Legislator Case Law & Legislation
1850/2007 AI generated

1850/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1850/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1850/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά των αποφάσεων αυτών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι μεν αρχικά εναγόμενοι και ο κυρίως παρεμβαίνων (ήτοι οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος αναιρεσείοντες, η καθολική δικαιοπάροχος αυτών και των πέμπτης και έκτης των αναιρεσειουσών Χ και ο πρώτος αναιρεσείων, αντίστοιχα ) άσκησαν την από 22-5-2001 κοινή έφεση, οι δε κληρονόμοι της αρχικής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 2-1-2002 αντίθετη έφεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1850 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1850/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5.Χ5 και 6.Χ6,που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αναγνωστάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 20-2-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσίβλητων: Ψ1 και 2. Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη.

Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 15-12-1987 αγωγή και την από 28-1-1988 προσεπίκληση της αρχικής διαδίκου Ψ και των ήδη 2ου, 3ου και 4ου αναιρεσειόντων, και την από 14-3-1988 παρέμβαση του 1ου αναιρεσείοντος και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5576/1988 μη οριστική και 9527/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8694/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 28-2-2006 έκθεσή της κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68,556 και 558 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση του εναγομένου πρέπει να απευθύνεται κατά του ενάγοντος, έναντι του οποίου έχει ο αναιρεσείων έννομο συμφέρον να ανατρέψει υπέρ αυτού την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν αυτή περιέχει δυσμενή διάταξη ή αιτιολογία κατ' αυτού και υπέρ του αναιρεσιβλήτου ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε, οπότε, αν και νίκησε, έχει έννομο συμφέρον να στρέψει την αναίρεση και κατά του ενάγοντος ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε (άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ).

Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει αν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσείων που νίκησε πρέπει να επικαλείται στην αίτηση αναίρεσης λόγο που να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον αυτού για την αναίρεση της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα : Η αρχικώς ενάγουσα Ψ, που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στη θέση της υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι, καθολικοί διάδοχοι ( κληρονόμοι) αυτής, άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 15-12-1987 αγωγή περί διεκδικήσεως ακινήτου κατά των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων, Χ2,Χ3 και Χ4 και κατά της Χ, που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και συνέχισαν τη δίκη γι' αυτήν, ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της, οι ως άνω τρείς αναιρεσείοντες και οι πέμπτη και έκτη αναιρεσείουσες Χ5 και Χ6.

Κατά την πρωτοβάθμια δίκη που ανοίχθηκε με την ως άνω αγωγή, ο πρώτος αναιρεσείων Χ1 άσκησε την από 14-3-1988 κύρια παρέμβαση, απευθυνόμενη κατά των αρχικών διαδίκων, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτός κύριος του επιδίκου ακινήτου. Έπειτα από συνεκδίκαση της αγωγής και της κύριας παρέμβασης εκδόθηκε, αρχικά η υπ' αριθμ.5576/1988 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια η 9527/2000 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της καθολικής δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση του πρώτου αναιρεσείοντος.

Κατά των αποφάσεων αυτών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι μεν αρχικά εναγόμενοι και ο κυρίως παρεμβαίνων (ήτοι οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος αναιρεσείοντες, η καθολική δικαιοπάροχος αυτών και των πέμπτης και έκτης των αναιρεσειουσών Χ και ο πρώτος αναιρεσείων, αντίστοιχα ) άσκησαν την από 22-5-2001 κοινή έφεση, οι δε κληρονόμοι της αρχικής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 2-1-2002 αντίθετη έφεση.

Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 8694/2004 απόφασή του, αφού δέχθηκε τις εφέσεις αυτές και εξαφάνισε τις ανωτέρω αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε τη μεν ένδικη διεκδικητική αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ως αόριστη, τη δε κύρια παρέμβαση του πρώτου αναιρεσείοντος ως αβάσιμη στην ουσία της.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτη και έκτη από τους αναιρεσείοντες, αρχικοί εναγόμενοι οι τρεις πρώτοι από αυτούς, όλοι δε καθολικοί διάδοχοι της θανούσας κατά τη διάρκεια της δίκης αρχικής πρώτης εναγόμενης Χ, στη θέση της οποίας αυτοί υπεισήλθαν κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, δεν επικαλούνται την ύπαρξη εννόμου συμφέροντός τους για άσκηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η εναντίον τους διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της καθολικής δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους πιο πάνω αναιρεσείοντες (2ο έως και 6η ), οι οποίοι έναντι των αντιδίκων τους αναιρεσιβλήτων νίκησαν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων αυτών να προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, κατά την αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο, μέρος πρώτο, αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο κυρίως παρεμβαίνων και ήδη πρώτος αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της κτήσης από αυτόν κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα τις αναφερόμενες πέντε φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου με την υπάρχουσα επ' αυτού οικία.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται σ' αυτήν ειδική μνεία, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που η απόφαση αυτή περιέχει, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με το ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον πρώτο αναιρεσείοντα - κυρίως παρεμβαίνοντα με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις ως άνω αναφερόμενες πέντε φωτογραφίες.

ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ.2 και 270 παρ.2 εδ.β΄ του ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 του ν.2915/2001 και εφαρμόζεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η υπόθεση ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ( άρθρο 22 παρ.2 αυτού), και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση ή πράξη και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 341 του ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2915/2001, οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή ελληνικής προξενικής αρχής δεν είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο.

Επομένως ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ΄του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, που δίκασε υπόθεση Πολυμελούς Πρωτοδικείου, για την οποία η απόδειξη είχε διεξαχθεί κατά το άρθρο 341 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά το άρθρο 12 του ν. 1478/1984 και πριν από το άρθρο 3 παρ.13 του ν.2207/1994, δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 17341 και 17342/3-11-2004 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες επικαλέσθηκε νόμιμα και προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η περιλαμβανομένη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, που πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γιατί, κατά την κρίση του δικαστηρίου λήφθηκαν αυτές επίτηδες για να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες τρίτων στην προκείμενη δίκη, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις είναι παντελώς άκυρα αποδεικτικά μέσα και κατά νόμο ανυπόστατα και συνεπώς δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

ΕΠΕΙΔΗ, η παραδεκτώς ασκούμενη κύρια παρέμβαση, η οποία, κατ' αρχήν συνεκδικάζεται με την κύρια αγωγή, αποκτά αυτοτέλεια έναντι της αγωγής, από τη διαδικαστική τύχη της οποίας αποδεσμεύεται. Εάν, συνεπώς, η δίκη καταργηθεί ως προς την αρχική αγωγή, (λ.χ. λόγω παραίτησης του ενάγοντος από το αγωγικό δικαίωμα ή από το δικόγραφο της αγωγής ή λόγω απόρριψης αυτής για τυπικούς λόγους, όπως για αοριστία, ή λόγω συμβιβασμού), η συζήτηση της κύριας παρέμβασης συνεχίζεται ως προς αυτήν, της οποίας δεν επηρεάζεται η αυτοτέλεια από την κατάργηση της δίκης ως προς την αρχική αγωγή. Επομένως ο δεύτερος , κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, την ένδικη διεκδικητική αγωγή, ως μη περιέχουσα επαρκή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη και την κύρια παρέμβαση του πρώτου αναιρεσείοντος, αλλά προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της τελευταίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν ήταν νόμιμος ή που προβλήθηκε απαραδέκτως και συνεπώς δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει της απόρριψης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας της, ορθώς δεν εξέτασε τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο, επικουρικά προς την κύρια παρέμβαση, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, καθώς και τις περιεχόμενες σ' αυτή, επίσης επικουρικά, ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και ανταξίωσή του για απόδοση επωφελών δαπανών, αφού η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε υπό την προϋπόθεση της ουσιαστικής έρευνας της αγωγής και συνακόλουθα, μετά την απόρριψη της τελευταίας ως αόριστης, ήταν πλέον χωρίς αντικείμενο.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β΄ ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε τις επικουρικά προβληθείσες από τον πρώτο αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αρχικής αντιδίκου του ενάγουσας και ανταξίωσή του για απόδοση επωφελών δαπανών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. α΄ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και δη αποδεικτικά μέσα που προορίζονταν για την απόδειξη της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν ποιά αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει έλαβε υπόψη του το δικαστήριο εκείνο.

ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης προϋποθέτει την παραβίαση διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύεται σε εκ πλαγίου παράβαση διατάξεως δικονομικού δικαίου. Επομένως ο τρίτος, μέρος πρώτο, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ισχυιζόμενος ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει παράλληλα με την ένδικη διεκδικητική αγωγή και την κύρια παρέμβαση και περαιτέρω με το να κρίνει επιτρεπόμενο το χωρισμό της τελευταίας και να προβεί στην ουσιαστική έρευνά της, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σ' αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η διάταξη του άρθρου 31 του ΚΠολΔ, βάσει της οποίας το Εφετείο προέβη, μετά την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, στην κατ' ουσίαν εκδίκαση εκδίκαση της κύριας παρέμβασης, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 24/92).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός ( αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

ΑΠ 32/96). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι αυτή, αναφορικά με την κύρια παρέμβασή του δεν έχει νόμιμη βάση, αφού το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος , έλαβε υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας χωρίς να παραθέτει αυτά , καθώς και τα συμπεράσματα που συνήγαγε από αυτά.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ,ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται καθόλου οι παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων.

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ύπαρξη ανάγκης για διενέργεια ή συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης , όταν ζητείται από κάποιο διάδικο, για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης , εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την απορριπτική κρίση του, καθόσον το σχετικό αίτημα δεν αποτελεί " ζήτημα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο, με το να απορρίψει, ρητά μεν το αίτημα του άνω αναιρεσείοντος για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την ηλικία των δέντρων και των κτισμάτων που υπάρχουν στο επίδικο ακίνητο, σιωπηρά δε τα αιτήματα του ίδιου για συμπλήρωση της αρχικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα...................., προκειμένου να προσδιορισθούν οι συντεταγμένες των οροσήμων 79 και 110 του πιο πάνω ακινήτου, και για διενέργεια φωτογραφικής πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την προσκομισθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από την αντίδικό του (αρχικώς ενάγουσα) αεροφωτογραφία, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του ,λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2005 αίτηση των: 1) Χ1 2) Χ2 3) Χ3 4) Χ4 5) Χ5 και 6) Χ6 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8694/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ