Legislator Case Law & Legislation
184/2006 AI generated

184/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 184/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

184/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Keywords

AI generated
striking off the register previous legal status safety regulations violation repeated immigration violations asbestos exposure expired residence permit
AI generated
1798/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2542/2004 απόφαση, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας. Ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε 1764/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που ανέπεμψε προς εκδίκαση την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατόπιν εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5315/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου και 4779/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-9-2007 αίτησή του και τους από 17-9-2008 πρόσθετους λόγους.
1727/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2008 αίτησή της.
1726/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2016 αγωγή-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 21-7-2016 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καλαμπάκας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-12-2018 αίτησή του.
1640/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω αιτιολόγησης απόρριψης της αιτήσεως αναιρεσειόντων να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεώς τους προς παροχή διευκρινήσεων, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ.
924/2012
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and substantive grounds for lack of new facts.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 184 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 184/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Γ. (δικηγόρου), κατοίκου…, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σπυριδάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών Στρατού, Ξηράς, Θάλασσας και Αέρος (Α.Ο.Ο.Α), που εδρεύει στου ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Χρήστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-1-2002 και 8-2-2002 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3392/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2721/2004 μη οριστική 5578/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2005 αίτησή του και με τους από 15-9-2005 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 2-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της 5578/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι " όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini). Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού.

Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει επίσης φυσική εξουσία και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή.

Για τη συνδρομή ή όχι των στοιχείων αυτών, κατά τον κρίσιμο χρόνο της προσβολής της νομής, κρίνει το δικαστήριο κατά τη γενική αντίληψη, με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου και οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών της.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά τα κρίσιμα σημεία, τα ακόλουθα: Κατά τους επικαλούμενους από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Οργανισμό χρόνους αποβολής (τέλη Απριλίου 2001 για τα επίδικα τμήματα ακινήτου της από 18-1-2002 αγωγής, Οκτώβριος 2001 για τα επίδικα τμήματα ακινήτου της από 8-2-2002 αγωγής) είχε αυτός τη νομή των επίδικων τμημάτων ακινήτου.

Ειδικότερα ασκούσε επ' αυτών, μαζί με τη μεγαλύτερη έκταση των 3000 στρεμμάτων, ανεπίληπτη νομή με τις ακόλουθες πράξεις, με τις οποίες πραγματωνόταν η φυσική εξουσία και εκδηλωνόταν η διάνοια κυρίου αυτού (η βούλησή του να εξουσιάζει αυτά), μέσω των αρμόδιων υπαλλήλων του. Οι τελευταίοι, με τις επιτόπιες επισκέψεις τους, έλεγχαν και επόπτευαν στο όνομα του ενάγοντος τα επίδικα εδαφικά τμήματα, μαζί με τη μεγαλύτερη έκταση και μεριμνούσαν εν γένει για την αποτροπή καταπατήσεων.

Επίσης ο ενάγων είχε τοποθετήσει περιφερειακώς πινακίδες, οι οποίες αφορούσαν και τα επίδικα, με την ένδειξη της απαγορεύσεως της ρίψης μπάζων. Μάλιστα ο ενάγων προέβαινε και στις εκάστοτε προσήκουσες νόμιμες ενέργειες και διατυπώσεις ενώπιον των αρμόδιων κρατικών Αρχών για την ένταξη της όλης περιοχής στο σχέδιο πόλης και τον αποχαρακτηρισμό της ως δασικής, για την στεγαστική αποκατάσταση των στερουμένων κατοικίας μελών του, στα πλαίσια δε της σχετικής διαδικασίας αστικού αναδασμού που δρομολογήθηκε από αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1337/1983, με την υπ' αριθ. 16588/689/1988 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ εγκρίθηκε η οικιστική καταλληλότητα της προαναφερόμενης εκτάσεως του ενάγοντος, για την εξυπηρέτηση στεγαστικών αναγκών πρώτης κατοικίας και στη συνέχεια καθορίστηκε το σύνολο της εκτάσεως ως Ζώνη Αστικού Αναδασμού.

Ο ίδιος ο ενάγων ορίστηκε φορέας της ζώνης και διενέργειας του αναδασμού με το Π.Δ.17-11/5-12-1988 και προέβη στην κτηματογράφηση της ευρύτερης περιοχής, στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα τμήματα, και στην αποτύπωση αυτής σε σχεδιαγράμματα, στην κατάρτιση μελετών, στην ανάρτηση επίσημων ανακοινώσεων στα κοινοτικά καταστήματα της Κοινότητας Πικερμίου και του Δήμου Ραφήνας Αττικής και στην καταχώριση προσκλήσεως στον τύπο προς τους ιδιοκτήτες των ακινήτων της υπό αναδασμό περιοχής να προσκομίσουν τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, όπως και έπραξαν, προκειμένου να αναγνωριστούν και καταγραφούν ως κύριοι.

Ακόμη ο ενάγων συνέταξε και υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας σχέδιο διατάγματος για την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης. Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων περί τα τέλη του Απριλίου 2001 παρανόμως (χωρίς δικαίωμα) και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος προέβη στην περίφραξη περιμετρικά με συρματόπλεγμα, στηριζόμενο σε σιδερένιους πασσάλους, συνολικής επιφανείας 21.800 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα εδαφικά τμήματα της από 18-1-2002 αγωγής, επί των οποίων ο ενάγων ασκούσε ανεπίληπτη νομή κατά το χρόνο της αποβολής του, με τον ως άνω τρόπο, από τον εναγόμενο.

Μέσα στην καταληφθείσα έκταση ο εναγόμενος κατασκεύασε πρόχειρο παράπηγμα, φύτευσε ελαιόδενδρα και εγκατέστησε ορνιθώνα και ποιμνιοστάσιο, ενώ παράλληλα επεξέτεινε το συρματόπλεγμα σε ευθεία γραμμή μήκους 100 μέτρων πέραν του καταληφθέντος τμήματος. Στην συνέχεια, κατά μήνα Οκτώβριο του 2001, ο εναγόμενος, πάλι παρανόμως και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος, επεξέτεινε την ανωτέρω περίφραξη προς τα νότια και περιέφραξε έκταση συνολικής επιφανείας 41.418 τ.μ., καθώς και εδαφική έκταση συνολικής επιφανείας 1.909 τ.μ.

που επεκτείνεται βορείως των τμημάτων που περιφράχθηκαν από τον ίδιο τον Απρίλιο του 2001. Στις ανωτέρω εκτάσεις περιλαμβάνονται τα κατά την από 8-2-2002 ένδικη αγωγή επίδικα τμήματα ακινήτου συνολικής επιφανείας, αντίστοιχα, 17.801 τ.μ. και 1.042 τ.μ., επί των οποίων, υπό μορφή λωρίδων, επαλλήλων και εναλλασσομένων κατά την λοιπή επιφάνεια της ευρύτερης περιφραχθείσας έκτασης με τμήματα φερόμενα ως ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ο ΦΟΙΝΙΞ", ο ενάγων ασκούσε κατά το χρόνο της αποβολής του ανεπίληπτη νομή.

Οι ενέργειες αυτές του ενάγοντος ενώπιον των αρμοδίων κρατικών Αρχών δεν είναι βέβαια υλικές επενέργιες πάνω στα επίδικα, συνδέονται όμως με το πνευματικό στοιχείο της νομής και την επακολουθήσασα κτηματογράφηση της συνολικής έκτασης (και των επιδίκων) και αποτύπωση αυτής σε σχεδιαγράμματα, με παράλληλη λήψη υπόψη της φύσης και του ως άνω προορισμού του όλου ακινήτου.

Η άσκηση επί της ανωτέρω περιφραχθείσας έκτασης από τον εναγόμενο πράξεων δηλωτικών της βουλήσεώς του να εξουσιάζει αυτά ως κύριος σε χρόνο προγενέστερο της προαναφερόμενης τμηματικής καταλήψεώς της και μάλιστα από το έτος 1979, όπως ισχυρίζεται, προκειμένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος πλέον του έτους, δεν αποδείχθηκε.

Οι όποιες καλλιεργητικές επεμβάσεις του εναγομένου στην περιοχή των επιδίκων είναι πρόσφατες και δεν ανάγονται στο έτος 1979, καμία δε επέμβαση αυτού δεν παρατηρήθηκε στα ακίνητα αυτά σε προγενέστερο του 2001 χρόνο. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της ενστάσεως του εναγομένου περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων και την παραδοχή των συνεκδικασθεισών τακτικών αγωγών περί νομής, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των περί αποβολής από τη νομή διατάξεων, που εφάρμοσε.

Επομένως οι 1ος και 3ος λόγοι του κυρίως δικογράφου, όπως συμπληρώθηκαν με τους 2ο και 3ο, αντίστοιχα, πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περιλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς ειδικότερες αιτιάσεις, που δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά σε ελλείψεις και αντιφάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πιο πάνω πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, ενόψει του ότι το πόρισμα τούτο εκτίθεται με σαφήνεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.-

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγ. 2 εδάφ.β' του άρθρου 270 ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ.524 & 1 ΚΠολΔ.), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά, μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μέχρι τρεις για κάθε πλευρά, εφόσον συντρέχουν αθροιστικώς οι προϋποθέσεις της δόσεως αυτών πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Αν λείπει έστω και μία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας που ερευνά αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αυτές, για να λάβει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, πρέπει να αναφέρει ότι ελήφθησαν μετά από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους 2ο και 4ο λόγους του κυρίως δικογράφου και τον 1ο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 5-2-2001 δορυφορική εικόνα του "ΙΚΟΝΟΣ" (2ος λόγος κυρίως δικογράφου και 1ος πρόσθετος), καθώς και :

α) το από 30-7-1979 ιδιωτικό έγγραφο (συμφωνητικό πώλησης-εξοφλητική απόδειξη, β) την υπ' αριθ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Β. Λ., γ) το 14/18/1-4-2002 έγγραφο (απόφαση) της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, δ) τις ..., ..., ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Κ. Α. η πρώτη και Γ.

Μ. οι άλλες δύο (4ος λόγος του κυρίως δικογράφου και 1ος πρόσθετος). Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και " όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν στο Δικαστήριο".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως δικαστικό τεκμήριο πλέον, μετά την ανάκληση της 2721/2004 παρεμπίπτουσας απόφασής του, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή αυτής, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών.

Ειδικότερα ρητώς μνημονεύει τις "αεροφωτογραφίες της περιοχής των επιδίκων (σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις ερμηνείας αυτών)", στις οποίες περιλαμβάνεται και η πιο πάνω δορυφορική εικόνα του " ΙΚΟΝΟΣ". Την ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου δεν την έλαβε υπόψη με την αιτιολογία ότι δεν δόθηκε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος πριν από δύο εργάσιμες ημέρες, ενώ τις άλλες δύο ένορκες βεβαιώσεις δεν τις έλαβε υπόψη, διότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει τις προβλεπόμενες από την πιο πάνω διάταξη τρεις άλλες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου, τις οποίες έλαβε υπόψη το Εφετείο και οι οποίες ρητώς μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.-

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να αποδώσει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο και στη συνέχεια να μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το 5ο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμό πρωτ. 1020/50862α'Δελτίου της 'Αμεσης Δράσης " ως προς την ημερομηνία του, από το ορθό 10-5-2001 σε 11-9-2001" και "έτσι προέκυψε αναγνωστικό λάθος, που επιδρά αμέσως και ουσιωδώς στην παραδοχή του Εφετείου, ότι η κατάληψη του επιδίκου από εμένα (αναιρεσείοντα) έγινε δήθεν τα τέλη Απριλίου 2001".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, αλλά από προφανή παραδρομή αναφέρει ως ημερομηνία εκδόσεως αυτού την 11-9-2001, ενώ την κρίση του ότι " ουδεμία επέμβαση του εναγομένου παρατηρήθηκε στα ακίνητα αυτά σε χρόνο προγενέστερο του Απριλίου του 2001", στήριξε όχι αποκλειστικώς, ούτε κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά " έλαβε υπόψη όλες τις αποδείξεις που επικαλέστηκαν οι διάδικοι σαφώς και ορισμένως με τις προτάσεις τους".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της 5578/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ