Supreme Court dismisses insurance company's appeal against lower court's compensation for moral damages in a traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the insurance company's appeal against a first-instance judgment awarding moral damages to two victims of a traffic accident. The appellant argued the compensation was disproportionate, but the court found the amounts reasonable based on judicial practice and the principle of proportionality. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the costs of the third-party insurance office that had filed the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a first-instance court does not violate the principle of proportionality or exceed its discretionary power when awarding moral damages in traffic accidents if the amounts align with common judicial practice and established criteria.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 184 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 184/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σπανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. Β. του Ν., 2) Κ. Β. του Ν., κατοίκων … Θεσσαλονίκης, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΓΔΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-07-2014 αγωγή των ήδη 1ης και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκε με την από 13-10-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-03-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... /22.7.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Χ. Γούναρη, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 28-03-2018 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 16/16-4-2018 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 105/2017 αποφάσεως του Μον.
Εφετείου Δ. Στερεάς Ελλάδος, με την στη συνέχεια αυτής υπ'αρ. 971/2019 από 28-6-2019 πράξη του Προέδρου του ΑΠ περί ορισμού του Δ'Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 28-06-2019 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (2-10-2020) προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης , μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (02-10-2020), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο των 1ης και 2ας των αναιρεσίβλητων Ό.
Β. του Ν. και Κ. Β. του Ν., ως αντίκλητο αυτών (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ΑΠ 1/2020 ). Οι προαναφερθείσες 1η και 2α των αναιρεσίβλητων, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των ως άνω 1ης και 2ης των αναιρεσίβλητων, σαν να ήταν παρούσες (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).
[II] Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό δε της διάταξης του άρθρου 553 § 1β με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017, βλ. και ΑΠ 239/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη από 28-03-2018 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 16/16-4-2018 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 105/2017 αποφάσεως του Μον. Εφετείου Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ.) ερήμην του 1ου εφεσιβλήτου–1ου εναγομένου Δ.
Π., (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, αφού ήδη είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την εφεσίβλητη–εναγομένη Α.Ε. με την επωνυμία '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.'', (η οποία επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη ), έχει ασκηθεί παραδεκτά (553 § 1ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπ’ όψη ότι όλους τους εφεσιβλήτους και εναγόμενους –ως εις ολόκληρον ευθυνόμενους από αδικοπραξία στην δίκη επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση– συνδέει απλή ομοδικία, ώστε συνακόλουθα κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 105/2017 απόφαση του Μον.
Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος έχει καταστεί τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου των ομοδίκων ήδη αναιρεσιβλήτων (κατ' αντιμωλία δικασθέντων στην προσβαλλόμενη απόφαση) και συνεπώς υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση ως προς τους ως άνω ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη (ήδη αναιρεσιβλήτους στην προκείμενη δίκη), ανεξαρτήτως αν έγινε ή όχι τελεσίδικη ως προς τον ερήμην δικασθέντα απλό ομόδικό τους (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017)–(γεγονός που δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας) .
Συνεπώς η κρινόμενη από 28-03-2018 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 16/16-4-2018 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 105/2017 αποφάσεως του Μον. Εφετείου Στερεάς Ελλάδος, που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
[ΙΙΙ] Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι:
Α) οι ενάγουσες (τώρα 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων) άσκησε κατά του 1ου εναγομένου Δ. Π., της 2ης εναγομένης «ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.» (οι οποίοι αμφότεροι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), της 3ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ», και του 4ου εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.)» (ήδη 3ου αναιρεσίβλητου), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την από 28-07-2014 και με αρ. κατ. Μει123/1-8-2014 κύρια αγωγή της, ζητώντας να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος,σε εκάστη από τις ως άνω ενάγουσες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για αποζημίωσή τους και χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά τους προκάλεσαν οι εναγόμενοι και το οποίο είχε ως συνέπεια την πρόκληση υλικών βλαβών και σωματικών βλαβών στις ενάγουσες κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα•
Β) το ως άνω 4ο εναγομένο ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.)» (ήδη 3ο αναιρεσίβλητο) και παρεμπιμπτόντως ενάγον άσκησε κατά του ως άνω 1ου εναγομένου Δ. Π., της ως άνω 2ης εναγομένης «ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.» (οι οποίοι αμφότεροι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη ) και της ως άνω 3ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ», επίσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου την από 13-10-2014 και με αρ. κατ. Μει153/15-10-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ζητώντας τα σε αυτή αναγραφόμενα.
Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών κυρίας και παρεμπίπτουσας αγωγών εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η οριστική υπ` αριθμ. 21 /2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα:
Α) έγινε εν μέρει δεκτή η από 28-07-2014 και με αρ. κατ. Μει123/1-8-2014 κύρια αγωγή,
Β) έγινε εν μέρει δεκτή η 13-10-2014 και με αρ. κατ. Μει153/15-10-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου:
i) οι ως άνω ενάγουσες της από 28-07-2014 και με αρ. κατ. Μει123/1-8-2014 κύριας αγωγής άσκησαν την από 25-08-2016 και με αρ. κατάθ. 49/2016 έφεσή τους, στρεφόμενη κατά όλων των ως άνω κυρίως εναγομένων,
ii) το προαναφερθέν 4ο εναγόμενο της ως άνω κυρίας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγον ΝΠΙΔ άσκησε την από 21-12-2016 και με αρ. κατάθ. 58/2016 έφεσή του, κατά των ως άνω κυρίως εναγουσών και των συνεναγομένων του,
iii) η αντεκκαλούσα 3η εναγομένη- παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ» άσκησε (α) κατά των εναγουσών της από 28-07-2014 και με αρ. κατ. Μει123/1-8-2014 κύριας αγωγής, (ήδη 1ης και 2ης των αναιρεσιβλήτων) και (β) κατά του 4ου κυρίως εναγομένου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος και ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.)» τις από 25-01-2017 ασκηθείσες με ιδιαίτερα δικόγραφα (υπό αυξ. αρ. καταθ. 2/2017 και 6/2017 αντιστοίχως) αντεφέσεις του, οι οποίες ασκήθηκαν άπασες ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Επί των ως άνω εφέσεων και αντεφέσεων εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 105/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που –αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από από 25-08-2016 και με αρ. κατάθ. 49/2016 έφεσης κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της 2ης εφεσίβλητης «ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.» (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) – συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις και αντεφέσεις ερήμην του εφεσιβλήτου Δ.
Π. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) και κατ’ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, απέρριψε εν μέρει ως απαράδεκτη την με αριθμ. 2/2017 αντέφεση, δέχθηκε κατά τα λοιπά τυπικά τις ως άνω εφέσεις και αντεφέσεις, απέρριψε κατ’ ουσίαν (κατά το μέρος που τις είχε δεχθεί τυπικά) τις ως άνω αντεφέσεις, δέχθηκε τις ως άνω εφέσεις ως κατ’ ουσίαν βάσιμες, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση για όλους τους εφεσιβλήτους πλην της εφεσίβλητης Α.Ε.
με την επωνυμία «ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.», διακράτησε την υπόθεση και, στην συνέχεια, δικάζοντας επί των ως άνω κυρίας και παρεμπίπτουσας αγωγών, απέρριψε την ως άνω κύρια αγωγή κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του 4ου εναγομένου και ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.)», απέρριψε ελλείψει εννόμου συμφέροντος την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή του τώρα 3ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.)», και δέχθηκε εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά τα λοιπά την ως άνω κύρια αγωγή σύμφωνα με τα σε αυτήν οριζόμενα.
[IV] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019 ).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).
Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου,που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος (ΑΠ 270/2018). Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 270/2018).
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018).
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφ’ ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014).
Περαιτέρω κατά την παρ. 1 του άρθρου 12 Κ.Ο.Κ. «1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών».
Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 29 Κ.Ο.Κ. [Κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητόδρομους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σήραγγες ]: «1. [...]. 2. [...]. 3. Εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ` άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης. Αν το όχημα εξ αιτίας βλάβης ρυμουλκείται στον αυτοκινητόδρομο ή την οδό ταχείας κυκλοφορίας, υποχρεούται να εξέλθει αυτών οτην πρώτη έξοδο. 4. [...].»
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [.ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020,]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020 ) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, Ολ. ΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
[V] Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλόμενη (εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ,και ήδη 614 αρ. 6) 105/2017 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα αφενός της υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου (που ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία), και του οδηγού του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... τράκτορα (που ήταν συνδεδεμένος και έσυρε το υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ... επικαθήμενο, τα οποία ήταν ασφαλισμένα αμφότερα στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία GROUPAMA SIGORTA A.S., που εκπροσώπησε και εκπροσωπεί το εκκαλούν - αντεφεσίβλητο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο,εν Ελλάδι εδρεύον, ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ»),αφετέρου της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των προαναφερθέντων οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα:
«| Στις 07-01-2014 και περί ώρα 15:45' περίπου ο πρώτος των εναγομένων, Δ. Π.,οδηγών το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ αυτοκίνητο (Λεωφορείο), ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ενταγμένο στο εναγόμενο ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία εκινείτο επί της ΝΕΟ Αθηνών-Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη.
Στο Λεωφορείο επέβαιναν οι ενάγουσες με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Επί της ίδιας ΕΟ και με την ίδια κατεύθυνση εκινείτο προπορευόμενος ο με αριθ. κυκλοφορίας ... τράκτορας τούρκικης προελεύσεως, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στην τουρκική ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «GROUPAMA SIGORTA AS», της οποίας νόμιμος αντίκλητος είναι το εναγόµενο Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως και ο οποίος ήταν ασφαλισμένος με πράσινη κάρτα εν ισχύει (ΑΠ 1489/2014 ΧΡΙΔ 2015,213 και ΤΝΠ ''ΝΟΜΟΣ''), κυριότητας του A.
H., μετά του ρυμουλκούμενου με αριθ. ..., το οποίο οδηγούσε ο B. A.. Η ΝΕΟ είναι διπλής κατευθύνσεως µε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,70 µ. η καθεμία, ασφαλτοστρωµένη, µε πλάτος 11 μέτρα ανά κατεύθυνση και δύο μέτρα έρεισμα ασφαλτοστρωµένο, το οποίο (έρεισμα) χρησιμεύει ως λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α.) πλάτους 1,90 μ.
και πέραν αυτής υφίσταται χωμάτινο πρανές, πριν από το οποίο προστατεύεται με μπάρες. Είναι χαρακτηρισμένη ως αυτοκινητόδροµος και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 § 2 περ. 1β'του ΚΟΚ η στάση και η στάθμευση απαγορεύεται εκτός των χώρων στάθμευσης, που καθορίζονται με σήμανση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 29 § 3 του ίδιου Κώδικα εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του oδoστρώματoς αυτής (ή επί της οδού ταχείας κυκλοφορίας ) από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός oδoστρώματoς και αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ' άρθρο 81 του ΚΟΚ τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύκτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσεως.
Το όριο ταχύτητας επ' αυτής (ΕΟ) ήταν κατά τον ένδικο χρόνο 120 χλμ/ώρα για τα επιβατηγά, 100 χλμ/ώρα για τα Λεωφορεία και 80 χλμ/ώρα για τα φορτηγά με επικαθήµενο. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος (15:45) ήταν µέρα, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και είχε ηλιοφάνεια. Η κατάσταση της οδού ήταν καλή και ξηρά και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.
Ο πρώτος των εναγοµένων οδηγός του Λεωφορείου, κινούμενος επί της ανωτέρω ΕΟ δεν οδηγούσε µε σύνεση και διαρκώς τεταµένη την προσοχή ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς προπαντός δυνάμενου να εμφανισθεί εμποδίου και χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρησιμοποιούντων την οδό και των επιβατών του Λεωφορείου, αλλά οδηγούσε με νευρικότητα, ομιλών συνεχώς στο κινητό του τηλέφωνο, διαπληκτιζόμενος με τους συνομιλητές του,πιθανόν υπαλλήλους του ΚΤΕΛ, λόγω της υπερφορτώσεως αυτού (Λεωφορείου) με αποσκευές και με ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 115 χλμ/ώρα, αντί της επιτρεπόμενης των 100 χλμ/ώρα κατ'ανώτατο όριο, με συνέπεια να μην αντιληφθεί έγκαιρα, αν και είχε ορατότητα, τον ακινητοποιημένο στο ασφάλτινο έρεισμα της οδού τράκτορα, ο οποίος είχε καταλάβει τη ΛΕΑ και 0,67 εκατοστά από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και να επιπέσει στην οπισθία αριστερή πλευρά του επικαθήµενου (ρυμουλκούμενου), αφού εισήλθε και αυτός (εναγόµενος οδηγός του Λεωφορείου,) σε τμήμα της ΛΕΑ, πλάτους 0,70 περίπου εκατοστών.
Η καταγραφείσα στο δίσκο του ταχογράφου ταχύτητα του Λεωφορείου ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος 97 χλμ/ώρα. Ωστόσο, ο περιοριστής ταχύτητας (κόφτης) στα εκατό (100) χιλιόμετρα ανά ώρα, κατ' ανώτατο όριο, που φέρει το Λεωφορείο σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του, είχε υποστεί εξωτερική αντικανονική επέμβαση με συνέπεια να μη λειτουργεί κανονικά και να καταγράφει ταχύτητα μικρότερη εκείνης με την οποία εκινείτο πραγµατικά αυτό (Λεωφορείο).
Σημειώνεται ότι περί ώρα 11:30, καθώς και περί ώρα 15:10 έως 15:15 καταγράφηκε κίνηση αυτού με ταχύτητα 110 - 115 χλμ ανά ώρα, αντί της επιτρεπόμενης των 100 χλμ ανά ώρα. Περαιτέρω ο εναγόµενος οδηγός οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταµένη την προσοχή και με ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 115 χλμ ανά ώρα χωρίς να λαμβάνει υπ' όψη την κατάσταση του Λεωφορείου, του οποίου τα ελαστικά των τροχών του οπισθίου άξονα (διαστάσεων 295/80 R 22,5 της εταιρίας MICHELIN με χρονολογία κατασκευής την 9η εβδομάδα του έτους 2009) έφεραν εμφανή ίχνη ρηγματώσεων, η δε πέδη πορείας ήταν ελαττωματική, αφού σύμφωνα με το δελτίο τεχνικού ελέγχου του ΚΤΕΟ υφίστατο μονόπλευρη πέδηση στον οπίσθιο άξονα από 15 έως 30 .
Η μονόπλευρη πέδηση μπορούσε να προκαλέσει κατά την τροχοπέδηση απόκλιση από την ευθύγραμμη πορεία του Λεωφορείου, την οποία προκάλεσε εν προκειμένω, αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός αυτού κατά την απολογία του ενώπιον του 6ου Τακτικού Ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ότι πέδησε ελαφρώς τριάντα μέτρα περίπου πριν από το σημείο συγκρούσεως, αν και από την ταχογράφηση δεν φαίνεται ότι έγινε τροχοπέδηση.
Εξάλλου αν και είχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί το ακινητοποιημένο όχημα από απόσταση 50-70 μέτρων, όπως το αντιλήφθησαν επιβάτες του Λεωφορείου, καθήμενοι στα μπροστινά καθίσματα αυτού, δεν οδηγούσε µε τεταµένη την προσοχή ώστε να αντιληφθεί έγκαιρα το έτερο όχημα και να αντιδράσει με συνέπεια η σύγκρουση να είναι νωτιαίομετωπική, γωνιακή και έκκεντρη.
Δηλαδή το Λεωφορείο κατά τη σύγκρουση είχε πορεία με δεξιά κλίση. Αυτό σημαίνει ότι ο οδηγός αυτού όχι μόνο δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε, αλλά κινούμενο το όχημά του σε φάση δεξιά ελιγμού (με δεξιά κλίση), κατευθύνθηκε και συγκρούσθηκε με το οπίσθιο μέρος του επικαθήµενου, αφού εισήλθε στη ΛΕΑ κατά 70 τουλάχιστον εκατοστά.
Ο εναγόµενος δεν αντελήφθη το έτερο όχημα που ήταν ακινητοποιηµένο, ενώ είχε τη δυνατότητα να το αντιληφθεί έγκαιρα και να αντιδράσει (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα και πραγματογνώμονα Π. Κ. ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), διότι έσκυψε να πάρει κάτι από το πάτωμα του Λεωφορείου, σύμφωνα με τις καταθέσεις επιβατών και έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε με συνέπεια αυτό να πάρει κλίση προς τα δεξιά και να εισέλθει στη ΛΕΑ.
Ο ίδιος απολογούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά, διότι νόμιζε ότι το έτερο όχημα εκινείτο και ότι όταν αντελήφθη την ακινητοποίηση αυτού από απόσταση τριάντα μέτρων, δεν μπορούσε να ενεργήσει ελιγμό, διότι στην αριστερή λωρίδα εκινείτο άλλο Λεωφορείο. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.
Οι επιβάτες του Λεωφορείου (όπως ο Κ. Τ.) κατέθεσαν προανακριτικά ότι είχαν αντιληφθεί την ακινητοποίηση του ετέρου οχήματος στη ΛΕΑ από μεγάλη απόσταση. Εξάλλου ο ισχυρισμός του περί κινήσεως άλλου Λεωφορείου από αριστερά δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ο ίδιος μάρτυρας με την από 18-01-2014 Ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Υ/Β' Δ.
Κ. του ΤΤΑ Θεσσαλονίκης κατέθεσε ότι είναι σχεδόν σίγουρος ότι από αριστερά δεν εκινείτο άλλο Λεωφορείο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οδηγός του ρυμουλκούμενου όταν ακινητοποίησε αυτό στη ΛΕΑ, όπως είχε δικαίωμα (άρθρο 29 § 3 εδ. α του ΚΟΚ), άναψε τα φώτα έκτακτης ανάγκης (βλ. την από 18-01-2014 κατάθεση του μάρτυρος Θ.
Ζ. οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ενώπιον του Υ/Β του ΤΤΑ Θεσσαλονίκης Δ. Κ.), ώστε να μην προκληθεί κίνδυνος στους λοιπούς οδηγούς, που χρησιμοποιούσαν την οδό από την ακινησία του οχήματός του. Στην από 07-01-2014 Έκθεση Αυτοψίας της Α/Β Θ. Ψ. του ΤΤΑ Θεσσαλονίκης αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο άφιξης αυτής και του Β' ανακριτικού υπαλλήλου τα φώτα εκτάκτου ανάγκης δεν ήταν αναμμένα.
Σημειώνεται ότι το ένδικο ατύχημα συνέβη περί ώρα 15:45 και οι προαναφερόμενοι προανακριτικού υπάλληλοι του ΤΤ μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος την 18:00 ώρα. Ο οδηγός του τράκτορα δεν ήταν υποχρεωμένος να ανάψει τα φώτα θέσεως, διότι δεν ήταν νύχτα κατά τον χρόνο της ακινητοποιήσεως και της προσκρούσεως του Λεωφορείου (15:45) αφού ο ήλιος έδυε στις 17:22 (άρθρο 29 § 3 εδ.
α ΚΟΚ). Ακινητοποίησε δε αυτόν στην ανωτέρω χ.θ. αν και δεν υφίστατο χώρος σταθμεύσεως, διότι άκουσε θόρυβο και πιθανολόγησε ότι κλάταρε κάποιο ελαστικό του ρυμουλκού. Δεν τοποθέτησε τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 μέτρων πίσω από το ακινητοποιημένο όχημά του (άρθρο 29§3 και 34 § 9 εδ. α ΚΟΚ). Πλην όμως η παράλειψη αυτή δεν ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα δηλαδή την πρόσκρουση του Λεωφορείου σ' αυτό (βλ και ΑΠ 828/2007 ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ") αφού το λεωφορείο παρεξέκλινε από την πορεία του και πήρε δεξιά κλίση με συνέπεια να εισέλθει στη ΛΕΑ κατά 70 εκατοστά περίπου και να συγκρουσθεί με το ακινητοποιημένο όχημα. [...]
Επομένως κατά την κρίση του Δικαστηρίου τoύτoυ αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή (άρθρο 12 § 1 ΚΟΚ), αλλά απρόσεκτα με ταχύτητα τουλάχιστον 115 χλμ./ ώρα, διενεργώντας επικίνδυνους ελιγμούς (βλ την από 14-04-2014 κατάθεση της Μ. Ν., που επέβαινε στο Λεωφορείο ενώπιον του Ανθ/μου του ΤΤ Αγρινίου Χ. Γ., η οποία κατέθεσε ότι ο εναγόμενος ήταν εκνευρισμένος, ότι στην Εγνατία οδό έκανε επικίνδυνο ελιγμό με συνέπεια να δημιουργηθεί άμεσος κίνδυνος εκτροπής του Λεωφορείου από την οδό, να προκληθεί ανησυχία στους επιβάτες, μια από τους οποίους αποβιβάστηκε στην Κοζάνη, προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι της με άλλο μεταφορικό μέσο). Μεταξύ δε των προαναφερομένων πράξεων και παραλείψεων αυτού και του ζημιογόνου αποτελέσματος υφίσταται αιτιώδης συνάφεια.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε συντρέχον πταίσμα αμφοτέρων των οδηγών ήτοι του πρώτου των εναγόμενων και του αλλοδαπού οδηγού του τράκτορα, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, της οποίας αντίκλητος είναι το εναγόμενο Γραφείο Διεθνούς ασφαλίσεως, δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως με την ένδικη έφεσή του.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσία η από 28-07-2014 κύρια αγωγή των εναγουσών κατά του τέταρτου των εναγόμενων Γραφείου Διεθνούς Ασφαλίσεως και κατά συνέπεια η από 13-10-2014 (με αυξ. αριθ. κατ. ΜΕΙ 159/15-2014) παρεμπίπτουσα εξ' αναγωγής αγωγή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή κατά του τετάρτου των εναγομένων Γραφείου Διεθνούς ασφαλίσεως ως βάσιμη και κατ' ουσία και εν συνεχεία την παρεμπίπτουσα αγωγή εξαναγωγής του τελευταίου δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων όπως βάσιμα παραπονείται το εναγόμενο εκκαλούν με την ένδικη έφεσή του.
Οι ενάγουσες από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα υπέστησαν τις ακόλουθες σωματικές βλάβες:
(Α) η πρώτη τούτων Ό. Β., κάταγμα ηβικού και ηβοϊσχιακού κλάδου ΑΡ. Εισήχθη στη χειρουργική κλινική του Γεν. Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "...", όπου νοσηλεύτηκε μέχρι την 10-01-2014, οπότε εξήλθε με σύσταση για αυστηρό κλινοστατισμό για τρεις εβδομάδες. Στις 29-01-2014 επανεξετάστηκε από ορθοπεδικό ιατρό των ΕΙ του ιδίου Νοσοκομείου, ο οποίος της συνέστησε αποφυγή φόρτισης του ΑΡ σκέλους για 30 ημέρες επιπλέον.
(Β) η δεύτερη τούτων Κ. Β. υπέστη τραυματική παραμόρφωσης ρινός, κατάγματα φατνιακών αποφύσεων άνω γνάθου και δη των πρόσθιων οδόντων με συνέπεια να γίνει εκγόμφωση των δοντιών 21 και 11, διαπιστωθείσης κινητικότητας των δοντιών 12, 22 και 23, θλαστικό τραύμα δείκτη ΔΕ άνω άκρου και άνω χείλους. Εισήχθη στο ίδιο Νοσοκομείο. Έγινε συρραφή του τραύματος του κάτω χείλους και υποβλήθηκε σε πλαστική αποκατάσταση της τραυματικής παραμόρφωση της ρινός, αφού αφαιρέθηκαν οι πωματισμοί αυτής. Έλαβε εξιτήριο στις 13-01-2014. Της συνεστήθη ανάρρωση στην οικία της για είκοσι ημέρες. Επανεξετάστηκε στα τακτικά Ε.Ι. της ΩΡΛ κλινικής στις 17-01-2014. Νοσηλεύτηκε εκ νέου στη Γναθοχειρουργική κλινική του ιδίου Νοσοκομείου από 14 έως 17 - 2014 και έγινε χειρουργική εξαγωγή δοντιών ή ρίζας. Υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου. Δεν παρατηρήθηκε εστιακή βλάβη ή παθολογική πρόσληψη σκιαγραφικού υλικού στα εγκεφαλικά ημισφαίρια και στις δοµές του οπίσθιου κρανιακού βόθρου. Της συνεστήθη η χρήση Mesulid από τους ορθοπεδικούς λόγω του επικαλούµενου άλγους του κάτω άκρου και η ανάρροπη θέση αυτού. Επανεξετάστηκε στα Ε.Ι.: α) της πλαστικής χειρουργικής στις 14-02014, β) της πανεπιστηµιακής στις 15-01-2014, γ) της ΩΡΛ στις 17-01-2014. Στις 10-11-2014 αφαιρέθηκαν τα υλικά οστεοσύνθεσης λόγω της αποκατάστασης του κατάγµατος της φατνιακής απόφυσης. Τα ράµµατα αφαιρέθηκαν στις 18-11-2014. [...]
Περαιτέρω από την αδικοπραξία του εναγόµενου οδηγού οι ενάγουσες υπέστησαν ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση αυτής ο κοινός νοµοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, ώστε να µην υπάρχει έδαφος εφαρµογής του άρθρου 25 § 1 του Συντάγµατος (ΑΠ 19/2011 "ΝΟΜΟΣ").
Συνεπώς πρέπει να επιδικασθεί στην µεν πρώτη τούτων το ποσό των 15.000 Ευρώ, στη δε δεύτερη το ποσό των 18.000 Ευρώ, τα οποία κρίνονται εύλογα, λαµβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόµενου, τη σοβαρότητα του τραυµατισµού της καθεµιάς τούτων, οι οποίες υπέστησαν σωµατικές βλάβες, που είναι αναστρέψιµες µε την ενδεδειγµένη θεραπεία, πλην όµως υπέστησαν ψυχικό πόνο και είχαν την ανάγκη ψυχολογικής υποστήριξης κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους στο Νοσοκοµείο, αλλά και στην οικία τους, την ηλικία αυτών (21 και 19 ετών περίπου αντίστοιχα) καθώς και την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των διάδικων φυσικών προσώπων. Εποµένως πρέπει να γίνει εν µέρει δεκτό το αίτηµα χρηµατικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα ανωτέρω ποσά.
Το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο το οποίο µε την εκκαλούµενη απόφαση έκρινε ότι δικαιούται ευλόγου χρηµατικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης η µεν πρώτη τούτων το ποσό των 12.000 Ευρώ, η δε δεύτερη το ποσό των 15.000 Ευρώ δεν εφήρµοσε σωστά το νόµο και έσφαλε στην εκτίµηση των αποδείξεων, όπως βάσιµα παραπονούνται οι ενάγουσες εκκαλούσες µε την ένδικη έφεσή τους και τα αντίθετα υποστηριζόµενα από την αντεκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία µε την αντέφεσή της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιµα κατ' ουσία. Σηµειώνεται ότι οι ενάγουσες µε την ένδικη αγωγή δεν αξίωσαν αποζηµίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ (µη εµπίπτουσα στις διατάξεις των άρθρων 929 και 932) λόγω επιδράσεως της αδικοπραξίας στο οικονοµικό και κοινωνικό µέλλον αυτών (αν και οι σωµατικές βλάβες αυτών ήσαν αναστρέψιμες), την οποία µε την ένδικη έφεση επικαλούνται απαραδέκτως (άρθρο 223 ΚΠολΔ).
Εποµένως πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιµες και κατ' ουσία οι ένδικες εφέσεις καθώς και η από 25-01-2014 (µε αυξ. αριθ. κατ. 2/20174) αντέφεση και να απορριφθεί ως αβάσιµη κατ' ουσία η από 25-01-2017 (µε αυξ. αριθ. κατ. 6/2017 αντέφεση. Να εξαφανισθεί η εκκαλουµένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο να αναδικασθούν:
Α) η από 28-07-2014 κύρια αγωγή και η από 13-10-2014 παρεµπίπτουσα αγωγή. Να απορριφθούν η από 28-07-2014 κύρια αγωγή κατά του τετάρτου των εναγοµένων Γραφείου Διεθνούς Ασφαλίσεως ως αβάσιµη κατ' ουσία. [...] Παρέλκει η εξέτασή της από 13-10- 2014 παρεµπίπτουσας αγωγής ελλείψει έννοµου συµφέροντος του παρεµπίπτοντος ενάγοντος λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της παρ.
αγωγής, αφού δεν πληρώθηκε η αίρεση ευδοκιµήσεως της κύριας αγωγής σε βάρος του. Να γίνει κατά ένα µέρος δεκτή η κύρια από 28-07-2014 αγωγή ως βάσιµη και κατ' ουσία. Να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος και τρίτη των εναγόµενων είναι υποχρεωµένοι να καταβάλουν, ευθυνόµενοι εις ολόκληρο, σε καθεµιά των εναγουσών: Α) στην πρώτη τούτων 15.273,44 Ευρώ για αποζηµίωση, στην οποία συµπεριλαµβάνεται και το ποσό των 273,44 Ευρώ το οποίο δαπάνησε για τον καθαρισµό ενδυµάτων και την αγορά ειδών ρουχισµού, το οποίο επιδικάσθηκε µε την εκκαλουµένη απόφαση και η οποία ως προς την παραδοχή της αυτή δεν πλήττεται µε την αντέφεση, καθώς και χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και Β) στη δεύτερη τούτων 19.871,55 Ευρώ για αποζηµίωση στην οποία συµπεριλαµβάνεται και το ποσό των 273,44 Ευρώ, το οποίο επιδικάσθηκε µε την εκκαλουµένη απόφαση για την δαπάνη καθαρισµού ενδυµάτων και την αγορά ρουχισµού, η οποία ως προς την παραδοχή της αυτή δεν πλήττεται µε την αντέφεση και χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης µε το νόµιµο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, η οποία (επίδοση) συνιστά όχληση [...]».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε αφ’ ενός (Α) ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι ο εναγόµενος οδηγός του του με αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου, αφ’ ετέρου (Β) ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι ενάγουσες από την (ανωτέρω περιγραφείσα αναλυτικά ) αδικοπραξία του εναγόµενου οδηγού του Λεωφορείου πρέπει να επιδικασθεί στην µεν πρώτη τούτων το ποσό των 15.000 Ευρώ, στη δε δεύτερη το ποσό των 18.000 Ευρώ, και ότι συνακόλουθα το Πρωτοβάθµιο δικαστήριο, που με την προσβαλλομένη υπ'αρ. 21/2016 οριστική απόφασή του έκρινε άλλως και δη που αφενός (Ι) έκρινε πως συνυπαίτιοι για το προπεριγραφέν ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό της ενάγουσας ήταν αμφότεροι οι εμπλακέντες στο ένδικο ατύχημα οδηγοί του ...
ΔΧ λεωφορείου (που ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ) και του ... τράκτορα, που ήταν συνδεδεμένος και έσυρε το υπ'αριθμ. Κυκλοφορίας ... επικαθήμενο (που ήταν ασφαλισμένα και τα δύο στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία GROUPAMA SINORTA A.S., την οποία εκπροσώπησε και εκπροσωπεί το εκκαλούν - αντεφεσίβλητο και ήδη 2ο αναιρεσίβλητο,εν Ελλάδι εδρεύον, ΝΠΙΔ με την επωνυμία ''ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ'' ), αφετέρου (ΙΙ) έκρινε πως έπρεπε να επιδικασθούν στις ενάγουσες ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα μικρότερα ποσά και (αντιστοίχως) 12.000 Ευρώ στην πρώτη τούτων και 15.000 Ευρώ στην δεύτερα τούτων, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων όπως βάσιμα παραπονούνταν με τις αντίστοιχες εφέσεις τους (αντιστοίχως ) (Ι) το εναγόμενο εκκαλούν με την ως άνω έφεσή του και (ΙΙ) οι ενάγουσες με την ως άνω έφεσή τους.
Ακολούθως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα, δέχθηκε ως βάσιµες και κατ' ουσία τις ένδικες εφέσεις καθώς και την από 25-01-2014 (µε αυξ. αριθ. κατ. 2/20174) αντέφεση, απέρριψε ως αβάσιµη κατ' ουσία την από 25-01-2017 (µε αυξ. αριθ. κατ. 6/2017 αντέφεση, εξαφάνισε την εκκαλουµένη απόφαση και δικάζοντας επί της ως άνω από 28-07-2014 κύριας αγωγής και της από 13-10-2014 παρεµπίπτουσας αγωγής, απέρριψε ως αβάσιµη κατ' ουσία την από 28-07-2014 κύρια αγωγή ως προς το τέταρτο των εναγοµένων Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως, δέχθηκε αυτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία ως προς την 3η των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσα ) και τον πρώτο των εναγομένων (που δεν είναι διάδικος στην δίκη αυτή ), και έκρινε ότι παρέλκει η εξέτασή της από 13-10-2014 παρεµπίπτουσας αγωγής.
Ήδη με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 και τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίστανται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε πως η οδός όπου είχε σταθμεύσει ο ...
τράκτορας μετά του υπ'αριθμ. Κυκλοφορίας ... επικαθήμενου ήταν χαρακτηρισμένη ως αυτοκινητόδρομος και ότι ο οδηγός του ως άνω αλλοδαπού φορτηγού αυτοκινήτου που είχε σταθμεύσει στον αυτοκινητόδροµο δεν είχε τοποθετήσει στην προβλεπόμενη απόσταση την εκ του άρθρου 81 ΚΟΚ προβλεπόμενη τριγωνική πινακίδα, ούτε είχε λάβει κάποιο από τα προβλεπόμενα προστατευτικά μέτρα προς αποτροπή ατυχήματος, Α) αφενός αρνήθηκε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ και συγκεκριμένα αρνήθηκε να δεχθεί την εκ μέρους του οδηγού του ασφαλισμένου στο τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ αλλοδαπού φορτηγού αυτοκινήτου παραβίαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ , Β) αφετέρου, απαίτησε περισσότερες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ, και συγκεκριμένα το ορατό ή μη του σταθμευμένου οχήματος, με αποτέλεσµα, να παραβιάσει την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ, καθόσον το ορατό ή μη του οχήματος δεν αποτελεί προυπόθεση εφαρμογής της, να διαλαβει εσφαλμένη αιτιολογία, καθόσον (κατά την αναιρεσείουσα) υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης του οδηγού του ως άνω αλλοδαπού φορτηγού αυτοκινήτου να τοποθετήσει στην προβλεπόμενη απόσταση την εκ του άρθρου 81 ΚΟΚ προβλεπόμενη τριγωνική πινακίδα, και να καταλήξει στο εσφαλμένο πόρισμα ότι ο οδηγός του προαναφερθέντος φέροντος αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας φορτηγού αυτοκινήτου δεν έφερε ευθύνη για το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Με βάση ωστόσο τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την εν λόγω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ, ούτε την διάταξη του 300 Α.Κ., διατάξεις τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Ειδικότερα, τα προαναφερόμενα και αυτολεξεί παρατεθέντα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, δεν συγκροτούσαν αντικειμενικά την έννοια της υπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμ. ...
τράκτορα [ που ήταν συνδεδεμένος με το υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ... επικαθήμενο] ως προς το κρινόμενο τροχαίο ατύχημα, ούτε επέτρεπαν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του εν λόγω τράκτορα και του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, αφού, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, η οδική συμπεριφορά του οδηγού του εν λόγω με αριθμ. ...
τράκτορα, κατά το μέρος που παραβίασε το άρθρο 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ. (παράλειψη τοποθέτησης της προειδοποιητικής τριγωνικής πινακίδας ) δεν ήταν πρόσφορη αιτία του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι του ενδίκου ατυχήματος, λαμβανομένου υπ'όψη και ότι, κατά τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Επομένως με βάση τα (ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την εν λόγω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ και την διάταξη του 300 Α.Κ., τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της προκύπτει ότι Α) τόσο για τη στοιχειοθέτηση της αμέλειας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα με αρ.
κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς τούτου και του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, Β) όσο και για την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμ. ... τράκτορα και της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του εν λόγω τράκτορα και του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, το Εφετείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, επί των οποίων ερείδεται, ήτοι των άρθρων 330, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 12 και 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ, αναλύοντας με σαφήνεια και πληρότητα τόσο τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της αμελείας, που επέδειξε ο εμπλεκόμενος στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος οδηγός του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείου, σε συνδυασμό με τις υπ' αυτού προαναφερθείσες παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, όσο και ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... τράκτορα [που ήταν συνδεδεμένος και έσυρε το υπ'αριθμ.
Κυκλοφορίας ... επικαθήμενο ],καθώς ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του ως άνω τράκτορα και του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος. Συνακόλουθα, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη με τους προαναφερθέντες πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης και, συνεπώς πρέπει οι λόγοι αυτοί αναίρεσης να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ,την οποία εφήρμοσε εσφαλμένα, μη λαβούσα υπ'όψιν της την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγµατος) και επιδίκασε στις ενάγουσες - ήδη δύο πρώτες αναιρεσίβλητες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ποσά δυσανάλογα σε σχέση με τα μικρότερα τούτων που έπρεπε να τους επιδικάσει.
Με την προαναφερθείσα κρίση του ωστόσο το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της πρώτης και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων λόγω ηθικής βλάβης στα παραπάνω ποσά δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής .
Επομένως, είναι αβάσιμος ο προαναφερθείς τρίτος, βασιζόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παριστάμενου τρίτου των αναιρεσιβλήτων ΝΠΙΔ, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς την πρώτη και την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτές ερημοδίκησαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2018 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 16/16-4-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία '' Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ '' για αναίρεση της 105/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του τρίτου των αναιρεσιβλήτων ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.)», τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ