Legislator Case Law & Legislation
1850/2014 AI generated

1850/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1850/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1850/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αμέλεια, ειδικότερα, υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 145/14).

Keywords

AI generated
damage to electrical installations electrical and radio equipment electromagnetic interference electrical installation monopoly electricity supply construction defect
AI generated
1359/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή Αρεοπαγίτες.
1877/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 827/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5001/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
827/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11/11/2014 και 17/11/2014 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 760/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4548/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
472/2022
Της εναγομένης - εκκαλούσας - καλούσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "K.
1373/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1850 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1850/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 3. Εργολάβου κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ -" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Π. Σ. του Χ., κατοίκου ... και 5. Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Έλενα Καλέση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2. Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Δ. Α., κατοίκου ... και 3 Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Χασκή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18103/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1604/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-10-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1604/12 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις συνεκδικασθείσες από 4/11/10 και 3/4/11 εφέσεις των "Δ. ΕΠΕ" κλπ και "Κοινοπραξίας Κ.-Σ." κλπ, αντίστοιχα, κατά της 18103/10 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με αυτήν το Δικαστήριο, κατά μερική παραδοχή της από 28/6/05 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε υποχρεώσει τους αναιρεσείοντες και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωσή τους, να καταβάλουν στους αναιρεσιβλήτους, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση, εξαιτίας της ιστορούμενης στην αγωγή αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς.

Από την διάταξη του άρθ. 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 297, 298, 299, 300, 330 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και (δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Αμέλεια, ειδικότερα, υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 145/14).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Η δε κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ αυτούς. Αντιθέτως, αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα δε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της (ΟλΑΠ 13/1995), όπως είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που απαραδέκτως (άρθρ. 224 ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση.

Η αμέλεια, όμως, ως αόριστη νομική έννοια, παραδεκτώς συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτήν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 180/11, 524/12).

Αόριστη νομική έννοια είναι και αυτή της αιτιώδους συνάφειας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, ώστε να θεμελιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ αδικοπρακτική ευθύνη.

Συνεπώς, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής αυτής διάταξης ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δέχθηκε ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός πρόσφορη αιτία της ζημίας, καθόσον πρόκειται για κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας ( ΑΠ 75/2005, ΑΠ 1197/2005).

Αντιθέτως, η κρίση ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο της ζημίας αναφέρεται σε πράγματα και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1652/2006). Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το...συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης......η τέταρτη εναγόμενη στην κύρια αγωγή, κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ - ", συμφώνησε με τους οικοπεδούχους...

να κατασκευάσει με το σύστημα της αντιπαροχής μία πολυώροφη οικοδομή. Με το ... συμβόλαιο πώλησης ... η δεύτερη ενάγουσα απέκτησε από την τέταρτη εναγόμενη κοινοπραξία..., όπως νόμιμα εκπροσωπούνταν, από τους πέμπτο και έβδομο εναγομένους, Π. Σ. και Γ. Κ. και τις μη διαδίκους Μ. Σ. και Ζ. Μ., ένα διαμέρισμα επί του τρίτου ορόφου ...

Για την άνοδο και την κάθοδο τους οι ένοικοι της ανωτέρω οικοδομής χρησιμοποιούσαν τον ανελκυστήρα αυτής που αποτελούσε ένα από τα κοινόχρηστα μέρη της και του οποίου τα τεχνικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά περιλήφθηκαν στο άρθρο 19 της έγγραφης συγγραφής υποχρεώσεων της τέταρτης εναγόμενης κοινοπραξίας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο προβλέπονταν η τοποθέτηση αυτόματου υδραυλικού ανελκυστήρα πέντε (5) ατόμων με μεταλλικό θάλαμο, κατασκευασμένο από λαμαρίνα και με επίστρωση δαπέδου από πλαστικό, η δε κατασκευή του θα λάμβανε χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του ειδικού κανονισμού εγκατάστασης και λειτουργίας ανυψωτικών μηχανημάτων του τέως Υπουργείου Βιομηχανίας...Για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα η τετάρτη εναγόμενη εργολάβος κοινοπραξία, κατόπιν προφορικής σύμβασης έργου, ανέθεσε στην τρίτη εναγόμενη εταιρία ...

την εκτέλεση της συγκεκριμένης υπεργολαβίας, έναντι συμφωνημένης αμοιβής. Η τελευταία υπεργολάβος εταιρία ανέθεσε τη μελέτη του εν λόγω ανελκυστήρα στον ηλεκτρολόγο μηχανολόγο Χ. Β., ο οποίος και προέβη στη σύνταξη της...Τη μελέτη αυτή υλοποίησε η τρίτη εναγομένη, δια του προστηθέντος της δευτέρου εναγόμενου Σ.

Φ., ο οποίος ως επικεφαλής του συνεργείου της προέβη στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα ... Συγκεκριμένα, η τρίτη εναγομένη, αφού προμηθεύθηκε έναντι αντιτίμου τα επιμέρους απαραίτητα υλικά, από τα οποία απαρτίζεται ο ανελκυστήρας από την πρώτη εναγόμενη εταιρία ..., ενεργώντας διά του προστηθέντος της δευτέρου εναγομένου, τα συναρμολόγησε και δι' αυτού εγκατέστησε τον ανελκυστήρα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έστω με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, δέχτηκε ότι αυτός που εγκατέστησε τον εν λόγω ανελκυστήρα στην οικοδομή, κατ' εντολήν της εργοδότιδάς του τρίτης εναγομένης ήταν ο προστηθείς από αυτήν δεύτερος εναγόμενος, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης του τελευταίου είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι μετά την εγκατάσταση του η ως άνω τετάρτη εναγομένη εργολάβος κοινοπραξία, που κατασκεύασε την οικοδομή, παρέλαβε το παρασχεθέν έργο από την υπεργολάβο τρίτη εναγόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης και δια των αρμοδίων οργάνων της - κοινοπρακτικών μελών της, ανέθεσε στις 21-12-2000 στον όγδοο εναγόμενο Α.

Ν., την υποβολή αίτησης για την προσωρινή ηλεκτροδότηση του ανελκυστήρα από τη Δ.Ε.Η, με την παροχή τριφασικού ρεύματος ώστε εντός προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητοι για τη χορήγηση της άδειας έλεγχοι και δοκιμές της λειτουργίας του ανελκυστήρα από τον κοινοποιημένο φορέα ... .

Η αίτηση υποβλήθηκε αυθημερόν και την ίδια ημέρα υπογράφηκε το συμβόλαιο κοινόχρηστης παροχής ρεύματος...Με το ως άνω συμβόλαιο χορηγήθηκε προσωρινή σύνδεση δύο φάσεων για δοκιμαστικούς χειρισμούς του ανελκυστήρα και για χρονική περίοδο σαράντα πέντε (45) ημερών, αρχομένη από τις 27-2-2001. Ο ανελκυστήρας ελέγχθηκε από τον ανωτέρω φορέα TUV SUDDEUTSHLAND, στις 23-4-2001, μόνον όμως ως προς την παραλαβή του και όχι ως προς την καλή λειτουργία του...

Ωστόσο, μετά την πάροδο των προσωρινής χορήγησης ρεύματος δύο φάσεων για την δοκιμαστική λειτουργία του ανελκυστήρα η Δ.Ε.Η δεν διέκοψε, όπως όφειλε, την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για τη χρήση του μέχρι την 24η-7-2003, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του εν λόγω ατυχήματος. Μετά την ολοκλήρωση της εγκατάστασης του ανελκυστήρα ο τελευταίος παραδόθηκε στη κοινή χρήση των ενοίκων της οικοδομής ...

και άρχισε να λειτουργεί. Το έργο δε της συντήρησης του ανατέθηκε στο δεύτερο εναγόμενο. Ωστόσο, διαπιστώθηκαν από τους ενοίκους της οικοδομής προβλήματα κατά τη λειτουργία του. Ειδικότερα, κατά την άνοδο και κάθοδο του υπήρχαν έντονα τραντάγματα και τριγμοί, πολλές φορές ο θάλαμος του ακινητοποιείτο χαμηλότερα ή υψηλότερα της στάθμης των ορόφων και τέλος, η χρήση του επηρέαζε την ηλεκτροδότηση της οικοδομής, προβλήματα για τα οποία οι ένοικοι ατομικά, ελλείψει διαχειριστή ή διαχειριστικής επιτροπής στο μέτρο που δεν είχε συνταχθεί κανονισμός διοίκησης της πολυκατοικίας μέχρι τη 13η-1-2004, απευθύνονταν στην τέταρτη εναγόμενη εργολάβο κοινοπραξία, η οποία διατηρούσε γραφείο στον ισόγειο χώρο της οικοδομής.

Τα προβλήματα αυτά τα κοινοπρακτικά μέλη της εργολάβου κοινοπραξίας τα μετέφεραν στον προστηθέντα στο έργο της συντήρησης του ανελκυστήρα δεύτερο εναγόμενο, ώστε να μετέλθει των αναγκαίων ενεργειών προς αποκατάσταση τους, γεγονός όμως που δεν επήλθε καθόλο το χρονικό διάστημα των δύο ετών (2001-2003), με αποτέλεσμα οι ένοικοί της λόγω του ως άνω προβλήματος και άλλων προβλημάτων της οικοδομής, να επιδώσουν στην κατασκευάστρια της οικοδομής την από 26-6-2003 εξώδικη δήλωση τους που κοινοποιήθηκε στην τέταρτη εναγόμενη εργολάβο κοινοπραξία την 1-7-2003, με την οποία παραπονούνταν για την παρέλευση χρονικού διαστήματος πλέον των δύο (2) ετών, χωρίς να προβεί στη σύνταξη κανονισμού διοίκησης της πολυκατοικίας, κατά παράβαση της συμβατικής υποχρέωσής της, με αποτέλεσμα τη δημιουργία προβλημάτων και τη διαρκή ανασφάλειά τους στις σχέσεις τους ως συνιδιοκτήτες, στην κατανομή των δαπανών, της χρήσης των διαμερισμάτων, των καταστημάτων και των κοινόχρηστων χώρων κ.α. ...

Ωστόσο την ίδια ημέρα, δηλαδή την 1η-7-2003 οι ενάγοντες της κύριας αγωγής, Α. Κ. ένοικος της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου της οικοδομής, η σύζυγός του Ε. Κ., ιδιοκτήτρια της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου της οικοδομής και ο γιος τους Κ. Κ., ένοικος της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου της οικοδομής, εισήλθαν μαζί εντός του θαλάμου του ανελκυστήρα, ώστε να ανέλθουν στον τρίτο όροφο ... .

Κατά την άνοδο του ανελκυστήρα ο θάλαμος με τους ανωτέρω επιβαίνοντες αποκολλήθηκε και κατέπεσε από το ύψος του τρίτου ορόφου στο έδαφος. Από το πόρισμα της προαναφερθείσας από 23-7-2003 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της αρμόδιας επιτροπής της Διεύθυνσης Βιομηχανίας, που προέβη στη σύνταξή της σύμφωνα με την...απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, αλλά και της προαναφερθείσας από 21-7-2003 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου με αριθμό πρωτ. ...

εγγράφου του Α.Τ. Νέων Επιβατών Θεσσαλονίκης, Σ. Α., διπλωματούχου Μηχανολόγου - Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, η οποία διενεργήθηκε κατά την αστυνομική προανάκριση (243 Κ.Π.Δ), και τυπικά αξιολογείται μεν ως δικαστικό τεκμήριο ως έγγραφο της ποινικής διαδικασίας (όπως άλλωστε και οι προαναφερθείσες προανακριτικές καταθέσεις των ως άνω ενοίκων της οικοδομής), σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ως προς το ένδικο ατύχημα αποδείχτηκαν τα εξής:

Την ημέρα εκείνη, ο θάλαμος με τους ανωτέρω επιβαίνοντες του ανελκυστήρα της οικοδομής κατέπεσε από το ύψος του τρίτου ορόφου της και ενώ το άνω άκρο του υδραυλικού εμβόλου με την τροχαλία βρισκόταν κατά την ώρα του ατυχήματος στο ύψος του τέταρτου ορόφου και κατέληξε εντός του φρεατίου που είναι κατασκευασμένο κάτω από το επίπεδο του δαπέδου στην ισόγεια είσοδο του κτιρίου της οικοδομής.

Ο θάλαμος με τους ως άνω ενοίκους έπεσε πάνω στις ελαστικές επικαθίσεις με αποτέλεσμα να ελαττωθεί η ταχύτητα πρόσκρουσης στο δάπεδο και να αποφευχθεί η βίαιη πρόσκρουση του θαλάμου στο δάπεδο του φρεατίου. Στο ύψος της τροχαλίας βρισκόταν τα άκρα των τεσσάρων συρματόσχοινων μαζί με τις μεταλλικές βάσεις τους, στις οποίες ήταν στερεωμένα.

Τα άκρα των συρματόσχοινων στερεώνονται σε δύο μέρη. Στη μία πλευρά τους στερεώνονται στις μεταλλικές βάσεις και στην άλλη μεριά τους σε σταθερή μεταλλική βάση που κατασκευάζεται εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα. Οι βάσεις που ήταν στο ύψος της τροχαλίας έπρεπε να είναι συγκολλημένες στο κάτω μέρος του δαπέδου του θαλάμου του ανελκυστήρα και συγκεκριμένα στο σασί του που είναι μεταλλικό.

Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις αποκολλημένες αυτές βάσεις από τον ως άνω ειδικά ορισθέντα πραγματογνώμονα Σ. Α., διαπιστώθηκε ότι αυτές δεν είχαν στρεβλωθεί, αλλά είχαν αποκολληθεί από το δάπεδο του θαλάμου λόγω του ότι είχαν σπάσει οι ηλεκτροσυγκολλήσεις που είχαν γίνει κατά μήκος των δύο πλευρών τους.

Λόγω της αποκόλλησης των βάσεων και με δεδομένο ότι τα συρματόσχοινα του ανελκυστήρα και τα υλικά με τα ελατήρια που είχαν προσδεθεί στα άκρα τους για τη στερέωση τους ήταν σε άριστη κατάσταση, χωρίς κάποια φθορά από τη χρήση τους ή λόγω κακής εφαρμογής, διαπιστώθηκε ότι η αποκόλληση των μεταλλικών βάσεων από το θάλαμο του ανελκυστήρα οφειλόταν στο γεγονός ότι υπήρξε αστοχία των συγκολλήσεων, οι οποίες είχαν γίνει για την στερέωση των βάσεων στο σασί του θαλάμου του ανελκυστήρα ... .

Πρέπει να σημειωθεί ότι εφόσον δεν ανακαλυπτόταν και δεν Για την ύπαρξη του ως άνω αιτίου της πτώσης του θαλάμου του ανελκυστήρα που είχε ως συνέπεια των τραυματισμό των κυρίως εναγόντων υφίσταται πρωτίστως ευθύνη της πρώτης εναγόμενης εταιρίας ... για τον ειδικότερο λόγο ότι το σασί του δαπέδου του ανελκυστήρα που έπεσε ήταν κατασκευασμένο από αυτήν.

Ως κατασκευάστρια δε εταιρία, με την προμήθεια του ως άνω εξαρτήματος πάνω στο οποίο ο εκάστοτε εγκαταστάτης κατασκευάζει τον θάλαμο του ανελκυστήρα, ευθύνεται στην προκειμένη περίπτωση καθόσον αποδείχθηκε ότι από αμελείς ενέργειες των προστηθέντων από αυτήν εργατοτεχνιτών στην γραμμή παραγωγής του συγκεκριμένου εξαρτήματος υπήρξε πλημμελής συγκόλληση πάνω στο σασί των μεταλλικών βάσεων του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται εστία κινδύνου λόγω κατασκευαστικού ελαττώματος από τη χρήση του ανελκυστήρα.

Το γεγονός αυτό, που δεν είναι ανεκτό κατά τους όρους της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής της, δηλαδή της προμήθειας του συγκεκριμένου υλικού, λόγω της ύπαρξης αυτής της εστίας κινδύνου που συνίσταται στην συγκόλληση, η οποία δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες της τέχνης, των μεταλλικών βάσεων, από αμελή ενέργεια των προστηθέντων της εργατοτεχνιτών, ήταν αναμενόμενο σε μη προσδιορισμένο βάθος χρόνου.

Άλλωστε, κακή χρήση ή υπερφόρτωση του ανελκυστήρα από τους ενοίκους της πολυκατοικίας, η οποία θα είχε ως συνέπεια τη στρέβλωση των προαναφερομένων μεταλλικών βάσεων πριν από την αποκόλλησή τους, δεν αποδείχτηκε. Υφίσταται επομένως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των υπαιτίων και παρανόμων ενεργειών των προστηθέντων από την πρώτη εναγομένη εργατοτεχνιτών και του αποτελέσματος της πτώσης του θαλάμου κατά τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για την πτώση του θαλάμου του ανελκυστήρα ευθύνονται και οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, Σ.

Φ. και εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ. Ε.Π.Ε.". Ειδικότερα, η εταιρία ... κατόπιν προφορικής συμβάσεως υπεργολαβίας με την τέταρτη εναγόμενη εργολάβο κοινοπραξία, ανέλαβε την δια των προστηθέντων της κατασκευή του ανελκυστήρα και συγκεκριμένα τη συναρμολόγηση των υλικών που προμηθεύτηκε από την προμηθεύτρια εταιρία με την επωνυμία " ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Π.Ε".

Ωστόσο για την υλοποίηση της υπεργολαβίας που είχε αναλάβει και συγκεκριμένα για την κατασκευή του ανελκυστήρα, δεν προέβη στην πρόστηση κατάλληλου τεχνίτη, ο οποίος θα είχε τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις για να εντοπίσει το συγκεκριμένο πρόβλημα στις συγκολλήσεις των μεταλλικών βάσεων του ανελκυστήρα και ειδικότερα προστηθέντα που διέθετε κατά τον χρόνο εγκατάστασης του ανελκυστήρα άδεια εγκαταστάτη, αλλά παρανόμως προέβη στην πρόστηση του Σ.

Φ., που αποδείχθηκε ότι εγκατέστησε τον συγκεκριμένο ανελκυστήρα χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια εγκαταστάτη ή έστω συντηρητή ανελκυστήρων κατά τον χρόνο εκείνο ... . Στην προκείμενη περίπτωση ο οπτικός έλεγχος της κακής συγκόλλησης των μεταλλικών βάσεων ήταν και επιβαλλόμενος κατά την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής και εφικτός κατά τη διαδικασία της εφαρμογής του σασί στον θάλαμο του ανελκυστήρα καθόσον, ανεξαρτήτως των αντικρουόμενων ως προς το θέμα αυτό αποδεικτικών μέσων, το παρόν Δικαστήριο πείθεται από τα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με τους κανόνες της λογικής, που συνηγορούν στη δυνατότητα οπτικού ελέγχου από τον εγκαταστάτη, κατά τη διάρκεια της συναρμολόγησης των υλικών από τα οποία συντίθεται ο ανελκυστήρας, της πλημμέλειας των συγκολλήσεων και κρίνει ότι η εν λόγω πλημμέλεια έπρεπε και μπορούσε να εντοπιστεί από τον ,Σ.

Φ. που ενεργούσε ως προστηθείς της τρίτης εναγόμενης εγκαταστάτριας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εφόσον βέβαια αυτός διέθετε τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις και την εμπειρία για την συγκεκριμένη εργασία, ιδιότητες που δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι συγκολλήσεις καλύφθηκαν ως ένα σημείο από τη βαφή του σασί, δημιουργώντας μία χοντροκομμένη επικάλυψη που θα γεννούσε υποψίες στον έμπειρο και έχοντα ειδικές γνώσεις εγκαταστάτη προστηθέντα.

Σε πλήρη συνάρτηση με τα ανωτέρω αναφερόμενα η ευθύνη του "εν τοις πράγμασι" εγκαταστάτη Σ. Φ. έγκειται στο γεγονός ότι αυτός υλοποίησε την ανατεθείσα από την τρίτη εναγόμενη εργασία πλημμελώς και συγκεκριμένα μη όντας ειδικός και στερούμενος των καταλλήλων γνώσεων και εμπειρίας ως προς την κατασκευή του ανελκυστήρα απέτυχε να εντοπίσει το πρόβλημα στις μεταλλικές συγκολλήσεις κατά τη διαδικασία της τοποθέτησης του σασί στον θάλαμο του ανελκυστήρα, με αποτέλεσμα να ευθύνεται και αυτός ατομικά για την ως άνω υπαίτια παράλειψη του στην επέλευση του αποτελέσματος της πτώσης του ανελκυστήρα.

Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας, έλλειψη στην οποία στηρίζονται κατά μείζονα λόγο οι αγωγικοί ισχυρισμοί αναφορικά με την επίκληση του στοιχείου της υπαιτιότητας των εναγόμενων, εγκαταστάτη και εργολάβου κοινοπραξίας. Ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις της ΚΥΑ Φ9.2/οι 32803/1308/97 (ΦΕΚ 815/Β815/Β/11.9.1997) και της συμπληρωματικής ΚΥΑ οικ 3899/253/Φ9.2 (ΦΕΚ 291/Β8.3.02) "κατασκευή εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτροκίνητων ανελκυστήρων (αρθ. 3 και 4) καθώς και τις διατάξεις του Π.Δ 396/88, για την έκδοση άδειας λειτουργίας ανελκυστήρα, ορίσθηκαν φορείς που ανέλαβαν να προβαίνουν στην πιστοποίηση ασφαλούς κατασκευής και λειτουργίας των ανελκυστήρων μετά από σχετική αίτηση που κάνει ο εκάστοτε εγκαταστάτης, η οποία διαδικασία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και έλεγχο συμπεριφοράς του θαλάμου με φορτίο σε ελεύθερη πτώση, δηλαδή σε συνθήκες όμοιες με την περίπτωση θραύσης των συρματόσχοινων, ώστε να ελεγχθεί η καλή λειτουργία της έκτακτης τροχοπέδησης του θαλάμου, εν συνεχεία δε μετά την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού, γίνεται οριστική ηλεκτροδότηση για τη λειτουργία του ανελκυστήρα από τη Δ.Ε.Η, ενώ με τις διατάξεις της ΟΚ 3899/253/Φ9.2/2000 καθιερώθηκε η υποχρέωση για καταχώρηση του ανελκυστήρα και η έκδοση από τη Διεύθυνση Βιομηχανίας πιστοποιητικού καλής λειτουργίας του, απαραίτητου για την οριστική του ηλεκτροδότηση.

Στην προκειμένη περίπτωση ανεξαρτήτως της μη τήρησης των ως άνω διαδικασιών, την τήρηση των οποίων έχουν κατά τους ορισμούς του νόμου η τρίτη εναγόμενη κατασκευάστρια του ανελκυστήρα εταιρία και η τέταρτη εναγόμενη εργολάβος της οικοδομής κοινοπραξία, και οι οποίες παρέλειψαν υπό υπαιτιότητα τους να τις τηρήσουν μόνο για τον συγκεκριμένο ανελκυστήρα, ενώ τις είχαν τηρήσει για τους λοιπούς ανελκυστήρες του συγκροτήματος οικοδομών που είχαν κατασκευαστεί από την εργολάβο κοινοπραξία, δεν αποδείχθηκε στην παρούσα υπόθεση ότι οι υπαίτιες αυτές παραλείψεις είχαν ως αποτέλεσμα να μην αποτρέψουν την πτώση του ανελκυστήρα ή ότι εάν είχαν λάβει χώρα οι ανωτέρω ενέργειες, θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν την εμφάνιση του προβλήματος στις συγκολλήσεις των μεταλλικών βάσεων του σασί του ανελκυστήρα.

Και τούτο διότι η πιστοποίηση του ανελκυστήρα από φορείς αναφορικά με την καλή κατασκευή του και την καλή λειτουργία του που γίνεται κατόπιν δοκιμής του κατά τον χρόνο της προσωρινής ηλεκτροδότησης του με δυναμική φόρτιση και με βάρος άνω του μεγίστου επιτρεπόμενου για τις προδιαγραφές του, δεν αποδείχθηκε ότι θα μπορούσε κατά την εφαρμογή της και πριν την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος, να προκαλέσει την αποκόλληση των μεταλλικών βάσεων του σασί του θαλάμου του ανελκυστήρα.

Η εγγενής δε αστοχία του τρόπου συγκόλλησης ως πρόβλημα του ανελκυστήρα δεν ήταν εμφανής, αλλά εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε ότι μπορούσε μόνο να ανακύψει σε βάθος χρόνου και με τη σταδιακή και διαρκή καταπόνηση των συγκολλήσεων από τη χρήση του. Για το λόγο αυτό εμφανίσθηκε ως αποτέλεσμα μετά από είκοσι οκτώ (28) μήνες περίπου διαρκούς χρήσης του άπαξ και με την αιφνίδια αποκόλληση των μεταλλικών βάσεων.

Άλλωστε, με την ως άνω τεχνική που θα προκαλούσε σημαντική καταπόνηση του ανελκυστήρα δεν θα προκαλούνταν ενδεχομένως "ξήλωμα" ή μικρές ρηγματώσεις στα σημεία συγκόλλησης των μεταλλικών βάσεων του ανελκυστήρα, διότι λόγω της φύσης του προβλήματος που παρουσίαζαν οι συγκολλήσεις των μεταλλικών του βάσεων η αποκόλληση θα γινόταν άπαξ και δίχως την εμφάνιση των ως άνω προειδοποιητικών ενδείξεων.

Πέραν δε των ανωτέρω, από την στιγμή που κατασκευάστηκε ο ανελκυστήρας και τοποθετήθηκε στη θέση του, οι φορείς που θα διενεργούσαν τους ελέγχους για την πιστοποίηση της καλής λειτουργίας του δεν θα μπορούσαν να εντοπίσουν ούτε και οπτικά το πρόβλημα στις μεταλλικές βάσεις του σασί του ανελκυστήρα ακόμη και ύστερα από επισταμένη θεώρηση του, λόγω του σημείου που βρισκόταν αυτές και συγκεκριμένα κάτω από το θάλαμο του ανελκυστήρα, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη την οπτική επαφή.

Εξάλλου σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος για την πιστοποίηση από τους φορείς αυτούς περιλαμβάνει έλεγχο ελεύθερης πτώσης με προσομοίωση συνθηκών κοπής των συρματόσχοινων, ώστε να ελεγχθεί το κατά πόσο λειτουργεί το σύστημα της αρπαγής του ανελκυστήρα, για την οποία προβλέπεται διαδικασία πιστοποίησης που έλαβε εν προκειμένω χώρα, διαδικασία όμως που δεν θα απέτρεπε το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον η αρπάγη ενεργοποιείται ως δικλείδα ασφαλείας που συγκρατεί το θάλαμο του ανελκυστήρα μόνο σε περίπτωση κοπής των συρματόσχοινων, ενώ δεν ενεργοποιείται στην υπό διερεύνηση περίπτωση, δηλαδή της αποκόλλησης των μεταλλικών βάσεων του σασί του ανελκυστήρα.

Σε πλήρη αρμονία με τα ανωτέρω αναφερόμενα ούτε η παράλειψη καταχώρησης του ανελκυστήρα στη Διεύθυνση Βιομηχανίας, ούτε η "παράνομη" ηλεκτροδότηση του ανελκυστήρα από τη Δ.Ε.Η. τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι μετά την εγκατάσταση του ανελκυστήρα ο δεύτερος εναγόμενος Σ.

Φ., ανέλαβε για το χρονικό διάστημα από την εγκατάσταση μέχρι την πτώση του το έργο του συντηρητή του ανελκυστήρα, κατόπιν προστήσεως του στο έργο αυτό από την τρίτη εναγόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που ανέλαβε εργολαβικά το έργο της συντήρησής του, σε εκτέλεση σύμβασης που συνήφθη μεταξύ αυτής και της κατασκευάστριας της οικοδομής εργολάβου εταιρίας, το οποίο συνίσταται σε περιοδικές επισκέψεις του και έλεγχο του ανελκυστήρα, ώστε να βεβαιώνεται η εύρυθμη λειτουργία του και να αντιμετωπίζονται τυχόν προβλήματα κατά τη χρήση του.

Κατά την εκτέλεση του έργου αυτού τον έλεγχο διενεργούσε είτε ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος είτε κάποιος τεχνίτης από το συνεργείο που διέθετε, ο οποίος όμως του ανέφερε το αποτέλεσμα του ελέγχου, ώστε να αποφασίζει ο ίδιος για την αντιμετώπιση τυχόν σοβαρών προβλημάτων που εμφάνιζε ο ανελκυστήρας, πλην των προβλημάτων ρουτίνας που τα αποκαθιστούσε ο εκάστοτε τεχνίτης.

Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο Σ. Φ. δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια συντηρητή κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 2001-2003, αλλά εφοδιάσθηκε με την ειδική αυτή άδεια το έτος 2004 δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της πτώσης του ανελκυστήρα. Από την έλλειψη του τυπικού αυτού στοιχείου σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα εξάγεται ως συμπέρασμα ότι ο ανωτέρω δεν διέθετε τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις προκειμένου να ανταπεξέλθει επαρκώς στο είδος της εργασίας της συντήρησης και του ελέγχου της καλής λειτουργίας του ανελκυστήρα που ανέλαβε, γεγονός που αποδείχθηκε στην πράξη από την επιμονή στην εμφάνιση των προβλημάτων στη λειτουργία του ανελκυστήρα επί δύο και πλέον έτη.

Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός ενεργούσε ως όφειλε περιοδικά εργασίες συντήρησης του ανελκυστήρα, όπως προκύπτει από βιβλίο συντήρησης που ο ίδιος επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, το οποίο υπογράφουν κατά τις διενεργούμενες περιοδικές συντηρήσεις του ανελκυστήρα ο συντηρητής και ο εκάστοτε διαχειριστής της οικοδομής, που όμως δεν υπήρχε στο μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα, κατά τον έλεγχο που διενήργησε ο συντάξας την προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας Σ.

Α.. Παρά ταύτα, επειδή ο δεύτερος εναγόμενος δεν διάθετε τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις, προκειμένου να ανταπεξέλθει επαρκώς στο είδος της εργασίας που ανέλαβε, επί δύο (2) και πλέον έτη δεν κατόρθωσε να αποκαταστήσει τα προβλήματα που παρουσίαζε κατά τη χρήση του ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας, ο οποίος από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του σταματούσε μεταξύ δύο ορόφων, παρουσίαζε τριξίματα και κραδασμούς κατά τη λειτουργία ανόδου και καθόδου και δημιουργούσε η χρήση του πρόβλημα στην εν γένει ηλεκτροδότηση της οικοδομής.

Τα προβλήματα αυτά γνωστοποιούσαν στην εργολάβο κοινοπραξία οι ένοικοι της οικοδομής, η οποία διατηρούσε γραφείο στον ισόγειο χώρο αυτής, τα μέλη δε αυτής ενημέρωναν κάθε φορά το συντηρητή Σ. Φ., ώστε να προβεί στην αποκατάστασή τους. Ωστόσο παρά τις ενέργειες του τελευταίου, οι οποίες ήταν αμφιβόλου επιτυχίας λόγω του ότι διενεργούνταν από μη εξειδικευμένο και πεπειραμένο ως προς τη συντήρηση των ανελκυστήρων άτομο, τα προβλήματα διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών από την εγκατάσταση του ανελκυστήρα.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η πλημμέλεια του συντηρητή πλέον Σ. Φ., ο οποίος εκτός του ότι δεν είχε άδεια συντηρητή, τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις και ειδική εμπειρία, ώστε να αντιμετωπίσει τόσα τα τρέχοντα προβλήματα συντήρησης, όσο τα σοβαρότερα προβλήματα που προέκυπταν από τη χρήση του συγκεκριμένου ανελκυστήρα, αυτός δεν θορυβήθηκε από την επιμονή της εμφάνισης των ιδίων προβλημάτων στον ανελκυστήρα και παρέλειψε υπαίτια να γνωστοποιήσει τα προβλήματα αυτά τόσο στην εταιρία που του ανέθεσε την εγκατάσταση και συντήρηση του όσο και στην εργολάβο κοινοπραξία.

Πρέπει να σημειωθεί ότι εάν γνωστοποιούσε το πρόβλημα σ' αυτήν, η εγκαταστάτρια εταιρία διέθετε ειδικό ηλεκτρολόγο μηχανολόγο μηχανικό ... ο οποίος θα μπορούσε να εντοπίσει το πρόβλημα στις συγκολλήσεις των μεταλλικών βάσεων του σασί του ανελκυστήρα, αφού πρώτα τον σφράγιζε και τον αποσυναρμολογούσε.

Η παραπάνω ενέργεια, δηλαδή η σφράγιση και η αποσυναρμολόγηση και ενδεχομένως η αντικατάσταση του ανελκυστήρα, αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος ότι ήταν η πλέον ενδεδειγμένη στην προκειμένη περίπτωση και ήταν επιπλέον και πρόσφορη να αποτρέψει το επελθόν αποτέλεσμα της πτώσης του θαλάμου του ανελκυστήρα.

Για να λάβει χώρα όμως η ενέργεια αυτή έπρεπε να διαπιστωθεί η αιτία του προβλήματος κατόπιν μακροσκοπικής εξέτασης και οπτικού ελέγχου, στην οποία δεν προέβη ο μη κατάλληλος προς τούτο, όπως προαναφέρθηκε, συντηρητής Σ. Φ.. Ο τελευταίος παρά το ότι τα προβλήματα του ανελκυστήρα ήταν έντονα και συνεχή, στοιχείο που δεν είναι σύνηθες και που καταδεικνύει την ύπαρξη κάποιου σοβαρού "κεκαλυμμένου" προβλήματος, το οποίο όφειλε να αντιληφθεί και να προβεί στις ανάλογες ενέργειες αντιμετώπισης του, όπως αυτές προαναφέρθηκαν, παρέλειψε να προβεί σ' αυτές.

Η υπαίτια δε παράλειψη του να μετέλθει των αναγκαίων και ενδεδειγμένων στην παρούσα υπόθεση ενεργειών συνέτεινε και αυτή με τη σειρά της ως συγκλίνων παράγοντας στην επέλευση του αποτελέσματος της πτώσης του ανελκυστήρα και δημιουργεί και εκ του ανωτέρω λόγου υποκειμενική ευθύνη του ιδίου και αντικειμενική της εργοδότιδάς του και προστήσασας αυτόν τρίτης εναγόμενης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης.

Συνακόλουθα και αυτοί νομιμοποιούνται παθητικά στην άσκηση της υπό κρίση κυρίας αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την ίδια αιτιολογία έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ούτε και στην εκτίμηση των αποδείξεων ... Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι η τέταρτη εναγόμενη εργολάβος κοινοπραξία είχε αναλάβει ως εργολάβος εταιρία την κατασκευή της οικοδομής και των κοινοχρήστων μερών της, ένα από τα οποία είναι και ο εν λόγω ανελκυστήρας ... .

Για την εκτέλεση του ανατεθέντος σε αυτήν έργου είχε προστήσει δια συμβάσεως υπεργολαβίας την τρίτη εναγόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ. Ε.Π.Ε.", ώστε με δικούς της εργατοτεχνίτες να εγκαταστήσει το συγκεκριμένο ανελκυστήρα. Λόγω των υπαίτιων ενεργειών της τρίτης εναγόμενης ως προς την εγκατάσταση του ανελκυστήρα που προεκτέθηκαν, υφίσταται εκ της σχέσης της πρόστησης (922 Α.Κ.), εις ολόκληρον αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας αυτήν εργολάβου κοινοπραξίας, η οποία έχει αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για την αδικοπραξία των υποπροστηθέντων της εγκαταστάτριας εταιρίας, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ' αυτούς ... .

Σε πλήρη συνάρτηση με τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα η τέταρτη εναγόμενη εργολάβος κοινοπραξία αποδείχθηκε ότι επέλεξε ως συντηρητή του ανελκυστήρα την τρίτη εναγόμενη ... και της ανέθεσε προφορικά το έργο της συντήρησης του ανελκυστήρα, το οποίο αυτή εκτέλεσε διά του υποπροστηθέντος της δευτέρου εναγόμενου.

Λόγω δε των υπαίτιων και παράνομων ενεργειών της τρίτης εναγόμενης και ως προς τη συντήρηση του ανελκυστήρα, που προεκτέθηκαν, υφίσταται λόγω της σχέσης της πρόστησης (922 Α.Κ) εις ολόκληρον ευθύνη της προστήσασας αυτήν εργολάβου κοινοπραξίας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί προς επίρρωση του στοιχείου των εν γένει παρανόμων παραλείψεων της τέταρτης εναγόμενης εργολάβου κοινοπραξίας ότι αυτή κατά παράβαση του καθήκοντος πρόνοιας που διέπει τις συναλλαγές (288 Α.Κ) και αποτελεί πηγή γένεσης εξωσυμβατικής ευθύνης, δεν ενέσκηψε στα διαρκή και έντονα παράπονα των κυρίως εναγόντων αναφορικά με τη χρήση του ανελκυστήρα, ώστε να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικό τρόπο τα εν λόγω προβλήματα, όπως παραδείγματος χάριν με την επιλογή έτερου συντηρητή, με την επικοινωνία με την κατασκευάστρια εταιρία ή και ενδεχομένως με τη διακοπή της λειτουργίας του ανελκυστήρα, ώστε να εντοπιστεί το πρόβλημα, και δεν θορυβήθηκε με αποτέλεσμα από τη μη λήψη των επιβαλλόμενων από το καθήκον πρόνοιάς της μέτρων να υφίσταται και για αυτόν τον (συγκλίνοντα) λόγο αιτιώδης συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα της πτώσης του ανελκυστήρα ... .

Ακολούθως ο πέμπτος των εναγομένων Π. Σ., ο οποίος σημειωτέον ενάγεται με την κύρια αγωγή αφενός μεν ως πωλητής της οριζόντιας ιδιοκτησίας στη δεύτερη ενάγουσα της κύριας αγωγής, αφετέρου δε, όπως συνάγεται από το σύνολο του περιεχομένου του δικογράφου της ... έχει αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη ως κοινοπρακτικό μέλος της τέταρτης κυρίως εναγόμενης εργολάβου κοινοπραξίας με αυτήν για τις πράξεις και παραλείψεις της, όπως αυτές προαναφέρθηκαν ανωτέρω ...

Στη συνέχεια, ο όγδοος των εναγομένων που ενάγεται αρχικά ως κοινοπρακτικό μέλος της τέταρτης εναγόμενης ... (όπως και ο πέμπτος των εναγομένων), η δε ιδιότητά του αυτή σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, έχει αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη ως κοινοπρακτικό μέλος της τετάρτης εναγόμενης εργολάβου κοινοπραξίας μ' αυτήν για τις πράξεις και παραλείψεις της, όπως αυτές προαναφέρθηκαν...

Συνακόλουθα, αυτοί νομιμοποιούνται παθητικά στην άσκηση της υπό κρίση κυρίας αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την ίδια αιτιολογία έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ούτε και στην εκτίμηση των αποδείξεων, και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι τέταρτη, πέμπτος και όγδοος κυρίως εναγόμενοι, τόσο με, τις προτάσεις τους ως υπεράσπισή τους κατά της έφεσης των κυρίως εναγόντων, όσο και με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, ισχυριζόμενοι ότι δεν ευθύνονται για το ατύχημα και συνεπώς δεν νομιμοποιούνται παθητικά στην προκειμένη δίκη, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Π. Ε. του Ε. και Ι. Π. του Γ., ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της πρώτης εναγομένης, ο πέμπτος εναγόμενος Π. Σ. του Χ., ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της τέταρτης εναγομένης, και ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Φ. Δ. ως εγκαταστάτης συντηρητής του εν λόγω ανελκυστήρος, με την υπ' αριθμ. 25.404/2007 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχτηκαν ένοχοι της σωματικής βλάβης από αμέλεια των εναγόντων και επιβλήθηκε στον καθένα από αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης 27 μηνών.

Κατά της απόφασης αυτής οι ως άνω καταδικασθέντες άσκησαν έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 4.038/2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, κηρύχτηκαν ένοχοι οι εκκαλούντες της σωματικής βλάβης από αμέλεια των εναγόντων και επιβλήθηκε στον καθένα από αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών (βλ.

τις αποφάσεις αυτές που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι. ενάγοντες). Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αίτηση αναίρεσης οι δεύτερος και πέμπτος εναγόμενοι. Με την υπ' αριθμ. 475/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης, αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 4.038/2009 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς αυτούς, και αναπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο.

Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2.345/2011 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι δεύτερος και πέμπτος εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι κατά πλειοψηφία της σωματικής βλάβης από αμέλεια των εναγόντων (βλ. την τελευταία απόφαση που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι παρόντες εναγόμενοι).

Το δεδικασμένο όμως που προκύπτει από τις ανωτέρω ποινικές αποφάσεις δεν δεσμεύει το παρόν πολιτικό Δικαστήριο ......Ακολούθως, αποδείχτηκε ότι από την πτώση του ανελκυστήρα την 1-7-2003, η οποία οφείλεται αιτιωδώς σε συγκλίνουσες αμελείς πράξεις και παραλείψεις των προαναφερθέντων προσώπων, φυσικών και νομικών και υπό τις εκάστοτε ιδιότητες υπό τις οποίες ενάγονται, οι ενάγοντες υπέστησαν σοβαρές και εκτεταμένες σωματικές βλάβες.....".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς του 2ου αναιρεσείοντος (Σ. Φ.), τόσο κατά το στάδιο συναρμολόγησης από αυτόν του θαλάμου του ανελκυστήρα, κατά το οποίο όφειλε και μπορούσε να εντοπίσει, με οπτικό έλεγχο, την αστοχία συγκόλλησης των μεταλλικών βάσεων, όσο και κατά το στάδιο της επί διετία συντήρησης του ανελκυστήρα, προστηθείς προς τούτο από την 1η αναιρεσείουσα (Δ.

ΕΠΕ), κατά το οποίο, εξαιτίας της καταπονήσεως των συγκολλήσεων από τα έντονα τραντάγματα, αυτές αποκολλήθηκαν και επέφεραν την πτώση του θαλάμου και τα οποία προβλήματα (τριξίματα, κραδασμοί κατά τη λειτουργία ανόδου και καθόδου) ο 2ος αναιρεσείων όχι μόνον δεν κατόρθωσε να αποκαταστήσει, αλλ' ούτε θορυβήθηκε από την επιμονή της εμφανίσεώς τους και παρέλειψε υπαίτια να τα γνωστοποιήσει τόσο στην εταιρία που του είχε αναθέσει την εγκατάσταση και συντήρηση του, όσο και στην εργολάβο κοινοπραξία.

Τα αμέσως παραπάνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς του 2ου αναιρεσείοντος και τη συναγωγή της κρίσεως περί του ότι αυτή, ως συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά, ήταν ικανή και πρόσφορη κατ' αιτιώδη συνάφεια να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα το οποίο και πράγματι επέφερε.

Καθίσταται δε, με βάση τις επίμαχες ουσιαστικές παραδοχές, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298 εδ. β', 330, 914, 922 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, οι 1ος, 2ος και 6ος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι τα αντίθετα, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Επίσης, οι διαλαμβανόμενες στους 1ο και 2ο λόγους αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεχόμενο αμελή συμπεριφορά του 2ου αναιρεσείοντος από μόνη τη συμμετοχή του, ως τεχνίτη-μέλους του συνεργείου της 1ης αναιρεσείουσας, καθώς και ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενο ότι ήταν δυνατός, με οπτικό έλεγχο του εγκαταστάτη, ο εντοπισμός της πλημμέλειας των συγκολλήσεων, την οποία αιτίαση επαναλαμβάνει και με μέρος του 4ου λόγου, τυγχάνουν απορριπτέες.

Ειδικότερα, η μεν πρώτη διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δικαστήριο δεν δέχτηκε ότι ο παραπάνω αναιρεσείων ενήργησε ως απλό μέλος συνεργείου, αλλά δέχτηκε ότι αυτός, ως επικεφαλής του συνεργείου της 1ης αναιρεσείουσας, προέβη στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα, η δε δεύτερη, διότι η επικαλούμενη παραβίαση (των διδαγμάτων κοινής πείρας) σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου απαραδέκτως προβάλλεται.

Ωσαύτως, η ουσιαστική παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι ο οπτικός έλεγχος της κακής συγκόλλησης των μεταλλικών βάσεων ήταν επιβαλλόμενος και εφικτός κατά τη διαδικασία εφαρμογής του "σασί" στον θάλαμο του ανελκυστήρα, δεν έρχεται σε αντίφαση με την περαιτέρω ουσιαστική παραδοχή, που αναφέρεται στο στάδιο πιστοποίησης του ανελκυστήρα από τους αρμόδιους φορείς, σύμφωνα με την οποία (τότε) η εγγενής αστοχία του τρόπου συγκόλλησης δεν ήταν εμφανής, καθόσον η τελευταία παραδοχή αφορά τον συναρμολογημένο πλέον και τοποθετημένο στη θέση του ανελκυστήρα, οπότε δεν ήταν δυνατός ο εντοπισμός οπτικά του προβλήματος στις μεταλλικές βάσεις του σασί λόγω του σημείου που βρισκόντουσαν και συγκεκριμένα κάτω από το θάλαμο του ανελκυστήρα, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.

Εντεύθεν, δεν στοιχειοθετείται η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, που αβασίμως προβάλλεται με τον 3ο λόγο της αιτήσεως. Περαιτέρω, τα περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, ως προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, για τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς του 2ου αναιρεσείοντος, δεν αφίστανται ουσιωδώς από εκείνα που αποτελούσαν το αντίστοιχο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της οποίας ο 2ος αναιρεσείων είχε προστηθεί από την 1η αναιρεσείουσα στην εκτέλεση της συντήρησης του επίμαχου ανελκυστήρα και η ευθύνη του επιτείνεται από το γεγονός των συνεχών κραδασμών που έκανε θάλαμος, τους οποίους αμελούσε να εξαλείψει, ούτε μερίμνησε να συντηρήσει σωστά τον ανελκυστήρα ώστε αποτρέψει τους κραδασμούς και τις απότομες κινήσεις του, διότι οι κραδασμοί της κακής του λειτουργίας ήταν αυτοί που επέτειναν την φόρτιση και τελικώς με ένα μεγάλο κραδασμό οδήγησαν στην αποκόλληση των ούτως ή άλλως ελαττωματικών ηλεκτροσυγκολλημένων βάσεων (σελ. 16, 17, 18 αγωγής).

Επομένως, ο 8ος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς του 2ου αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί με την ιστορική βάση της αγωγής, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/2012, 176/2011, 1/2008).

Με τον 4ο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δέχτηκε χωρίς απόδειξη ότι ο οπτικός έλεγχος της κακής συγκολλήσεως των μεταλλικών βάσεων ήταν επιβαλλόμενος κατά την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής και εφικτός, κατά τη διαδικασία εφαρμογής του σασί στον θάλαμο του ανελκυστήρα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, ένορκη βεβαίωση) που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Με μέρος του 5ου λόγου (στοιχ.

Α) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως δέχτηκε ότι προστήσασα του 2ου αναιρεσείοντος υπήρξε η 1η αναιρεσείουσα, ενώ έπρεπε να δεχτεί, όπως τέθηκε υπόψη του, ότι προστήσας ήταν ο ηλεκτρολόγος μηχανολόγος Χ.

Β., ο οποίος σε συνέχεια της μελέτης του ανέθεσε σε ειδικό συνεργείο της πρώτης την υλοποίηση της μελέτης αυτής. Έτσι, όμως, υπό το πρόσχημα της παράβασης της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, προσβάλλεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του, τυγχάνει απαράδεκτος.

Ωσαύτως, με μέρος του 5ου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, με την αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται πώς το δικαστήριο ήχθη στην κρίση περί της ιδιότητας του 2ου αναιρεσείοντος ως προστηθέντος της 1ης αναιρεσείουσας στην εγκατάσταση και συντήρηση του ανελκυστήρα, κι έτσι απέρριψε τους ισχυρισμούς του ότι η συντήρηση που ανέλαβε ως μέλος συνεργείου της πρώτης διήρκεσε μόνο για ένα εξάμηνο μετά την εγκατάσταση του ανελκυστήρα.

Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του, αβασίμως προβάλλεται, εφόσον το Εφετείο, με σαφήνεια και πληρότητα διατύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο τη μελέτη εγκατάστασης του ανελκυστήρα υλοποίησε η τρίτη εναγομένη (ήδη 1η αναιρεσείουσα), δια του προστηθέντος της δευτέρου εναγομένου (ήδη 2ου αναιρεσείοντος), ο οποίος ως επικεφαλής του συνεργείου της προέβη στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα, χωρίς έτσι να χρειάζεται να εκτίθεται στην απόφαση γιατί αποδείχτηκαν οι σχετικοί αγωγικοί ισχυρισμοί και δεν αποδείχθηκαν οι αντίθετοι ισχυρισμοί του ήδη 2ου αναιρεσείοντος.

Με μέρος, επίσης, του 5ου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι ο 2ος αναιρεσείων προέβη μόνος του στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα, ενώ κατά το περιεχόμενο της αγωγής ο Φ.

Σ., ενήργησε "ως μέλος και προστηθείς από την εταιρεία Δ. Φ. ΕΠΕ", αυτοί δε εγκατέστησαν τον ανελκυστήρα και ανέλαβαν την συντήρησή του. Ο λόγος αυτός και κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (σελ. 22) τη μελέτη εγκατάστασης του ανελκυστήρα που είχε συντάξει ο μηχανολόγος Χ.

Β. υλοποίησε η τρίτη εναγομένη (ήδη 1η αναιρεσείουσα), δια του προστηθέντος της δευτέρου εναγομένου (ήδη 2ου αναιρεσείοντος), ο οποίος ως επικεφαλής του συνεργείου της προέβη στην εγκατάσταση του ανελκυστήρα, περιστατικά τα οποία γενόμενα δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, δεν συνιστούν μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής.

Με τον 7ο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο 2ος αναιρεσείων δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια συντηρητή κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και από την έλλειψη του τυπικού αυτού στοιχείου σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα εξάγεται ως συμπέρασμα ότι ο ανωτέρω δεν διέθετε τις απαιτούμενες τεχνικές γνώσεις προκειμένου να ανταπεξέλθει επαρκώς στο είδος της εργασίας της συντήρησης και του ελέγχου της καλής λειτουργίας του ανελκυστήρα που ανέλαβε, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ΚΥΑ 3899/253/Φ.9.2.

Παράρτημα Ι (Συντήρηση), σύμφωνα με την οποία αυτός, έχοντας την άδεια ηλεκτροτεχνίτη Δ', μπορούσε κατά νόμον να αποτελέσει μέλος συνεργείου συντήρησης ανελκυστήρων. Όμως, η ανωτέρω αναφορά του Εφετείου στην έλλειψη του ως άνω τυπικού προσόντος του 2ου αναιρεσείοντος, αποτελούσε απλώς επιχείρημα του δικαστηρίου, σχετιζόμενο με την εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το ζήτημα της αδυναμίας του να επιλύσει τα εμφανισθέντα προβλήματα του ανελκυστήρα και ως εκ τούτου δεν αποτελούσε "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτοτελώς αναιρετική μομφή για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ούτε η παραδοχή της αγωγής στηρίχτηκε στην καλή ή κακή εφαρμογή της παραπάνω ΚΥΑ, ώστε να επιδέχεται μομφή εκ του λόγου τούτου για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος τυγχάνει απαράδεκτος. Με τον 9ο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν τους ενοίκους της οικοδομής στην αποστολή της από 26/6/03 εξώδικης δήλωσης στην εργολάβο κοινοπραξία, η οποία (εξώδικη δήλωση) δεν έγινε ως αποτέλεσμα της εμφάνισης προβλημάτων του ανελκυστήρα, αλλά αφορούσε αποκλειστικώς την παράλειψη σύνταξης κανονισμού διοίκησης της πολυκατοικίας.

Όμως, η διηγηματική αναφορά του Εφετείου στην παραπάνω εξώδικη δήλωση δεν αφορούσε ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεξάρτητα από το ότι και το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρεται στο από τους αναιρεσείοντες επικαλούμενο περιεχόμενο της επίμαχης εξώδικης δήλωσης, ώστε ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής.

Με τον 10ο και τελευταίο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο την αναφορά του σε εξώδικη ομολογία του 2ου αναιρεσείοντος, περί του ότι αυτός εγκατέστησε τον επίμαχο ανελκυστήρα κατ' εντολή της ήδη 1ης αναιρεσείουσας δεν την αιτιολογεί "και κατά παραπομπή με τα λοιπά έγγραφα της ποινικής προδικασίας", ενώ απορρίπτει την αποδεικτική βαρύτητα της απαλλακτικής για το 2ο αναιρεσείοντα 2.345/11 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της μη εφαρμογής του άρθρου 173 ΑΚ. Όμως, οι αποδιδόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη αιτιάσεις αφορούν την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, διατυπώνεται σαφώς στην αναιρεσιβαλλομένη και δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος, ανεξάρτητα, βέβαια, από το ότι ούτε το δικαστήριο δέχτηκε την ύπαρξη κενού στο περιεχόμενο της αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση εξώδικης ομολογίας του 2ου αναιρεσείοντος, ώστε να προσφύγει στην εφαρμογή του άρθρου 173 ΑΚ, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι προέβαλαν σχετικό ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22/10/2012 αίτηση των "Δ. ΕΠΕ" κλπ, για αναίρεση της 1604/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ