184/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated184/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Full text
Απόφαση 184 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 184/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., και 2) Μ. Ν. του Γ., κατοίκου .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γραμμένο και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρόγιαννη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1790/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5062/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/8/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 24ης Αυγούστου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 5062/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων. Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτή η από 11ης Ιουλίου 2014 έφεση της αναιρεσιβλήτου και απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 15ης Ιουλίου 2013 αγωγή των αναιρεσειόντων κατ' αυτής, αφορώσα εργατική διαφορά, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 1790/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εν λόγω αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, έχουσα έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, τυγχάνει εφαρμογής και επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι μεν αναιτιώδης δικαιοπραξία, όταν όμως γίνεται κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικειμένη στην προαναφερομένη απαγορευτική διάταξη.
Περίπτωση δε καταχρήσεως δικαιώματος επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού συντρέχει και όταν η καταγγελία γίνεται από λόγους εκδικήσεως του εργοδότη, επειδή ο μισθωτός διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματα από την εργασιακή σχέση. Ωσαύτως, βάσει της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ ελέγχεται και επί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας από οικονομοτεχνικούς λόγους η επιλογή από τον εργοδότη του απολυομένου μισθωτού, η οποία μεταξύ εργαζομένων της ιδίας ειδικότητος και του αυτού επιπέδου ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως πρέπει να γίνεται βάσει κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων, ώστε να απολύεται ο ολιγότερον πληττόμενος από την απώλεια της θέσεως εργασίας.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Η εναγομένη εταιρία διατηρεί καφετέρια - αναψυκτήριο επί της οδού ..., στην ….. Για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της προσέλαβε τους ενάγοντες, στις 15-1-2004 τον πρώτο και στις 17-4-2000 τον δεύτερο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν ως μπουφετζής και ως σερβιτόρος, αντίστοιχα.
Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, οι ενάγοντες προσέφεραν ανελλιπώς τις υπό τις συμφωνηθείσες ειδικότητες εργασία τους, αντί μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες, κατόπιν κοινής συμφωνίας, μειώθηκαν το μήνα Φεβρουάριο 2012 και τον Ιανουάριο του 2013 και διαμορφώθηκαν από 10-1-2013 σε 752,75 ευρώ για τον πρώτο και σε 785,80 ευρώ για τον δεύτερο.
Οι τελευταίοι στις 29-3-2013, με αίτησή τους προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενοι για τη μη καταβολή από την εργοδότριά τους δεδουλευμένων αποδοχών (επίδομα αδείας και δώρο Χριστουγέννων 2012), ορίσθηκε δε ημεροχρονολογία συζήτησης της εργατικής διαφοράς η 19-4-2013. Στις 8-4-2013 και ενώ εκκρεμούσε η συζήτηση της κατά τα άνω προσφυγής, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, καταβάλλοντας ταυτόχρονα τη νόμιμη, όπως δεν αμφισβητείται, αποζημίωση απόλυσης καθώς και τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους (βλ.
εξοφλητικές αποδείξεις). Στη συνέχεια, οι ενάγοντες προσκόμισαν στην Επιθεώρηση Εργασίας σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις ότι ικανοποιήθηκαν οι αξιώσεις τους και ουδεμία απαίτηση έχουν κατά της εναγομένης, ανακάλεσαν δε την προαναφερόμενη από 29-3-2013 προσφυγή τους (βλ. υπ' αριθμ. 213/8-4-2013 δελτίο εργατικής διαφοράς).
Η ως άνω καταγγελία οφείλεται, όχι σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπο των εναγόντων επειδή προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά σε οικονομοτεχνικούς λόγους. Ειδικότερα, η επιχείρηση της εναγομένης εμφάνισε από τις αρχές του έτους 2010 μείωση του τζίρου της λόγω της οικονομικής κρίσης, ήδη δε το έτος 2013 ήταν ζημιογόνος (βλ.
προσκ. ισολογισμούς για τις χρήσεις των ετών 2010 - 2013). Στην προσπάθειά της να ανακάμψει οικονομικά ζήτησε και πέτυχε μείωση του μηνιαίου μισθώματος του καταστήματός της την 1-6-2011 και την 11-12-2012 (βλ. το από 11-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης μίσθωσης). Στα ίδια πλαίσια αναγκάσθηκε να προβεί σε διορθωτικές αλλαγές μειώνοντας, με κοινή συμφωνία, τις αποδοχές των εργαζομένων της και περιορίζοντας εν μέρει το προσωπικό της, ήδη δε κατά το χρονικό διάστημα από 24-2-2012 μέχρι 28-3-2013, ήτοι πριν τις επίδικες καταγγελίες, είχε απολύσει εννέα (9) εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενοι στην αγωγή Δ.
Π. και Π. Β.. Αναφορικά με τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν, η εναγομένη έλαβε υπόψη της ότι οι ενάγοντες ήταν άγαμοι και χωρίς οικογενειακά βάρη. Επομένως η επιλογή των εναγόντων έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και συγκεκριμένα εκείνα της οικονομικής κατάστασης και των οικογενειακών υποχρεώσεών τους, όπως επιβάλλεται άλλωστε από την αρχή της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης.
Συνεπώς, αποκλειστικός λόγος της ένδικης καταγγελίας είναι οι προαναφερθέντες οικονομοτεχνικοί λόγοι και γι' αυτό, δεδομένου ότι τηρήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, τα κριτήρια επιλογής των απολυτέων, η καταγγελία δεν είναι άκυρη και η εναγομένη δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη". Εν συνεχεία το Μονομελές Εφετείο δεχόμενο την έφεση απέρριψε μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως την αγωγή των αναιρεσειόντων.
Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο, καθ' ο μέρος αφορά τον λόγο ακυρότητος της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων ως ελαυνομένης εξ εκδικήσεως του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότιδος εταιρίας, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού εδέχθη ότι οι εν λόγω καταγγελίες δεν υπήρξαν προϊόν εκδικήσεως, επειδή προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας διεκδικούντες τις οφειλόμενες νόμιμες αποδοχές τους, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, ενώ οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ως προς το εν λόγω κεφάλαιο βασιζόμενες επί επιχειρημάτων και συμπερασμάτων συναγομένων από το αποδεικτικό υλικό αφορούν την μη ελεγκτή αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου ότι οι απολύσεις των αναιρεσειόντων ωφείλοντο στην συνεπεία της οικονομικής κρίσεως σημαντική μείωση του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεως, της οποίας μάλιστα ο ισολογισμός του έτους 2013 είχε ζημιογόνο αποτέλεσμα, παραδοχή, η οποία κατά πάσα περίπτωση έχει διαληφθεί ως εκ περισσού, αφού μόνο το αποδεικτικό πόρισμα ότι οι εν λόγω απολύσεις δεν προήλθαν εκ λόγων εκδικήσεως στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της σχετικής βάσεως της αγωγής, χωρίς να προσαπαιτείται να διαλάβει το Δικαστήριο και κρίση εκ ποίων άλλων λόγων προήλθαν οι απολύσεις, δοθέντος ότι, ως προανεφέρθη, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι δικαιοπραξία αναιτιώδης.
Όμως, καθ' ο μέρος αφορά τον λόγο ακυρότητος της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων ως καταχρηστικής λόγω μη εφαρμογής κατά την επιλογή των απολυτέων μισθωτών κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων, το Μονομελές Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού, δεχόμενο κατά τα ανωτέρω ότι οι αναιρεσείοντες ήσαν άγαμοι και χωρίς οικογενειακά βάρη, παρέλειψε να προβεί περαιτέρω σε συνολική σύγκριση των συντρεχόντων ως προς έκαστον αναιρεσείοντα κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων προς εκείνα των προτεινομένων δια της αγωγής προς σύγκριση μη απολυθέντων εργαζομένων, και έκρινε βάσει της εν λόγω ελλιπούς αξιολογήσεως ότι η επιλογή των αναιρεσειόντων ως απολυτέων δεν ετύγχανε καταχρηστική.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως του κανόνος δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός μόνον καθ' ο μέρος αφορά την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης ως προς το κεφάλαιο αυτής περί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων από οικονομοτεχνικούς λόγους, ενώ κατά τα λοιπά ο εν λόγω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από τις διατάξεις των αριθμών 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσαχθέντα από τον αναιρεσείοντα ή και από άλλον διάδικο αποδεικτικά μέσα, τα οποία όμως επεκαλέσθη και ο αναιρεσείων, ως και εάν παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο, όμως, εάν το δικαστήριο δεν συνήγαγε κατά κύριον λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αφορούν οι πλημμέλειες, ή τα αποδεικτικά αυτά μέσα φέρονται προς απόδειξη ισχυρισμών μη ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οπότε δεν δύνανται να ασκήσουν επίδραση επί του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Εξ άλλου, εάν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και δια της παραδοχής ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι τυχόν περιλαμβανόμενοι άλλοι λόγοι, εκτός εάν δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν το έγγραφο της αναγγελίας προς την Επιθεώρηση Εργασίας της προσλήψεως από την αναιρεσίβλητη του Δ. Π. ως μπουφετζή, άλλως ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, εν συνεχεία δε επεκαλέσθησαν τούτο με τις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου προτάσεις τους και οι αναιρεσείοντες, ενώ με τον τρίτο, τελευταίο, λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία προσεκόμισαν μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείοντες:
την αναγγελία προς την Επιθεώρηση Εργασίας της προσλήψεως από την αναιρεσίβλητη του Γ. Μ., τους πίνακες προσωπικού του αναψυκτηρίου - εστιατορίου και του εστιατορίου, οι οποίοι κατετέθησαν στην Επιθεώρηση Εργασίας την 4η Οκτωβρίου 2012, το πρόγραμμα εργασίας προσωπικού του μηνός Δεκεμβρίου 2013 και τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των σερβιτόρων Έ.
Μ., Β. Σ., Κ. Β. και Δ. Λ.. Κατά το αναιρετήριο, πάντα τα ανωτέρω έγγραφα επεκαλέσθησαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών προήλθε εκ λόγων εκδικήσεως του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότιδος εταιρίας, άλλως ότι η εν λόγω καταγγελία υπήρξε καταχρηστική λόγω μη εφαρμογής κατά την επιλογή των απολυτέων μισθωτών κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων.
Όμως, καθ' ο μέρος αφορά μεν τον πρώτο των ως άνω ισχυρισμών - λόγων ακυρότητος της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, το Μονομελές Εφετείο εστήριξε, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα κυρίως επί των άλλων μνημονευομένων στην εν λόγω απόφαση νομίμων και επαρκών αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων οι καταθέσεις των μαρτύρων, οι ισολογισμοί χρήσεως της εταιρίας, το δελτίο εργατικής διαφοράς, και επικουρικώς έλαβε υπ' όψιν και τα αποδεικτικά μέσα, ως προς τα οποία προτείνονται οι προαναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες.
Συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, οι ως άνω λόγοι, κατά το σκέλος αυτών το αφορών στον λόγο ακυρότητος των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων εκ λόγων εκδικήσεως του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότιδος εταιρίας, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθ' όσον αφορά δε τον δεύτερο των ως άνω ισχυρισμών - λόγων ακυρότητος της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, περί μη εφαρμογής κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων, ως προς τον οποίον κατά τα ανωτέρω έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκει εν όψει της αναιρετικής εμβελείας του εν λόγω δεκτού γενομένου λόγου, η εξέταση των ως άνω δευτέρου και τρίτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτών, το αφορών το σχετικό κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εξ άλλου, εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.
Εν προκειμένω, εν όψει του κατά τα ανωτέρω δεκτού γενομένου πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο περί ακυρότητος της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων από οικονομοτεχνικούς λόγους ως και ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.
Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 5062/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ