Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for introducing new claims in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision in a labor dispute regarding severance pay. The appellant argued that the lower court failed to consider specific historical facts proving the employer's authority was abused, but the court ruled these arguments constituted new claims introduced for the first time during the appeal. Consequently, the court held that the appellant violated the principle of pre-trial procedure by altering the subject matter of the lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111, 216, 224 of the Code of Civil Procedure; The principle of pre-trial procedure prohibits introducing new claims or altering the subject matter of the lawsuit for the first time during the appeal stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1850 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1850/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αποστολόπουλο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς και Φιλανθρωπικού Ιδρύματος με την επωνυμία "ΡΙΖΑΡΕΙΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ" ή "ΡΕΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Ροντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1301/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4039/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4790/639/23.6.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4039/12.6.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί: α) της από 30.7.2018 και με αριθμό κατάθεσης 77524/5292/2018 έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου Ιδρύματος και β) της από 3.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3539/368/2019 αντέφεσης της ενάγουσας-αντεκκαλούσας-αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 1301/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, επίσης αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 1301/2016 απόφασή του, αφού δέχθηκε εν μέρει την από 10.6.2014 και με αριθμό κατάθεσης 63880/1847/2014 αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, υποχρέωσε το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο να της καταβάλει το ποσό των 19.999 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να της καταβάλει και το επιπλέον ποσό των 5.738 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ως άνω αγωγής, ως εφάπαξ χορηγία την οποία όφειλε να της καταβάλει κατά την αποχώρησή της από την υπηρεσία του, σύμφωνα με τον ισχύοντα Οργανισμό του και με βάση τα χρόνια απασχόλησής της σε αυτό.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 4039/2020, απόφασή του: α) συνεκδίκασε την από 30.7.2018 και με αριθμό κατάθεσης 77524/5292/2.8.2018 έφεση και την από 3.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3539/368/2019 αντέφεση, β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, γ) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, δ) εξαφάνισε τη με αριθμό 1301/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ε) κράτησε και δίκασε την υπόθεση και στ) απέρριψε την από 10.6.2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από ηττηθείσα διάδικο νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 23.6.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση από οποιονδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 12.6.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Το αναιρεσίβλητο κοινωφελές και φιλανθρωπικό Ίδρυμα με την επωνυμία "Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή" λειτουργεί και διοικείται με βάση τον Οργανισμό του που εγκρίθηκε με το από 8 Μαίου 1958 βασιλικό διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 17 Μαϊου 1958 (ΦΕΚ 81/Α/1958), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 98 παρ. 2 του κατ' εκείνον τον χρόνο ισχύοντος αναγκαστικού νόμου 2039/1939 (ΦΕΚ 455/Α/24.10.1939).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω Οργανισμού, το αναιρεσίβλητο διοικείται από δεκαμελές συμβούλιο ή πρώτο ή πολυμελές ή Συμβούλιο Εκτελεστών, που καλείται εφεξής Πολυμελές και αποτελείται από δέκα Εκτελεστές της διαθήκης του Ιδρυτή του Γεώργιου Ραδιόνωφ Ριζάρη και από τριμελές ή Διοικητικό Συμβούλιο ή δεύτερο, που καλείται εφεξής Τριμελές Συμβούλιο και συγκροτείται από μέλη του Πολυμελούς σύμφωνα με τις διατάξεις της διαθήκης, του κωδικέλλου και των προσθηκών αυτής.
Οι αρμοδιότητες του Πολυμελούς Συμβουλίου ορίζονται στο άρθρο 6 του Οργανισμού και σ' αυτές, σύμφωνα με την παρ. 1 περ. ια, περιλαμβάνονται και οι αποφάσεις του περί διορισμού, προαγωγής, απόλυσης και χορήγησης εν γένει χορηγιών στο διοικητικό και το υπηρετικό εν γένει προσωπικό του Ιδρύματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Οργανισμού, το προσωπικό του Ιδρύματος διακρίνεται:
Α)στο προσωπικό των Σχολών, Β)στο προσωπικό Διοίκησης και Γ)στο βοηθητικό και υπηρετικό προσωπικό και κατά το άρθρο 12 παρ. 1 εδαφ. α και 2 του Οργανισμού:1. το προσωπικό Διοίκησης αποτελείται: α) από το γραμματέα, τον ταμία, το λογιστή, τη στενοδακτυλογράφο, το βοηθό γραφείων, τον κλητήρα διοίκησης και το νομικό σύμβουλο του ιδρύματος και 2.
Το υπό το αλφαβ. στοιχείο α της προηγούμενης παραγράφου 1 προσωπικό της Διοίκησης του Ιδρύματος ανήκει στο τακτικό προσωπικό το μη κεκτημένο τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, προσλαμβάνεται δε και καθορίζεται εκάστοτε ο μισθός του, προάγεται και απολύεται οριστικά από το Πολυμελές Συμβούλιο με μονομερή του πράξη, μετά από πρόταση του Τριμελούς Συμβουλίου.
Τέλος, με το άρθρο 14 παρ. 4, 5 και 6 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι "4. Εις το πάσης φύσεως διοικητικόν προσωπικόν του Ιδρύματος του άρθρου 12 και το ήδη υπηρετούν (εννοείται κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Οργανισμού), είτε ενταχθήσεται είτε μη κατά την παρ. 5 του άρθρου 12 του παρόντος, εφ' όσον έχει συμπεπληρωμένην παρά τω Ιδρύματι 30ετή πραγματικήν ευδόκιμον υπηρεσίαν, ή δημόσιαν υπηρεσίαν, ή εξομοιουμένην προς δημόσιαν υπηρεσίαν και τοιαύτην παρά τω Ιδρύματι τουλάχιστον 20ετή, το αποχωρούν εκ δεδικαιολογημένης αιτίας κατά την κρίσιν του Πολυμελούς Συμβουλίου ή λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, δύναται να απονέμηται υπό του Πολυμελούς Συμβουλίου, κατ' ελευθέραν κρίσιν και εκτίμησιν των παρασχεθεισών υπηρεσιών, μηνιαία χορηγία.
Η μηνιαία αυτή χορηγία παρέχεται ανεξαρτήτως της υπό του Δημοσίου ή Ασφαλιστικού Οργανισμού χορηγηθησομένης συντάξεως, δεν δύναται όμως να υπερβαίνη κατ' ανώτατον όριον ομού μετά της χορηγηθείσης τυχόν συντάξεως το 80% του εκάστοτε εν ενεργεία αντιστοιχούντος μισθού του. Εν περιπτώσει θανάτου του δικαιούχου συγκεντρούντος τας προεκτεθείσας προϋποθέσεις ή εν περιπτώσει θανάτου επιχορηγουμένου ήδη δικαιούχου, η χορηγία δύναται να παρέχηται εις την επιζώσαν εν χηρεία σύζυγον, άγαμον θυγατέρα και ανήλικα άρρενα τέκνα και δεν δύναται να υπερβαίνει τα 7/10 της εις τον υπάληλον ανηκούσης χορηγίας. 5.
Εν περιπτώσει απομακρύνσεως τινός του προσωπικού τούτου, μη δικαιωθησομένου ή μη δικαιουμένου μηνιαίας χορηγίας κατά τα ανωτέρω, χορηγούνται εφ' άπαξ τόσοι μηνιαίοι μισθοί, όσα και τα συμπεπληρωμένα έτη της παρά το Ιδρύματι αποκλειστικώς υπηρεσίας του. Εν περιπτώσει όμως μη δικαιουμένου ή μη δικαιωθησομένου μηνιαίας χορηγίας αποχωρούντος οικειοθελώς αλλά εκ δεδικαιολογημένης κατά την ελευθέραν κρίσιν του Πολυμελούς Συμβουλίου αιτίας ή λόγω ορίου ηλικίας ή θανόντος εν υπηρεσία χορηγούνται εις αυτόν ή εν θανάτω εις την σύζυγον και τα τέκνα εφ άπαξ το ήμισυ μέχρι του αρτίου τόσων μηνιαίων μισθών, όσα και τα συμπεπληρωμένα έτη της παρά τω Ιδρύματι αποκλειστικώς υπηρεσίας του κατά την σχετικήν επ' αυτού και κατ' ελευθέραν κρίσιν λαμβανομένην απόφασιν του Πολυμελούς Συμβουλίου. 6.
Πάσαι αι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 4 του παρόντος άρθρου αι αφορώσαι εις την απονομήν μηνιαίας χορηγίας είναι προαιρετικαί δια το Ίδρυμα, του Πολυμελούς Συμβουλίου αυτού αποφαινομένου επί εκάστης συγκεκριμένης περιπτώσεως κατ' ελευθέραν κρίσιν και εκτίμησιν των προσενεχθεισών υπηρεσιών παρά του δικαιούχου επί της εφαρμογής ως προς αυτόν των διατάξεων τούτων ή μη".
Από τις παρατεθείσες διατάξεις του δημοσιευθέντος με το β.δ. της 8 Μαϊου 1958 (ΦΕΚ Α 81/17.5.1958) Οργανισμού του αναιρεσίβλητου Κοινωφελούς και Φιλανθρωπικού Ιδρύματος, που, όπως ήδη αναφέρθηκε, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 98 παρ. 2 του κατ' εκείνον τον χρόνο ισχύοντος αναγκαστικού νόμου 2039/1939, συνάγονται τα εξής:
Το ανώτατο όργανο διοίκησης αυτού είναι το Πολυμελές Συμβούλιο (άρθρο 3 παρ. 1 ), το οποίο, μεταξύ άλλων, αποφασίζει κατ' ελεύθερη κρίση, για τις προβλεπόμενες στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 14 του Οργανισμού χορηγίες που απονέμονται στους εργαζόμενους του Ιδρύματος, οι οποίοι, κατά τα άρθρα 11 παρ. 1 περ.
Β και 12 παρ. 1 και 2 αποτελούν το τακτικό προσωπικό Διοίκησής του (άρθρο 6 παρ. 1 περ. ια). Οι προϋποθέσεις απονομής των εν λόγω χορηγιών και το είδος αυτών καθορίζονται ειδικά και περιοριστικά στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 14 του Οργανισμού. Ειδικότερα, η μηνιαία χορηγία που προβλέπεται στις διατάξεις της παραγράφου 4 εδαφ.
α του άρθρου 14 του Οργανισμού, οι οποίες (διατάξεις) είναι προαιρετικές (παρ. 6 του άρθρου 14 του Οργανισμού) για το αναιρεσίβλητο, απονέμεται στο τακτικό διοικητικό του προσωπικό υπό τους ακόλουθους όρους: α) αυτό να έχει συμπληρώσει στο αναιρεσίβλητο τριακονταετή ευδόκιμη υπηρεσία ή δημόσια υπηρεσία ή εξομοιούμενη προς δημόσια υπηρεσία και υπηρεσία στο αναιρεσίβλητο τουλάχιστον είκοσι ετών και β) να αποχωρεί από δικαιολογημένη κατά την κρίση του Πολυμελούς Συμβουλίου αιτία ή λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας.
Η χορηγία αυτή είναι μηνιαία και απονέμεται από το Πολυμελές Συμβούλιο κατ' ελεύθερη κρίση και εκτίμηση των υπηρεσιών που παρείχε ο συγκεκριμένος αποχωρών διοικητικός υπάλληλος, χωρίς η χορήγησή της να είναι υποχρεωτική για το αναιρεσίβλητο Ίδρυμα κατά τα προεκτεθέντα, παρέχεται δε στον δικαιούχο ανεξάρτητα από τη σύνταξη που θα του χορηγηθεί από το Δημόσιο ή τον Ασφαλιστικό του Οργανισμό, αλλά δεν δύναται να υπερβαίνει, συνυπολογιζομένης και της χορηγηθείσας τυχόν σύνταξης, τα 80% του εκάστοτε εν ενεργεία αντιστοιχούντος μισθού του.
Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του Οργανισμού του αναιρεσίβλητου, προβλέπεται η απονομή εφάπαξ χορηγίας, ο καθορισμός του ύψους της οποίας εξαρτάται από την αιτία της λύσης της εργασιακής σχέσης του τακτικού διοικητικού του υπαλλήλου και από τα συμπληρωμένα έτη της αποκλειστικής υπηρεσίας του στο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα.
Συγκεκριμένα, κατά το εδάφιο α της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του Οργανισμού, στον τακτικό διοικητικό υπάλληλο που απομακρύνεται και δεν δικαιούται ή δεν θα δικαιούται μηνιαίας χορηγίας κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, χορηγούνται εφάπαξ τόσοι μηνιαίοι μισθοί όσα είναι και τα συμπληρωμένα έτη της υπηρεσίας του αποκλειστικά στο αναιρεσίβλητο και κατά το εδάφιο β της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου (δηλαδή της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του Οργανισμού) στον τακτικό διοικητικό υπάλληλο που αποχωρεί οικειοθελώς ή λόγω ορίου ηλικίας, ή πεθαίνει κατά το χρόνο που εργάζεται, χορηγείται σε αυτόν ή σε περίπτωση θανάτου του στη σύζυγο και στα τέκνα του, εφάπαξ το μισό μέχρι το άρτιο τόσων μηνιαίων μισθών όσα είναι και τα συμπληρωμένα έτη της αποκλειστικής του υπηρεσίας στο αναιρεσίβλητο, στην τελευταία, όμως, περίπτωση ο αριθμός των μηνιαίων μισθών, επί των οποίων θα υπολογισθεί η εφάπαξ χορηγία, εξαρτάται από τη σχετική απόφαση του Πολυμελούς του Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος, το οποίο αποφασίζει κατ' ελεύθερη κρίση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. α του π.δ. 169/2007 "Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων" (ΦΕΚ Α 210/31.8.2007), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ Α 80/16.4.2007) και ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο αποχώρησης της αναιρεσείουσας από την υπηρεσία του αναιρεσίβλητου (δηλαδή στις ...2013), δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν, αν συντρέχουν οι όροι των περιπτ.
α - στ της παρ. 1 του άρθρου 1 : (άρθρο 2 α.ν. 1854/51) αυτοί που ανήκουν στο τακτικό διδακτικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό της Ριζαρείου Σχολής και σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του ίδιου π.δ. κατά τη συνάθροιση του συντάξιμου χρόνου το χρονικό διάστημα που είναι μικρότερο από 12 μήνες λογίζεται σαν ολόκληρο έτος αν είναι τουλάχιστον ίσο με έξι μήνες.
Αυτό εφαρμόζεται στον υπολογισμό τόσο της πραγματικής όσο και της πλασματικής υπηρεσίας (άρθρο 14 παρ. 2 του α.ν 1854/51). Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 2 περ. α και 14 παρ. 2 του π.δ. 169/2007 με τις παρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 4 και 5 του δημοσιευθέντος με το β.δ. της 17.5.1958 Οργανισμού του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος εναργώς συνάγονται τα εξής:
Οι όροι απονομής (μηνιαίας ή εφάπαξ) χορηγίας στο τακτικό διοικητικό προσωπικό του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος ορίζονται αποκλειστικά και περιοριστικά στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 14 του Οργανισμού του. Ένας από τους όρους αυτούς είναι ο συμπληρωμένος χρόνος πραγματικής (και όχι λογιζόμενης) υπηρεσίας του τακτικού διοικητικού υπαλλήλου στο αναιρεσίβλητο, ο οποίος ορίζεται διαφορετικά στην παράγραφο 4 και διαφορετικά σε καθένα από τα εδάφια α και β της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του Οργανισμού.
Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του Οργανισμού του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος δεν καταλείπεται περιθώριο (αναλογικής ή συμπληρωματικής) εφαρμογής του εκάστοτε ισχύοντα Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ήτοι ούτε και του άρθρου 14 παρ. 2 του π.δ. 169/2007) για τον αποχωρούντα λόγω ορίου ηλικίας τακτικό διοικητικό του υπάλληλο ως προς τον καθορισμό των ετών υπηρεσίας του με βάση τα οποία θα υπολογισθεί η απονεμούμενη (μηνιαία ή εφάπαξ) χορηγία, όταν κατά την αποχώρησή του υπολείπονται έξι (6) μήνες μέχρι να συμπληρωθεί το κατά τις ως άνω διατάξεις του Οργανισμού του όριο πραγματικής υπηρεσίας του στο αναιρεσίβλητο Ίδρυμα, καθότι το ύψος της εφάπαξ χορηγίας που απονέμεται από το αναιρεσίβλητο στον απομακρυνόμενο ή αποχωρούντα λόγω ορίου ηλικίας διοικητικό του υπάλληλο καθορίζεται με βάση τα συμπληρωμένα έτη πραγματικής υπηρεσίας αυτού στο Ίδρυμα και επ' αυτών δεν χωρεί υπολογισμός με τον τρόπο που εφαρμόζεται για τη συνάθροιση του συντάξιμου χρόνου του αποχωρούντος, με βάση τον οποίο θα του δοθεί σύνταξη γήρατος από το Δημόσιο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη για την έρευνα των αναιρετικών λόγων: " Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν - αντεφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο) ίδρυμα με την επωνυμία "Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή" είναι Ίδρυμα Κοινωφελές και Φιλανθρωπικό, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που συνεστήθη δια της από 1-1-1840 ιδιογράφου Διαθήκης του Γεωργίου Ραδιόνωφ Ριζάρη, εκ Μονοδενδρίου Ζαγορίου, η οποία μετά δύο προσθηκών και του από 1.6.1840 κωδικέλλου, δημοσιεύθηκε υπό του Πρωτοδικείου Αθηνών δια της υπ' αριθμ. 5054/1841 αποφάσεώς του και διοικείται κατά τους ορισμούς των διατάξεων της άνω διαθήκης, των προσθηκών, του κωδικέλλου της και του εγκριθέντος, δια του από 8-5-1958 Β.Δ. (ΦΕΚ Α' 81/17-5-1958), Οργανισμού του Διοικήσεως και Διαχειρίσεως και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του ΑΝ 2009/1939 [εννοεί 2039/1939], όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4182/2013 και ισχύει σήμερα. [...].
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσελήφθη την ...1984 από το εναγόμενο ίδρυμα με την επωνυμία "Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως υπάλληλος και απασχολήθηκε στις θέσεις γραφέως- δακτυλογράφου και στενοδακτυλογράφου των γραφείων διοικήσεως του εναγομένου, όπου υπηρέτησε μέχρι τις ...2013.
Στις ...2013 υπέβαλε προς το Πολυμελές Συμβούλιο του εναγομένου την πρώτη αίτηση παραίτησης λόγω πλήρους συνταξιοδότησής της στις ...2013. Το Πολυμελές Συμβούλιο ενέκρινε αυτήν με την από ... 2013 απόφασή του. Ακολούθως, κατά τη συνεδρίαση του Πολυμελούς Συμβουλίου, που έλαβε χώρα στις ...2013, προέβλεψε και ενέκρινε για τον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 2013 του εναγομένου, τροποποίηση αυτού με πίστωση για τη χορήγηση της πρόνοιας - εφ' άπαξ αποζημίωσης προς τους αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδοτήσεως διοικητικούς τακτικούς υπαλλήλους των γραφείων διοικήσεως του Ιδρύματος βάσει του ισχύοντος Οργανισμού του εναγομένου, τη χορήγηση εφάπαξ αποζημιώσεως ύψους 64.000 ευρώ για την αποχώρηση της ενάγουσας λόγω συνταξιοδότησης, αποστέλλοντας παράλληλα και το σχετικό έγγραφο με την ανωτέρω απόφασή του προς την εποπτεύουσα αρχή (Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών).
Στις ...2013, η ενάγουσα υπέβαλε εκ νέου αίτημα στο Πολυμελές Συμβούλιο προκειμένου να αιτηθεί τον διττό υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής, ήτοι, όχι βάσει του μισθού του τελευταίου μήνα της υπηρεσίας της, αλλά αντ' αυτού, αφενός του μηνιαίου μισθού που ελάμβανε το 2010, έτος κατά το οποίο είχε συμπληρώσει ήδη ευδόκιμα 27 έτη υπηρεσίας και αφετέρου για τον υπολειπόμενο χρόνο έως τη συμπλήρωση του 30ου έτους, βάσει του τελευταίου της μισθού του έτους 2013.
Στις ...2013 συζητήσεως γενομένης, κατά τη συνεδρίαση του Πολυμελούς Συμβουλίου στις ...2013, υπέβαλε τη δεύτερη αίτηση παραίτησής της, η οποία έγινε δεκτή και έθεσε αυτήν εκτός υπηρεσίας, έχοντας συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 29 ετών 5 μηνών 4 εβδομάδων και 2 ημερών (10.775 ημέρες). Ακολούθως, την ...2015 συνεδρίασε το Πολυμελές Συμβούλιο του εναγομένου και με την υπ' αριθμ. ...2015 απόφασή του αποφάνθηκε ότι οι εργαζόμενοι της παρ. 4 του άρθρου 14, οι οποίοι έχουν υπηρετήσει στο Ίδρυμα από 30 έτη και πλέον λαμβάνουν ποσό εφ'άπαξ χορηγίας του άρθρου 14 παρ. 4 και 5 το 75% του ποσού που αντιστοιχεί στα έτη υπηρεσίας επί τον τελευταίο μισθό και οι εργαζόμενοι οι οποίοι έχουν υπηρετήσει στο Ίδρυμα έως 30 έτη (όπως στην προκειμένη η ενάγουσα) λαμβάνουν, κατά την κρίση του Συμβουλίου ως χορηγία εφ'απαξ του άρθρου 14 παρ. 4 και 5, ποσό το οποίο θα προσδιορίζεται από το 50% έως το 75% των ετών υπηρεσίας επί τον τελευταίο μισθό.
Σύμφωνα με το απόσπασμα πρακτικού της υπ' αριθμ. …συνεδριάσεως του Πολυμελούς Συμβουλίου της ...2014, αποφασίσθηκε η χορήγηση αποζημίωσης στην ενάγουσα ίση(ς) με 15 μηνιαίους μισθούς σύμφωνα με το μισθό του τελευταίου μήνα απασχόλησής της, ήτοι του 50 % των ετών υπηρεσίας επί τον τελευταίο μισθό. Σε εκτέλεση αυτής, με την από ...2014 απόδειξη του εναγομένου, αποδεικνύεται ότι στην ενάγουσα καταβλήθηκε το ποσά των 32.025 ευρώ και συγκεκριμένα, αφού εξοφλήθηκε προηγούμενη οφειλή της από προκαταβολές μισθών ποσού 15.895 ευρώ, έλαβε το ποσά των 16.130 ευρώ με την υπ' αριθμ. ...
επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος [...]. Η ως άνω κρίση του Πολυμελούς Συμβουλίου χορήγησης στην ενάγουσα, ως εφάπαξ αποζημίωση του άρθρου 14 παρ. 5 του Οργανισμού του εναγομένου, του 50% των ετών υπηρεσίας επί τον τελευταίο μισθό της αποδείχθηκε ότι ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο μιας συνολικής αντιμετώπισης της οξύτατης οικονομικής κρίσης που είχε πλήξει το εναγόμενο από τον Ιούλιο του έτους 2010.
Ειδικότερα το εναγόμενο Ίδρυμα είναι αυτοτελές και μη επιχορηγούμενο οπό το κράτος και ως πόρους του, προς επίτευξη των σκοπών του, έχει μόνον τα εισοδήματά του εκ της εκμισθώσεως των ακινήτων του, τα οποία κατά ρητή επιταγή του Διαθέτη (άρθρα 64 & 146, 147 της Διαθήκης) είναι αναπαλλοτρίωτα, ως και τα μερίσματα των μετοχών της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος, συντηρούσε δε για την εκτέλεση των άνω σκοπών του, κατά ποσοστό 70% των εσόδων του, στο Χαλάνδρι Αττικής, σε ιδιόκτητη έκταση 67 στρεμμάτων:
α) Εκκλησιαστικό Λύκειο (ΝΠΔΔ) β) Εκκλησιαστικό Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΙΕΚ), (ΝΠΔΔ), γ) Οικοτροφείο των σπουδαστών (Λυκείου και ΕΙΕΚ), σ' ένα σύμπλεγμα εγκαταστάσεων ξενώνων, μαγειρείων και κήπων, λειτουργούσε στο Μονοδένδρι Ζαγορίου, κατά ποσοστό 30% των εσόδων του: α) Οικοτροφείο (ΡΟΜ) για τους μαθητές του τοπικού Δημοτικού Σχολείου, β) Χειροτεχνικό Κέντρο (ΡΧΣΜ), γ) Εκθετήριο, δ) τη Λαμπριάδειο Σχολή Άνω Πεδινών Ζαγορίου κλπ.
Το εναγόμενο Ίδρυμα μέχρι τον Ιούνιο 2010 ετύγχανε δε πλήρους φορολογικής απαλλαγής [επιβεβαίωση της φοροαπαλλαγής με άρθρο 22 Ν. 3470/2006 (ΦΕΚ Α' 132/28-6-2006)] και όλα του τα εισοδήματα δαπανούνταν για την εκτέλεση των σκοπών του σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του. Με το Ν. 3842/2010 το εναγόμενο Ίδρυμα φορολογήθηκε για τα εισοδήματά του από την εκμίσθωση των ακινήτων του, το οποίο προκάλεσε δαπάνη απρόβλεπτη και καταβλητέα εντός του 2011, χωρίς να υπάρχει αύξηση των εισοδημάτων, ύψους ευρώ 1.262.211,72 (αναλυόμενο σε € 1.037.022,69 για φόρο εισοδήματος και € 225.189,03 για Φόρο ακίνητης περιουσίας), για την καταβολή της οποίας έπρεπε να τροποποιηθεί αναλόγως ο προϋπολογισμός έτους 2011, ενώ υπέστη περαιτέρω μειώσεις στο αποθεματικό από τις μειώσεις των μισθωμάτων των ακινήτου του με μισθωτή το Δημόσιο και ιδιωτών.
Έκτοτε (Ιούλιος 2010) το εναγόμενο αναγκάστηκε σταδιακά να προβεί από τον Ιούλιο 2010 μέχρι σήμερα σε περιστολή των πάσης φύσεως δαπανών, περιλαμβάνουσα μειώσεις αποδοχών, λειτουργικών δαπανών, επισκευών ακινήτων, επιχορηγήσεων προς όλους και το Ζαγόρι είτε για πολιτιστικές εκδηλώσεις είτε για συντήρηση μνημείων, τη διακοπή της λειτουργίας του Οικοτροφείου του Δημοτικού σχολείου Ζαγορίου και πολλών άλλων σημαντικών δραστηριοτήτων στην Αθήνα και τελικώς απολύσεις πλεονάζοντος προσωπικού.
Συνεπώς, η ως άνω κρίση του απόφαση του εναγομένου είναι σύννομη, σύμφωνα με την ελεύθερη κρίση του, την οποία του χορηγούσε η προαναφερόμενη διάταξη του Οργανισμού του και εύλογη μέσα στα πλαίσια των οικονομικών συνθηκών του εναγομένου αλλά και της ενάγουσας, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επικαλείται και ούτε απέδειξε ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά που να καθιστούν τη κρίση αυτή μη δίκαιη και σε κάθε περίπτωση να δικαιολογούν την καταβολή μεγαλύτερου ποσού εφάπαξ αποζημίωσης.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, και α) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.999 ευρώ και β) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.738 ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού ως βάσιμου των λόγων έφεσης του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος αντεφεσίβλητου εκτιμωμένων ενιαίως και απορριπτομένων ως αβάσιμων των λόγων αντέφεσης της ενάγουσας και ήδη εντεκκαλούσας εφεσίβλητης.
Μετά τούτα, και μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου λόγου έφεσης και αντέφεσης, πρέπει η από 3-4-2019 και με αύξ. αριθμ. καταθ. 3539/368/2019 αντέφεση της ενάγουσας και ήδη αντεκκαλούσας εφεσίβλητης να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη και να γίνει δεκτή η από 30-7-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 77524/5292/2-8- 2018 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος -αντεφεσίβλητου ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια ως άνω διαδικασία και ν' απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 14 παρ. 5 εδαφ. β του εγκριθέντος με το β.δ. της 8.5.1958 Οργανισμού του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου στην κρινόμενη υπόθεση και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το άρθρο 14 παρ. 4 και παρ. 5 εδαφ. α του ως άνω Οργανισμού καθώς και τα άρθρα 2 περ.
α και 14 παρ. 2 του π.δ. 169/2007 "Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων", που ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, τα οποία δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι στις ...2013 η ενάγουσα -αναιρεσείουσα, λόγω συνταξιοδότησης, οικειοθελώς αποχώρησε (και δεν απομακρύνθηκε) από την υπηρεσία του εναγομένου αναιρεσίβλητου, έχοντας συμπληρωμένα έτη πραγματικής υπηρεσίας σε αυτό είκοσι εννέα (29) έτη, πέντε (5) μήνες τέσσερις (4) εβδομάδες και δύο (2) ημέρες (ήτοι ολιγότερα από τριάντα έτη) και έτσι ορθά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η εφάπαξ χορηγία που δικαιούται η ενάγουσα -αναιρεσείουσα από το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο ορίζεται στο εδάφιο β της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του Οργανισμού του τελευταίου.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 14 παρ. 5 εδαφ. α και β του Οργανισμού του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος, καθώς και τα άρθρα 2 περ. α και 14 παρ. 2 του π.δ. 169/2007 "Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων" και ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το εδάφ.
α της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του ως άνω Οργανισμού σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 περ. α και 14 παρ. 2 του π.δ. 169/2007 "Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 14 παρ. 5 εδάφιο β του Οργανισμού του εναγομένου -αναιρεσίβλητου καλύπτεται πλήρως από τις κατά λέξη εκτεθείσεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας η αιτιολογία της είναι σαφής και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι, αν και κατά την συνεδρίαση, που έλαβε χώρα στις ...2013, το Πολυμελές Συμβούλιο προέβλεψε και ενέκρινε για τον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 2013 του εναγομένου -αναιρεσίβλητου τροποποίηση αυτού με πίστωση για τη χορήγηση της πρόνοιας- εφάπαξ αποζημίωσης προς τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης διοικητικούς τακτικούς υπαλλήλους γραφείων διοίκησης του Ιδρύματος, τη χορήγηση εφάπαξ αποζημίωσης ύψους 64.000 ευρώ για την αποχώρηση της ενάγουσας -αναιρεσείουσας στις ...2013, το ίδιο, κατά τη συνεδρίασή του στις ...2014 αποφάσισε, κατά την ελεύθερη κρίση του και μετά από στάθμιση των δυσμενών οικονομικών συνθηκών του εναγομένου -αναιρεσίβλητου (όπως οι συνθήκες αυτές παρατίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση) και των οικονομικών συνθηκών της ενάγουσας -αναιρεσείουσας, την απονομή χορηγίας στην τελευταία ύψους 32.025 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 15 μισθούς τους και υπολογίζεται με βάση το μισθό του τελευταίου μήνα απασχόλησής της, την οποία (χορηγία) και της κατέβαλε.
Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατική (ανακόλουθη) αιτιολογία είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 εδαφ.
α του ΚΠολΔ κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί η προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά και κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής και όχι η νομική της βάση, δηλαδή ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 1238/2019), Ιστορική βάση της αγωγής είναι, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ, το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών) τα οποία θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994), χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 321/2020).
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση, εφόσον έτσι μεταβάλλεται και το αντικείμενο της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής τήρησης της προδικασίας (ΑΠ 321/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 1183/2015).
Η κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ απαγόρευση της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο μόνο του ή από κοινού με άλλα στηρίζει το αγωγικό αίτημα (ΑΠ 1238/2019) Εξάλλου, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 216 παρ. 1 περ.
α και 224 του ΚΠολΔ, στους ισχυρισμούς που μπορεί να προταθούν παραδεκτά στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται εκείνοι οι ισχυρισμοί που απαρτίζουν ή συμπληρώνουν κατά το νόμο ιστορική βάση αγωγής και θεμελιώνουν αγωγικό αίτημα, εφόσον αυτοί δεν εκτίθενται στο κρινόμενο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 177/2001).
Η προσθήκη δε αυτών για πρώτη φορά στο Εφετείο, ακόμα και με την έφεση ή την αντέφεση επάγεται κατά το άρθρο 526 του ΚΠολΔ το απαράδεκτο της προβολής αυτών, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού με την προβολή αυτών, ως πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα, προστίθεται στο δεύτερο βαθμό νέο αντικείμενο δίκης (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1704/2007).
Ειδικότερα δε τούτο συμβαίνει και όταν προστίθεται και άλλη βάση για τη θεμελίωση αξιώσεως του μισθωτού λόγω παραβίασης της αρχής της ισότητας ή λόγω καταχρηστικότητας κατ' άρθ. 281 του ΑΚ κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη (ΑΠ 1704/2007) ή όταν ήδη προβληθείς κατά τρόπο αόριστο σχετικός λόγος με την προσθήκη νέων περιστατικών, μη διαλαμβανομένων στο δικόγραφο της αγωγής, καθίσταται ορισμένος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης, από 10.6.2014, αγωγής της ενάγουσας -αναιρεσείουσας προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα -αναιρεσείουσα αρχικά εκθέτει ότι στις ...1984 προσελήφθη στο εναγόμενο -αναιρεσίβλητο Ίδρυμα, στο οποίο υπηρέτησε μέχρι ...2013 σε μόνιμη οργανική θέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και στις θέσεις γραφέα -δακτυλογράφου και στενοδακτυλογράφου των γραφείων διοίκησης του Ιδρύματος, ότι στις ...2013 υπέβαλε στο Πολυμελές Συμβούλιο του εναγομένου -αναιρεσίβλητου την πρώτη αίτηση παραίτησης λόγω πλήρους συνταξιοδότησής της στις ...2013 και ότι το Πολυμελές Συμβούλιο, αφού την ενέκρινε με την από ...2013 απόφαση, κατά τη συνεδρίασή του στις ...2013 προέβλεψε και ενέκρινε για τον προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 2013 του εναγομένου -αναιρεσίβλητου τροποποίηση αυτού με πίστωση για τη χορήγηση της πρόνοιας -εφάπαξ αποζημίωσης προς τους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης διοικητικούς τακτικούς υπαλλήλους των γραφείων διοίκησης ύψους 64.000 ευρώ, αποστέλλοντας παράλληλα και το σχετικό έγγραφο με την ανωτέρω απόφασή του στην εποπτεύουσα αρχή, ότι στις ...2013 η ενάγουσα -αναιρεσείουσα αιτήθηκε το διττό υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής, ήτοι όχι βάσει του μισθού του τελευταίου μήνα της υπηρεσίας της, αλλά αντ' αυτού, αφενός βάσει του μηνιαίου μισθού που λάμβανε το 2010, έτος κατά το οποίο είχε συμπληρώσει ήδη ευδόκιμα 27 έτη υπηρεσίας και αφετέρου για τον υπολειπόμενο χρόνο έως τη συμπλήρωση του 30ου έτους βάσει του τελευταίου της μισθού του έτους 2013, ότι το αίτημά της αυτό συζητήθηκε σε τρεις συνεδριάσεις του Πολυμελούς Συμβουλίου και ότι στις ...2013 υπέβαλε τη δεύτερη αίτηση παραίτησής της, που έγινε δεκτή και τέθηκε εκτός υπηρεσίας.
Στη συνέχεια η ενάγουσα-αναιρεσείουσα παραθέτει τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, που περιλαμβάνεται στην από 9.1.2002 απόφαση του Πολυμελούς του Συμβουλίου και τα εδάφια (Β) και (Γ) της από ...2014 απόφασης αυτού, σε εφαρμογή των οποίων, κατά την ενάγουσα, στις ...2013 εγκρίθηκε και υπολογίσθηκε το ποσό των 64.050 ευρώ για την πρόνοια-εφάπαξ αποζημίωσή της λόγω της αποχώρησής της από την υπηρεσία, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης.
Τέλος, εκθέτει την κατ' αυτήν ευδόκιμη τριακονταετή υπηρεσία της στο εναγόμενο -αναιρεσίβλητο, λόγω της οποίας ο υπολογισμός της επίδικης χορηγίας έπρεπε να γίνει για τα είκοσι επτά έτη της υπηρεσίας της με βάση τις αποδοχές της στις ...2010 και για τα υπόλοιπα τρία έτη με βάση τις αποδοχές της στις ...2013, ώστε να προκύψει το ποσό των 75.108 ευρώ.
Με βάση τους ισχυρισμούς της αυτούς και αφού αφαίρεσε από την αιτουμένη εφάπαξ αποζημίωση το ποσό των 15.895 ευρώ, που της είχε ήδη καταβληθεί, η ενάγουσα ζήτησε για την ως άνω αιτία να της επιδικασθεί το ποσό των 59.213 ευρώ (ήτοι 75.108 ευρώ- 15.895 ευρώ). Από το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σε αυτήν δεν περιέχεται αυτοτελής ισχυρισμός της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, θεμελιούμενης στο γεγονός ότι μέχρι και το έτος 2010 κατέβαλε στους αποχωρούντες λόγω ορίου ηλικίας διοικητικούς του υπαλλήλους εφάπαξ χορηγία ίση με τα χρόνια υπηρεσίας τους σε αυτό και στο γεγονός ότι υφίστανται για την ενάγουσα -αναιρεσείουσα δύο αποφάσεις του Πολυμελούς του Συμβουλίου, οι οποίες ρυθμίζουν το ίδιο θέμα με διαφορετικό, δυσμενέστερο και αντιφατικό τρόπο και συγκεκριμένα η πριν την αποχώρηση της ληφθείσα απόφαση που ενέκρινε εφάπαξ χορηγία σε αυτή ποσού 64.000 ευρώ και που αποτέλεσε γνώμονα για την απόφασή της να υποβάλει δεύτερη αίτηση παραίτησης, καθότι εάν γνώριζε ότι τα 29 χρόνια 5 μήνες 4 εβδομάδες και 2 ημέρες υπηρεσίας της στο εναγόμενο -αναιρεσίβλητο δεν πληρούν την προϋπόθεση της παραγράφου 5 εδαφ.
α του άρθρου 14 του Οργανισμού του, η ίδια είχε τη δυνατότητα να εργάζεται για έξι ακόμη μήνες προκειμένου να μη στερηθεί 32.000 ευρώ και η απόφαση που λήφθηκε αφότου είχε τεθεί εκτός υπηρεσίας και καθόρισε την καταβολή της εφάπαξ χορηγίας στο μικρότερο ποσό. Για πρώτη φορά η αναιρεσείουσα-αντεκκαλούσα προέβαλε σχετικούς ισχυρισμούς με το δικόγραφο της αντέφεσης αυτής, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δεν διέλαβε στην αιτιολογία του και παραδοχές σχετικά με την ως άνω, κατά την αναιρεσείουσα καταχρηστική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης παντελούς αιτιολογίας, καθότι στην ιστορική βάση της αγωγής δεν περιλαμβάνονται και περιστατικά σχετικά με τους ως άνω εκτιθέμενους στο αναιρετήριο ισχυρισμούς, που, απαραδέκτως προτάθηκαν και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αφού προσθέτουν νέα αγωγική βάση και διαφορετικό αγωγικό αίτημα, ήτοι αίτημα θεμελιούμενο στα άρθρα 281, 174 και 180 του ΑΚ.
Ενόψει αυτών, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επικαλούμενη καταχρηστική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 237/2019).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Τέλος δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013).
Με τον τρίτο (και τελευταίο) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α) ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν αξιολόγησε τις με αριθμούς ...2002 και ...2011 αποφάσεις του Πολυμελούς Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα υπέβαλε την παραίτησή της, αλλά και κατά το χρόνο που τέθηκε εκτός υπηρεσίας και τις οποίες αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε τόσο πρωτόδικα όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού αποτέλεσαν έρεισμα για την ασκηθείσα αγωγή της και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, β) στήριξε την κρίση της στις μεταγενέστερα της αποχώρησης της αναιρεσείουσας αποφάσεις του Πολυμελούς Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου και ειδικότερα στην από ...2014 απόφασή του, με την οποία αυθαιρέτως περιορίστηκε η χορηγούμενη στην αναιρεσείουσα χορηγία από το ποσό των 64.000 ευρώ που είχε εγκριθεί κατά τη συνεδρίαση της ...2013, στο ήμισυ, δηλαδή σε 32.000 ευρώ, αλλά και στη ληφθείσα την ...2015 απόφαση του ιδίου Οργάνου του αναιρεσίβλητου, με την οποία τέθηκε σε νέα βάση η εφεξής χορηγούμενη εφάπαξ χορηγία και η οποία εξ ορισμού εφαρμογή είχε στους μεταγενέστερα (δηλαδή μετά την ...2015) αποχωρήσαντες υπαλλήλους του αναιρεσείοντος και γ) η εφαρμογή των μετά την αποχώρηση της αναιρεσείουσας από την υπηρεσία του αναιρεσίβλητου αποφάσεων του Πολυμελούς του Συμβουλίου: (α) παραβιάζει κατάφωρα (1) την αρχή της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, καθο μέρος εφαρμόζεται ένα δυσμενέστερο καθεστώς το οποίο έρχεται σε αντίθεση με όσα αποτέλεσαν περιεχόμενο της εργασιακής του σχέσης και είναι μεταγενέστερο του κρίσιμου χρόνου τον οποίο αφορά (χρόνος συνταξιοδότησης) και (2) την αρχή της ίσης μεταχείρισης με όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί πριν από την αναιρεσείουσα και είχαν λάβει εφάπαξ παροχή ανάλογη με το σύνολο των ετών υπηρεσίας τους και χωρίς περιορισμούς, γεγονός που αποδείχθηκε από τον μάρτυρα του αναιρεσίβλητου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και (β) ανατρέπει άρδην τη δικαιολογημένη προσδοκία της αναιρεσείουσας και την εμπιστοσύνη της στο ότι θα λάβει όσα αποφασίστηκαν κατά τη συνεδρίαση της ...2013 ήτοι 64.000 ευρώ, τα οποία εγκρίθηκαν από την εποπτεύουσα αρχή, αλλά και προηγουμένως με την υπ' αριθμ. ...2011 απόφαση του ίδιου Συμβουλίου, η παράβαση δε όλων των ως άνω αρχών, που πρέπει να διέπουν τις εργασιακές σχέσεις, καθιστά καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της διοίκησης του αναιρεσίβλητου, όπως εκδηλώθηκε με την καταβολή στην αναιρεσείουσα της εφάπαξ παροχής κατά το ήμισυ.
Οι ως άνω, διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποφάσεις του Πολυμελούς Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου είναι ιδιωτικά έγγραφα, που περιλαμβάνονται στα οριζόμενα περιοριστικά στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και έχουν την αποδεικτική δύναμη που ορίζεται στα άρθρα 432 και 443 και του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με συνέπεια, η μη λήψη αυτών ή η λήψη ορισμένων εξ αυτών και του περιεχομένου τους από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να μην ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.
β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών οι ως άνω περιλαμβανόμενοι στον τρίτο λόγο αναίρεσης ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που, κατ' αυτήν, αποδεικνύονται από τις προγενέστερες της αποχώρησής της από την υπηρεσία του αναιρεσίβλητου αποφάσεις του τελευταίου και που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος να της καταβάλει εφάπαξ χορηγία ύψους 32.000 ευρώ, αντί της αρχικά εγκριθείσας ύψους 64.000 ευρώ, Τούτο διότι οι ως άνω ισχυρισμοί προσθέτουν νέα ιστορική βάση, με την οποία θεμελιώνεται αυτοτελές αγωγικό αίτημα κατά τα άρθρα 174, 180 και 281 ΑΚ και δεν περιέχονται στο αγωγικό δικόγραφο, σύμφωνα με το περιεχόμενό του, που ήδη εκτέθηκε, προβλήθηκαν δε για πρώτη φορά με την αντέφεση στο Εφετείο.
Επομένως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 216 παρ. 1 περ. α και 224 του ΚΠολΔ, οι διαλαμβανόμενοι στον τρίτο λόγο αναίρεσης ως άνω ισχυρισμοί δεν μπορούν να προταθούν για πρώτη φορά στο Εφετείο κατά το άρθρο 526 του ΚΠολΔ, καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, προσθέτουν νέα ιστορική βάση και αίτημα, δεν εκτίθενται στην ένδικη αγωγή και μεταβάλλουν το αντικείμενο της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής τήρησης της προδικασίας.
Επομένως, οι απαράδεκτοι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ορθά δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Εφετείο απέρριψε εμμέσως τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με τις παραδοχές του ότι η απόφαση του Πολυμελούς Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου να καταβάλει σε αυτήν εφάπαξ χορηγία ύψους 32.000 ευρώ ήταν σύννομη και εύλογη μέσα στα πλαίσια των οικονομικών συνθηκών του αναιρεσίβλητου, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ούτε απέδειξε ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά που να καθιστούν την κρίση αυτή μη δίκαιη και σε κάθε περίπτωση να δικαιολογούν την καταβολή μεγαλύτερου ποσού εφάπαξ αποζημίωσης (βλ. 9ο φύλλο).
Συνεπώς, οι εκτεθείσες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνονται στον τρίτο (και τελευταίο), από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμες. Ενόψει αυτών, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη, από 23.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4790/639/23.6.2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4790/639/23.6.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4039/12.6.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ