Legislator Case Law & Legislation
184/2017 AI generated

184/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 184/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

184/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
access to property right of habitation ownerless property rural land rights rights of landlord deprivation of existing use
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 184 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 184/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Τριαντάφυλλου Μαυρογιάννη

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Γ. του Σ. και 2)Ι. Σ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αγγελική Γεροχρήστου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δε μετέχει στη παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 99/2015 του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-1-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να εξουσιάζει το πράγμα για δικό του.

Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 980 Α.Κ., η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 983 του ίδιου Κώδικα, η νομή, ως δικαίωμα μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του νομέα, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστή σ’ αυτούς την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 12-13/1995). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος, που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος ενάγων είναι κύριος ενός οικοπέδου, έκτασης 230 τ.μ., που βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης του ...

στην οδό ..., επί του οποίου υπάρχει ισόγεια κατοικία. Αυτός απέκτησε αρχικά την κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του με βάση τη με αριθμό ...3.6.2010 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σικυώνος Αναστασίας Μούκουλη, που μεταγράφηκε νόμιμα και στη συνέχεια, κατά την εκκρεμοδικία, περιήλθε σ’ αυτόν και το λοιπό εξ αδιαιρέτου ποσοστό αυτού, που ανήκε στον αδελφό του - πρώτο ενάγοντα, με βάση το με αριθμό ...7.10.2010 συμβόλαιο διανομής της πιο πάνω συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα.

Στον πατέρα και δικαιοπάροχο των πιο πάνω Κ. Ν. το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει, ως από διαθήκη κληρονόμο, με βάση τη με αριθμό .../1998 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σικυώνος Αγγελικής Γιαμπουράνη - Ιωάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα και η αδελφή και δικαιοπάροχος αυτού Ε. Ν. χήρα Γ. Π. είχε γίνει κυρία αυτού με αγορά από τους κληρονόμους του Κ.

Γ., με βάση το με αριθμό .../1953 συμβόλαιο αγοράς του άλλοτε συμβολαιογράφου Σικυώνος Κ.υ Παπαχριστόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, η εναγομένη είναι αποκλειστική κυρία ενός οικοπέδου, που βρίσκεται βόρεια και βορειοανατολικά του ακινήτου του δεύτερου ενάγοντος, το οποίο απέκτησε, ως από διαθήκη κληρονόμος, με βάση τη με αριθμό .../2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γεωργίας Κόνδη - Μουτάφη, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Στον πατέρα και δικαιοπάροχο αυτής Σ. Γ. το πιο πάνω ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Γ., την οποία αποδέχθηκε με βάση τη με αριθμό .../1959 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του άλλοτε συμβολαιογράφου Σικυώνος Σοφοκλή Παπαγεωργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Τα ακίνητα των διαδίκων προέρχονται από τη διανομή ενός μεγαλύτερου ενιαίου ακινήτου, που ανήκε στους απώτερους δικαιοπάροχους αυτών Κ.

και Ι. Γ., η οποία έλαβε χώρα με το με αριθμό .../1924 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Σικυώνος Γεωργίου Ρόκα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Αυτοί διαμοίρασαν το αρχικό ακίνητο σε τέσσερα τμήματα κατά τρόπο χιαστί, έτσι ώστε ο Κ. Γ. να λάβει το βορειοδυτικό και νοτιοανατολικό τμήμα αυτού και ο Ι. Γ. το βορειοανατολικό και νοτιοδυτικό τμήμα.

Οι κληρονόμοι του Κ. Γ., όπως αναφέρεται πιο πάνω, πώλησαν στη δικαιοπάροχο του δεύτερου ενάγοντος το νοτιοανατολικό τμήμα του αρχικού ακινήτου και στη συνέχεια, το έτος 1959, πώλησαν στο Σ. Γ. του Ι. - πατέρα της εναγομένης το βορειοδυτικό τμήμα αυτού, μη έχοντας πλέον σχέση με το ακίνητο αυτό. Ακόμη αποδείχθηκε ότι κατά τη διανομή του έτους 1924 τα δύο αδέλφια Κ.

και Ι. Γ. άφησαν εκτός διανομής μια εδαφική λωρίδα μήκους 13 μέτρων και πλάτους 4,75 μέτρων, η οποία ορίζεται: βόρεια σε πλευρά 4,75 μέτρων με ακίνητο της πρώτης εναγομένης, νότια σε πλευρά 4,75 μέτρων με την οδό ..., ανατολικά σε πλευρά 13 μέτρων με ακίνητο Ο. Π. και δυτικά με ακίνητο του δεύτερου ενάγοντος. Η λωρίδα αυτή παρέμεινε στην εξ αδιαιρέτου κυριότητα των αδελφών Κ.

Γ. και Ι. Γ. κατά ποσοστό 1/2 σε καθένα, οι οποίοι έκαναν κοινή χρήση αυτής ως δίοδο, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των ακινήτων τους, όπως προέκυψαν από την πιο πάνω αναφερόμενη διανομή. Ωστόσο κατά την πώληση του νοτιοανατολικού τμήματος του αρχικού ακινήτου στη δικαιοπάροχο του δεύτερου ενάγοντος Ε.

Π., οι κληρονόμοι του Κ. Γ. δεν μεταβίβασαν και το ποσοστό αυτού στην πιο πάνω εδαφική λωρίδα, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, στο οποίο, ως ανατολικό όριο του ακινήτου αυτού αναφέρεται ιδιωτική οδός και όχι ιδιωτική οδός συγκυριότητας της αγοράστριας. Επιπλέον, στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ενώ γίνεται αναλυτική περιγραφή του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, αναφορά στην ύπαρξη σ’ αυτό παλιάς οικίας και φρέατος, το ότι η οικία αυτή ήταν μισθωμένη από τρίτο, δεν αναφέρεται ότι η αγοράστρια αποκτά οποιοδήποτε δικαίωμα επί της ιδιωτικής οδού, όχι μόνον συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αλλά ούτε και δικαίωμα διόδου, δεδομένου ότι το ακίνητο είχε τότε πρόσοψη σε υπάρχουσα, όμως μη διαμορφωμένη δημοτική οδό.

Από τα πιο πάνω αποδεικνύεται ότι οι κληρονόμοι του Κ. Γ. δεν είχαν την πρόθεση να παραχωρήσουν στην Ε. Π. το δικαίωμα της συγκυριότητας αυτών στην επίδικη εδαφική λωρίδα. Επίσης, το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του Ι. Γ. στην ίδια πιο πάνω εδαφική λωρίδα δε μεταβιβάστηκε στο δικαιοπάροχο της εναγομένης μαζί με το βορειοδυτικό τμήμα του αρχικού ακινήτου.

Η μη μεταβίβαση της εδαφικής λωρίδας στους αγοραστές του νοτιοανατολικού και βορειοδυτικού τμήματος του ενιαίου ακινήτου αποδίδεται στο ότι η λωρίδα αυτή έπαυσε πλέον να εξυπηρετεί τα ακίνητα των αρχικών κυρίων και απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων Κ. Γ. και Ι. Γ., καθόσον το όλο ακίνητο, εκτός αυτού που περιήλθε στην κυριότητα της Ε.

Π. και το οποίο είχε πρόσωπο σε δημοτική οδό, ανήκε στην οικογένεια του Ι. Γ. (στον ίδιο και στο γιο του Σ. Γ.). Ακόμη αποδείχθηκε ότι στο ακίνητο που απέκτησε η δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος υπήρχε παλιά πλινθόκτιστη οικία, η οποία δεν είχε πρόσοψη επί της οδού ..., καθόσον η οδός αυτή διανοίχθηκε μεταγενέστερα, αλλά η είσοδος της αυλής της οικίας βρισκόταν επί της εδαφικής λωρίδας, όπου υπήρχε περίφραξη με πέτρες και αυλόπορτα για την επικοινωνία των ενοίκων, αλλά και προκειμένου να αναχαιτίζονται τα όμβρια ύδατα, που κατέληγαν στη θάλασσα, έχοντας ως φυσική διέξοδο τη λωρίδα αυτή.

Μάλιστα, η οικία αυτή είχε επί της οδού ... τρία παράθυρα και επί της ιδιωτικής οδού δύο παράθυρα, ενώ η είσοδος της βρισκόταν στο εσωτερικό της αυλής. Την πιο πάνω οικία, που κατεδαφίστηκε κατά τους σεισμούς της Αλκυονίδας, εκμίσθωνε έως τότε η απώτερη δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος σε τρίτους, οι οποίοι έκαναν χρήση της ένδικης εδαφικής λωρίδας προκειμένου να εισέρχονται και να εξέρχονται από αυτήν.

Στη συνέχεια, από το έτος 1982 άρχισε η ανέγερση νέας οικίας, η οποία είχε είσοδο επί της οδού ... και δύο παράθυρα επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, τα οποία είχαν συρόμενα κουφώματα. Μάλιστα, στις λοιπές πλευρές της οροφής της κατοικίας, πλην αυτής προς την επίδικη λωρίδα, υπήρχε γείσο. Η ανέγερση της κατοικίας ολοκληρώθηκε το έτος 1985 και εκμισθώθηκε από την Ε.

Π. - δικαιοπάροχο του δεύτερου ενάγοντος, οι μισθωτές αυτής εισέρχονταν στην κατοικία από την κύρια είσοδο της και το τμήμα της αυλής, που συνόρευε με την επίδικη εδαφική λωρίδα, διαμόρφωσαν σε λαχανόκηπο και κήπο με φυτά ήλιους, δηλαδή δε χρησιμοποιούσαν τη λωρίδα αυτή για την είσοδο και έξοδο από την κατοικία μέσω της αυλής της.

Προς την πλευρά της αυλής της ισόγειας κατοικίας του δεύτερου ενάγοντος, όπου οι μισθωτές της είχαν διαμορφώσει σε κήπο, η ισόγεια κατοικία είχε δύο πόρτες εισόδου και μια πόρτα δωματίου, οι οποίες βρισκόταν σε ύψος περίπου σαράντα εκατοστών από το έδαφος. Περαιτέρω, η κύρια είσοδος της κατοικίας αυτής επί της οδού ...

είχε δύο εσωτερικά σκαλοπάτια, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται το πλάτος και το ύψος αυτών. Το έτος 1993 κατοίκησε στην πιο πάνω οικία η δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος, η οποία βρισκόταν σε μεγάλη ηλικία, είχε προβλήματα στη βάδιση και χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό βακτηρία σε σχήμα Π. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι η πιο πάνω χρησιμοποιούσε τις πόρτες της αυλής για την είσοδο και την έξοδο της από την κατοικία της, άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν ήταν εύκολη η πρόσβαση της από τις εισόδους της αυλής, που απείχαν σαράντα πόντους από το έδαφος, που επιπλέον δεν ήταν ομαλό, ενώ περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατη η πρόσβαση αυτής στην κατοικία της από την είσοδο επί της οδού ..., αφού δεν αποδείχθηκε ότι το πλάτος και το ύψος των σκαλοπατιών καθιστούσαν αδύνατη την πρόσβαση αυτής στην κατοικία της από την κεντρική είσοδο της κατοικίας.

Εξάλλου, ενώ ο ενάγων προσκομίζει φωτογραφίες του εξωτερικού της οικίας, στις οποίες φαίνονται τα παράθυρα και οι πόρτες αυτής (κύρια είσοδος και δευτερεύουσα), δεν προσκομίζει φωτογραφίες του εσωτερικού της κυρίας εισόδου, όπου βρίσκονται τα σκαλοπάτια, έτσι ώστε να αποδειχθεί ότι από το σημείο εκείνο ήταν αδύνατη για την Ε.

Π. η είσοδος στην κατοικία της, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Ακολούθως δεν αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος από το έτος 1993 έως και το θάνατο της κατά το έτος 1996, αλλά και προηγουμένως οι μισθωτές της οικίας αυτής κατά τα έτη 1985 -1992 έκαναν χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας προκειμένου να εισέρχονται και να εξέρχονται στην οικία αυτή.

Ούτε ακόμη αποδείχθηκε ότι διαμέσου της επίδικης εδαφικής λωρίδας, κατά το διάστημα 1985 - 1996 εισέρχονταν αυτοκίνητα στην αυλή της κατοικίας, καθόσον δε διέθεταν αυτοκίνητα ούτε οι μισθωτές της οικίας ούτε η εκμισθώτρια και κυρία αυτής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας και άμεσος δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος Κ.

Ν. κατά το έτος 1996, όταν κατέστη κύριος του οικοπέδου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Ε. Π., μετά από άδεια του δικαιοπαρόχου της εναγομένης και σε συνεννόηση μ’ αυτόν, προέβη στη διάνοιξη ορύγματος κατά μήκος της επίδικης λωρίδας σε απόσταση 0,5 έως 1,0 μέτρο από τον τοίχο της οικίας του, προκειμένου να συνδέσει το σωλήνα αποχέτευσης της οικίας με το δημοτικό αποχετευτικό σύστημα, που διέρχεται από την οδό ...

και στη συνέχεια προέβη στην αποκατάσταση του ορύγματος αυτού με χαλικόστρωση, προκειμένου να επαναφέρει την επίδικη λωρίδα στην πρότερη κατάσταση. Επίσης, στα πλαίσια των σχέσεων γειτονίας οι εναγόμενοι ανέχθηκαν τις εργασίες κατασκευής αλλά και ανακαίνισης της οικίας του ενάγοντος και ειδικότερα την αποκατάσταση του σοβά και την αντικατάσταση των συρόμενων κουφωμάτων των παραθύρων από νέα εσωτερικά, καθώς και την αντικατάσταση της αυλόπορτας.

Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος μέχρι το θάνατο του, το έτος 2010, εισερχόταν ο ίδιος και οι επισκέπτες του στην κατοικία του μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας ή ότι τη χρησιμοποιούσαν για μεταφορά εμπορευμάτων με αυτοκίνητα ή ότι χρησιμοποιούσαν την αυλή της οικίας ως χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων τους που εισέρχονταν σ’ αυτήν μέσω της επίδικης λωρίδας, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείθεται απ’ όσα αναφέρει η σύζυγος του ενάγοντος στην ένορκη κατάθεση της, που δε συνεπικουρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι στην πλευρά της επίδικης λωρίδας προς την οδό ... ο δικαιοπάροχος της εναγομένης είχε τοποθετήσει ξύλινη πόρτα, που απέκλειε την είσοδο τρίτων στη λωρίδα αυτή, άλλωστε από τη λωρίδα αυτή εισέρχονταν και οι μισθωτές του ακινήτου του Κ. και Κ., που διατηρούσαν επιχείρηση μπαρ -εστιατορίου με πρόσωπο στη βόρεια πλευρά του ακινήτου και την παραλιακή οδό, από το έτος 1980, καθώς επίσης και οι επαγγελματίες ανεφοδιασμού των επιχειρήσεων αυτών, ενώ, πολύ παλαιότερα, πριν από την κατάρρευση της παλιάς πλινθόκτιστης οικίας της απώτερης δικαιοπαρόχου του δεύτερου ενάγοντος, οι μισθωτές αυτής εισέρχονταν στην κατοικίας τους μέσω της επίδικης λωρίδας.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι είχε τοποθετηθεί ξύλινη πόρτα στο σημείο όπου αρχίζει η ιδιοκτησία του Ι. Γ. σε συνέχεια της επίδικης εδαφικής λωρίδας προς τη θάλασσα, η οποία αφαιρέθηκε το έτος 1982, όταν το ακίνητο αυτού εκμισθώθηκε στον Κ., ο οποίος τοποθέτησε λυόμενη κατασκευή για τη λειτουργία επιχείρησης εστιατορίου, τη λειτουργία της οποίας συνέχισε ο Κ..

Επομένως, την επίδικη λωρίδα χρησιμοποιούσαν μέχρι την κατάρρευσή της κατά τους σεισμούς της Αλκιονίδας το έτος 1981 οι ένοικοι της παλιάς οικίας της δικαιοπαρόχου του δεύτερου ενάγοντος για να εισέρχονται στην οικία τους, όπως τους είχε υποδειχθεί από την εκμισθώτριά τους και χωρίς να υπάρχει αντίδραση του δικαιοπαρόχου της εναγομένης για τη χρήση αυτή.

Μάλιστα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Κ. και μισθωτής ακινήτου του δικαιοπαρόχου της εναγομένης, σε ερώτηση του προς αυτόν αν μπορεί να χρησιμοποιεί την επίδικη λωρίδα, αυτός του πρότεινε να λάβει την άδεια και από την απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, στοιχείο που αποδεικνύει ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων είχαν αποδεχθεί την από κοινού διέλευση αυτών από την επίδικη λωρίδα, η οποία άλλωστε είχε εξαιρεθεί της μεταβίβασης προς αυτούς.

Όμως, στη συνέχεια και ειδικότερα από το έτος 1985 και μέχρι το έτος 2010, οι μισθωτές της νέας οικίας της Ε. Π., κατά τα έτη 1985 -1992, η ίδια η πιο πάνω απώτερη δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος, κατά τα έτη 1993 - 1996 και ο άμεσος δικαιοπάροχος και πατέρας αυτού, κατά τα έτη 1996 - 2010, δεν αποδείχθηκε ότι έκαναν χρήση της επίδικης λωρίδας για την είσοδο στην κατοικία τους ή τη μεταφορά εμπορευμάτων σ’ αυτήν, με συνέπεια, ακόμη και αν η Ε.

Π., πιστεύοντας ότι είναι κυρία της επίδικης λωρίδας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, έχοντας δηλαδή τη διάνοια συγκυρίας αυτής κατά το πιο πάνω ποσοστό, είχε αποκτήσει τη συγκυριότητα αυτής, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χρησιμοποιώντας την κατά τον προορισμό της δια μέσου των μισθωτών της κατοικίας της, ως βοηθοί στη νομή της, για την είσοδο στο ακίνητο της, από το έτος 1953 έως το έτος 1981, το δικαίωμα της αυτό αδράνησε, λόγω μη άσκησης του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και ειδικότερα από το έτος 1985 έως το έτος 2010.

Έτσι, το δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της επίδικης εδαφικής λωρίδας, που ο πατέρας και δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος απέκτησε το έτος 1998, έχει υποπέσει σε παραγραφή, τουλάχιστον από το τέλος του έτους 2005, επομένως αυτός, κατά το χρόνο του θανάτου του το έτος 2010, δε βρισκόταν στη συγκυριότητα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ώστε το δικαίωμα αυτό να περιέλθει κατά το θάνατο του στους κληρονόμους του.

Ακολούθως, όταν ο εναγόμενος, κατ’ εντολή της εναγομένης, τον Ιούλιο του έτους 2009 τοποθέτησε στην εξωτερική γωνία της επίδικης εδαφικής λωρίδας σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο της κατοικίας του δεύτερου ενάγοντος σιδερένιο πάσαλο ύψους 2,0 μέτρων, επίσης στη νοτιοανατολική γωνία της ίδιας εδαφικής λωρίδας σιδερένιο πάσαλο ύψους 1,5 μέτρων και τρίτο σιδερένιο πάσαλο ύψους 0,5 μέτρων μπροστά από την αυλόπορτα της νοτιοανατολικής πλευράς της αυλής της κατοικίας του παραπάνω ενάγοντος, αποκλείοντας την είσοδο και έξοδο αυτοκινήτων στην αυλή της κατοικίας αυτού, δεν προέβη στην προσβολή του δικαιώματος συγκυριότητας του δεύτερου ενάγοντος, καθόσον αυτός δεν είχε κανένα δικαίωμα επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας.

Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, η ένσταση παραγραφής του δικαιώματος του δεύτερου ενάγοντος, που πρότειναν οι εναγόμενοι και επαναφέρουν ως λόγο έφεσης τους, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, ως αβάσιμη κατ’ ουσία την ένδικη από 12-8-2010 και υπ’ αύξ.

αριθμ. καταθ....2010 αρνητική (συγ)κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων, θεμελιούμενη κυρίως στον παράγωγο τρόπο (αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφή αυτής) και επικουρικώς στον πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία). Ακολούθως, δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση των αναιρεσίβλητων και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου της προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο ότι κατά την πώληση του νοτιοανατολικού τμήματος του αρχικού (μείζονος) ακινήτου στη δικαιοπάροχο του ήδη αναιρεσείοντος Ε. Π., οι κληρονόμοι του Κ. Γ. δεν μεταβίβασαν και το ποσοστό αυτού στην επίδικη εδαφική λωρίδα, όπως αποδεικνύεται και από το σχετικό συμβόλαιο αγοράς (υπ’ αριθμ..../1953), και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του Κ.

Ν. και η ως άνω απώτερη δικαιοπάροχός του από το 1953 έως το 2010 δεν αποδείχθηκε ότι έκαναν χρήση αυτής με διάνοια συγκυρίου, κατά το επικαλούμενο ποσοστό, και έτσι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε την επικαλούμενη συγκυριότητα επ’ αυτής παραγώγως, σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής του, καθόσον οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοί του (άμεσος και απώτερη) δεν ήσαν αληθείς (συγ)κύριοι αυτής, αφού ουδέποτε τη νεμήθηκαν και έτσι δεν απέκτησε τη συγκυριότητα αυτής με έκτακτη χρησικτησία, ενώ δεν αποτέλεσε αντικείμενο δίκης η αναγνώριση δικαιώματος συγκυριότητας στο πρόσωπο του Σ.

Γ., ώστε να ερευνηθεί εάν αυτός και πότε εκδήλωσε βούληση νομής ολόκληρης της επίδικης λωρίδας, γι’ αυτό και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Όσον αφορά την επάλληλη απορριπτική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί αποδυναμώσεως δικαιώματος συγκυριότητας, η σχετική αιτίαση είναι αλυσιτελής και ως τέτοια απορριπτέα, διότι δεν πλήττει την απορριπτική κρίση περί αποδυναμώσεως, με συνέπεια η τελευταία να αρκεί από μόνη της να στηρίξει το διατακτικό της.

Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο αναιρετικό λόγο είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του, ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοί του δεν απώλεσαν τη νομή της επίδικης λωρίδας, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά η νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί διαλαμβάνει ανεπαρκή αιτιολογία αλλά και δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, κατά το λόγο αυτόν, οι επίμαχες παραδοχές της αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "α) Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πατέρας και άμεσος δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος Κ. Ν. κατά το έτος 1996, όταν κατέστη κύριος του οικοπέδου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Ε. Π., μετά από άδεια του δικαιοπαρόχου της εναγομένης και σε συνεννόηση μ’ αυτόν, προέβη στη διάνοιξη ορύγματος κατά μήκος της επίδικης λωρίδας σε απόσταση 0,5 έως 1,0 μέτρο από τον τοίχο της οικίας του, προκειμένου να συνδέσει το σωλήνα αποχέτευσης της οικίας με το δημοτικό αποχετευτικό σύστημα, που διέρχεται από την οδό ...

και στη συνέχεια προέβη στην αποκατάσταση του ορύγματος αυτού με χαλικόστρωση, προκειμένου να επαναφέρει την επίδικη λωρίδα στην πρότερη κατάσταση. Και β) Επίσης στα πλαίσια των σχέσεων γειτονίας οι εναγόμενοι ανέχθηκαν τις εργασίες κατασκευής αλλά και ανακαίνισης της οικίας του ενάγοντος και ειδικότερα την αποκατάσταση του σοβά και την αντικατάσταση των συρόμενων κουφωμάτων των παραθύρων από νέα εσωτερικά, καθώς και την αντικατάσταση της αυλόπορτας", χωρίς να αναφέρεται καθόλου, στην πρώτη περίπτωση, η ιδιότητά του (κύριος, συγκύριος, νομέας, συννομέας ή τι άλλο) με την οποία έδωσε την ως άνω άδεια ο δικαιοπάροχος της εναγομένης Σ.

Γ. και, στη δεύτερη περίπτωση, ο χρόνος των εν λόγω πράξεων, ο τρόπος με τον οποίο έγιναν κύριοι και ποιου γειτονικού ακινήτου ως ιδιοκτήτες ανέχθηκαν την προαναφερθείσα αντικατάσταση. Οι παραδοχές όμως αυτές της αποφάσεως δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή δικαιώματος, αλλά περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή της επικαλούμενης διάταξης του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθία αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-1-2016 αίτηση του Δ. Ν. του Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 99/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ