Legislator Case Law & Legislation
184/2008 AI generated

184/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 184/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2435/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3577/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

184/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά από ένα χρόνο από την περί προαγωγής των υπαλλήλων απόφαση του διοικητικού συμβουλίου (της Τράπεζας αυτής) για τους ανώτατους και του Διοικητή για τους λοιπούς υπαλλήλους οι μη προαχθέντες υπάλληλοι δεν μπορούν, συγκρίνοντες ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου τους εαυτούς τους, να προτείνουν ότι αυτοί έπρεπε να προαχθούν αντί των προαχθέντων.

Keywords

AI generated
banking supervision financial crisis banking policy banking profession bank resolution bankruptcy official
AI generated
94/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1390/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
181/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2165/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6074/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2006 αίτησή της.
73/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1092/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 184 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 184/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Κυρίλλου, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου:Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στρούζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2435/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3577/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 29/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 28 της υπ' αρίθμ, 7905/20-2-1987 αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 3 του α.ν 430/1968, προσετέθη στο άρθρο 108 του Οργανισμού της "Αγροτικής Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" νέα παράγραφος με αριθμό 3, η οποία κυρώθηκε από 23-3-1987 με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 1750/1988 και όριζε τα εξής:

Μετά από ένα χρόνο από την περί προαγωγής των υπαλλήλων απόφαση του διοικητικού συμβουλίου (της Τράπεζας αυτής) για τους ανώτατους και του Διοικητή για τους λοιπούς υπαλλήλους οι μη προαχθέντες υπάλληλοι δεν μπορούν, συγκρίνοντες ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου τους εαυτούς τους, να προτείνουν ότι αυτοί έπρεπε να προαχθούν αντί των προαχθέντων.

Η, ισχύ νόμου έχουσα, διάταξη αυτή του άρθρου 108 παρ.3 του Οργανισμού της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" καταργήθηκε με το άρθρο 28 παρ.3 του ν. 2085/1992, που όρισε αποσβεστική προθεσμία έξι μηνών από την έκδοση της αποφάσεως του αρμοδίου περί προαγωγών οργάνου για την άσκηση αξιώσεων υπαλλήλων ή συνταξιούχων των τραπεζών, οι οποίοι παραλείφθηκαν κατά τις προαγωγές αυτές.

Η κατάργησης αυτή προκύπτει από τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 28 παρ. 3 του ν. 2085/1992, η οποία αναφέρεται στους υπαλλήλους ή συνταξιούχους όλων αδιακρίτως των τραπεζών, σε συνδυασμό προς το ότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 28 παρ. 3 του ν. 2085/1982 είχε ενταχθεί στο με τις λοιπές διατάξεις του ίδιου άρθρου 28 παρ. 3 και 4 εισαχθέν ενιαίο για τους υπαλλήλους η συνταξιούχους όλων των τραπεζών σύστημα προσβολής των παραλείψεών τους σε προαγωγές και ότι το άρθρο 31 του ν. 2085/1992 όρισε ότι καταργούνται διατάξεις που αντίκεινται στο νόμο αυτόν ή αφορούν θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν, όπως, επομένως, είναι και το θέμα της ως άνω προθεσμίας.

Άρα, όταν με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 2224/1992 καταργήθηκε στο σύνολο της η ρύθμιση των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 28 του ν. 2085/1992 (συνεπώς και η για την ανωτέρω εξάμηνη προθεσμία) και ορίστηκε ότι για δικαστική επιδίωξη της αναγνωρίσεως δικαιώματος προαγωγής ή αξιώσεων από την παράλειψη προαγωγής ισχύει η συνήθης (πενταετής) παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, η με το άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 2085/1992 καταργηθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 108 παρ. 3 του Οργανισμού "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" εξακολούθησε να παραμένει καταργημένη, μη δυνάμενη να αναβιώσει χωρίς τη θέσπιση περί τούτου διατάξεως.

Το Εφετείο, λοιπόν, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι η από 31-5-2000 ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου υπαλλήλου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "Αγροτικής τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", με την οποία ασκήθηκαν δικαιώματα αυτού από την παράλειψη προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 28-6-1995, δεν ήταν απαράδεκτη, καίτοι ασκήθηκε (επιδόθηκε) την 26-6-2000, δηλαδή με την πάροδο της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας που έτασσε το καταργηθέν ήδη άρθρο 108 παρ. 3 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, και απέρριψε έτσι ως αβάσιμη την προβληθείσα από την τελευταία αυτή σχετική ένσταση, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ούτε εκείνες του άρθρου 1 του ν.δ 170/1974.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 101, 102, 104 παρ. 1 και 2, 106 παρ.3 και 107 του από 13-9-1968 Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 389/2-4-1973 (τεύχος β), κυρώθηκε με το ν.δ 213/1973 και επέχει ισχύ νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, οι προαγωγές στους βαθμούς του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή ενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.

Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101 - 104 του ως άνω Οργανισμού και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινομένων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊστάμενων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά τη κρίση του Συμβουλίου, χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινομένων.

Ως πρακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται εκείνοι οι υπάλληλοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα σενεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα, τόσο τη γενική (ΓΥΑ - χρόνο προσλήψεως) όσο και την ειδική (ΕΥΑ - κατεχόμενου βαθμού), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.

Η κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνο ως προς τη νομιμότητα της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο έλεγχος της συμμορφώσεώς του προς τις επιταγές του άρθρου 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό απορρέει από το δημόσιο είτε από το ιδιωτικό δίκαιο.

Έτσι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβάλλεται στη δικαστική κρίση αποδειχθεί ότι το ως άνω Διοικητικό Συμβούλιο παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο της ΑΤΕ, ο οποίος καταφανώς υπερείχε και έπρεπε, σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, να προαχθεί, υπερβαίνοντας καταφανώς τα όρια που το άρθρο 281 ΑΚ επιβάλλει στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων και δη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του ως συλλογικού οργάνου κρίσεως, η απόφαση του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρθρο 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ) και παρέχει στον υπάλληλο που παραλείφθηκε το δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του κατ' άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ, οπότε με την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως από το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να συντελεστεί, κατ' άρθρο 12 του ν. 1082/1980, αλλά και αποζημίωση περιλαμβάνουσα τις αποδοχές του, που προσδοκούσε με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις, ως διαφυγόν κέρδος από την εις βάρος του αδικοπραξία - κατάχρηση δικαιώματος -, και επιπλέον την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξεως των οργάνων της εργοδότριας Τράπεζας, που την αντιπροσωπεύουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά τα άρθρα 71, 281, 914, 297, 298, 299, 932 ΑΚ.

Μπορεί όμως η ΑΤΕ, αμυνόμενη κατά της αγωγής, που αφορά αξιώσεις υπαλλήλου της, που κατά παράβαση των ανωτέρων διατάξεων παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, να προβάλει τον ισχυρισμό ότι, και αν δεν προάγονταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του ενάγοντος συνάδελφοί του, θα προάγονταν άλλοι συνάδελφοί του, που υπερτερούν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων, αλλά και έναντι του ενάγοντος και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις.

Ο ισχυρισμός αυτό αποτελεί διακωλυτική της γενέσεως της με την αγωγή ασκούμενης αξιώσεως καταχρηστική ένσταση, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) διορίσθηκε στην αναιρεσείουσα (εναγόμενη) Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, στις 9-10-1972, με τον βαθμό του Υπολογιστή, μετά από επιτυχία του σε διαγωνισμό. Προήχθη με αρχαιότητα και με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 9-6-1985.

Είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέματα: 1) Αξιολόγηση Επενδύσεων Επιπ.1, 2) Αναπτυξιακός νόμος 1262/1982 και οι αρμοδιότητες της ΑΤΕ, 3) Αξιολόγηση Επενδύσεων Επιπ.2, 4) Μηχανογραφημένη Λογιστική και Χορηγήσεις Δανείων, 5) Νέα Τραπεζικά Προϊόντα.

Άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου του γραφείου της Υπηρεσίες Συνεταιρισμών Νιγρίτας από 4-3 1976 έως 24-9-1976, Προϊσταμένου της ιδίας Υπηρεσίας Σουφλίου από 29-7-1982 έως 13-3-1988, Προϊσταμένου της ίδιας Υπηρεσίας Νέας Ζίχνης από 14-3-1988 έως 5-8-1993 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Επιθεώρησης Συνεταιρισμών Σερρών από 6-8-1993 έως 28-9-2000.

Γνωρίζει Αγγλικά σε επίπεδο μέτριο και στα φύλλα ποιότητας α) Επιθεωρήσεως των ετών 1989 και 1993 χαρακτηρίζεται Άριστος και β) της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών από 1988 μέχρι και 1999 χαρακτηρίζεται Άριστος. Κατά τις προαγωγές της 28-6-1995 για την πλήρωση κενών θέσεων Υποδιευθυντή το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, κατόπιν προτάσεως του Διοικητή της, παρέλειψε τον αναιρεσίβλητο, ενώ προήγαγε τους κατωτέρω ομοιόβαθμους συναδέλφους του, με τα αντίστοιχα προσόντα, οι οποίοι κατονομάζονται στην αγωγή προς σύγκριση: 1)Γ1.

Προϋπηρέτησε στην αναιρεσείουσα ως ημερομίσθιος εντός του χρονικού διαστήματος από 24-7-1963 έως 15-6-1968. Διορίστηκε, κατόπιν επιτυχίας του σε εσωτερικό διαγωνισμό, στις 17-6-1968, με τον βαθμό του Γραφέα, κατόπιν δε μετατάχθηκε στον κλάδο των Οικονομικών Υπαλλήλων με τον βαθμό του Βοηθού. Προήχθη κατ' απόλυτον εκλογήν στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-5-1984.

Έχει απολυτήριο Γυμνασίου. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέματα: 1) Επικοινωνία: πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς, από 4-7-90 έως 6-7-90 και από 3-6-1991 έως 7-6-1991 και β) Management. Πρότυπα διοικητικής Συμπεριφοράς και Τραπεζικά Θέματα. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Λογιστηρίου Καταστήματος Ξυλαγάνης από 4-6-1980 έως 3-3-1983, Διευθυντού Καταστήματος Ξυλαγάνης από 5-7-1988 έως 5-5-1994 και Διευθυντού Κομοτηνής από 6-5-1994 έως 10-7-1996.

Στα φύλλα Ποιότητας της Επιθεώρησης του έτους α) 1999 χαρακτηρίζεται Λίαν Επαρκής και β) 1992 χαρακτηρίζεται Άριστος. Τέλος του επεβλήθη, ως πειθαρχική ποινή, η ποινή της γραπτής Επιπλήξεως, διότι ως Διευθυντής παρέλειψε να επιδείξει την εκ της θέσεώς του προσοχή και επιμέλεια, με συνέπεια ο υπάλληλος ........

να προβαίνει ανεξέλεγκτα σε αντικανονικές, παράνομες και ποινικές κολάσιμες πράξεις και να υπεξαιρεί σημαντικά χρηματικά ποσά. 2)Γ2. Προϋπηρέτησε στην αναιρεσείουσα ως ημερομίσθιος εντός του χρονικού διαστήματος από 28-8-1963 έως 7-6-1968. Διορίστηκε με τον βαθμό του Γραφέα Δ' μετά από επιτυχία του σε εξωτερικό διαγωνισμό στις 10-12-1967.

Μετατάχθηκε στον κλάδο των Οικονομικών Υπαλλήλων με τον βαθμό του Βοηθού την 1-5-1972. Προήχθη κατ' απόλυτον εκλογήν στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-5-1985. Έχει απολυτήριο Γυμνασίου. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέματα: 1) Στήριξη του Συνεταιριστικού κινήματος, 2) Διοίκηση Ανθρωπίνου Δυναμικού, 3) Τραπεζικά θέματα και Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς, 4) GRID - Διοικητικό, 5) Εισαγωγές - Εξαγωγές

ΙΙ, 6) Διαγνωστική Επιχειρήσεων - Ειδικά Θέματα, 7) Τραπεζικό Marketing. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου του Γραφείου Καταθέσεων Μολάων από 6-2-1976 έως 5-3-1979, Προϊσταμένου του Γραφείου Χορηγήσεων Μολάων από 6-3-1979 έως 16-7-1984, Προϊσταμένου Λογιστηρίου Μολάων από 17-7-1984 έως 21-4-1985, Διευθυντή Μολάων από 22-4-1985 έως 22-8-1991. Υποδιευθυντή Αιγίου από 23-8-1991 έως 18-8-1994, Διευθυντή Μολάων από 28-7-1994 έως 18-8-1994 και Διευθυντής Σπάρτης από 19-8-1994 έως 27-6-1995.

Στα φύλλα Επιθεώρησης των ετών α)1988 και 1991 χαρακτηρίζεται Λιαν Επαρκής και β) 1993 χαρακτηρίζεται από τον Α' Κριτή 'Άριστος και από τον Β' Κριτή Λίαν Επαρκής. 3)Γ3. Προϋπηρέτησε στην αναιρεσείουσα ως ημερομίσθιος από 22-8-1963 έως 31-7-1968. Διορίστηκε την 1η-8-1968 με τον βαθμό του Γραφέα μετά από επιτυχία στον εσωτερικό διαγωνισμό της 10-12-1967.

Μετατάχθηκε στον Κλάδο των Οικονομικών Υπαλλήλων με τον βαθμό του Βοηθού από 1-5-1972. Προήχθη κατ' απόλυτον εκλογήν στον βαθμό του Τμηματάρχη Α την 1-5-1987. Έχει απολυτήριο Γυμνασίου. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου του γραφείου Συναλλαγών και Καταθέσεων Ξυλοκάστρου από 8-9-77 έως 31-3-1978 και από 6-6-1978 έως 21-10-1972. Προϊσταμένου της Θυρίδας Παλαιού Φαλήρου από 2-5-1980 έως 8-11-1982, Προϊσταμένου του Γραφείου Κινήσεως Κεφαλαίων Αθηνών από 9-11-1982 έως 19-9-1983, Προϊσταμένου της θυρίδος Καλλιθέας από 20-9-1983 έως 21-11-1983, Προϊσταμένου του Γραφείου Κινήσεως Κεφαλαίων Αθηνών από 22-11-1983 έως 25-8-1991, Προϊσταμένου Λογιστηρίου Αθηνών από 26-8-1991 έως 13-7-1993 και Υποδιευθυντή Αθηνών από 14-7-1993 έως 27-6-1995.

Στα φύλλα Ποιότητας α) Της Υπηρεσιακής του μονάδας των ετών από 1987 έως 1992 χαρακτηρίζεται Άριστος και β) της Επιθεωρήσεως των ετών 1987, 1990 και 1992 χαρακτηρίζεται Άριστος. 4) Γ4. Διορίστηκε στην αναρεσείουσα με τον βαθμό του Υπόλογιστή μετά από επιτυχία σε εξωτερικό βαθμό του Τμηματάρχη Α στις 31-7-1985. Έχει πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς.

Παρακολούθησε σεμινάρια με θέματα 1) Αξιολόγηση Επενδύσεων Επ.1, 2) Αναπτυξιακός νόμος 12/62/1982, 3) Αξιολόγηση Επενδύσεων Επιπ.2, 4) Εκπαίδευση Εποπτών Συνεταιρισμών στην πληροφορική και 5) Διοικητικό GRID. Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου της Υπηρεσίας Συνεταιρισμών Νέων Μουδανιών από 24-6-1974 έως 28-7-1994, Υποδιευθυντή Πολυγύρου, από 29-7-1994 έως 25-1-1995, Διευθυντή Πολυγύρου, από 26-1-1995 μέχρι 27-6-1995.

Στα φύλλα Ποιότητας α) της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών από 1988 έως 1993 χαρακτηρίζεται Άριστος και β) Επιθεωρήσεως των ετών 1989 και 1992 χαρακτηρίζεται Άριστος. 5 )Γ5. Διορίστηκε στην αναιρεσείουσα στις 14-10-1972 με τον βαθμό του Υπολογιστή, μετά από επιτυχία σε εξωτερικό διαγωνισμό. Προήχθη κατ' απόλυτο εκλογή στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 16-10-1985.

Έχει πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέματα:

1) management Νο 1, από 2-11-1987 έως 6-11-1987, 2) Αξιολόγηση Επενδύσεων Επιπ.2 από 26-11-1990 έως 30-11-1990, 3) Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς από 8-1-1991 έως 12-7-1991, 4) Εισαγωγές - Εξαγωγές Επιπ. 3 από 11-11-1991 έως 15-11-1991 και 5) Εισαγωγές - Εξαγωγές

ΙΙ από 5-9-1994 έως 7-9-1994. Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου του Γραφείου Μ.Μ Δανείων και Δικαστικού Αξιουπόλεως από 1-1-1975 έως 16-9-1979, Προϊσταμένου της Θυρίδας Νέας Χαλκηδόνας από 17-9-1979 έως 13-5-1985, Προϊσταμένου του Λογιστηρίου Νέας Χαλκηδόνας από 14-5-1985 έως 8-1-1989, Υποδιευθυντή Γιαννιτσών από 9-1-1989 έως 27-7-1994, Διευθυντή Γιαννιτσών από 28-7-1994 έως 14-5-1995, Διευθυντή Κατερίνης από 16-5-1995 έως 27-6-1995.

Στα φύλλα Ποιότητας α)Της Υπηρεσιακής του Μονάδας χαρακτηρίζεται Άριστος και β) Επιθεωρήσεως των ετών 1988, 1990 και 1994 χαρακτηρίζεται Άριστος. 6) Γ6. Διορίστηκε στην αναιρεσείουσα στις 17-10-1972 μετά από επιτυχία του σε εξωτερικό διαγωνισμό. Προήχθη κατ' απόλυτο εκλογή στον βαθμό του Τμηματάρχη στις 17-6-1985. Είναι Πτυχιούχος της Παντείου.

Παρακολούθησε σεμινάρια με θέματα: 1)Τεχνική και διαδικασίες διεκπεραιώσεως Εργασιών Εισαγωγών - Εξαγωγών από 19-10-1987 2) Management Νο 1 από 7-12-1987 έως 11-12-1987, 3) Εκπαίδευσης Υπευθύνων Επικοινωνιακών Κόμβων από 19-6-1990 έως 20-6-1990 και 4)GRID - Προϊσταμένων τον Οκτώβριο 1991. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου του γραφείου Βραχυπρόθεσμων Χορηγήσεων Πατρών από 23-3-1981 έως 31-10-1982, Προϊσταμένου του Γραφείου Δικαστικού και Ρευστοποιήσεως Πατρών από 1-11-1982 έως 28-2-1985, Προϊσταμένου Λογιστηρίου Πατρών από 1-3-1985 έως 15-11-1990, Προϊσταμένου Λογιστηρίου Αιγίου από 16-11-1990 έως 18-8-1994, Υποδιευθυντή Αιγίου από 19-8-1994 έως 4-12-1994, Υποδιευθυντή Πατρών από 6-12-1994 έως 5-7-1995.

Στα φύλλα Ποιότητας α) της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1989 έως 1993 χαρακτηρίζεται Άριστος και β) της Επιθεωρήσεως των ετών 1988, 1990 και 1993 χαρακτηρίζεται Λίαν Επαρκής. 7) Γ7. Διορίστηκε στην αναιρεσείουσα στις 18-7-1974 με τον βαθμό του Υπολογιστή, μετά από επιτυχία σε εξωτερικό διαγωνισμό. Προήχθη κτ απόλυτο εκλογή στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-5-1987.

Είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Παρακολούθησε σεμινάρια με θέματα 1) Προϊστάμενοι Γραφείων Χορηγήσεων από 15 έως 17 Οκτωβρίου 1983, 2) Διοίκηση Ανθρωπίνου Δυναμικού από 22-6-1987 έως 26-6-1987, 3) Τεχνική και Διαδικασίες Διεκπεραίωσης Εργασιών Εισαγωγών - Εξαγωγών από 19-10-1987 έως 27-10-1987, 4) Αναπτυξιακός Νόμος 1262/1982 στις 21-9-1988, 5) Εισαγωγές - Εξαγωγές από 10-4-1989 έως 14-4-1989 6) Τραπεζικά Οικονομικά Μεγέθη και Διαχείρισή τους, από 25-6-1990 έως 27-6-1990 7) Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς από 8-7-1991 έως 12-7-1994.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Γραφείου Συναλλαγών - Καταθέσεων Αξιούπολης από 7-4-1978 έως 11-1-1980, Ναυπλίου από 1-10-1980 έως 15-5-1981 και Χορηγήσεων Ναυπλίου από 16-5-1981 έως 30-4-1983, Γεωργικών Εφοδίων Ναυπλίου από 1-5-1983 έως 24-11-1984, Λογιστηρίου Ναυπλίου από 30-11-1984 έως 10-8-1988, Υποδιευθυντή Ναυπλίου από 11-8-1988 έως 9-8-1994 και Διευθυντή Ναυπλίου από 10-8-1994 έως 27-6-1995.

Στα φύλλα Ποιότητας Επιθεωρήσεως των ετών 1990 και 1993 χαρακτηρίζεται Λίαν Επαρκής. 8) Γ8. Διορίστηκε στην αναιρεσείουσα στις 20-101971 με τον βαθμό του Υπολογιστή μετά από επιτυχία του σε εξωτερικό διαγωνισμό. Προήχθη κατ' απόλυτο εκλογή στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 20-10-1984. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης.

Παρακολούθησε σεμινάρια με θέματα 1) Εκπαίδευση Οικονομικών και Εποπτικών Υπαλλήλων από 2-2-1976 έως 24-6-1976, 2) GRID Προϊσταμένων τον Μάιο 1991, 3) Εκπαίδευση Εποπτών Συνεταιρισμών στην Πληροφορική από 1-2-1993 έως 12-2-1993, 4) Εισαγωγές - Εξαγωγές

ΙΙ από 5-9-1994 έως 7-9-1994, 5) Διαγνωστική Επιχειρήσεων από 19-12-1994 έως 21-12-1994, 6) Η τέχνη της διαπραγματεύσεως τον Οκτώβριο 1995, 7) Ολική Ποιότητα τον Οκτώβριο 1995. Άσκησε τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της θυρίδας Καλυβίων Χανίων από 24-4-1987 έως 30-8-1991, του Προϊσταμένου του Γραφείου Υπηρεσίας Συνεταιρισμών Χανίων από 3-9-1991 έως 20-2-1994, του Υποδιευθυντή Χανίων από 21-2-1994 έως 5-9-1995. Στα φύλλά Ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών α) 1984, 1985, 1990 έως 1993 χαρακτηρίζεται Άριστος, β) 1986, 1987 χαρακτηρίζεται Λίαν Επαρκής, γ) 1988 χαρακτηρίζεται από τον Α' Κριτή Λίαν Επαρκής και από τον Β' Κριτή Άριστος, δ) 1989 χαρακτηρίζεται από τον Α' Κριτή Άριστος και από τον Β' Κριτή Λίαν Επαρκής, ενώ στα φύλλα ποιότητας Επιθεωρήσεως του έτους 1988 χαρακτηρίζεται Λίαν Επαρκής και του έτους 1991 χαρακτηρίζεται Άριστος. 9) Γ9. Διορίστηκε στην αναιρεσείουσα στις 3-10-1970 με τον βαθμό του Υπολογιστή μετά από επιτυχία σε εξωτερικό διαγωνισμό. Προήχθη στις 3-10-1985 βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στον βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Έχει πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Παρακολούθησε σεμινάρια με θέματα 1) Αναπτυξιακός Νόμος 1262/1982 από 14-6-1988 έως 16-6-1988, 2) Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς από 22-7-1991 έως 26-7-1991, 3) Εισαγωγές - Εξαγωγές

ΙΙ από 29-10-1995 έως 31-10-1995. Άσκησε καθήκοντα του Γραφείου Εποπτικής Υπηρεσίας Καβάλας από 1-1-1983 έως 23-10-1983, από 24-10-1984 έως 31-12-1984 και από 22-4-1987 έως 8-5-1988, Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Επιθεωρήσεως Συνεταιρισμών Ξάνθης από 9-5-1988 έως 9-1-1994, Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Επιθεωρήσεως Συνεταιρισμών Κομοτηνής από 10-1-1994 έως 23-2-1994, Προϊσταμένου της ίδιας Επιθεωρήσεως από 24-2-1994 έως 27-6-1995.

Στα φύλλα Ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών από 1988 έως 1994 χαρακτηρίζεται Άριστος. Από την συγκριτική αντιπαραβολή των προσόντων του αναιρεσιβλήτου προς εκείνα των προαχθέντων συναδέλφων του προκύπτει ότι υπερτερεί αυτός καταφανώς των 1) Γ1, 2) Γ3 και 3) Γ7. Πλέον συγκεκριμένα υπερτερεί α) του Γ1 ως προς το ότι είναι πτυχιούχος, ενώ ο Γ1 Απόφοιτος Γυμνασίου, έχει παρακολουθήσει 5 σεμινάρια ενώ ο Γ1 3, στα φύλλα ποιότητας του έτους 1989 χαρακτηρίζεται Άριστος, ενώ οΓ1 Λίαν Επαρκής, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου από 4-3-1976, ενώ ο Γ1από 4-6-1980, δεν έχει ουδεμία πειθαρχική ποινή, ενώ ο Γ1 έχει την ποινή της πειθαρχικής Επιπλήξεως, β) του Γ3 ως προς το ότι προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη από 9-6-1985 ενώ ο Γ3 από 1-5-1987, είναι Πτυχιούχος, ενώ ο Γ3 είναι Απόφοιτος Γυμνασίου, έχει παρακολουθήσει5 σεμινάρια, ενώ ο Γ3 κανένα, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου από 4-3-1976, ενώ ο Γ3 στις 8-9-1977, και γ) του Γ7 ως προς την Γενική αρχαιότητα, διότι διορίστηκε στις 9-10-1972, ενώ ο Γ7 στις 18-7-1974, στην Υπηρεσιακή αρχαιότητα, διότι προήχθη την 9-6-1985 ενώ ο Γ7 την 1η-5-1987, στα φύλλα Ποιότητας διότι χαρακτηρίζεται Άριστος ενώ ο Γ7 Λίαν Επαρκής, στο ότι άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου στις 4-3-1976 ενώ ο Γ7 στις 7-4-1978.

Δέχθηκε δε στη συνέχεια το Εφετείο ότι εφόσον ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς έναντι των ως άνω τριών (3) από τους εννέα (9) προς σύγκριση συναδέλφους του και εφόσον πρωτοδίκως με την διακωλυτική ένστασης της αναιρεσείουσας οι προς σύγκριση ομοιόβαθμοι του αναιρεσιβλήτου συνάδελφοι του Γ10 και Γ11 που παραλείφθηκαν κατά τις επίδικες προαγωγές και προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα με την ως άνω ένσταση της, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως και την οποία η τελευταία επανέφερε στην ενώπιόν του συζήτηση, είναι δύο (2), παρέλκει η εξέταση της εν λόγω ενστάσεως ως αλυσιτελούς.

Και τούτο διότι, ακόμα και αν υπερέχουν οι εν λόγω στην ένσταση αναφερόμενοι έναντι του αναιρεσιβλήτου, αυτός, ως καταφανώς υπερτερών, έναντι των πιο πάνω τριών από τους προαχθέντες συναδέλφους του , θα έπρεπε να προαχθεί κατά τις επίδικες προαγωγές. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς,:

α) Δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας και των άρθρων 281 και 932 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, από τη συνολική σύγκριση των παρατιθέμενων στην απόφασή του τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των ανωτέρω προαχθέντων τριών ομοιοβάθμων συναδέλφων του, πράγματι προκύπτει, για τους παραπάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, καταφανής γενική υπεροχή του αναιρεσιβλήτου κατά τις προαναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις στην αναιρεσείουσα, έναντι όλων των ως άνω τριών συναδέλφων του, ώστε η παράλειψη προαγωγής του στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή να έχει γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος και β) δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφαση του αναφορικά με το ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου από την προαγωγή στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις στην αναιρεσείουσα, παρά το ότι αυτός υπερτερούσε καταφανώς έναντι των τριών συναδέλφων του που προήχθησαν, έχει γίνει, για τους παραπάνω στην απόφαση αυτή ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι πλήρεις και σαφείς.

Οι αιτιολογίες δε αυτές δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

"Πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δικής, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως και συνεπώς η παραδοχή από το Εφετείο ανυπάρκτου ή απαραδέκτως προταθέντος λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που μπορούσε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1 και 674 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι με την αντέφεση, η οποία στη διαδικασία των εργατικών διαφορών ασκείται και με τις προτάσεις, μπορούν να προβληθούν μόνο τα κεφάλαια της αποφάσεως που προσβλήθηκαν με την έφεση ή τα συνεχόμενα αναγκαίως με αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων, και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι υπερείχε καταφανώς έναντι των αναφερόμενων σ' αυτήν εννέα συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν στο βαθμό του Υποδιευθυντή στις 28-6-1995, ζήτησε δε ακολούθως να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε και αυτός να είχε προαχθεί από τις 28-6-1995 στον παραπάνω βαθμό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2435/2003. απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι ενός από τους προαχθέντες από αυτόν συναδέλφους του (του Γ3) και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από τις 28-6-1995.

Η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, προέβαλε τον ισχυρισμό (διακωλυτική ένσταση), ότι ακόμη και αν ο αναιρεσίβλητος υπερείχε των προταθέντων συναδέλφων του, δεν είχε αυτός έννομο συμφέρον να αξιώσει την προαγωγή του, διότι, κατά το χρόνο που έγιναν οι παραπάνω προαγωγές, παραλείφθηκαν να προαχθούν δύο κατονομαζόμενοι συνάδελφοι του (Γ10 και Γ11), που υπερείχαν του αναιρεσιβλήτου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την παραπάνω απόφασή του, απέρριψε σιγή τη διακωλυτική αυτή ένσταση. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, με την οποία παραπονέθηκε, τόσο για την παραδοχή της καταφανούς υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι του Γ3 όσο και για την απόρριψη της διακωλυτικής της ενστάσεως.

Ο αναιρεσίβλητος, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, προέβαλε, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών του, παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως για την απόρριψη των κεφαλαίων της αγωγής του, που αναφερόταν στην καταφανή υπεροχή του έναντι των υπολοίπων οκτώ προαχθέντων συναδέλφων του, ισχυριζόμενος ότι υπερείχε καταφανώς όχι μόνο έναντι του Γ3 αλλά και έναντι των λοιπών.

Ο ως άνω ισχυρισμός, συνδυαζόμενος και με το αίτημα των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου για την παραδοχή της αγωγής του ως προς όλα τα αιτήματα, συνιστούσε λόγο αντεφέσεως που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αυτή δεν δέχτηκε καταφανή υπεροχή του έναντι των λοιπών, πλην του Γ3, προτεινομένων προς σύγκριση υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, ταυτόχρονα δε ο ίδιος λόγος αντεφέσεως έπληττε και τη νομική βασιμότητα της διακωλυτικής ενστάσεως, αφού με την κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι εννέα προαχθέντων συναδέλφων του, η έρευνα της διακωλυτικής ενστάσεως, με την οποία η αναιρεσείουσα πρότεινε προς σύγκριση δύο άλλους υπαλλήλους της που δεν προήχθησαν, ήταν αλυσιτελής.

Επομένως, το Εφετείο που ερεύνησε τηνν αγωγή και ως προς τα κεφάλαια που αφορούσαν την προαγωγή πλην του Γ3 δύο ακόμη συναδέλφων του ( Γ1 και Γ7), στη συνέχεια δε έκρινε ότι αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι και των τριών αυτών (Γ3, Γ1 και Γ7) και ως εκ τούτου, ότι παρέλκει η έρευνα της διακωλυτικής αυτής ενστάσεως, δεν έλαβε υπόψη λόγο της εφέσεως ή αντεφέσεως που δεν προτάθηκε, ούτε παραβίασε το δεδικασμένο της εκκαλούμενης αποφάσεως για τα κεφάλαια αυτής που δεν είχαν προσβληθεί ή δεν είχαν προσβληθεί παραδεκτώς με την έφεση και την αντέφεση.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 16 Κ.Πολ.Δ απορρέων δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ως "πράγματα" που προτάθηκαν από τους διαδίκους, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β'Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεώς του, νοούνται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή την ένσταση ή αντέσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.

Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε νομίμως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.9 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη".

Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και η αγωγή, κάθε βάση αγωγής, κύρια ή επικουρική, καθώς και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ/Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί, κατά τα πιο πάνω, τον από το άρθρο αριθμ. 8 περ.β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στις από τους αριθμούς 9 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενες πλημμέλειες. Και αυτό γιατί, παραλείποντας να εξετάσει την ως άνω διακωλυτική καταχρηστική ένσταση, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβάλει κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση και την οποία είχε επαναφέρει στο Εφετείο με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της, δηλαδή την ένσταση με την οποία προτεινόταν ότι, και αν δεν προάγονταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του αναιρεσιβλήτου συνάδελφοί του, θα προάγονταν άλλοι κατονομαζόμενοι δύο συνάδελφοί του, που υπερτερούν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων, αλλά και έναντι του αναιρεσιβλήτου και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις, αφενός "άφησε αίτηση αδίκαστη" και αφετέρου "δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, κατ' αμφότερα τα ως άνω μέρη του, διότι: 1) Κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του τον αμέσως πιο πάνω τέταρτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη της προαναφερόμενης ενστάσεώς της, υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 περ.γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι ο λόγος εφέσεως δεν ερευνήθηκε, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως και 2) Κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση της μη λήψεως υπόψη του αμέσως πιο πάνω (τετάρτου) λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη το λόγο αυτόν εφέσεως, πλην όμως τελικά δέχθηκε με την απόφασή του (και ορθά) ότι, επειδή ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς έναντι των καθοριζομένων τριών από τους εννέα ομοιόβαθμούς συναδέλφους του που προτάθηκαν από αυτόν προς σύγκριση και οι οποίοι προήχθησαν κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις στην αναιρεσείουσα, παρείλκε η περαιτέρω εξέταση του προαναφερόμενου λόγου της εφέσεως της τελευταίας και, συναφώς, η εξέταση της ως άνω ενστάσεως αυτής την οποία αφορούσε ο λόγος αυτός εφέσεως.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-3-2006 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 3577/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ