσεις του και στη συνέχεια την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τη συζήτηση (29-9-2004) κατέθεσε προσθήκη στις προτάσεις του, με τις ποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα τα αναφερόμενα ως άνω έγγραφα προς απόδειξη της αντενστάσεως του αναιρεσείοντος περί της καταχρηστικής ασκήσεως του προαναφερόμενου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, της οποίας μερικά πραγματικά περιστατικά, που τη θεμελίωναν, προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση, όπως και εκείνο περί της αμοιβής και άλλων δικηγόρων για υποθέσεις απαλλοτριώσεως με πλήρη ποσοστιαία αμοιβή.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 11/1996, 469/1984). Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ανωτέρω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ. Α.Π. 3/1997). Ακόμη, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτιάται τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντων ισχυρισμών, κατά τους οποίους α) ο αναιρεσίβλητος ΟΣΕ, εκτιμώντας την εργασίας του αναιρεσείοντος, αποφάσιζε σε κάθε μια από τις αναφερόμενες περιπτώσεις εκ των υστέρων, μετά την περαίωση κάθε εντολής, μετά από εισήγηση του νομικού του συμβούλου, αν θα καταβάλει την απαιτούμενη απ' αυτόν πλήρη αμοιβή, β) καθοριστικό κριτήριο για την έγκριση ήταν σαφώς το ύψος της αμοιβής, γ) κάθε περίπτωση ήταν διαφορετική και δεν επρόκειτο για μια χωρίς άλλο πάγια και ομοιόμορφη τακτική του αναιρεσιβλήτου και δ) στην συνεργασία του ο τελευταίος με τον αναιρεσείοντα είχε αναπτύξει μια τακτική για τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής, σύμφωνα με την οποία, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, αποφάσιζε αν θα παρέβλεπε το νόμιμο ύψος αυτής με βάση τα ελάχιστα πάγια όρια ή αν θα την καθόριζε ποσοστιαία επί της αξίας των απαλλοτριωθέντων.
Οι ανωτέρω ισχυρισμοί αποτελούν συμπεράσματα του Εφετείου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τους τρίτο και έβδομο, κατά το πρώτο μέρος τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559ν αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτιάται την ίδια ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών του, κατά τους οποίους α) ο ΟΣΕ επί έξι και πλέον έτη κατέβαλε σ' αυτόν αμοιβή για την διεκπεραίωση δικαστικώς των υποθέσεών του αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με το ελάχιστο ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, με αποτέλεσμα να καταρτισθεί μεταξύ αυτών σχετική σιωπηρή συμφωνία ως προς τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του, β) η άρνηση του ΟΣΕ να καταβάλει σ' αυτόν την ένδικη αμοιβή του είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 200 Α.Κ.
και αντίκειται στην ορθή ερμηνεία της σιωπηρώς καταρτισθείσης μεταξύ αυτών ως άνω συμβάσεως ως προς το ύψος της αμοιβής του στις προαναφερόμενες υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, αφού η πραγματική βούληση του ΟΣΕ ήταν να τον αμείβει με το ελάχιστο ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, γ) η μακροχρόνια επιχειρησιακή συνήθεια του ΟΣΕ ως προς τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής αυτού, που έγινε αποδεκτή από τον ίδιο και εντεύθεν καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών σιωπηρή συμφωνία, αποκλείει, λόγω της φύσεώς της και της εννοίας της, την ανάγκη υπάρξεως ρητής έγγραφης συμφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής του, άλλως η εξ αυτού του λόγου ακυρότητα της συμφωνίας του ήρθη από τη μακροχρόνια εκπλήρωση της συμβάσεώς τους από τον ΟΣΕ με τον υπολογισμό της αμοιβής του κατά τον ανωτέρω μνημονευόμενο τρόπο και δ) λόγω της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δημιουργήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη προσδοκία και η εύλογη πεποίθηση ότι ο ΟΣΕ θα υπολόγιζε την αμοιβή του και για τις υποθέσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που επρόκειτο να χειρισθεί στο μέλλον, με τον τρόπο που υπολόγισε αυτή και στις προηγούμενες ως άνω υποθέσεις του.
Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς οι υπό στοιχείο γ΄ αποτελούν νομικά επιχειρήματα, που προέβαλε ο αναιρεσείων για την υποστήριξη των απόψεών του σε σχέση με νομικά ζητήματα και συνεπώς, ο ανωτέρω έβδομος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του αυτό, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι, ενόψει των παραδοχών της δεύτερης αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.
Επίσης, ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις ανωτέρω, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αιτήσεις του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι δεν αποτελούν αυτές αιτήσεις κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως, αφού δεν είναι κεφάλαια της δίκης.
Ακόμη, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στη δεύτερη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η μομφή, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί της καταχρηστικής ασκήσεως του ως άνω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, η αντένσταση αυτή εξετάσθηκε και απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Τέλος, ο έκτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι ο λόγος αυτός δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο δεν έχει από το νόμο υποχρέωση να διατάξει με παρεμπίπτουσα απόφασή του αποδείξεις, όπως τούτο συμβαίνει στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τις ειδικές διαδικασίες.
Επειδή, από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που είναι διάφορα και δεν συνέχονται αναγκαίως με κανένα από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια. Η απόφαση περιέχει περισσότερα κεφάλαια και στην περίπτωση της στηρίξεως του αγωγικού αιτήματος σε περισσότερες πραγματικές βάσεις. Επομένως, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση δεν προσβλήθηκε με την αναίρεση το κεφάλαιο της πρώτης αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με το οποίο απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής περί καταβολής της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος, που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, ως νόμω αβάσιμη, αλλά προσβλήθηκε μόνο εκείνο της δεύτερης προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής περί καταβολής της αυτής δικηγορικής αμοιβής, η οποία οφείλεται πλήρης με βάση τη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, ο όγδοος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η άνω προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το ως άνω πρώτο κεφάλαιό της, που όμως δεν ταυτίζεται ούτε συνέχεται αναγκαίως με το προσβληθέν με την αναίρεση δεύτερο κεφάλαιο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση των υπ' αριθ. 859/2003 και 760/2004 αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Οργανισμού, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ