Supreme Court dismisses appeal against consumer loan default judgment due to lack of procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding consumer loan defaults. The appellant argued procedural errors and a lack of fraud, but the court found the fraud allegation was properly substantiated in lower courts with sufficient evidence of the appellant's lack of financial capacity. Consequently, the court ruled the appeal was baseless and ordered the return of the appeal bond to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on procedural defects or lack of fraud is inadmissible if the lower courts correctly applied the law and established the necessary elements of fraud based on the case file.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1850 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1850/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τηλικίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 3ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "doValue Greece" (πρώην "EUROBANK FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER ISSUER Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωφό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγίας Άννας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2018 οριστική του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας και .../2020 μη οριστική και .../2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων, το 3ο των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως στο ακροατήριο παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1] Με την υπό κρίση, από ...-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. .../2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην: 1) των πρώτης, υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο Εφετείο.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 811/2023).
Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς τους ανωτέρω πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων και περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ.
Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ). 2] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται, αν ο διάδικος, o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019). 3] Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα, με αριθ. ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από ...-2023, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες.
Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). 4] Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, εμφανίστηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " DoValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσιβλήτου ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", επικαλούμενη την ενεργητική της νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον της ως μη δικαιούχου διάδικου σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ 4 του Ν.4354/2015 και ως εντολοδόχου της εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία "Frontier issuer designated activity company", η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω Τράπεζας και από την οποία μεταβιβάσθηκαν σε αυτήν από την ως άνω τράπεζα ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απαίτηση εκ της με αριθμό ...
σύμβασης δανείου, η οποία και περιλαμβάνεται στην ως άνω αίτηση του Ν.3869/2010 του αναιρεσείοντος ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα ", ζήτησε τη παραδοχή της παρέμβασης και την απόρριψη της αναίρεσης.
Επομένως, η ασκηθείσα ως άνω πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 752 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναιρέσεως εξαιτίας της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ που, κατ' αυτές των άρθρων 573 παρ. 1 και 741 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση.Ακολούθως πρέπει να ερευνηθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ 3 του ΚπολΔ).
5] Από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας, την από 01-06-2012 (αριθ. έκθ. κατάθ. 24/2012) αίτηση, με την οποία, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του προς τους καθ' ων πιστωτές του κατά τις διατάξεις του Ν.3869/2010. Η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με τη με αριθμό .../2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας. Κατά της απόφασης αυτής, ο αιτών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την από 02-08-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2018) έφεση,επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό .../2022 απόφαση του ως Εφετείου δικάζοντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση.
6] Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.
με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 224/2023).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1324/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020). 7] Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ.
β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: O αιτών, κάτοικος ..., γεννηθείς το έτος 1959, είχε τελέσει γάμο την ...-2004 με την Α. Μ., ο οποίος λύθηκε την ...-2016, δυνάμει της υπ' αριθ. .../2016 απόφασης τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και από τον οποίο γάμο έχει αποκτήσει δύο τέκνα, τον Π.
Κ., που γεννήθηκε την ...-2004 και τον Π. Κ., που γεννήθηκε την ...-2006. O αιτών εργάζεται στο κέντρο Υγείας Μαντουδίου Ευβοίας αντί μηνιαίου μισθού ποσού 925,09 εύρώ, ενώ επιπλέον, απασχολείται ως μουσικός κάθε Σάββατο στην ταβέρνα "..." στη ..., αντί μηνιαίου ποσού 200 ευρώ. Δυνάμει τον από 10-6-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού καταβάλλει ποσό 330,00 μηνιαίως, στην πρώην σύζυγό τον, ως διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους.
Τα ετήσια εισοδήματα τον αιτούντος, για το φορολογικό έτος 2016 ανήλθαν στο ποσό των 11.709,52 εύρώ, από το οποίο συνάγεται ότι το μηνιαίο εισόδημά του, ανέρχεται στο ποσό των 1.175,79 εύρώ (975,79 + 200) (11.709,52/12 μήνες +200). Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος κατά τα οικονομικά έτη 2006 έως 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014 και 2015 ανερχόταν ως εξής:
κατά το οικονομικό έτος 2006, στο συνολικό ποσό των 26.505,76 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2007, στο συνολικό ποσό των 32.873,19 ευρώ (1.574,39 ευρώ η σύζυγός τον και 31.298, 80 ευρώ ο αιτών), κατά το οικονομικό έτος 2008, στο συνολικό ποσό των 40.836,02 ευρώ (5.820,70 ευρώ η σύζυγός τον και 35.0155' ευρώ ο αιτών), κατά το οικονομικό έτος 2009, στο συνολικό ποσό των 45.336 ευρώ (2.797,20 ευρώ η σύζυγός τον και 42.539,78 ευρώ ο αιτών), κατά οικονομικό έτος 2010, στο συνολικό ποσό των 40.913,73 ευρώ (1.511,40 ευρώ η σύζυγός τον και 39.402,33 ευρώ ο αιτών), κατά το οικονομικό έτος 2011, στο συνολικό ποσό των 32.962,39 ευρώ (1.511,40 ευρώ η σύζυγός του και 31.450,99 ευρώ ο ίδιος), κατά το οικονομικό έτος 2012, στο συνολικό ποσό των 17.461,99 ευρώ (1.229,46 ευρώ η σύζυγός του και 16.232,53 ευρώ ο αιτών), κατά το οικονομικό έτος 2013, στο συνολικό ποσό των 14.133,84 ευρώ (1229,26 ευρώ η σύζυγός του και 12.904,58 ευρώ ο αιτών), κατά το οικονομικό έτος 2014, στο συνολικό ποσό των 11.869,26 ευρώ (564,26 ευρώ η σύζυγός του και 11.305 ευρώ ο ίδιος), κατά το φορολογικό έτος 2014, στο συνολικό ποσό των 11.012,98 ευρώ (0,16 ευρώ για την σύζυγό του και 11.012,82 ευρώ ο αιτών) και κατά το φορολογικό έτος 2015, στο συνολικό ποσό των 11.112,13 ευρώ (μηδενικό εισόδημα για την σύζυγο του και 11.112,13 ευρώ για τον ίδιο (βλ.
ενιαία εκκαθαριστικά σημειώματα-πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου της Δ.Ο.Υ Χαλκίδας για τα αντίστοιχα οικονομικά και φορολογικά έτη, που προσκομίζει ο αιτών). Περαιτέρω, ο αιτών έχει στην πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 13.156,60 τ.μ. άρτιο και οικοδομήσιμο, εντός τον οποίον ευρίσκεται μια διώροφη μονοκατοικία εμβαδού 101,44 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη Θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Κρύας Βρύσης, του Δημοτικού Διαμερίσματος Κηρίνθου, τον δήμου Κηρέως.
Το ανωτέρω ακίνητο απέκτησε ο αιτών δυνάμει τον με αριθ. ...-2006 πωλητηρίου συμβολαίου αγροτικού ακινήτου του συμβολαιογράφου Αγίας Άννας Ν. Π. Για το ακίνητο αυτό, ο αιτών υποβάλλει αίτημα υπαγωγής του στην προβλεπόμενη από τη διάταξη τον άρθρον 9 §2 τον ν. 3869/2010 ρύθμιση, εφόσον αυτό αποτελεί την κύρια μοναδική κατοικία του.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης, όπως είχε δηλωθεί μέχρι 5-9-2017, ο αιτών δηλώνει ότι έχει στην κυριότητά του α) κατά ποσοστό 33,33 % εξ αδιαιρέτου ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 12.623,50 τ.μ. στη θέση Λιθάρι τον Δήμου ..., β) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 13.303 τ.μ.
στη Θέση ... του Δήμου ... και γ) ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 400 τ.μ. στη Θέση ... του Δήμου ..., χωρίς ωστόσο να προσκομίζονται μεταγεγραμένοι τίτλοι κτήσης των αγροτεμαχίων αυτών. Σε χρόνο προγενέστερο τον έτους από την κατάθεση της αιτήσεως ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες πιστώτριες, τα οποία είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, Θεωρούνται, με την κοινοποίηση της αίτησης, ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους, κατά το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρ.6§3 Ν.3869/2010) και ειδικότερα είχε καταρτίσει: 1) με την πρώτη μετέχουσα πιστώτρια α) ως οφειλέτης την υπ' αριθ. ...
σύμβαση δανείου, το υπόλοιπο της οποίας ανερχόταν, την 5-9-2017 στο συνολικό ποσό των 47.974,43 ευρώ (κεφάλαιο 38.000 ευρώ, τόκοι 9.156,32 ευρώ και έξοδα 0,00 ευρώ) και β) ως οφειλέτης, την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου (ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ), εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, το υπόλοιπο της οποίας ανερχόταν, την 5-09-2017, στο συνολικό ποσό των 217.990,84 ευρώ (κεφάλαιο 186.794,44 ευρώ, τόκοι 20.000,44 ευρώ, έξοδα 273,38 ευρώ) και γ) ως οφειλέτης την με αριθ. ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το υπόλοιπο της οποίας ανερχόταν την ...-2012, στο συνολικό ποσό των 234,61 ευρώ (κεφάλαιο 218,34 ευρώ, τόκοι 15,86 ευρώ, έξοδα 0,00 ευρώ)(βλ. την αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). 2) με τη δεύτερη μετέχουσα τράπεζα είχε καταρτίσει ως οφειλέτης την με αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το υπόλοιπο της οποίας ανερχόταν την 6-9-2017 στο συνολικό ποσό των 509,23 ευρώ (κεφάλαιο 362,48 ευρώ, τόκοι 146,75, έξοδα 0,00 ευρώ (βλ.
την από 6-9-2017 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζας). 3) Με την τρίτη μετέχουσα πιστώτρια είχε καταρτίσει ως οφειλέτης, τη με αριθ. λογαριασμού ... και ... σύμβαση δανείου μικροεπισκευών, το υπόλοιπο της οποίας ανερχόταν, την 30-6-2017, στο συνολικό ποσό των 6.840,94 ευρώ (κεφάλαιο 6.066,81 ευρώ, τόκοι υπερημερίας 497,62 ευρώ, επιπλέον τόκοι υπερημερίας 276,51) (βλ.
την από 14-9-2017 αναλυτική κατάσταση οφειλών της ως άνω τράπεζα).
Ας σημειωθεί ότι με την με αριθ. ...-2011 σύμβαση, συνομολογήθηκε μεταξύ της δανείστριας και του οφειλέτη δάνειο τοκοχρεωλυτικό, ποσού 38.000 ευρώ, με σκοπό την εξόφληση των οφειλών τον οφειλέτη προς την Τράπεζα από τα με αριθ. ... (με υπόλοιπο οφειλής 34.266,00 ευρώ), ... (με υπόλοιπο οφειλής 277,00 ευρώ), ... (με υπόλοιπο οφειλής 967,00 ευρώ), δανείων καταναλωτικής πίστης και πιστωτικών καρτών.
Περαιτέρω, από το αντίγραφο της με αριθ. ...-2010 σύμβασης[ που τιτλοφορείται "Σύμβαση Δανείου Άρση Βαρών] που προσκομίζεται από τον αιτούντα προκύπτει ότι συνομολογήθηκε μεταξύ της δανείστριας και του οφειλέτη, δάνειο τοκοχρεωλυτικό, ποσού 34.261,21 ευρώ, με σκοπό την εξόφληση των οφειλών Καταναλωτικής Πίστης τον οφειλέτη προς την Τράπεζα, χωρίς όμως για αυτές να αναφέρονται αριθμοί λογαριασμών ή συμβάσεις, ούτε όμως αυτές προσκομίζονται ώστε να προκύπτει ο χρόνος σύναψης, το ύψος των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ο αιτών, η διάρκεια αυτών.
Όμως, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, κατά το χρόνο ανάληψης της με αριθ. ... σύμβασης δανείου, ήτοι την 29-6-2011, είχε περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες και γνώριζε ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δε μπορεί να το εξυπηρετήσει, άλλωστε είχε ήδη αναλάβει ως οφειλέτης υποχρεώσεις από την από 29-6-2011 πρόσθετη πράξη στην με αριθ. ...
σύμβαση η οποία εξυπηρετείτο από τον με αριθ. λογαριασμού ... στεγαστικού δανείου (ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ). Από αυτήν την πρόσθετη πράξη προκύπτει ότι δυνάμει της από 18-10-2006 και με αριθ. ... ιδιωτικής σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου χορηγήθηκε στον αιτούντα και τη σύζυγό τον ποσό 190.000 ευρώ, από το οποίο την 29-6-2011 (ήτοι περίπου μετά την πάροδο 5 ετών) η συνολική οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 186.794,44 ευρώ, είχε δηλαδή καταβληθεί σε χρονικό διάστημα πέντε ετών το ποσό των 3.205,56 ευρώ μόλις.
Συνεπώς, ήδη κατά το χρόνο τη ανάληψης από 18-10-2006 και με αριθ. ... ιδιωτικής σύμβασης υπήρχε αδυναμία αποπληρωμής την οποία ο αιτών γνώριζε και η οποία εξακολούθησε, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της μηνιαίας δόσης (κατά τους ισχυρισμούς του 900 ευρώ) και το κόστος διαβίωσης (κατά την κρίση τον δικαστηρίου πλέον των 1.500 ευρώ) ήδη αυξημένο, αφού πλέον είχε αποκτήσει δύο τέκνα, ενώ η σύζυγός τον δεν εργαζόταν συστηματικά.
Ας σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ότι κατά το χρόνο ανάληψης τον στεγαστικού δανείου το έτος 2006, είχε εισόδημα 4.000 ευρώ δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, το οικογενειακό εισόδημά τον, κατά το οικονομικό έτος 2012 (που αφορά την περίοδο από 1-1-2011, έως 31-12-2011), ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 17.461,99 ευρώ (1.229,46 ευρώ για τη σύζυγό τον και 16.232,53 ευρώ για τον ίδιο), από το οποίο συνάγεται ότι το μέσο μηνιαίο εισόδημά του ανερχόταν, κατά το χρόνο ανάληψης της με αριθ. ...
σύμβασης δανείου στο ποσό των 102,45 ευρώ (1.229,46/12 μήνες) για τη σύζυγο και στο ποσό των 1.352,71 ευρώ για τον ίδιο(16.232,53/12 μήνες), ήτοι το μέσο μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των 1.455,16 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι τα εισοδήματα τον αιτούντος και κατά τη σύναψη της με αριθ. ... σύμβασης δανείου την 29-6-2011, ακόμα και συνεπικουρούμενος από τα εισοδήματα της συζύγου της, σε καμία περίπτωση, δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τόσο τις δανειακές υποχρεώσεις που αυτός ανέλαβε έναντι των μετεχουσών πιστωτριών είτε το πρώτον είτε σε ρύθμιση προηγουμένων οφειλών όσο και τις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς του, γεγονός το οποίο αυτός γνώριζε, ακόμα και αν γίνουν δεκτά τα όσα εκθέτει ο αιτών στην υπό κρίση αίτησή του ότι το εκτιμώμενο κόστος των βιοτικών αναγκών της οικογενείας του ανερχόταν το έτος 2012 στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, η δε δόση ανερχόταν, σύμφωνα με την χωρίς όρκο εξέτασή τον αιτούντος στο ποσό των 800,00 ευρώ μηνιαίως.
Συνεπώς το ποσό που απέμενε, αφαιρουμένου του ποσού αυτού από το μηνιαία εισοδήματα τον αιτούντος και της συζύγου τον, όπως προκύπτει από το πιο πάνω εκκαθαριστικά σημειώματα, επ' ουδενί επαρκούσε για την αξιοπρεπή διαβίωση τους, συνυπολογίζοντας και ότι τις πιο πάνω δανειακές υποχρεώσεις είχε αναλάβει για χρονικό διάστημα 480 μηνών.
Να σημειωθεί ότι η πεποίθηση του εκκαλούντος ότι μπορούσαν κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων τους να καλύπτουν τόσο αυτές όσο και το κόστος διαβίωσής τους, έρχεται σε αναντιστοιχία με τα δηλωθέντα εισοδήματά τους, δημιουργώντας υπόνοιες για ύπαρξη μη δηλωθέντων εισοδημάτων. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο εκκαλών, παρά την περιορισμένη οικονομική του δυνατότητα, προέβαινε αβίαστα σε λήψεις δανείων, υποχρεώσεις τις οποίες γνώριζε σαφώς εκ των προτέρων και δη τόσο κατά την κατάρτισή των σχετικών συμβάσεων όσο και μετέπειτα, ότι αδυνατούσε να εξυπηρετήσει.
Έπραξε δε κατά αυτόν τον τρόπο προκειμένου να καρπωθεί τα οφέλη από την υπερχρέωσή τον με την απόκτηση αγαθών, υπερβαίνοντας με τον τρόπο αυτό το μέτρο τον συνετού καταναλωτή και δημιουργώντας δολίως την επικαλούμενη από τον ίδιο αδυναμία πληρωμής των οφειλών τον. Ειδικότερα, η δόλια συμπεριφορά τον συνίστατο στο γεγονός ότι ενώ αυτός προέβλεπε ότι με την συνεχή λήψη νέων πιστωτικών προϊόντων, έστω και αν κάποια από αυτά με σκοπό ρύθμισης παλαιοτέρων, οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, παραταύτα δεν άλλαξε συμπεριφορά, αποδεχόμενος την περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των υποχρεώσεών τον.
Έτσι όμως, εν γνώσει το χειροτέρευσε την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του, μη φροντίζοντας για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας και τη σωστή διαχείρισή του, με αποτέλεσμα να μειώνει εν γνώσει τον τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει και να αδυνατεί εκ του λόγου αυτού και μόνο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.
Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε απέκρυψε τα εισοδήματά του από την τράπεζα, η οποία του χορήγησε τα ως άνω προϊόντα και η οποία γνώριζε την περιουσιακή του κατάσταση και σταθμίζοντας τον επιχειρηματικό της κίνδυνο αποφάσισε να του διαθέσει αυτά. Ωστόσο, ο δόλος του, όπως περιγράφηκε υπό ανωτέρω, κρίνεται στο πρόσωπο του ίδιου, κατά την σύναψη των ως άνω συμβάσεων, τον τελευταίο λόγο για την κατάρτιση των οποίων εξάλλου είχε ο ίδιος, και δεν αναιρείται από τυχόν αμελή συμπεριφορά των οργάνων της τράπεζας να χορηγήσουν σε αυτόν τα ως άνω τραπεζικά προϊόντα παρά τα εμφανιζόμενα από αυτόν και τη σύζυγό τον εισοδήματα.
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δεχόμενο τη νομίμως προβαλλόμενη εκ της καθ' ης τράπεζας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης ένσταση περί δόλιας περιέλευσης τον αιτούντος και ήδη εκκαλούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών απέρριψε την αίτηση αυτού, ορθώς εκτίμησε το προσκομιζόμενο ενώπιον του αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλε".
Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος του δόλου, κατά' την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του εν λόγω αναιρεσείοντος δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων και μεταγενέστερα).
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, β) την οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος, με δύο ανήλικα τέκνα, και το οικογενειακό εισόδημα αυτού και της συζύγου του κατά τα έτη 2006-2011, με τις κατά έτος αποδοχές τους, γ) τη συνολική μηνιαία δόση για τα ληφθέντα δάνεια, δ) τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του, ε) ότι το, κατά μήνα, εισόδημα του αιτούντος, συνεπικουρούμενο από το εισόδημα της συζύγου του, δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τόσο τις δανειακές του υποχρεώσεις που αυτός ανέλαβε έναντι των πιστωτριών τραπεζών είτε το πρώτον είτε σε ρύθμιση προηγουμένων οφειλών, όσο και τις δαπάνες αξιοπρεπούς διαβίωσης της οικογένειάς του, στ) ότι, προέβη στη λήψη των εκτιθέμενων δανείων, γνωρίζοντας σαφώς εκ των προτέρων την εισοδηματική του κατάσταση και ότι ήταν αδύνατο να τα εξυπηρετήσει συνολικά, καθόσον οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών του, υπερέβαιναν τις δυνατότητές του, όπως αυτές διαμορφώνονταν, και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής του θέσης ή προσωπικής του κατάστασης, ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη του.
Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του AK, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων μπορούσε να προβλέψει, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες (αλλά και της συζύγου του), θα τον οδηγούσε σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και αναφέρεται στις δανειακές του συμβάσεις, εν τούτοις περιέλαβε αντιφατικές, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες για: α] το ότι το οικογενειακό του εισόδημα το έτος 2006 δεν αρκούσε να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες και τις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς του, παρότι αυτές συναθροίζονταν στο ποσό των 2 400 ευρώ το μήνα, β] ότι λανθασμένα εξέλαβε τα δάνεια του έτους 2011 ως νέα δάνεια, αφού αυτά ήταν σύμβαση ρύθμισης τριών δανειακών προϊόντων, πέραν του ότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), είναι και ουσιαστικά αβάσιμες.
Τούτο, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ανέλεγκτα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, εξειδικεύοντας αναλυτικά τις δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα του αναιρεσείοντος, συνεπικουρούμενο με αυτό της συζύγου του, και το ανεπαρκές αυτού για την εξυπηρέτηση των δανεικών υποχρεώσεών του και την ταυτόχρονη αξιοπρεπή διαβίωση της οικογενείας του κατά τα αναλυτικά αναφερθέντα χρονικά διαστήματα των ετών 2006-2011, όπως και την οικογενειακή του κατάσταση και την περιουσία του, καθώς και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος είχε τη μορφή του δόλου, καθόσον αυτός συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση των ενδίκων τραπεζικών προϊόντων, γνωρίζοντας ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι απορρπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ομοίως αβάσιμος κρίνεται και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάτπεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, καθόσον από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, υποβλήθηκε παραδεκτά από την πρώτη των καθών η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη-πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, επαναφέρθηκε δε παραδεκτά, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της.
Ειδικότερα, η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 του AK στοιχεία και ειδικότερα ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, καθόσον αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και φρόνηση, προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων από τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ γνώριζε ότι δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που του χορηγήθηκαν λόγω των περιορισμένων εισοδημάτων του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Συνακόλουθα το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά, που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Σε ακολουθία των παραπάνω, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1513/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από ...-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. .../2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ