Legislator Case Law & Legislation
1850/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest and vague grounds regarding evidence admissibility.

Case Number 1850/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X and X LTD against the Second Instance Court's decision. The appellants argued that the lower court erred by considering an unsigned document and failing to examine specific evidence, but the court found these grounds vague and lacking in legal interest. The court ruled that the appeal was inadmissible because the arguments did not specify how the alleged errors affected the appellants' rights or identify the content of the disputed evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556(1), 557 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a legal interest in the appeal or if the grounds are vague and do not specify the content of the evidence or the nature of the alleged error.

Keywords

AI generated
legal interest requirement vague appeal grounds evidence admissibility unsigned document validity inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556(1), 557 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1850 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1850/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Χ, ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της Χ LTD-Χ Ε.Π.Ε. κατοίκου ..., 2. Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία Χ LTD- που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γιώτα για τον εαυτό του και ως εκπρόσωπος της ομώνυμης εταιρείας, όρισε πληρεξούσιο της τον ανωτέρω δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου- καλούντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3912/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 881/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1971/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών-αναιρεσίβλητος με την από 10-1-2008 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 24-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καθ'ων η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 παρ.1 και 557 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, γενικώς αλλά και για κάθε λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, απαιτείται να υπάρχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον, τόσο κατά την άσκηση όσο και κατά τη συζήτησή της, τη συνδρομή του οποίου πρέπει να επικαλείται αυτός στο οικείο δικόγραφο και το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως. Έννομο συμφέρον συντρέχει όταν η πληττόμενη απόφαση, εξ αιτίας της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα (ιδιωτικά) δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς την ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, κατά της εκκαλούμενης πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε επίσης η αγωγή του εκκαλούντος έναντι της εν λόγω εταιρίας. Η αναιρεσείουσα εταιρία δεν επικαλείται ειδικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και, επομένως, η αίτηση αυτής είναι απαράδεκτη.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.1, 8 και 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αντιστοίχως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση... σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία πρέπει για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης να εκτίθενται στο δικόγραφο της αίτησης. Εξ άλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς την εσφαλμένη εκτίμηση των δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ.2 ιδίου Κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559.

Επίσης, ο εκ μέρους του ενάγοντος γινόμενος νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων με την αγωγή πραγματικών περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με αυτή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή αυτών στον κανόνα δικαίου, έστω και διαφορετική εκείνης στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 850, 471 και 477 ΑΚ προκύπτει, ότι με την άτυπη υποσχετική σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους παράγεται αυθυπόστατη έναντι της κύριας οφειλής ενοχή του τρίτου (αναδοχέα) έναντι του δανειστή, δημιουργούμενης παθητικής εις ολόκληρον ενοχής. Η αναδοχή μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιο δε νοείται είτε εκείνο του οποίου ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), είτε εκείνο του οποίου ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης (πλήρης μελλοντική απαίτηση), υπό την προϋπόθεση όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί κατά τον χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.

Η αναδοχή αλλότριου χρέους διαφέρει από τη σύμβαση εγγύησης, διότι η τελευταία αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση, με την οποία ο εγγυητής υπόσχεται την εκπλήρωση αλλότριου χρέους, αν τούτο δεν πράξει ο πρωτοφειλέτης, για την κατάρτισή της δε απαιτείται ως συστατικός τύπος η έγγραφη δήλωση του εγγυητή.

Εν προκειμένω, στην ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, εκτίθενται, κατ' εκτίμηση, τα εξής: Με τον εναγόμενο Χ, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "Χ ΕΠΕ", ο ενάγων συνδέετο επαγγελματικά και φιλικά από εικοσαετίας, όταν ο τελευταίος διέμενε και δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στην ..., είχαν δε ιδρύσει μαζί με άλλους την εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΜΑΒΕΕ", με έδρα το ..., στην οποία ο εν λόγω Χ συμμετείχε με ποσοστό 10% και από την οποία όμως αποχώρησε και επώλησε το ποσοστό του, το έτος 1985.

Ο ίδιος (Χ), γνωρίζοντας τις ικανότητες και δυνατότητες αυτού (ενάγοντος) σχετικά με την προώθηση των αντιπροσωπευομένων από την άνω εταιρία εμπορευμάτων (ειδών κλωστοϋφαντουργίας) στην αγορά της Αγγλίας και με σκοπό να επιτύχει την προώθηση των εμπορευμάτων της εταιρίας του στην αγορά της Αγγλίας, με προφορική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ τους την 1.9.1999, και στην οποία ο Χ, συνεβλήθη ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας του, ανέθεσε στον ενάγοντα και αυτός δέχθηκε να προσφέρει στην εκπροσωπουμένη από τον Χ εταιρία τις υπηρεσίες του, ήτοι να ενεργεί για την προώθηση των εμπορευμάτων της σε διάφορους οίκους της Αγγλίας, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, καταβλητέας από την εντολέα εταιρία και ανερχομένης στο 1/3 του ποσοστού 6% που η εντολέας εταιρία εισέπραττε ως προμήθεια από τη διαμεσολαβητική της δραστηριότητα.

Με την ίδια σύμβαση ο εν λόγω νόμιμος εκπρόσωπος της "Χ ΕΠΕ" υποσχέθηκε να του καταβάλει και ο ίδιος ατομικά την άνω συμφωνηθείσα και από την εταιρία οφειλόμενη αμοιβή του. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων εγκαταστάθηκε στα γραφεία της εναγόμενης εταιρίας και πραγματοποίησε δύο ταξίδια στην ..., κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο 1999, έκτοτε δε μετέβαινε, παρά τα συμφωνηθέντα, στην ...

ο Χ, ενώ ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στα γραφεία της εταιρίας, απασχολούμενος εκεί από της 09.00 μέχρι 17.00 ώρας κάθε εργάσιμης ημέρας, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, εκτός των χρονικών διαστημάτων, που για την παροχή των υπηρεσιών του μετέβαινε σε διάφορα εργοστάσια στην ..., ... και ..., όπου προέβαινε σε έλεγχο των προς αποστολή στο εξωτερικό εμπορευμάτων.

Περαιτέρω, αφού εκτίθεται στην αγωγή αναλυτικά τα εμπορεύματα που με τη μεσολαβητική δραστηριότητα της εναγόμενης εταιρίας απεστάλησαν (πωλήθηκαν) σε διάφόρους πελάτες των παραγωγών αυτών στην ... και η αξία αυτών, καθώς και το ποσό της προμήθειας που εισέπραξε γι'αυτά η εναγομένη εταιρία, ο ενάγων επικαλούμενος, κυρίως, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και, επικουρικά, τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 29.328,43 ευρώ, που του οφείλουν για ειθισμένο μισθό (δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας), καθώς και για τη συμφωνηθείσα ως άνω προμήθειά του, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.

Το Εφετείο, δικάζοντας έφεση του ενάγοντος κατά της απορριπτικής της αγωγής του απόφασης του πρωτοδικείου δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ο εναγόμενος Χ διατηρούσαν φιλικές σχέσεις πλέον της εικοσαετίας, από την εποχή που ο ενάγων βρίσκονταν και εργαζόταν στην ..., όπου μάλιστα, κατά το παρελθόν, είχαν συστήσει στο ...

την εταιρία "ΕΜΜΑΒΕΕ". Λόγω του φιλικού τους δεσμού και της προηγηθείσης συνεργασίας τους, αλλά και εξαιτίας του ότι ο ενάγων είχε πολυετή πείρα στην πώληση κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων στην αλλοδαπή και ιδίως στη ..., ο εναγόμενος, με την ιδιότητά του ως διαχειριστή και εκπροσώπου της εταιρίας "Χ ΕΠΕ", συμφώνησε με τον ενάγοντα προφορικώς την 1η Σεπτεμβρίου 1999 στον ..., να αναλάβει ο τελευταίος την προώθηση της πώλησης κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων (πλεκτά σορτσάκια και μπλουζάκια, φούτερ, μπλούζες παιδικές, παντελόνια κλπ), από βιοτεχνίες πλεκτών ενδυμάτων, που λειτουργούσαν στην Ελλάδα (..., ...) και με τις οποίες συνεργαζόταν η άνω Ε.Π.Ε.

σε εταιρίες που είχαν την έδρα στην ... . Το αντικείμενο δραστηριότητας της εταιρίας "Χ ΕΠΕ" ήταν οι αντιπροσωπείες, ενώ η πλειοψηφία των εταιρικών της μεριδίων (225 στα 300) ανήκε στον Χ και τη σύζυγό του ΑΑ, τα υπόλοιπα δε 75 στον κουνιάδο του Χ. Ως αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε το 1/3, χωρίς καμία επιβάρυνση εξόδων, από το ποσοστό 6% που η Ε.Π.Ε.

θα εισέπραττε ως προμήθεια, για τις υπηρεσίες της, από τους τρίτους εξαγωγείς-πωλητές των εμπορευμάτων. Με την ίδια σύμβαση, ο Χ, υποσχέθηκε ατομικά στον εναγόμενο την καταβολή της μέλλουσας να προκύψει από τη συνεργασία του με την ΕΠΕ αμοιβή του (προμηθείας). Ο ενάγων προσέφερε τις συμφωνηθείσες ως άνω υπηρεσίες του από 1.9.1999 μέχρι 14.9.2000 (οπότε αποχώρησε), μεταβαίνοντας με δειγματολόγια των προαναφερομένων εμπορευμάτων σε διάφορους οίκους της ..., με σκοπό την προώθηση αυτών με την επίτευξη συμβάσεων πωλήσεων από τους παραγωγούς των.

Λόγω της εμπειρίας του και των γνωριμιών του στη σχετική αγορά της ..., κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα πέτυχε να συναφθούν, με τη μεσολάβηση της εταιρίας του Χ, συμβάσεις πώλησης των εμπορευμάτων αυτών μεταξύ διαφόρων οίκων (πελατών) της ... και των παραγωγών αυτών, συνολικού ύψους 431.648.550 δραχμών, όπως αναλυτικά καθορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και έτσι η εταιρία "Χ ΕΠΕ" εδικαιούτο ως αμοιβή από τους πωλητές ποσό 25.898.913 δραχμών (431.648.550 Χ 6%), όφειλε δε, κατά συμφωνηθέντα, να καταβάλει στον ενάγοντα ως συμφωνηθείσα αμοιβή ποσό 8.632.971 δραχμών (24.898.913 Χ 1/3).

Καθ'όλο το άνω χρονικό διάστημα που διήρκεσε η συνεργασία τους, ο ενάγων προσέφερε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του, έχοντας απόλυτη ελευθερία στην προώθηση των προϊόντων, καθορίζοντας ο ίδιος τον τρόπο, χρόνο και τόπο για την προώθηση αυτών, καθώς και τη διάρκεια της εργασίας του, και επιλέγοντας ελεύθερα το μήνα και την ημέρα που έπρεπε να μεταβεί στην ...

και να επισκεφθεί τους πελάτες που ο ίδιος εξεύρισκε και στους οποίους αυτός παρουσίαζε το δειγματολόγιο των εμπορευμάτων, αλλά και από τους οποίους ελάμβανε τις σχετικές παραγγελίες, χωρίς να υπόκειται σε καμία εποπτεία, ως προς τον τόπο, χρόνο και τόπο παροχής των υπηρεσιών του, από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Ε.Π.Ε ή τους υπαλλήλους της.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, έκρινε το Εφετείο, αφενός μεν, ότι η μεταξύ του ενάγοντος και της Ε.Π.Ε. σύμβαση είναι σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφετέρου δε ότι μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου Χ συνήφθη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής μελλοντικού χρέους, με την οποία ο Χ ανέλαβε παράλληλα με την Ε.Π.Ε.

την υποχρέωση να καταβάλει και αυτός ατομικά στον ενάγοντα τη συμφωνηθείσα και μέλλουσα να προκύψει αμοιβή του, από τη συνεργασία του με την Ε.Π.Ε. Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν, κατόπιν υπολογισμού, ότι για την παροχή των υπηρεσιών του ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 8.632.971 δραχμών, έναντι του οποίου η Ε.Π.Ε του κατέβαλε το ποσό των 1.697.020 δραχμών και του οφείλει το υπόλοιπο των 6.935.951 δραχμών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού δέχθηκε την αγωγή ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα Χ, καταδίκασε αυτόν να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.355 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, α) δεν έλαβε υπόψη μη αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά αλλά απλώς προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των διαλαμβανόμενων σ'αυτή περιστατικών, β) δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847, 850, 471, 477 ΑΚ και γ) διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών των διατάξεων.

Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος εκ του αριθμού 8 και δεύτερος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέοντες λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

IΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 1 και 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη, που διεξάγεται όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου εκδοθείσας κατά οποία είχε εκδοθεί κατά τη διαδικασία του άρθρ. 270 παρ. 2 εδ. Α' ΚΠολΔ, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται, ως δικαστικά τεκμήρια, και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα ή ανυπόγραφα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα, όχι όμως πλαστά ή μη γνήσια, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 15/03).

Από αυτά, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 562 παρ.2 και 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ, συνάγεται περαιτέρω ότι για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από την τελευταία διάταξη, επειδή το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση ζητήματος, έλαβε υπόψη παρά το νόμο και έγγραφο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι προέβαλε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό, αμφισβητώντας τη βάση του τεκμηρίου, ότι δηλαδή το έγγραφο είναι πλαστό ή μη γνήσιο.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ τα ιδιωτικά έγγραφα αποδεικνύουν κατά του εκδότη, αν φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του, κατά δε το άρθρο 445 ΚΠολΔ τα ιδιωτικά έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη τους, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Κατά το άρθρο 457 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσκομίζεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, κατά το άρθρο δε 464 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο προσβάλλεται ως πλαστό κατά το περιεχόμενό του, χωρίς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, η ένσταση πλαστότητας πρέπει να υποβληθεί κατά τη συζήτηση κατά την οποία το πρώτο προσκομίζεται το έγγραφο, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ και όχι σε κάθε στάση της δίκης, όπως κατ' εξαίρεση ορίζεται στο άρθρο 461 ΚΠολΔ για την περίπτωση που η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο.

Συνεπώς, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής, αλλά μόνο προβάλλεται πλαστότητα του περιεχομένου του, διατάσσει αποδείξεις επί της πλαστότητας, μόνο αν η εν λόγω ένσταση προτάθηκε παραδεκτώς, ήτοι κατά τη συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο για πρώτη φορά προσκομίσθηκε, άλλως δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 10 β' και 11 α' ΚΠολΔ, για μη διάταξη αποδείξεων και για λήψη υπόψη με επιτρεπόμενου από τον νόμο αποδεικτικού εγγράφου.

Για να είναι ορισμένοι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο πότε προσκομίσθηκε για πρώτη φορά το έγγραφο και αν αμέσως πρότεινε ο αναιρεσείων την ένσταση περί πλαστότητας με το ανωτέρω περιεχόμενό της. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 98 περ. β', 461, 463, ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να είναι παραδεκτή η εκ μέρους του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου προτεινόμενη ένσταση πλαστότητας, θα πρέπει ο δικηγόρος αυτός να έχει ειδική πληρεξουσιότητα και να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα αναφέροντας συνάμα ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου και με τον τρίτο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, αντιστοίχως, τις εξής αιτιάσεις: α) ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, το από 1.9.1999 ανυπόγραφο έγγραφο (ιδιωτικό συμφωνητικό), που προσκόμισε ο ενάγων, μολονότι αυτός (αναιρεσείων-εναγόμενος), με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αμφισβητώντας την παθητική του νομιμοποίηση, αυτονοήτως αμφισβήτησε και την ύπαρξη του εγγράφου αυτού και β) με το να λάβει υπόψη το άνω ανυπόγραφο έγγραφο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 ΑΚ.

Οι λόγοι αυτοί, υπαγόμενοι αμφότεροι στη ρύθμιση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος) προέβαλε παραδεκτώς ένσταση πλαστότητας του εν λόγω εγγράφου, αμφισβητώντας τη βάση του τεκμηρίου, με αναφορά ότι, στον υπογράφοντα τις προτάσεις πληρεξούσιο δικηγόρο του, είχε χορηγηθεί ειδική πληρεξουσιότητα για την προβολή της ένστασης πλαστότητας, καθώς και ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα αποδεικνύοντα την πλαστότητα έγγραφα και ανέφερε τους προς απόδειξη αυτής μάρτυρες.

ΙV. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αντικείμενο απόδειξης και ανταπόδειξης είναι μόνο οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμοί.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτό είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη καθώς και το παραδεκτό της προσαγωγής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου, αποδίδεται η αιτίαση στο εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πρακτικά και την υπ' αριθμ. 376/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία αυτός προσκόμισε μετ' επικλήσεως προς ανταπόδειξη.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποιο ήταν το περιεχόμενο της κατάθεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου που περιλαμβάνεται στα άνω πρακτικά, ούτε επίσης αναφέρει το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτά είναι χρήσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2006 αίτηση των Χ και της εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΕΠΕ" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 881/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ