Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on poultry farming business status and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's determination that he was a merchant rather than a farmer. The appellant argued the lower court erred in fact-finding regarding his poultry business without sufficient proof, while the banks intervened as creditors. The court rejected these claims because the appeal arguments failed to meet the strict statutory requirements for challenging factual assessments or procedural errors under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 561, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if it challenges the court's evaluation of facts without meeting the specific grounds for review, and no court costs are awarded in such dismissed appeals under the relevant banking law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1849 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1849/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γιασλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL plc", που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου, είναι εγκατεστημένη στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 19-9-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτέρπη Σοφιάδου, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως, υπέρ της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Cepal Hellas", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "COSMOS SECURITISATION Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παναγούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας και συνεκδικάστηκε με την από ...-2014 αίτηση της Π. Κ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων, η 1η και η 5η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 5ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1] Με την υπό κρίση, από ...-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. .../2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. .../2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην: 1) της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", της τέταρτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ",της πέμπτης εφεσίβλητης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, υπερής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα ΑΕ, της έβδομης εφεσίβλητης και ήδη έκτης αναιρεσίβλητης τελούσας υπό εκκαθάριση με την επωνυμία "Πανελλήνια Τράπεζα ΑΕ" και όγδοης εφεσίβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε στο Εφετείο και ήδη έβδομης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Citibank International plc".
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία της έβδομης αναιρεσίβλητης στην εκκλητή δίκη, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 811/2023).
Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς την ανωτέρω έβδομη των αναιρεσίβλητων και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ.
Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). 2] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους.
ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019).
3] Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα με αριθμούς ...-2021, ...-2021, ...-2021, .../2021 και ...-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Δ. Δ., προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 02-12-2022, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη σημερινή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη, τρίτη τέταρτη, έκτη και έβδομη από τις αναιρεσίβλητες. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη σημερινή δικάσιμο οι παραπάνω αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι τελευταίες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο και η αναβολή και αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο με επιμέλεια του Γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των αρχικώς κλητευθέντων διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
4] Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, συνολικού ύψους 360.448,64 ευρώ, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας την από 08-06-2014 (αριθμ.
εκθ. καταθ. .../2014) αίτηση για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010 και ζήτησε τη ρύθμιση των οφειλών του, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο. Επί της αίτησης εκείνης εκδόθηκε η .../2015 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία τη δέχτηκε εν μέρει και κατόπιν άσκησης έφεσης από μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με αριθμό .../2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την αίτηση και την απέρριψε κρίνοντας ότι ο αιτών-αναιρεσείων, κατά την άσκηση της αίτησής του για την υπαγωγή στο ν. 3869/2010, είχε την εμπορική ιδιότητα, καθόσον διατηρεί οργανωμένη εμπορική πτηνοτροφικήμονάδα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, εμφανίστηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα ανώνυμη εταιρεία", επικαλούμενη την ενεργητική της νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον της ως μη δικαιούχου διαδίκου σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ 4 του Ν.4354/2015 και ως εντολοδόχου της εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης με την επωνυμία " Cosmos Security Designated Activity Company", η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω Τράπεζας, από την οποία μεταβιβάσθηκαν σε αυτήν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της , μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απαίτηση εκ της με αριθμό ...
σύμβασης , η οποία και περιλαμβάνεται την ως άνω αίτηση του Ν.3869/2010 του αναιρεσείοντος, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας, ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα", ζήτησε τη παραδοχή της παρέμβασης και την απόρριψη της αναίρεσης Εξάλλου από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρεμβάσεως διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αιτήσεως είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1886/2013).
Εξάλλου στην παρ. 2 του άρθρου 752 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς προδικασία, με τις προτάσεις ή και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1549/2003). Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1741/2012).
Επομένως, η ασκηθείσα, ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ,είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 83, 752 παρ. 2 του ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως εξαιτίας της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ που, κατ' αυτές των άρθρων 573 παρ. 1 και 741 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση 5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του Υποπαρ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/14-8-2015, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, η οποία να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.
Υπάγονται επίσης και όσοι ήταν έμποροι αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή εντάσσονται στο ν. 3869/2010 αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.
Ακόμη υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση).
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/ 2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του β.δ. της 2/14 Μαΐου 1835 "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" κατά τις οποίες "νόμος θεωρεί εμπορικάς: τας αγοράς προϊόντων γης ή τέχνης, τας οποίας ήθελε κάμει τις, δια να μεταπωλήση ταύτα ακατέργαστα, ως τα ηγόρασεν, η κατειργασμένα και μεταποιημένα εις χειροτεχνήματα..." (άρθρο 2) και "Δεν υπάγονται εις την αρμοδιότητα των εμποροδικείων αι κατά ιδιοκτημόνων, γεωργών, αμπελουργών αγωγαί περί πωλήσεως των από των κτημάτων αυτών προϊόντων,... " (άρθρο 8), προκύπτει ότι εξαιρούνται της εμπορικότητας οι δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, μεταξύ των οποίων και οι πωλήσεις από αγρότες (γεωργούς, κτηνοτρόφους) των προϊόντων που παράγουν.
Έτσι, κατ' αρχήν, η παραγωγή αγαθών του πρωτογενούς τομέα, όπως η παραγωγή ζωικών προϊόντων από πτηνοτρόφους και η διάθεσή τους, δεν εμπίπτει στις πράξεις που συνθέτουν την εμπορική δραστηριότητα. Αν όμως τέτοια δραστηριότητα λαμβάνει χώρα συστηματικά και σε ευρεία κλίμακα, με σημαντική επένδυση κεφαλαίου, χρήση μηχανημάτων ή ειδικών εγκαταστάσεων και απασχόληση προσωπικού με σκοπό, ειδικά στην περίπτωση της πτηνοτροφίας, την εκτροφή, πάχυνση και διάθεση στο εμπόριο με κέρδος μεγάλου αριθμού ζώων προς παραγωγή κρέατος, όπως και των προϊόντων αυτών και έχει έτσι οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας με στοιχεία ανάληψης του επιχειρηματικού κινδύνου, τότε είναι αντικειμενικώς εμπορική πράξη και τα δραστηριοποιούμενα σ' αυτή πρόσωπα θεωρούνται έμποροι.
Οι έμποροι δε, για τους οποίους ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.
Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι εκείνες του ν. 3869/2010 (ΑΠ 651/2021).
6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν α) παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 804/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ίδιου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 550/2010).
Τέλος κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση , μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ μετά την τροποποίησή του με το Ν.4335/2015, οι δε αναφερόμενοι σ' αυτήν λόγοι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο", είναι περιοριστικοί (numerus clausus, ΟλΑΠ 45.1987, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 744/2021, ΑΠ/304/2021).
Επομένως, δεν περιλαμβάνεται σε αυτούς ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚπολΔ, όταν η αίτηση στρέφεται κατά απόφασης ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο. (ΑΠ 283/2018, ΑΠ 875/2018, ΑΠ 1370/2008).
7) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά την δέουσα υπό του Δικαστηρίου συνεκτίμησή τους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, [ο πρώτος αναφέρεται στο αναιρετήριο και ως λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 περ 1, ο τρίτος και ως λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 περ 17, ο τέταρτος ως λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 περ 19 ΚΠολΔ], με τις αιτιάσεις ότι το ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, με το να δεχτεί ότι αυτός διατηρεί οργανωμένη επιχείρηση εκτροφής πτηνών και είναι έμπορος, αν και είναι αγρότης, ασχολούμενος με την εκτροφή πτηνών, στα πλαίσια Συμβολαιακής Γεωργίας, σε συνεργασία κατ' ουσία με μία και μοναδική εταιρεία, η οποία και διακινεί αποκλειστικά το προϊόν του στην αγορά, καλύπτοντας ο ίδιος με την προσωπική και καθημερινή του εργασία, όλες τις ανάγκες της κτηνοτροφικής του μονάδας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του 3869/2010, 2 παρ. 2 του ν. 3588/2007, 1 του ΕμπΝ και 2 του β.δ. του έτους 1835 "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων".
8) Ως προς τα ζητήματα αυτά το ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "O 1ος και η 2η των εφεσιβλήτων είναι σύζυγοι και κατοικούν με το ανήλικο τέκνο της 2ης από τον πρώτο της γάμο, σε ιδιόκτητη κατοικία της στον οικισμό Αγίου Δημητρίου Πέτα Άρτας.
O 1 α εφεσίβλητος - αιτών γεννήθηκε το έτος 1966 και εργάζεται ως πτηνοτρόφος. Συγκεκριμένα έχει πτηνοτροφική επιχείρηση, την οποία λειτουργεί σε εγκαταστάσεις εμβαδού περίπου 2.500 τ.μ. τις οποίες μισθώνει από τον πατέρα του, στον οποίο καταβάλει συμβολικό μίσθωμα 80 ευρώ. O ανωτέρω, έχει συνάψει σύμβαση εμπορικής συνεργασίας για την εκτροφή και επαναγορά πουλερικών, με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Πτηνοτροφικές επιχειρήσεις Άρτας ΑΒΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Κοτόπουλα Ανέζας Άρτας Α.Ε.".
Ως αντικείμενο της ανωτέρω σύμβασης ορίζεται το εξής: "η εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί με πίστωση στον πτηνοτρόφο νεοσσούς κρεοπαραγωγής, το απαιτούμενο για την εκτροφή φύραμα από την παράδοση μέχρι την σφαγή. Ο πτηνοτρόφος αναλαμβάνει την υποχρέωση της με επιμέλειά του εκτροφής και πάχυνσης των νεοσσών σε δικές του εγκαταστάσεις μέχρι την ημερομηνία παράδοσής τους στην εταιρεία προς σφαγή τους.
Μετά την ολοκλήρωση της εκτροφής, ο πτηνοτρόφος είναι υποχρεωμένος να επαναπωλήσει προς την εταιρεία και η εταιρεία να επαναγοράσει από τον πτηνοτρόφο, ολόκληρη την ποσότητα των πουλερικών που εξετράφησαν κατά τα άνω από τον τελευταίο". O 1°ς εφεσίβλητος - αιτών ισχυρίζεται ότι η επιχείρηση αυτή, δεν είναι οργανωμένη ως εμπορική επιχείρηση και ότι η εργασία του είναι αποκλειστικά η ανωτέρω, στα πλαίσια σύμβασης με την εταιρεία "Κοτόπουλα Ανέζας Άρτας ΑΕ", στην οποία και παραδίδει τα πουλερικά μετά την εκτροφή τους.
Όπως όμως ομολογεί και ο ίδιος, αλλά προκύπτει και από το όλο περιεχόμενο της σύμβασης, η ως άνω απασχόλησή του, είναι συστηματική και μόνιμη με σκοπό το κέρδος. Επίσης ο ανωτέρω έχει συνάψει και σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού με την εκκαλούσα και ειδικότερα την υπ' αριθμ. ...-2003 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη με την εκκαλούσα στην Άρτα την 15-9-2003, με την οποία χορηγήθηκε σ' αυτόν πίστωση για κεφάλαιο κίνησης, ποσού 30.000 ευρώ, στην οποία μάλιστα έχει συμβληθεί και ως εγγυητής, ο πατέρας του, Δ.
Π. του Χ. Επίσης έχει λάβει για το σκοπό αυτό και καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια, παρέχοντας και ο ίδιος εγγυήσεις αλλά και η σύζυγός του και συγκεκριμένα: Ι)από την Εθνική τράπεζα δυνάμει της με αριθμό λογαριασμού ... σύμβασης για πιστωτική κάρτα οφείλει το ποσό των 1977,99 ευρώ, 2)από την τράπεζα Πειραιώς:
α)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης καταναλωτικής πίστης, οφείλει το ποσό των 35.682 ευρώ, β)δυνάμει της νπ' αριθμ. ...-2006 σύμβασης επιχειρηματικής πίστης οφείλει το ποσό των 60.410,33 ευρώ, 3)Από την Alpha Bank: α)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 56,327,15 ευρώ, β)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 1271,62 ευρώ, γ)δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 10,571,29 ευρώ, δ)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου, οφείλει 6483,05 ευρώ, ε)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου οφείλει 1527,30 ευρώ, στ)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου οφείλει 8791,35 ευρώ, ζ)δυνάμει του με αριθμό λογαριασμού δανείου ... (ως εγγυητής) οφείλει το ποσό των 1519,63 ευρώ και η)δυνάμει της με αριθμ. ...
σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 3268,42 ευρώ, 4)Από την ΑΤΕ υπό ειδική εκκαθάριση: α)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 31744,59 ευρώ, β)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου οφείλει το ποσό των 24306,07 ευρώ. γ)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου οφείλει το ποσό των 6080,54 ευρώ, 5)Από την Eurobank:
α)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου οφείλει το ποσό των 35559,68 ευρώ, β)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 8611,49 ευρώ, γ)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου οφείλει το ποσό των 17515,53 ευρώ, δ)δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 1650,69 ευρώ, 6) Από την Πανελλήνια Τράπεζα:
α] δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2005 (ως εγγυητής) σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 17729,33 ευρώ, β)δυνάμει της υπ' αρίθμ. ... σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 2328,26 ευρώ, γ)δυνάμει της υπ' αρίθμ. ... σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 2314,28 ευρώ, 7)Από την Citibank: α)δυνάμει του με αριθμό λογαριασμού ... δανείου οφείλει το ποσό των 16173,92 ευρώ, β)δυνάμει της υπ' αρίθμ ...
σύμβασης δανείου, οφείλει το ποσό των 8604,13 ευρώ και συνολικά οφείλει το ποσό των 360.448,64 ευρώ. Ο αιτών αναφέρει ότι δεν απασχολεί προσωπικό, πλην όμως ο ως άνω ισχυρισμός, τυγχάνει αβάσιμος, δεδομένου ότι σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η λειτουργία μιας τέτοιας επιχείρησης, αν και σε μεγάλο βαθμό, έχει απλοποιηθεί με τη μέθοδο των αυτόματων μηχανημάτων, εντούτοις, απαιτεί προσωπικό καθώς είναι αδύνατη η φυσική παρουσία ενός μόνο ατόμου καθ' όλο το 24ωρο, ενώ επιπλέον, απαιτεί και την παρουσία προσωπικού για τον απαραίτητο καθαρισμό των εγκαταστάσεων.
Από τα ως άνω στοιχεία, προκύπτει ότι ο αιτών - 1 εφεσίβλητος, ασκεί εμπορικές πράξεις κατά σύνηθες επάγγελμα και έχει την πτωχευτική ικανότητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του N. 3869/2010, ενώ όλα τα δάνεια και οι εγγυήσεις, δόθηκαν με σκοπό την επιχειρηματική δραστηριότητα της οικογένειας εν γένει και ειδικότερα την πτηνοτροφική αυτή επιχείρηση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο 1ος εφεσίβλητος - αιτών, ασχολείται με πρωτογενή παραγωγή και δεν εμπίπτει στην έννοια του κερδοσκόπου εμπόρου. H σχετική κρίση τυγχάνει εσφαλμένη, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, μάλιστα δε, ούτε και ο ίδιος ο αιτών στην αίτησή του, δεν κάνει λόγο για πρωτογενή παραγωγή, αλλά αντίθετα αναφέρει ότι τα οικονομικά προβλήματα της επιχείρησής του και η μείωση του τζίρου, ήταν αυτά που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των οφειλών του.
Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα και με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, η κρινόμενη αίτηση, θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως αβάσιμη, λόγω μη συνδρομής της ουσιαστικής προϋπόθεσης της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπο του αιτούντος, όπως βάσιμα προτείνει η εκκαλούσα.
Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι ο αιτών δεν τυγχάνει έμπορος και δενέχει πτωχευτική ικανότητα και επομένως υπάγεται στο N. 3869/2010, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου τον σχετικού λόγου της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, παρελκούσης δε της εξέτασης των λοιπών λόγων έφεσης, Θα πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση - μόνο ως προς το σκέλος της που αφορά τον 1° των εφεσιβλήτων, καθώς η υπό κρίση έφεση με τους λόγους που περιλαμβάνει, βάλει κατά τη ςεκκαλουμένης και ζητεί την απόρριψη μόνο της δική του υποβληθείσας αίτησης υπαγωγής στο N. 3869/2010 - να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η από ...-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2014 αίτηση του N. 3869/2010, λόγω μη συνδρομής της ουσιαστικής προϋπόθεσης της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπο του αιτούντος". 9] Κρίνοντας έτσι το ως άνω Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στο ν. 3869/2010 και ότι για το λόγο αυτό δεν υπάγεται στην προστασία του προαναφερόμενου νόμου, ορθά ερμήνευσε, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/14-5-1835 'περί εμποροδικείων', γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 για την υπαγωγή του αναιρεσείοντος στις προστατευτικές διατάξεις του ίδιου νόμου, ο οποίος προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας για την άσκηση της αίτησης του δανειολήπτη.
Συγκεκριμένα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι ο αναιρεσείων διαθέτει οργανωμένη και σύγχρονη πτηνοτροφική μονάδα σε μισθωθείσα έκταση 2.500 τμ από τον πατέρα του, ασκώντας εμπορικές πράξεις κατά σύνηθες επάγγελμα στο χώρο της πτηνοτροφίας, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο από την επένδυση κεφαλαίου σε ζώα και μηχανήματα, προσδοκώντας κέρδη, και ότι τα πιστωτικά προϊόντα που έλαβε από τις αναιρεσίβλητες τράπεζες τα επένδυσε, στην ως άνω επιχείρησή του.
Οι παραδοχές αυτές πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/1835, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων είχε την εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα, τις οποίες συνακόλουθα δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, ενώ αντίστοιχα απέκλεισαν την πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010, η οποία, για την εφαρμογή της, προϋποθέτει έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και ορθώς δεν εφαρμόστηκε.
Για το τελευταίο δε κρίσιμο ζήτημα το Δικαστήριο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του ότι εντάσσεται ως πτηνοτρόφος στην μεγάλη κατηγορία του Πρωτογενούς Τομέα που περιγράφεται ως "Συμβολαιακή Γεωργία" ήτοι συνεργασία κατ' ουσία με μία και μοναδική εταιρεία η οποία διακινεί αποκλειστικά το προϊόν του στην αγορά με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ότι αμείβεται αποκλειστικά ως εκτροφέας, αφού η ως άνω εταιρεία, με την οποία αποκλειστικά συνεργάζεται, αναλαμβάνει να του πωλεί κατ' αποκλειστικότητα με πίστωση νεοσσούς κρεατοπαραγωγούς και τις αντίστοιχες ζωοτροφές, εμβόλια, υγραέριο και ό,τι άλλο απαιτηθεί για την ολοκλήρωση της εκτροφής και αυτός υποχρεούται στην ανάληψη μόνο της επιμέλειας της εκτροφής και πάχυνσης των νεοσσών και μετά την ολοκλήρωσή της την επαναπώληση στην εταιρεία ολόκληρης της ποσότητας των πουλερικών που εξέθρεψε, ότι δεν αγοράζει από κανέναν άλλο ούτε και πωλεί σε έτερο, αλλά αμείβεται για την εργασία του ως εκτροφέα και ότι καθ' όλη τη διάρκεια της εκτροφής η ως άνω εταιρεία διατηρεί την κυριότητα όλων των πωληθέντων σε αυτόν πραγμάτων, ότι ο τζίρος του αν και φαίνεται μεγάλος ήταν στην ουσία πλασματικός και ότι αποτελούσε στην ουσία την ανταμοιβή της προσωπικής του εργασίας και συνεπώς το Εφετείο εσφαλμένα δεν έκρινε ότι αυτός είναι αγρότης ότι η αγροτική του εκμετάλλευση δεν είναι καθετοποιημένη, ούτε διαθέτει τα απαιτούμενα κεφάλαια και συνεπώς αναγκάζεται να εκμισθώσει την προσωπική του εργασία, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια ο πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
10] Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 περ 10 ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμα ότι αυτός είναι έμπορος, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης και επομένως δεν εφαρμόζεται σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
11] Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' εδ. δ' του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../2021) αίτηση για αναίρεση της .../2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας.
Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ