Legislator Case Law & Legislation
184/2018 AI generated

184/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 184/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

184/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του παραπάνω νόμου (α.ν. 1539/1938), η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου, "η νομή δεν επιδικάζεται εις τον ενάγοντα ιδιώτη, εφόσον το Δημόσιον ήθελε αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα, είτε ότι η κυριότητα δεν ανήκει στον ενάγοντα", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ιδίου νόμου "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν.

Keywords

AI generated
public domain access to property restitution of church property deprivation of existing use dominant tenement municipal land
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 184 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 184/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον", νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετα του πληρεξούσιου δικηγόρου Σταμάτη Γρύλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, τις από 7-10-2013 κύριες παρεμβάσεις του ήδη αναιρεσίβλητου και του Ελληνικού Δημοσίου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 837/2015 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 483/2016 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 14-12-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πρ. πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/1.0.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως θεωρούνται και τα ακίνητα κτήματα των διαλελυμένων Ι.Μονών που περιήλθαν και ανήκουν στο Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο (άρθρο 1 παρ.3 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915.

Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθ. 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, και ορίζεται ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους...".

Με βάση τις παραπάνω διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του και, συνεπώς, και η χρησικτησία τρίτων σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 815/2009, ΑΠ 930/2012). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 Εισ.Ν.ΑΚ και επεκτάθηκε και υπέρ των Δήμων και Κοινοτήτων ( άρθρο 1 του ν.δ/τος 31/1968) ορίζεται ότι "επί των αδέσποτων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής".

Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του παραπάνω νόμου (α.ν. 1539/1938), η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου, "η νομή δεν επιδικάζεται εις τον ενάγοντα ιδιώτη, εφόσον το Δημόσιον ήθελε αποδείξει είτε ιδίαν αυτού κυριότητα, είτε ότι η κυριότητα δεν ανήκει στον ενάγοντα", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ιδίου νόμου "τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του α.ν. 1539/1938 προκύπτει ότι το Δημόσιο ή ο Δήμος, σε περίπτωση αυθαίρετης κατάληψης ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του από τρίτο, δεν στερείται τη νομή του (ΟλΑΠ 8/2013). Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α' 67/19-3-2003)" ορίζεται ότι "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου του, εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" και ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.".

Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915. Έτσι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας και επί δημοσίων κτημάτων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία με τις στην παράγραφο 1 περ.

α' και β' διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις και εφόσον πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ. Η ανωτέρω όμως ρύθμιση, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όχι όμως και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των Ο.Τ.Α. ή άλλων ν.π.δ.δ. (ΑΠ 1564/2010, ΑΠ 1824/2014), όπως τούτο προκύπτει από την αδιάστικτη γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων που αναφέρονται μόνο σε ακίνητα του Δημοσίου, κατ' αποκλεισμό άλλων νομικών προσώπων, αλλά και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους.

Διασταλτική ερμηνεία των άνω ουσιαστικών διατάξεων, κατά τρόπο ώστε στο ρυθμιστικό αυτών πεδίο να εμπίπτουν και τα ακίνητα άλλων ν.π.δ.δ. δεν μπορεί να γίνει, διότι οι ρηθείσες διατάξεις, που προβλέπουν την κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου με χρησικτησία, πρέπει να ερμηνευθούν στενά και δεν επιτρέπεται η επέκταση της εφαρμογής τους και σε άλλες περιπτώσεις, εκτός από αυτή, η οποία, ρητώς και ειδικώς, μνημονεύεται στο παραπάνω νόμο, δηλαδή στην ακίνητη περιουσία του Δημοσίου, ενώ ως προς τις λοιπές περιπτώσεις (των ακινήτων των ΟΤΑ ή των ν.π.δ.δ.) δεν υφίσταται γνήσιο κενό του νόμου, αλλ' ηθελημένη από το νομοθέτη αρνητική ρύθμιση, με την έννοια ότι επί ακινήτων του Δημοσίου, και μόνο, χωρεί η υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κτητική παραγραφή.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Τα επίδικα είναι δύο οικοπεδικά τμήματα, ένα οικόπεδο εκτάσεως 323,11 τ.μ και κατά τα κτηματολογικά στοιχεία, 301,62 τ.μ. και ένα οικόπεδο επίσης, εκτάσεως 89,39 τ.μ και κατά τα οικεία κτηματολογικά στοιχεία, 69,80 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στη θέση "..." μέσα στην περιφέρεια και το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου ...

στο οικοδομικό τετράγωνο ... και επί της οδού .... Τα ως άνω εδαφικά τμήματα εμφαίνονται το μεν πρώτο με τα στοιχεία ... και φέρει ΚΑΕΚ ..., το δεύτερο με τα στοιχεία ... και φέρει ΚΑΕΚ ... στο προσκομιζόμενο από μηνός Σεπτεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ. και συνορεύουν κατ' αυτό το μεν πρώτο βορείως με οδό ... (προέκταση της αντίστοιχης οδού του Δήμου ..., πρώην ...), μεσημβρινώς με μη διανοιγείσα ..., δυτικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.

Β. και ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστων, το δε δεύτερο τμήμα βορείως επί πλευράς … μήκους 4,37 μ. με ιδιοκτησία του ενάγοντος, μεσημβρινώς επί πλευράς … μήκους 14,76 μ. με μη διανοιγείσα ..., δυτικώς επί τεθλασμένης γραμμικής οριοθέτησης με τα στοιχεία … μήκους 4 μ., … μήκους 2,56 μ., … μήκους 2,30 μ., … μήκους 4,12 μ.

και … μήκους 7,62 μ. με ιδιοκτησία του ενάγοντος και ανατολικώς επί πλευράς … μήκους 10,56 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων. Τα εν λόγω οικόπεδα αποτελούν τμήματα μείζονος εδαφικής έκτασης 10.000 στρεμμάτων με την ονομασία "..." και την προσωνυμία "...", η οποία περιλαμβάνει τις επί μέρους τοποθεσίες "..., "...", "..." και "..." και οριοθετείται βόρεια με λειβάδι ..., ανατολικά με λόφο ..., δυτικά με γαίες της Μονής ...

και νότια με γαίες παραχωρηθείσες στον Π. Κ. (βλ. την από 17-10-1983 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του μελετητή - τοπογράφου μηχανικού Ι. Π.). Η ειδικότερη τοποθεσία "...", εμβαδού 1.000 στρεμμάτων περίπου, ορίζεται βόρεια με όριο Αθηνών (βουνό ...), ανατολικά με ... και δρόμο ..., δυτικά με όριο Αθηνών (βουνό ελαιών και δάσος) και νότια με θέσεις ... (...) μέχρι την οδό ....

Η Ιερά Μονή ... είχε αποκτήσει την κυριότητα της ανωτέρω ευρύτερης έκτασης του "..." (περιλαμβανομένης και της τοποθεσίας "..."), ως ασκούσα πράξεις νομής επ' αυτής από το έτος 1700 με την καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, την εκμίσθωση της χορτονομής και την απομάκρυνση των καταπατητών, με την πεποίθηση των οργάνων της ότι δεν υφίσταντο βλάβη τα δικαιώματα τρίτων, μέχρι τη διάλυση της το έτος 1836, οπότε η περιουσία της περιήλθε αυτοδικαίως στο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον".

Το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν κατέλαβε την άνω ευρύτερη έκταση δικαιώματι πολέμου από το Τουρκικό Δημόσιο, ούτε λόγω εγκατάλειψης της από άγνωστους Οθωμανούς μετά τον αγώνα υπέρ της ανεξαρτησίας του ελληνικού έθνους, ούτε χρησιδέσποσε ποτέ σε αυτήν, αλλά εκ του νόμου είχε αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του Εκκλησιαστικού Ταμείου, εξακολούθησε να εκμισθώνει την έκταση αυτή ως χορτονομή καθ' όλο το μετέπειτα χρονικό διάστημα.

Τούτο προκύπτει ιδίως από πλείστα έγγραφα του Οικονομικού Εφόρου Πειραιά από το έτος 1888 και έπειτα περί εκδιώξεως των καταπατητών, διενέργειας δημοπρασιών προς εκμίσθωση, προστασίας των μισθωτών, φύλαξης, επιτήρησης και εποπτείας της έκτασης για την απόκρουση αυθαίρετων επεμβάσεων τρίτων. Ενόψει των αποδειχθέντων αυτών περιστατικών, δικαίωμα κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων έχει αποκτήσει το παρεμβαίνον Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο και όχι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Όμως, ορισμένοι εκ των μισθωτών της εν λόγω εκτάσεως αλλά και τρίτοι καταπάτησαν μέρος αυτής το οποίο κατέτμησαν, προκειμένου τα τμήματα αυτά να τα πωλήσουν ως οικόπεδα, ενώ τμήματα αυτής παραχωρήθηκαν εκ μέρους του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου προς τρίτους ιδιώτες. Συγκεκριμένα, ως προς τα επίδικα, αποδείχθηκε ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος-καθού οι κύριες παρεμβάσεις, Α.

Μ., τα απόκτησε σε μείζονα έκταση, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1953 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Χ. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό .... Στις 12 Αυγούστου 1967 ο Α. Μ. μεταβιβάζει με ιδιωτικό συμφωνητικό τα επίδικα ως τμήμα ευρύτερων εκτάσεων στον ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε αποκτά τη νομή τους, την οποία ασκεί ως προς τα επίδικα έως και σήμερα, συνεχώς και αδιαλείπτως, ενεργώντας επ' αυτών εμφανείς υλικές πράξεις, επιβλέποντας τα τακτικά, οριοθετώντας τα, φροντίζοντας για τον καθαρισμό τους από αυτοφυείς κατ' έτος θάμνους, επιμετρώντας και περιφράσσοντας τα, δίχως να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν.

Ειδικότερα ο ενάγων στις 12.8.1967 αγόρασε με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό από τον Α. Μ. του Ν., για την κάλυψη απαίτησης του κατά του τελευταίου εκ συμβάσεως δανείου, επτά αγροτεμάχια, νυν οικοπεδικές εκτάσεις, που βρίσκονται στη θέση "..." των Δήμων... και ... και εμφαίνονται στα υπ' αριθμ. … και …, από Ιανουαρίου 1953, σχέδια-πίνακες διανομής του μηχανικού Δ.

Μ., που έχουν προσαρτηθεί στο ανωτέρω τίτλο κτήσεως του δικαιοπαρόχου πωλητή (υπ' αριθμ. .../1953 συμβόλαιο), έκτοτε δε εγκαταστάθηκε ο ενάγων στη νομή των ως άνω ακινήτων. Στα ως άνω αγροτεμάχια περιλαμβανόταν έκταση εμβαδού 1.386 τ.μ., όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή, η οποία εμφαίνεται με τα στοιχεία … στον από 2.1.1953 υπ' αριθμ.

… πίνακα-σχέδιο του μηχανικού Δ. Μ., που έχει επίσης προσαρτηθεί στο ως άνω αναφερόμενο συμβόλαιο. Ο ενάγων το μήνα Νοέμβριο του 1970 οριοθέτησε και περιέφραξε την ως άνω ιδιοκτησία του, από την οποία είχε απομείνει, λόγω των εκρηκτικών ανατινάξεων όμορου λατομείου, έκταση 750 τ.μ., τον δε μήνα Ιούλιο του 1991, οριοθέτησε εκ νέου την ως άνω ιδιοκτησία του, εκτάσεως, μετά τη ρυμοτόμηση, αυτής -λόγω εντάξεως στο σχέδιο πόλεως του Δήμου ...

και ειδικότερα στο Ο.Τ. … -, 412,50 τ.μ. Μετά τη συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας για την ως άνω εναπομείνασα, εντός σχεδίου πόλεως και ελεύθερης ρυμοτομίας, ιδιοκτησία του, εκτάσεως 412,50 τ.μ., υπέβαλε στη ΔΟΥ Κεφαλαίου … την υπ' αριθμ. …/18.9.1991 δήλωση φόρου έκτακτης χρησικτησίας και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο εκτάκτου χρησικτησίας.

Το έτος 1992, λόγω διαπληκτισμών με τους ιδιοκτήτες όμορου ακινήτου, οι οποίοι διατηρούσαν σιδηρουργικό εργαστήριο και εναπόθεταν στο νότιο μεσημβρινό τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας του διάφορα αντικείμενα και κατόπιν διαβεβαίωσης αυτών περί επικείμενης άρσης της ανωτέρω κατάστασης, μετακίνησε την περίφραξη του ως άνω ακινήτου του, αφήνοντας εκτός αυτής, εδαφικό τμήμα εμβαδού 89,39 Τ.μ. (το οποίο αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα της υπό κρίση αγωγής).

Εν συνεχεία, ο Δήμος ..., επικαλούμενος κυριότητα του στο ανωτέρω ακίνητο δυνάμει της υπ' αριθμ. …/3.1988 πράξης εφαρμογής, προέβη στη διχοτόμηση αυτού - εκτάσεως κατά την κτηματογραφική επιμέτρηση 371,42 τ.μ.- σε δύο οικόπεδα, ήτοι το υπό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού182 τ.μ και το υπό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 189,42 τ.μ και στη συνέχεια, παραχώρησε το δεύτερο εξ αυτών στην εναγόμενη-δεύτερη καθής οι κύριες παρεμβάσεις.

Για το τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, εμβαδού 323,11 τ.μ., ήτοι το εντός της ως άνω περίφραξης τμήμα αυτής, αναγνωρίσθηκε αυτός (ενάγων) κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4161/2007, τελεσίδικης ήδη, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καταχωρήθηκε δε το εμπράγματο δικαίωμα του και στα οικεία κτηματολογικά στοιχεία, η ως άνω ιδιοκτησία του, εκτάσεως κατά τα κτηματογραφικά στοιχεία 301,62 τ.μ., περιγράφεται υπό τα ειδικότερα στοιχεία στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και φέρει ΚΑΕΚ ....

Ωστόσο, και επί του έτερου τμήματος εκ 69,80 τ.μ ο ενάγων ασκούσε τις ίδιες διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως, δίχως να ενοχληθεί από τα κυρίως παρεμβάντα.

Συνεπώς, είχε αποκτήσει την κυριότητα του με την αγωγή επιδίκου, με βάση την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. β του ν. 3127/2003, δεδομένου ότι είχε ήδη συμπληρώσει, κατά το χρόνο έναρξης του ως άνω νόμου, στο πρόσωπο του υπερτριακονταετή νομή, με καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και το έτος 2003, έχοντας την πεποίθηση ότι έχει καταστεί κύριος επ' αυτού, δίχως να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν και ειδικότερα από όργανα του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου ή του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο μάλιστα εισέπραττε επί δεκαετίες τους φόρους, τα τέλη και τα δικαιώματα, που αφορούσαν σε αμφότερα τα ακίνητα και δεν προέβη ποτέ στη σύνταξη πρωτοκόλλου κατάληψης αυτών κατά τις διατάξεις περί δημοσίων κτημάτων (άρθρο 34 παρ. 2 του α.ν 1539/1938), ούτε ενήργησε, τουλάχιστον από το έτος 1967 και εντεύθεν, υλικές πράξεις επ' αυτών.

Η ειδική αυτή χρησικτησία του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, παραδεκτώς προβλήθηκε από τον ενάγοντα -καθ' ού η κύρια παρέμβαση με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απαντώντας στην κύρια παρέμβαση του "Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου" και του Ελληνικού Δημοσίου, και δεν συνιστά μεταβολή της βάσης της αγωγής, με προσθήκη νέας σε αυτήν (αίτηση) ιστορικής βάσης, η οποία (προσθήκη) θα ήταν ανεπίτρεπτη, κατ' άρθρα 106,111,237 παρ. 1 και 741 ΚΠολΔ (βλ.

ΕφΛαρ 324/2011 ΤΝΠ Ισοκράτης). Επίσης, ήταν ορισμένη και νόμιμη, καθώς ο ενάγων -καθ' ού οι κύριες παρεμβάσεις, κατ' ορθή εκτίμηση όσων σχετικώς ισχυρίστηκε, επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κρίνονται αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν με τον σχετικό λόγο της έφεσης τους τα εκκαλούντα - κυρίως παρεμβαίνοντα, ισχυριζόμενα ότι η παραπάνω ένσταση έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι προβλήθηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της τήρησης προδικασίας, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της αίτησης και, σε κάθε περίπτωση, ήταν αόριστη.

Περαιτέρω, είναι χαρακτηριστικό ότι η ευρύτερη περιοχή, ως εμπίπτουσα εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ..., έχει ανοικοδομηθεί, εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφελείας και έχουν δημιουργηθεί δρόμοι για τη διευκόλυνση των κατοίκων. Επομένως, ο ενάγων-πρώτος καθού οι κύριες παρεμβάσεις συμπλήρωσε μέχρι την 19η.3.2003 (χρόνος έναρξης ισχύος του Ν. 3127/2003 περί χρησικτησίας έναντι του δημοσίου), άνω της τριακονταετούς συνεχούς και αδιάλειπτης νομής στα επίδικα (για το υπό ΚΑΕΚ ...

σημειώνεται άλλωστε ότι έχει ήδη, ως προαναφέρθηκε, αναγνωριστεί ως κύριος με τελεσίδικη δικαστική απόφαση), που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα των ακινήτων, χωρίς μάλιστα να του έχει γνωστοποιηθεί τυχόν δικαίωμα του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, του Ελληνικού Δημοσίου ή τρίτου προσώπου επ' αυτών.

Η καλή του πίστη, κατά τα προ λεχθέντα στη μείζονα σκέψη, τεκμαίρεται, ενόψει και του γεγονότος ότι το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης της κακής πίστης αυτού, καθόσον αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου, ο ενάγων είχε την εύλογη πεποίθηση ότι με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση αυτών απέκτησε την κυριότητα τους.

Συνεπώς, απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του ισχυρισμού του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί συνδρομής κακής πίστης στο πρόσωπο του πρώτου των καθών η κύρια παρέμβαση και . δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως του τελευταίου του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, η ασκηθείσα κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη. Ομοίως, ως αβάσιμη κατ" ουσίαν, πρέπει να απορριφθεί και η κύρια παρέμβαση του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, καθόσον δεν αποδείχθηκε υλική πράξη νομής επ' αυτών ή έγερση δικαιώματος του έναντι του καθ' ού οι κύριες παρεμβάσεις. Επειδή, ωστόσο, ο ενάγων παρέλειψε εκ παραδρομής να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας για το ανωτέρω επίδικο με την αγωγή του εμπράγματο δικαίωμα του επί του ΚΑΕΚ ..., κατά την διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής του Δήμου ..., κατά τις γενόμενες εγγραφές στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …, η επίδικη ιδιοκτησία φέρεται ως ανήκουσα στην εναγομένη. Η ανωτέρω αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το εμπράγματο δικαίωμα του ενάγοντος επί του επιδίκου αυτού, διότι τούτο εμφανίζεται στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., με δικαιούχο την εναγομένη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των κυρίως παρεμβαινόντων- εκκαλούντων Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και του "Ν.Π.Δ.Δ. Παλαιόν Εκκλησιαστικών Ταμείον" ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την από 6/3/2012 αγωγή αναγνώρισης κυριότητας και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής που άσκησε ο ενάγων- εφεσίβλητος- καθού οι κύριες παρεμβάσεις και ήδη αναιρεσίβλητος Κ.

Σ. κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης Ε. Χ.- Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), ενώ είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες τις από 7/10/2013 κύριες παρεμβάσεις των προαναφερόμενων παρεμβαινόντων περί αναγνώρισης και διεκδίκησης της κυριότητας του επίδικου και του όμορου με αυτό ακινήτου, αντίστοιχα, και διόρθωσης υπέρ αυτών των σχετικών κτηματολογικών εγγραφών, κατά παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί κτήσης ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, με βάση την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν.3127/2003.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού επί των ακινήτων κτημάτων των διαλελυμένων Ιερών Μονών που περιήλθαν από το νόμο στην κυριότητα του "Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου" μετά το έτος 1836 και τυγχάνουν της προστασίας που προβλέπεται για τα δημόσια κτήματα, νομέας των οποίων εξακολουθεί να θεωρείται το Π.Ε.Τ.

έστω και αν δεν ενήργησε καμία πράξη νομής επ' αυτών, δεν είναι επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τρίτους μετά την 11/9/2015, εκτός εάν αυτοί η επικαλεστούν και αποδείξουν ότι άσκησαν μέχρι τότε καλόπιστη νομή, συνεχώς επί 30 έτη.

Συνεπώς, το δικαίωμα κυριότητας που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης απέκτησε το αναιρεσείον στα περιγραφόμενα στην κύρια παρέμβαση του επίδικα ακίνητα, μετά τη διάλυση της Ιεράς Μονής ... το έτος 1836 και την περιέλευση έκτοτε της περιουσίας της στο ίδιο, τη διαχείριση της οποίας ανέλαβε το Ελληνικό Δημόσιο, δεν μπορεί να καταλυθεί με μόνη την παραδοχή από το Εφετείο του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί κτήσης κυριότητας αυτών, με βάση την ειδικής χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεδομένου μάλιστα, ότι η εν λόγω χρησικτησία αντιτάσσεται μόνο έναντι του Δημοσίου και όχι έναντι των άλλων ν.π.δ.δ., στα οποία εκτείνεται η προστασία του α.ν. 1539/1939, όπως είναι το αναιρεσείον "Ν.Π.Δ.Δ.

Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον". Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ.580παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ. 176, 183, 191παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα, κατά τα άρθρα 22 §§ 1, 3 του 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 ΕισΝΚ), 5 § 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εφαρμόζονται και για το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, το οποίο απολαμβάνει όλων των προνομίων του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 28 παρ.4 ν.2579/1998), η δε νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ.

β' και 3 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 483/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ