Legislator Case Law & Legislation
184/2020 AI generated

184/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 184/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/6/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10080/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2182/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2015 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

184/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Keywords

AI generated
action for price reduction commercial lessee non-implementation of the offending agreements termination of commercial lease commercial matter unfair contract terms
AI generated
605/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
1845/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
1383/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
24/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
17/2014
Το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της. Από τη σαφή διαβεβαίωση που περιέχεται στην απόφαση, τη ρητή αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, καθώς και την έμμεση ομολογία των αναιρεσειόντων, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη του αυτά και τα συνεκτίμησε. Οι από τους αρ. 20 και 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι, 1) το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο του συμβολαίου με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από αυτό και 2) το ύψος του τιμήματος δεν περιλαμβάνεται στα στοιχεία εκείνα τα οποία υποπίπτουν στην άμεση αντίληψη του συμβολαιογράφου και συνεπώς το συμβόλαιο δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς αυτό.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 184 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 184/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. Χ., κατοίκου ..., 2) Χ. Κ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ζ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μωυσίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/6/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10080/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2182/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ' αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσίβλητοι.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη δικάσιμο της 2-10-2017, που είχε αρχικώς ορισθεί η συζήτηση αυτής, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, με σχετικές επισημειώσεις στο πινάκιο, επέσπευσαν οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Δέσποινας Μελίδου του Ιωάννου, στην οποία είχαν χορηγήσει, δυνάμει του υπ' αριθμ. 17.../20-9-2016 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου ...

Ν. Ν., σχετική πληρεξουσιότητα και με παραγγελία της οποίας κλητεύθηκαν οι αναιρεσίβλητοι κατά την ίδια αρχική δικάσιμο. Έτσι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την τελευταία μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση για τους απολειπομένους αναιρεσείοντες και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.- Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 2182/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, το δικαστήριο αφού συνεκδίκασε την από 8-7-2014 έφεση και τους από 1-9-2015 προσθέτους αυτής λόγους, των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της επίσης κατά την αυτή διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσης, υπ' αριθμ. 10.080/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν, κατά παραδοχή ως νόμω και εν μέρει ουσία βασίμου της από 27-6-2013 αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον αντίδικό του αυτόν, νομιμοτόκως από της υπερημερίας τους, το ποσό των 22.000 ευρώ.

Το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε κατά τους τύπους και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, τόσον κατά τους κυρίους όσον και τους προσθέτους λόγους της. Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ.

του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 937 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη.

Όμως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό το οποίο βρίσκεται πέρα από το "δόλο του οφειλέτη" και τη "γνώση του τρίτου", που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διαρρήξεως, εμφανίζει δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβην των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα.

Περαιτέρω, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΟλΑΠ 12/2008).

Εξ άλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς την εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, όπως η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 του Κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μολονότι δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής ή, αντιθέτως, ότι δεν έλαβε υπόψη του τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι από τον αρ. 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 231/2004).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ - ΑΠ 396/2018).

Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).

Εν προκειμένω, με την από 27-6-2013 αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων, όπως την περιόρισε, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίσθηκε, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο για την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου περιεχόμενό της, ότι έχει κατά της πρώτης εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτων, ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 19.800 ευρώ, από οφειλόμενα υπ' αυτής σε αυτόν, με βάση το ποσοστό συγκυριότητας του, μισθώματα, από την εκμίσθωση στην τελευταία από τον ίδιο (ενάγοντα) και τους μη διάδικους στην παρούσα δίκη λοιπούς συγκυρίους ενός καταστήματος, το οποίο βρίσκεται στη ..., επί της συμβολής των οδών, ...

και Ν., επί του οποίου ο ίδιος (ενάγων - αναιρεσίβλητος) είναι συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και οι λοιποί εκμισθωτές είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 25% έκαστος. Ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεώς του, σε συμπαιγνία με το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος είναι πατέρας της, μετά την κοινοποίηση σ' αυτήν, την 1-6-2012, αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθμ. 13549/2012 διαταγής αποδόσεως του ως άνω μισθίου και καταβολής μισθωμάτων και μέχρι την αποχώρηση της από το μίσθιο αυτό στις 10/7/2012, οπότε και απέδωσε τη χρήση του, μετέφερε όλα τα εμπορεύματα της που υπήρχαν στο επίδικο μίσθιο και πωλούσε σε αυτό, που περιγράφονται στην αγωγή, συνολικής αξίας 43.250 ευρώ, σε κατάστημα που, με την ίδια επωνυμία, άνοιξε ακριβώς δίπλα στο αποδοθέν υπ' αυτής μίσθιο κατάστημα, στο όνομα του ο δεύτερος εναγόμενος πατέρας της, έτσι ώστε να φαίνεται ότι αυτά ανήκουν στην επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου πατέρα της.

Ότι στο τελευταίο αυτό κατάστημα τυπικά φαίνεται ότι ασκεί εμπορική δραστηριότητα ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ στην πραγματικότητα σ' αυτό συνέχισε η πρώτη εναγομένη να ασκεί την ίδια ακριβώς επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκούσε και πριν και να πωλεί σ' αυτό πλέον τα εμπορεύματα της που μετέφερε αφαιρώντας τα από το υπ' αυτής μισθωμένο.

Ότι τούτο έπραξαν η μεν πρώτη εναγομένη, αν και γνώριζε ότι το εμπόρευμα αυτό της επιχειρήσεώς της αυτής αποτελούσε το μοναδικό εμφανές περιουσιακό της στοιχείο, ο δε δεύτερος των εναγόμενων αν και γνώριζε και αυτός ότι με τη μεταβίβαση αυτή θα ματαιωνόταν η ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαιτήσεώς του (ενάγοντος).

Ότι, κατά τον τρόπο αυτόν, η πρώτη εναγομένη είχε σχεδιάσει την απαλλοτρίωση της περιουσίας της, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος, γεγονός που επιτεύχθηκε με την εν γνώσει συμμετοχή και με τον ίδιο σκοπό του δευτέρου εναγομένου. Ότι από την ανωτέρω αδικοπρακτική, δολία και σε συμπαιγνία μεταξύ τους εκδηλωθείσα, συμπεριφορά των αντιδίκων του αυτών προκλήθηκε στον ίδιο περιουσιακή ζημία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 22.000 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν του ιστορικού αυτού, ο ενάγων ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο, να του καταβάλουν ανωτέρω ποσό των 22.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην περιουσιακή του ζημία, νομιμοτόκως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής. Επομένως, από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, και εφ' όσον σ' αυτήν εκτίθεται, ότι συνέτρεξαν στοιχεία περισσότερα και βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ, ήτοι ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, στοιχειοθετουμένη από το ότι ο μεν δεύτερος των εναγομένων και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων, πατέρας της πρώτης αυτών, γνωρίζοντας, ότι η τελευταία οφείλει στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρω ποσό από την ειρημένη αιτία, συνεργαζόμενος με αυτήν και επιδιώκοντας αμφότεροι την προς βλάβη του (ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου) ματαίωση της απαιτήσεώς του αυτής, προέβη στην επ' ονόματί του μίσθωση καταστήματος, ακριβώς διπλανού αυτού από το οποίο αποβλήθηκε η πρώτη εναγομένη - πρώτη αναιρεσείουσα και απέδωσε στον αναιρεσίβλητο και, ακολούθως, προέβη στην εντός αυτού και επ' ονόματί του λειτουργία επιχειρήσεως πωλήσεως γυναικείων ενδυμάτων, ίδιας με αυτήν που λειτουργούσε η τελευταία (πρώτη εναγομένη - πρώτη αναιρεσείουσα) και υπό την αυτή επωνυμία, η δε πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσειόντων, η οποία, προκειμένου να κερδίσει χρόνο για την ολοκλήρωση του σχεδίου αυτού, συνεχώς υποσχόταν στον αναιρεσίβλητο, ότι θα εξοφλήσει το χρέος της, μετέφερε, κατά το χρονικό διάστημα της 1-6-2012, που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν, ως οφειλέτιδα, αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αριθμ. 13549/2012 διαταγής απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων και μέχρι της 10-7-2012, που αποχώρησε της από το μίσθιο αυτό και απέδωσε τη χρήση του στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς συνεκμισθωτές του, όλα τα εμπορεύματα της που υπήρχαν στο επίδικο μίσθιο, και περιγράφονται στην αγωγή, συνολικής αξίας 43.250 ευρώ, στο κατά τα προαναφερόμενα κατάστημα, που άνοιξε στο όνομα του ο δεύτερος εναγόμενος πατέρας της, έτσι ώστε να φαίνεται ότι αυτά ανήκουν στην επιχείρηση του τελευταίου και ότι από το κατάστημα αυτό διέθετε τα ανωτέρω εμπορεύματά της προς πώληση η ίδια (πρώτη εναγομένη - αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι η αγωγή αυτή προς θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 926 και 939 ΑΚ, συγκροτουμένης έτσι κατά τούτο και συμφώνως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και ευθύνης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων από την εν λόγω καταδολιευτική απαλλοτρίωση.

Επομένως, αφού τα ίδια δέχθηκε και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του κρίνοντας το νόμω βάσιμο της αγωγής αυτής και απορρίπτοντας τους τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικούς λόγους, κύριο και προσθέτους, της εφέσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, ήτοι ότι η αγωγή, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά στηρίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, ορθά αυτές τις διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, και δεν αξίωσε για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από αυτές, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Συνεπώς, τα αντίθετα, που υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του πρώτου από το άρθρο αυτό λόγου της αιτήσεως είναι αβάσιμα.- Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη, καθόσον αφορά τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: "Ο ενάγων και οι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη Ι.

Κ. Ν. και Ε. Κ. Ι., οι οποίοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος από αυτούς και κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστος των δύο άλλων, επί ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 24 τ.μ μετά του υπογείου, εμβαδού 20 τ.μ, το οποίο βρίσκεται σε οικοδομή στη ..., στη συμβολή των οδών ... και Ν., αριθμός ..., δυνάμει του από 1/4/2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, εκμίσθωσαν αυτό στην πρώτη εναγομένη, για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, ήτοι από 1/4/2009 έως 31/3/2021, προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης ενδυμάτων, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.200 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου.

Η πρώτη εναγομένη παρόλο που χρησιμοποιούσε ακωλύτως το παραπάνω μίσθιο, δεν κατέβαλε τα μισθώματα του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2010, ολόκληρου του έτους 2011 και των μηνών Ιανουαρίου και Μάϊου του έτους 2012. Κατόπιν τούτων, μετά από αίτηση του ενάγοντος και των λοιπών συνεκμισθωτών-συγκυρίων του μισθίου, εκδόθηκε σε βάρος της πρώτης εναγόμενης η με αριθμό 13.549/2012 διαταγή απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η μισθώτρια υποχρεώθηκε σε απόδοση της χρήσης του μισθίου, καθώς και σε πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων, και συγκεκριμένα αναφορικά με τον ενάγοντα υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ποσό των 19.800 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συγκυριότητας του επί του μισθίου.

Το ποσό αυτό της οφειλής της συνομολογεί ότι οφείλει η πρώτη εναγομένη, πλην όμως επικαλείται αδυναμία καταβολής του λόγω οικονομικών προβλημάτων της. Αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 1/6/2012, και η τελευταία αποχώρησε από το μίσθιο στις 10/7/2012 χωρίς να καταβάλει στον ενάγοντα τα οφειλόμενα μισθώματα, παρόλο που υποσχέθηκε επανειλημμένα σ' αυτόν ότι θα του τα κατέβαλε.

Κατά το χρόνο επίδοσης της άνω διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων η πρώτη εναγομένη είχε εμπορεύματα εντός αυτού, και συγκεκριμένα γυναικεία βραδινά ενδύματα και αξεσουάρ, τα οποία όμως δεν υπήρχαν κατά την αποχώρηση της πρώτης εναγομένης από το επίδικο μίσθιο. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε όλα τα εμπορεύματα της τα οποία είχαν απομείνει στο επίδικο κατάστημα, και συγκεκριμένα 125 περίπου βραδινά φορέματα και αξεσουάρ, αξίας περίπου από 250 έως 500 ευρώ έκαστο, στην επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου πατέρα της.

Η πρώτη εναγομένη συνομολογεί ότι πράγματι κατά την κοινοποίηση σ' αυτή της άνω διαταγής απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων υπήρχαν στο επίδικο κατάστημα περίπου 40-50 βραδινά φορέματα, τα οποία όμως πώλησε, πριν την αποχώρηση της από το επίδικο μίσθιο, σε πελάτισσες της σε πολύ μικρή σε σχέση με την αξία τους τιμή, και συγκεκριμένα στην τιμή των 70 ευρώ περίπου έκαστο, πλην όμως δεν προσκομίζεται από αυτή καμία σχετική απόδειξη πώλησης.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ταυτόχρονα με την αποχώρηση της πρώτης εναγομένης από το επίδικο μίσθιο και την απόδοση του στους εκμισθωτές, δίπλα σ' αυτό και συγκεκριμένα στην οικοδομή επί της οδού ..., ο δεύτερος εναγόμενος, πατέρας της πρώτης εναγομένης, εκμίσθωσε κατάστημα στον ημιώροφο αυτής, στο οποίο στέγασε την επιχείρηση του, η οποία έχει όμοιο αντικείμενο με αυτό της πρώτης εναγόμενης, ήτοι την πώληση ενδυμάτων, και φέρει επίσης την επωνυμία ..., που είχε και η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης.

Το κατάστημα αυτό του δευτέρου των εναγομένων πωλεί βραδινά και για επίσημες εκδηλώσεις φορέματα, με τα αντίστοιχα αξεσουάρ, όπως και η πρώτη εναγομένη. Από τη συνεκτίμηση όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι η πρώτη εναγομένη ενώ είχε εμπορεύματα στο κατάστημα της κατά το χρόνο που της επιδόθηκε η ως άνω διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου και της πληρωμής μισθωμάτων, ήτοι την 1/6/2012 μέχρι και το χρόνο της αποχώρησης της από το μίσθιο στις 10/7/2012, από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει την απαίτηση του ο ενάγων, προβαίνοντας σε κατάσχεση αυτών, καθόσον υπερκάλυπτε την απαίτηση του, ενόψει του ότι επρόκειτο για αρκετά ενδύματα και αξεσουάρ, των οποίων ο ακριβής αριθμός δεν προέκυψε μεν, πλην όμως ήταν περίπου 100 κομμάτια αξίας κατά μέσο όρο 250 ευρώ το καθένα, εντούτοις μέσα σε χρονικό διάστημα περίπου 40 ημερών ολοκληρώθηκαν όλες οι διαδικασίες έναρξης δραστηριότητας μίας νέας επιχείρησης στο όνομα του πατέρα της-δευτέρου εναγομένου, στην ίδια ακριβώς περιοχή (παρακείμενο μίσθιο) με την ίδια μάλιστα επωνυμία με αυτή που λειτουργούσε μέχρι πρότινος η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, ήτοι με την επωνυμία "..." (...) με την οποία άλλωστε ήταν ευρέως γνωστή η επιχείρηση της στους κύκλους της μόδας και της υψηλής ραπτικής.

Επειδή το νέο κατάστημα άνοιξε ακριβώς δίπλα στο επίδικο με την ίδια επωνυμία και πωλούσε τα ίδια ρούχα με αυτά που πωλούσε η πρώτη εναγομένη στο επίδικο μίσθιο, ο ενάγων πίστεψε ότι πρόκειται για συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της ίδιας της πρώτης εναγομένης, γεγονός για το οποίο άλλωστε η τελευταία τον διαβεβαίωσε υποσχόμενη ότι θα του καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα.

Στην ως άνω επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου η πρώτη εναγομένη μετέφερε όλα τα υπάρχοντα μέχρι τις 10/7/2012 εμπορεύματα της, τα οποία τέθηκαν πλέον προς πώληση στο νέο αυτό κατάστημα, όπως σαφώς κατέθεσε τούτο και η μάρτυρας του ενάγοντος, η οποία επισκέφθηκε ως πελάτισσα το νέο κατάστημα της επιχείρησης του δευτέρου εναγομένου, αμέσως μόλις άνοιξε, διαπιστώνοντας ότι πράγματι πρόκειται για εμπορεύματα όμοια με αυτά που μέχρι πρόσφατα πωλούσε στην επιχείρηση της η πρώτη εναγομένη.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου περί της μεθόδευσης και συμπαιγνίας που έλαβε χώρα μεταξύ των εναγομένων, ενισχύεται και από το γεγονός ότι πράγματι σε διάφορες ιστοσελίδες του διαδικτύου, μετά την αποχώρηση της πρώτης εναγομένης από το επίδικο μίσθιο και την υποτιθέμενη παύση της ενασχόλησης της με το συγκεκριμένο αντικείμενο, όπως ισχυρίσθηκε μη πειστικά η ίδια με τις προτάσεις της, αλλά και η μάρτυρας μητέρα της, που κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπάρχει καταχώριση στην οποία αναφέρεται ως

κατάστημα του οίκου "..." αυτό επί της οδού ..., ήτοι αυτό στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση που ξεκίνησε ο δεύτερος εναγόμενος ταυτόχρονα με το κλείσιμο της επιχείρησης της κόρης του-πρώτης εναγομένης. Εξάλλου ναι μεν ο δεύτερος εναγόμενος από το έτος 1980 και εφεξής, και η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας των εναγομένων,

μητέρα και σύζυγος αντίστοιχα των εναγομένων, πριν το έτος 1980, ασχολήθηκαν επαγγελματικά με τη βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων που διατηρούσε η τελευταία στην περιοχή Χ. στη ..., πλην όμως ουδέποτε υπήρχε ενασχόληση τους με τέτοιου είδους ρούχα υψηλής ραπτικής, όπως αυτά με τα οποία ασχολούνταν η κόρη τους-πρώτη εναγομένη.

Συνεπώς με βάση τις ως άνω αναφορές στο διαδίκτυο αλλά και την πραγματικά διαμορφωθείσα κατάσταση, ήτοι το γεγονός ότι η επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου πωλεί ακριβώς τα ίδια ρούχα που πωλούσε και η πρώτη εναγομένη στο κατάστημα της, είναι προφανές ότι πρόκειται στην ουσία για μία μεθόδευση μέσω της οποίας η πρώτη εναγομένη συνέχισε κανονικά την επιχειρηματική της δραστηριότητα, χωρίς ωστόσο να μπορεί πλέον ο ενάγων ως δανειστής της να ικανοποιήσει την επίδικη απαίτηση του, αφού πλέον η πρώτη εναγομένη, αφενός μεν δε φέρει καμία κινητή ή ακίνητη περιουσία, μετά την επίδικη μεταφορά των εμπορευμάτων της, όπως προαναφέρθηκε, αφετέρου δε τα όποια έσοδα της από τη συνέχιση της δραστηριότητας της δεν φαίνονται πλέον ως δικά της, αλλά ως έσοδα της επιχείρησης του δευτέρου εναγομένου. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων και ιδίως της πρώτης από αυτούς ότι μετά την αποχώρηση της από το επίδικο μίσθιο έπαψε να ασχολείται με το

συγκεκριμένο αντικείμενο, γεγονός το οποίο υποστήριξε και η μητέρα της, κατά την κατάθεση της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε αληθές, αφού διαψεύδεται από τις αναρτήσεις στο διαδίκτυο, αλλά και το γεγονός ότι στην επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου συνεχίζεται η πώληση ρούχων με τα οποία απασχολούνταν αποκλειστικά η πρώτη εναγομένη.

Τα ρούχα που πωλούσε η πρώτη εναγομένη στο επίδικο μίσθιο ήταν ιδιαίτερα κομμάτια και σε κάθε περίπτωση αναγνωρίσιμα στο χώρο της υψηλής ραπτικής, καθόσον η ίδια είχε κάνει σπουδές στο χώρο της σχεδίασης και ασχολούταν επαγγελματικά και με το χώρο της μόδας ντύνοντας με τις δημιουργίες της και μοντέλα που συμμετείχαν σε διαγωνισμούς ομορφιάς.

Επομένως, η πρώτη εναγομένη, σε συμπαιγνία με το δεύτερο εναγόμενο, με τις πιο πάνω πράξεις τους που συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα, αποσκοπούσαν και πέτυχαν να αποξενωθεί η πρώτη εναγομένη από τα μοναδικά κινητά περιουσιακά της στοιχεία και έτσι κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος, από τη μη καταβολή σ' αυτόν από την πρώτη εναγομένη των οφειλόμενων μισθωμάτων, η οποία και του επιδικάστηκε με την προαναφερθείσα διαταγή απόδοσης του μισθίου και της καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων.

Η ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία είναι αξιόμεμπτη, συνιστά καταδολίευση σε βάρος του ενάγοντος, αλλά και αδικοπραξία, καθόσον οι εναγόμενοι ενήργησαν με βάση σχέδιο που κατέστρωσαν από κοινού, επιδιώκοντας τη μη ικανοποίηση του ενάγοντος, και συνεπώς η συμπεριφορά τους αξιολογείται ότι εμπεριέχει συμπαιγνία που βρίσκεται πέρα από το δόλο του οφειλέτη και τη γνώση του τρίτου.

Η ζημία που υπέστη ο ενάγων από την ως άνω τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία εκ μέρους των εναγομένων, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 22.000 ευρώ (=1.100

ευρώ το ποσό

του μισθώματος το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό της συγκυριότητας του X 20 μήνες), το οποίο θα μπορούσε να εισπράξει, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα, αν οι εναγόμενοι δεν ενεργούσαν παράνομα και υπαίτια κατά τον ως άνω τρόπο". Με βάση τις παραδοχές αυτές ακολούθως το Εφετείο απέρριψε τους τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικούς λόγους, κυρίους και προσθέτους της εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων και επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε και ειδικότερα με τις παραδοχές του: α) ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 13.549/2012 διαταγής αποδόσεως μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα όφειλε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 19.800 ευρώ, β) ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2012, που της επεδόθη αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων, μέχρι και τις 10-7-2012, που παρέδωσε την χρήση του ακινήτου που είχε μισθώσει και από τον αναιρεσίβλητο και λειτουργούσε σε αυτό επιχείρηση πωλήσεως γυναικείων βραδυνών ενδυμάτων υψηλής ραπτικής και αξεσουάρ, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το ως άνω ποσό για οφειλόμενα μισθώματα, γ) ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αφαίρεσε από το ως άνω μίσθιο κατάστημα της επιχειρήσεώς της όλο το εμπόρευμα της, η αξία του οποίου, εφ' όσον κατασχόταν και πλειστηριαζόταν, υπερκάλυπτε την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, το μετέφερε και διετίθετο προς πώληση στο κατάστημα του πατέρα της δευτέρου εναγομένου, το οποίο ευρίσκεται ακριβώς δίπλα εκείνου, που η ίδια είχε μισθώσει και απέδωσε, κατά τα προαναφερόμενα, δ) ότι το κατάστημα αυτό ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος εγνώριζε το ανωτέρω χρέος της πρώτης εναγομένης θυγατρός του, το μίσθωσε και το λειτούργησε, με διαδικασίες, που ολοκληρώθηκαν σε 40 ημέρες, ασκώντας σ' αυτό επιχείρηση με το ίδιο αντικείμενο και υπό την ίδια επωνυμία "..." (...), με εκείνη (επιχείρηση) της πρώτης εναγομένης, η οποία (επιχείρησή της αυτή), όπως και η ίδια, ήταν ευρέως, μέσω και διαδικτύου, γνωστή, στους κύκλους της μόδας και της υψηλής ραπτικής, καίτοι ο ίδιος (δεύτερος εναγόμενος) μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί με αυτό το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητος (πωλήσεως γυναικείων ενδυμάτων υψηλής ραπτικής), ε) ότι η πρώτη εναγομένη διαβεβαίωνε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα τον ενάγοντα ότι εξακολουθεί να λειτουργεί την επιχείρησή της στο τελευταίο τούτο μίσθιο (του πατέρα της δευτέρου εναγομένου) και υπέσχετο ότι θα εξοφλήσει την οφειλή της, γεγονός που δεν έπραξε, στ) ότι στις ανωτέρω ενέργειες οι εναγόμενοι προέβησαν από κοινού, ήταν μεθοδευμένες από αυτούς και αποτέλεσμα συμπαιγνίας μεταξύ τους, με σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος και η πρώτη εναγομένη να συνεχίσει κανονικά την επιχειρηματική της δραστηριότητα, χωρίς ωστόσο να μπορεί πλέον ο ενάγων ως δανειστής της να ικανοποιήσει την επίδικη απαίτηση του με την κατάσχεση των εμπορευμάτων της, αφού πλέον η πρώτη εναγομένη, μετά την εν λόγω μεταφορά τους, αφ' ενός μεν φέρεται ότι δεν έχει καμία κινητή ή ακίνητη περιουσία, αφ' ετέρου δε τα όποια έσοδα της από την συνέχιση της εμπορικής δραστηριότητας της δεν φέρονται πλέον ως δικά της, αλλά ως έσοδα της επιχειρήσεως του δευτέρου εναγομένου πατέρα της και ζ) ότι οι ανωτέρω πράξεις των εναγομένων συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα, αποσκοπούσαν και πέτυχαν να αποξενωθεί η πρώτη εναγομένη από τα μοναδικά κινητά, ως άνω, περιουσιακά της στοιχεία, με αποτέλεσμα κατά τον τρόπο αυτόν να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος, από τη μη καταβολή σ' αυτόν από την πρώτη εναγομένη των οφειλόμενων μισθωμάτων, η δε συμπεριφορά τους αυτή, που βρίσκεται πέρα από το δόλο της πρώτης εναγομένης ως οφειλέτη και τη γνώση του δευτέρου εναγομένου πατέρα της ως τρίτου, συνιστά καταδολίευση σε βάρος του ενάγοντος, αλλά και αδικοπραξία, από την οποία προκλήθηκε η αξία αποκαταστάσεως επίδικη ζημία του ενάγοντος, το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 914, 926 και 939 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού το μεν δεν αρκέσθηκε για την εφαρμογή τους σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα, που οι κανόνες αυτοί αξιώνουν, το δε με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες αιτιολογεί τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προπαρατιθέμενων κανόνων είναι αβάσιμοι.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον (όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου) όμως αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008).

Εξ άλλου, στην περίπτωση που συρρέουν αξιώσεις από τη σύμβαση με αυτές από το αδίκημα, αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξιώσεως.

Αντιστοίχως ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό. Τις περισσότερες, όμως, συρρέουσες αξιώσεις του ο δανειστής μπορεί να ασκήσει από κοινού, μόνον επικουρικά την μια της άλλης, αφού αντίθετα με την άσκηση, δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση σωρευτικά όλων των αξιώσεων αυτών, αλλά η ικανοποίηση της μιας επιφέρει την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν κάποια απ' αυτές έχει ευρύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται κατά το επιπλέον (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1596/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως η πρώτη αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την υπό το εκτεθέν περιεχόμενο ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτού στην άσκησή της, αφού με την, κατόπιν αιτήσεώς του, έκδοση της υπ' αριθμ. 13549/2012 διαταγή αποδόσεως του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή (πρώτη των αναιρεσειόντων) υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ποσό των 19.800 ευρώ για μισθώματα που του όφειλε από την, κατά τα προεκτεθέντα, υπ' αυτού σε αυτήν εκμίσθωση του καταστήματος στο οποίο ασκούσε την εμπορία βραδυνών γυναικείων ενδυμάτων και αξεσουάρ, η απαίτησή του αυτή εξοπλίσθηκε με εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου και μπορεί να ικανοποιηθεί, η δε κτήση εκτελεστού τίτλου, με την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ενδίκου αγωγής του, για την ίδια αυτή απαίτησή του, υπό την μορφή της αποζημιώσεώς του ένεκα αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της (πρώτης αναιρεσειούσης) και η αναγκαστική εκτέλεσή της (αποφάσεως), δημιουργεί τον κίνδυνο η απαίτηση του αντιδίκου της αυτού να ικανοποιηθεί δύο φορές.

Υπ' αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, γιατί κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, η κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της ενδίκου αγωγής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14 του άρθρου αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, και δεδομένου ότι με το υπό το ανωτέρω περιεχόμενό του λόγο αυτό της αιτήσεως, η πρώτη εναγομένη μέμφεται το Εφετείο, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 68 ΚΠολΔ δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου για έλλειψη εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της, στοιχειοθετουμένης έτσι της επικλήσεως του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τούτο δε διότι, με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρώτης αναιρεσειούσης ύψους 19.800 ευρώ ως οφειλομένων σε αυτόν υπ' αυτής μισθωμάτων, βάσει της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, στηρίζεται στην συνδέουσα αυτούς συμβατική σχέση της μισθώσεως, η δε εν προκειμένω ένδικη απαίτηση του πρώτου (αναιρεσιβλήτου), μέρος της οποίας αποτελεί η ανωτέρω με βάση την σύμβαση αξιωθείσα απαίτησή του, στηρίζεται στην, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αδικοπραξία που οι αναιρεσείοντες τέλεσαν σε βάρος του, με την οποίαν του προκάλεσαν αντίστοιχη ζημία, συνισταμένη στην απώλεια των, ως άνω, οφειλομένων από την πρώτη αυτών (αναιρεσειόντων) μισθωμάτων.

Η δε άσκηση της αξιώσεως αυτής από τον αναιρεσίβλητο με βάση την σύμβαση, που, όπως προαναφέρεται, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με αναγκαστική εκτέλεση, δεν στερεί το έννομο συμφέρον στον τελευταίο να ασκήσει την αξίωσή του αυτή, με βάση την αδικοπραξία, ως επελθούσα ζημία του από την μη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, αφού η ικανοποίηση της μιας αυτών επιφέρει την απόσβεση, κατά το αυτό μέρος, της άλλης, η οποία και πλέον δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με αναγκαστική εκτέλεση.

Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλαν ο αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1-9-2015 αίτηση των Ε. Κ. Χ. και Χ. Κ. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2182/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ