Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors or factual contradictions in labor dispute judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the validity of labor contract cancellations. The appellant argued the lower court erred in finding malicious intent behind the cancellations but failed to provide specific legal errors or concrete factual contradictions. The court ruled that vague generalizations regarding the reasoning do not constitute grounds for appeal under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal must specify the exact legal error and the factual circumstances constituting it; vague generalizations regarding the reasoning or lack of specific contradictions are insufficient to overturn a judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 184 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 184/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Ανδριόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μόσχοβου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 818/2014 μη οριστική και 2531/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσας με την από 2-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 2.10.2020 και αριθ. κατάθ. 7444/892/2.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 4409/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε δεκτή η από 12.7.2016 και αριθ. κατάθ. 3010/13.7.2016 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ` αριθ. 2531/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, έγινε δεκτή η από 17.10.2012 και αριθ.
κατάθ. 169536/4870/24.10.2012 αγωγή και με την αιτιολογία ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους στις 26.7.2012 έγιναν καταχρηστικά για λόγους εκδίκησης, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα αυτών και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα - εργοδότρια, να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 11.738,34 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 11.152,81, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο έγινε απαιτητό.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων δια της παραπομπής σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας, ο οποίος φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού.
Εάν δε το δικαστήριο χώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 20/2005, ΑΠ 11/2016). Επίσης, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και :
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, την αποδοτικότητα των αναιρεσιβλήτων στην εργασία τους και τις νομικές διατάξεις των άρθρων 281 και 669 παρ. 2 ΑΚ, καθώς και σχετική γι' αυτές νομολογία, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια :
Α) από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι "η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της στηρίζεται σε μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 και των άρθρων 174, 180, 281, 288, 648,, 651, 652 του ΑΚ" και Β) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι "....η αναιρεσιβαλόμενη απόφαση ψευδώς ερμήνευσε, άλλως εσφαλμένως εφάρμοσε ή/ και εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 εδ.
α του ν. 2112/1920 και των άρθρων 174, 180, 281, 288, 648,, 651, 652 του ΑΚ , αναφερόμενη ανεπαρκώς και αντιφατικώς σε πραγματικά περιστατικά ουσιώδους σημασίας για την έκβαση της παρούσας δίκης και έτσι κατέληξε στη λανθασμένη κρίση ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων ήταν αποτέλεσμα της εμπαθούς και εκδικητικής συμπεριφοράς της εταιρείας έναντι αυτών λόγω της διεκδίκησης από μέρους τους των (δήθεν) οφειλομένων από την εταιρεία δεδουλευμένων.....".
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, και συγκεκριμένα: Ο υπό στοιχείο Α είναι αόριστος καθόσον δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αναιρετική πλημμέλεια (ερμηνευτική ή υπαγωγική) που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν, κατά την αναιρεσείουσα, την κατά τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ενώ δεν αρκεί η απλή αναφορά ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Σε κάθε δε περίπτωση υπό την επίφαση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας, επικαλούμενη η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "..παραλείπει να λάβει υπόψη της την αποδοτικότητα των αναιρεσιβλήτων....", καθώς και ότι "κανένας εκ των διευθυνόντων υπαλλήλων και προϊσταμένων της εταιρείας δεν έτρεφε αισθήματα εμπάθειας και εκδικητικής συμπεριφοράς προς το πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων ούτε είχε λόγο να εμφορείται από τέτοια αισθήματα..." πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω και ο υπό στοιχείο Β είναι επίσης αόριστος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης και ποια επί πλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση για την εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και ποιες οι αντιφατικές αιτιολογίες της, ενώ οι ως άνω γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν.
Κατ` ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2.10.2020 και αριθ. κατάθ. 7444/892/2.10.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4409/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ