1850/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1850/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναίρεση στην ποινική δίκη με κατάθεση δικογράφου, αν ήθελε εκτιμηθεί ως έγγραφη δήλωση, είναι απαράδεκτη, όταν δεν περιέχει όλα τα στοιχεία, τα οποία θα περιείχε και η προφορική. Αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές, που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξης, απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1850 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1850/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Ν. Ρίσβα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 674/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις 1) από 26 Μαρτίου 2018 και με αριθμό 1/2018 αίτηση αναίρεσης, με αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο απευθύνεται ενώπιον του Αρείου Πάγου και το οποίο εγχειρίστηκε στις 27 Μαρτίου 2018 από τον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια Δικηγόρο του Λευκή Κιοσσέ - Παυλίδου στη Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Ροδόπης και 2) από 26 Μαρτίου 2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελά του Αρείου Πάγου στις 10 Απριλίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3712/10.4.2018, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να α) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 1 από 27.3.2018 αίτηση αναίρεσης του Ν. Σ. και β) να γίνει δεκτή η από 10.4.2018 αίτηση αναίρεσης του ιδίου, κατά της αυτής, με αρ. 674/2017 απόφασης του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, κατά της ίδιας απόφασης δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, προϋπόθεση του απαραδέκτου της δεύτερης αίτησης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας δεύτερη αίτηση αναίρεσης, η οποία θεωρείται συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.
Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από κείνον που τη δέχεται....". Η δήλωση αυτή συντάσσεται με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 μέχρι 153 του ΚΠοινΔ.
Ειδικότερα, κατά μεν τα άρθρα 148 και 151 του ΚΠοινΔ, έκθεση είναι το έγγραφο το οποίο συντάσσει δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος εκπληρώνει καθήκοντα στην ποινική διαδικασία, για να βεβαιώσει με ακρίβεια πράξεις που έκανε ο ίδιος ή άλλος αρμόδιος υπάλληλος, με τον οποίο συμπράττει ή δηλώσεις τρίτων που απευθύνονται σ' αυτούς, κατά δε το άρθρο 153 αυτού, η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπουν η χρονολογία (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σ' αυτή), η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων και η υπογραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει σύμφωνα με το άρθρο 150 ή που εξετάστηκαν ή η υπογραφή του δημόσιου υπαλλήλου που συντάσσει την έκθεση.
Η σύνταξη της έκθεσης αποτελεί συστατικό τύπο της άσκησης του ένδικου μέσου και, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να παρακαμφθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' απόφασης ποινικού δικαστηρίου ασκείται με δήλωση σε δικαστικό γραμματέα ή στον προϊστάμενο προξενικής αρχής ή στον διευθύνοντα φυλακή, κατά τις εκτεθείσες στην αρχή διακρίσεις, ή με δήλωση που επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (στις προβλεπόμενες από το άρθρ. 473 παρ. 2 του ΚΠοινΔ περιπτώσεις) και όχι με δικόγραφο, που κατατίθεται σε δικαστικό γραμματέα ή στον προϊστάμενο προξενικής αρχής ή στον διευθύνοντα φυλακή, έστω και αν για την κατάθεση του δικογράφου τούτου συντάχθηκε έκθεση για την κατάθεσή του.
Η αναίρεση στην ποινική δίκη με κατάθεση δικογράφου, αν ήθελε εκτιμηθεί ως έγγραφη δήλωση, είναι απαράδεκτη, όταν δεν περιέχει όλα τα στοιχεία, τα οποία θα περιείχε και η προφορική. Αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις αυτές, που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξης, απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΠοινΔ. Οι επιβαλλόμενες ως άνω διατυπώσεις από τον Έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της άσκησης του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης, οι οποίες προστατεύουν την ασφάλεια δικαίου και την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης, κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να μην παραβιάζοναι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος. Εξάλλου, το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά στις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ένδικου μέσου, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το Κράτος, το οποίο έχει τη διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνον οι τιθέμενοι περιορισμοί και οι τιθέμενες προϋποθέσεις να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 824/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι κατά της απόφασης 674/2017 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης ασκήθηκαν από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα: α) η από 26-3-2018, με αριθμό 1/2018, αίτηση αναίρεσης, με αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο απευθύνεται ενώπιον του Αρείου Πάγου και το οποίο εγχειρίστηκε στις 27-3-2018 από τον ίδιο και την πληρεξούσια Δικηγόρο του Λευκή Κιοσσέ-Παυλίδου στη Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, με σύνταξη έκθεσης εγχείρισης και όχι με την κατά το νόμο (άρθρα 474 παρ. 1 και 473 παρ. 2 του ΚΠοινΔ) οριζόμενη δήλωση ενώπιον της ως άνω Γραμματέα και σύνταξη σχετικής έκθεσης για τη δήλωση αυτή ή με δήλωση που να επιδόθηκε αρμοδίως (με δικαστικό επιμελητή) στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Συγκεκριμένα, στο τέλος της ένατης σελίδας του εν λόγω δικογράφου αναγράφεται: "ΕΚΘΕΣΗ ΕΓΧΕΙΡΙΣΗΣ Έχει εγχειριστεί ... σήμερα στις 27-3-2018 και ώρα 11.30 πμ με την παρουσία της Γραμματέως Μαυρίδου Αναστασίας από τον Σ... Ν. και ΚΙΟΣΣΕ ΛΕΥΚΗ", ακολουθούν δε υπογραφές του ίδιου, της πληρεξούσιας Δικηγόρου του και της Γραμματέα, β) η από 26-3-2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-4-2018.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των ίδιων εγγράφων, δεν προκύπτει ότι η παραπάνω πρώτη αίτηση έχει συζητηθεί και έχει εκδοθεί απόφαση επί αυτής, αλλά το πρώτον και οι δύο εισάγονται για να συζητηθούν στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Συνεπώς, η δεύτερη αίτηση αναίρεσης, που είναι εμπρόθεσμη, αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο από το Πλημμελειοδικείο Ροδόπης ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 19-3-2018, ασκήθηκε δε στις 10-4-2018 (από τις 6-4-2018 έως τις 9-4-2018 ήταν οι αργίες του Πάσχα), επιτρεπτώς ασκήθηκε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής.
Περαιτέρω, εφόσον η πρώτη από τις αιτήσεις αυτές ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από τις προεκτεθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ νόμιμες διατυπώσεις, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). Κατά το άρθρο 28 του Ν. 3996/2011, κάθε εργοδότης που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.
Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσης των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται, είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2810/2000 "Περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", "Το ΔΣ εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παρ. 9 του άρθρου αυτού γενικό διευθυντή (μάνατζερ). Το ΔΣ μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή στέλεχος ή υπάλληλο του συνεταιρισμού".
Με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Το ΔΣ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση του συνεταιρισμού, στη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και στην επιδίωξη του σκοπού του. Οι αρμοδιότητες του ΔΣ καθορίζονται στο καταστατικό". Έτσι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο νόμος για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης, ως προς τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, απαιτεί την ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου, ως συλλογικού (ενδοσυνεταιριστικού) οργάνου, είτε την ευθύνη του Προέδρου ή μέλους αυτού ή και τρίτου, εφόσον έχει ληφθεί σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού ή έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου λόγος αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945, σε συνδ. με το άρθρ. 28 του Ν. 3996/2011, στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λ.π. και προκειμένου περί Αγροτικού Συνεταιρισμού, η ιδιότητα, υπό την οποία ενήργησε και εκπροσώπησε το Συνεταιρισμό ο κατηγορούμενος και o τρόπος προέλευσης της σχετικής εξουσίας του), ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές και οι έκτακτες, εφόσον το ύψος αυτών δεν είναι δυνατό να προκύψει με απλή διαίρεση του συνόλου των αποδοχών που δεν καταβλήθηκαν με τους μήνες που αναλογούν σ' αυτές κατά το κατηγορητήριο, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε, με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από έθιμο.
Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (παραβίαση) υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν, τα εξής: "....ο κατηγορούμενος τέλεσε την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό αποδιδόμενη σ' αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη, για παράβαση του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι ...
και από τον Νοέμβριο του 2012 έως τον Φεβρουάριο του 2013 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος και δη της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011, ενώ ήταν εργοδότης και συγκεκριμένα ως Πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν. Ροδόπης Α) δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα σε αυτούς που απασχολήθηκαν από τον ίδιο με μισθό, τις οφειλόμενες από την σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας.
Συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ απασχόλησε σαν εργαζομένους από τον Νοέμβριο του 2012 έως τον Φεβρουάριο του 2013, δεν κατέβαλλε για τον Νοέμβριο του 2012 σε 130 εργαζομένους συνολικό ποσό 116.086,70 ευρώ για τον μήνα Δεκέμβριο του 2012, σε 109 εργαζομένους συνολικό ποσό 99.335,64 ευρώ, για τον μήνα Ιανουάριο του 2013, σε 84 εργαζομένους συνολικό ποσό 86.327,42 ευρώ και για τον Φεβρουάριο του 2013 σε 86 εργαζόμενους συνολικό ποσό 86.351,22 ευρώ.
Β) ενώ κάθε εργοδότης υποχρεούται με την συμπλήρωση ορισμένου χρόνου υπηρεσίας του εργαζομένου σε καταβολή επιδόματος αδείας με τη χορήγηση της ετήσιας αδείας με αποδοχές, ενώ σε περίπτωση μη χορήγησης άδειας υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης αδείας, εντούτοις αυτός (ο κατηγορούμενος) ενώ οι ανωτέρω εγκαλούντες είχαν συμπληρώσει ορισμένο χρόνο υπηρεσίας, δεν κατέβαλε το επίδομα αδείας του έτους 2012 σε 53 εποχικούς εργαζομένους, συνολικού ποσού 10.941,53 ευρώ, και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2014 σε 48 εργαζομένους 11.317,02 ευρώ.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για παράβαση του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση. Πρέπει, όμως, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ διότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια. Ειδικότερα, οι μη καταβολές των παραπάνω αποδοχών στους εργαζόμενους οφείλονταν σε οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν.
Ροδόπης, ενώ καταβλήθηκε μεταγενέστερα μέρος αυτών, το ύψος των οποίων δεν προσδιορίσθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου μόνου ΑΝ 690/1945, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
β' του ΠΚ, για την οποία (πράξη) του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι: κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης σ' αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινης πράξης, για παράβαση του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι ...
και από τον Νοέμβριο του 2012 έως τον Φεβρουάριο του 2013 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος και δη της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011, ενώ ήταν εργοδότης και συγκεκριμένα ως Πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν. Ροδόπης Α) δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα σε αυτούς που απασχολήθηκαν από τον ίδιο με μισθό, τις οφειλόμενες από την σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας.
Συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ απασχόλησε σαν εργαζομένους από τον Νοέμβριο του 2012 έως τον Φεβρουάριο του 2013, κατέβαλλε για τον Νοέμβριο του 2012 σε 130 εργαζομένους συνολικό ποσό 116.086,70 ευρώ για τον μήνα Δεκέμβριο του 2012, σε 109 εργαζομένους συνολικό ποσό 99.335,64 ευρώ, για τον μήνα Ιανουάριο του 2013, σε 84 εργαζομένους συνολικό ποσό 86.327,42 ευρώ και για τον Φεβρουάριο του 2013 σε 86 εργαζόμενους συνολικό ποσό 86.351,22 ευρώ.
Β) ενώ κάθε εργοδότης υποχρεούται με την συμπλήρωση ορισμένου χρόνου υπηρεσίας του εργαζομένου σε καταβολή επιδόματος αδείας με τη χορήγηση της ετήσιας αδείας με αποδοχές, ενώ σε περίπτωση μη χορήγησης άδειας υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης αδείας, εντούτοις αυτός (o κατηγορούμενος) ενώ οι ανωτέρω εγκαλούντες είχαν συμπληρώσει ορισμένο χρόνο υπηρεσίας, δεν κατέβαλε το επίδομα αδείας του έτους 2012 σε 53 εποχικούς εργαζομένους, συνολικού ποσού 10.941,53 ευρώ, και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2014 σε 48 εργαζομένους 11.317,02 ευρώ".
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 28 του Ν. 3996/2011, σε συνδ.
με την παρ. 1 του άρθρου μόνου Α.Ν. 690/1945, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, στέρησε δε περαιτέρω την απόφαση και νόμιμης βάσης, διότι, υπό τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό αυτής, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στην απόφαση: α) αν, είτε από το νόμο είτε από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν.
Ροδόπης είτε από υπογραφή σχετικής σύμβασης, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του προέδρου της εν λόγω Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, είχε τη δυνατότητα να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που ανάγεται στη διοίκηση και στη διαχείριση των υποθέσεων αυτής, καθώς και να την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως, να συνάπτει συμβάσεις εργασίας και να καταβάλλει στους απασχολουμένους σ' αυτή τις αποδοχές τους, β) ο δικαιούμενος μηνιαίος μισθός των εργαζομένων και η πηγή καθορισμού του (ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κ.λ.π.), γ) οι καταβληθείσες αποδοχές κάθε επιμέρους διαστήματος, ώστε, με τον κατάλληλο μαθηματικό υπολογισμό, να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο και δ) ο τρόπος υπολογισμού των οφειλόμενων αποδοχών ξεχωριστά κατά το είδος τους.
Κατά συνέπεια, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης δεύτερης από 26-3-2018 αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών αναιρετικών αιτιάσεων, ως αλυσιτελής, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη δεύτερη από 26-3-2018 αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2018, με αριθμό 1/27-3-2018, αίτηση του Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της απόφασης 674/30-11-2017 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Δέχεται την από 26-3-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-4-2018) του Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ... (...).
Αναιρεί την προαναφερόμενη απόφαση 674/30-11-2017 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ