184/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated184/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Κατά το άρθρο 656 εδ. α'ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σ' άλλο χρόνο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 184 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 184/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πρωτοβάθμιας επαγγελματικής εργοδοτικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Παππά.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 408/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 7-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ.... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου στη δικάσιμο της 5-5-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, η δε αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε δικηγόρος της κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτής.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 656 εδ. α'ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σ' άλλο χρόνο.
Για να θεωρηθεί ο εργοδότης υπερήμερος , σύμφωνα με τις γενικές αρχές των ενοχών, πρέπει, εκτός άλλων, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ύπαρξη συμβάσεως εργασίας. β) Προσφορά εργασίας από τον εργαζόμενο. Η προσφορά αυτή πρέπει να γίνεται αυτοπρόσωπα στο μισθωτή της εργασίας, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη συμφωνία ή τις περιστάσεις.
Η προσφορά πρέπει να είναι πραγματική και προσήκουσα. Πραγματική προσφορά στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εκμισθωτής μεταβεί στην επιχείρηση τον καθορισμένο χρόνο και ζητήσει να αναλάβει εργασία. Όταν απαιτείται πραγματική προσφορά δεν χρειάζεται να είναι συνεχής αλλά αρκεί να γίνει μια φορά για να επιφέρει αποτελέσματα.
Προσήκουσα δε είναι η προσφορά, όταν γίνεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο και περιλαμβάνει οφειλόμενη ποιότητα. γ) Μη αποδοχή εργασίας από το μισθωτή. Είναι αδιάφορο αν πρόκειται για υπαίτια άρνηση ή για ανυπαίτια αδυναμία (αντικειμενική υπερημερία). Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 ΑΚ "Ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή που του προσφέρεται.
Η προσφορά πρέπει να είναι πραγματική και προσήκουσα". Οσάκις για την εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη δεν απαιτείται προηγούμενη ενέργεια του δανειστή παρά μόνο αρκεί αποδοχή της παροχής εκ μέρους του δανειστή, τότε ο δανειστής γίνεται υπερήμερος με πραγματική προσφορά της παροχής και άρνησή της εκ μέρους του κατά τη διάταξη του άρθρου 349 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση, τα ακόλουθα: Στις ...2003 η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτό τις υπηρεσίες της ως γραμματέας, με συμφωνηθείσα πενθήμερη εβδομαδιαία και οκτάωρη ημερήσια απασχόληση, ήτοι, προκειμένου να εργαστεί από Δευτέρα έως και Παρασκευή και από ώρα 08.00 έως 16.00 με συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές 713,44 ευρώ.
Από της ως άνω προσλήψεώς της, η ενάγουσα προσέφερε ανελλιπώς και προσηκόντως τις προαναφερόμενες υπηρεσίες της στο εναγόμενο έως τις ...2003, οπότε η ενάγουσα προσήλθε στα γραφεία του εναγομένου προκειμένου να εργαστεί, πλην όμως βρήκε ότι η εξωτερική πόρτα είχε διαρρηχθεί και παραβιαστεί και είχαν αφαιρεθεί από τα γραφεία πολλά αντικείμενα.
Παρόλο όμως που η ίδια προσέφερε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο κατά την ημέρα εκείνη, το τελευταίο αρνήθηκε να τις αποδεχθεί, πράγμα που συνέβη και τη Δευτέρα 27-10-2003, καθώς επίσης και τις επόμενες ημέρες. Ακολούθως, στις 6-11-2003 η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου κατάγγειλε τη μη αποδοχή της εργασίας της από το εναγόμενο και τη μη καταβολή εργατικών της αξιώσεων.
Έτσι, το εναγόμενο, μη αποδεχόμενο τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας και μη καταγγέλλοντας με το νόμιμο τρόπο (ήτοι εγγράφως και με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως) τη μεταξύ αυτού και της ενάγουσας υπάρχουσα σύμβαση εργασίας, κατέστη υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας της.
Εξαιτίας της υπερημερίας του, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας, δεδουλευμένες αποδοχές, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, παράνομη υπερωριακή εργασία και δώρο Χριστουγέννων. Έτσι κρίνοντας το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση για το σχηματισμό της κρίσης του για υπερημερία του αναιρεσείοντος περί την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσίβλητης αναφορικά με την πραγματική προσφορά των υπηρεσιών της όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική εκτίμηση των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι κανόνες αυτοί για την ύπαρξη (γέννηση) του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, τους οποίους και δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αναιρεσίβλητη μετέβη στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος και ζήτησε να αναλάβει εργασία, το τελευταίο όμως δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες της και έκτοτε έγινε υπερήμερο. Η μη αναφορά ότι ζητήθηκε η ανάληψη της εργασίας από το νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος ως έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων δεν ελέγχεται από το λόγο του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ.1 του ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία για το σχηματισμό της κρίσης του περί πραγματικής από την αναιρεσίβλητη προσφοράς των υπηρεσιών της και, ακολούθως, μετά από επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε δεχτεί την αγωγή, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2008 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 39/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ