Legislator Case Law & Legislation
1849/2018 AI generated

1849/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1849/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1849/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Keywords

AI generated
proper reasons for non-use inadequate administrative records retroactive residence permit previous legal status intention of permanent residence not subject to registration
AI generated
18/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου και Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
2005/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
1627/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12-12-2000 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του Σταματίου Καταπόδη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 657/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9039/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 4 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
603/2021
Appeal partially allowed; court rejects factual re-evaluation but overturns lower court's judgment on public road status.
476/2024
Supreme Court dismisses appeal for vague grounds under Art. 559 and 577 of Civil Procedure Code.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1849 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1849/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαΐου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου - Φλουρή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Σ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 311/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2018 και με αριθμό 3/2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 458/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτο απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού εγγράφου ή νοθευμένου εγγράφου και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και το σκοπό του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής.

Όταν δε ελλείπει εντελώς η αιτιολογία και στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά με παραπομπή στο διατακτικό, τότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά• πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ειδική αιτιολογία.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 311/2018, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, το Μάρτιο του έτους 2012, ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Ι.

Π.-πρώτο εξετασθέντα μάρτυρα, ο οποίος κατά το παρελθόν είχε επιμεληθεί για την έκδοση της υπ' αριθμόν .../1994 οικοδομικής άδειας της οικίας του που ανεγέρθηκε σε κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας του που βρίσκεται στο ..., να υποβάλλει στην αρμόδια Υπηρεσία του ... αίτηση, συνοδευόμενη με όλα τα απαραίτητα στοιχεία, για χορήγηση βεβαίωσης χρήσεων γης στο ανωτέρω ακίνητο, προκειμένου ο τελευταίος να τη χρησιμοποιήσει για την έκδοση άδειας λειτουργίας επιχείρησης τυροκομείου.

Πράγματι, ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός υπέβαλε, κατ' εντολή του κατηγορουμένου, στις 5.3.2012, προς τον ..., αίτηση χορήγησης βεβαίωσης χρήσεων γης για το ακίνητο του κατηγορουμένου που εμφανιζόταν σε απόσπασμα χάρτου, που επισυναπτόταν στην αίτηση. Στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε την ανωτέρω αίτηση, το ακίνητο εμφανιζόταν στη θέση, που πραγματικά ανήκε, ήτοι στη Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (εφεξής ΖΟΕ) με αριθμό ....

Σε απάντηση της αίτησης αυτής, ο Προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου, πολιτικός μηχανικός Ν. Μ.-εξετασθείς δεύτερος μάρτυρας, χορήγησε τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...07.03.2012 βεβαίωση χρήσεων γης, όπου αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι το κληροτεμάχιο που φαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα και στο συνημμένο απόσπασμα χάρτη βρίσκεται μέσα στη Ζ.Ο.Ε. ....

Το περιεχόμενο ωστόσο της βεβαίωσης αυτής, αλλά και το τοπογραφικό διάγραμμα αλλοιώθηκαν, ως προς το σημείο το οποίο ανήκει το ακίνητο και συγκεκριμένα, αναγράφηκε σε αυτά ότι ανήκει στη ΖΟΕ με στοιχείο "7" αντί του ορθού "6". Σημειωτέον, ότι η θέση στην οποία ανήκει το ακίνητο έχει βαρύνουσα σημασία, αφού ΖΟΕ "6" δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση οποιασδήποτε επιχείρησης ή οικίας, σε αντίθεση με τη ΖΟΕ "7", όπου επιτρέπεται.

Επιπλέον πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά την έκδοση της υπ' αριθμόν .../1994 οικοδομικής άδειας που επιμελήθηκε κατά τα προαναφερόμενα, με την έκδοση των σχετικών τοπογραφικών διαγραμμάτων, ο πολιτικός μηχανικός Ι. Π., δυνάμει της οποίας ανεγέρθηκε η οικία του κατηγορουμένου στο ίδιο ακίνητο, αυτό αποτυπώθηκε στη ΖΟΕ με στοιχείο "7".

Ακολούθως, ο κατηγορούμενος υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Ανάπτυξης της Περιφερειακής Ενότητας Πιερίας, την από 15/3/2012 αίτησή του, προκειμένου να του χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων για τη δραστηριότητα τυροκομείου με το διακριτικό τίτλο "...", όπου κατέθεσε και έγχρωμο φωτοαντίγραφο της ανωτέρω βεβαίωσης της Τεχνικής Υπηρεσίας του ...

καθώς και το αλλοιωμένο τοπογραφικό διάγραμμα. Στην ανωτέρω ενέργεια προέβη ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας ότι η βεβαίωση είναι νοθευμένη ως προς τα ανωτέρω στοιχεία, με σκοπό να παραστήσει ψευδώς ότι το κληροτεμάχιό του, βρίσκεται στη ΖΟΕ "7", ενώ βρισκόταν στη ΖΟΕ "6" και να επιτύχει με τον τρόπο αυτό να του χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων για τη δραστηριότητα τυροκομείου με το διακριτικό τίτλο "...".

Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι έπεσε θύμα απάτης από τον πολιτικό μηχανικό Ι. Π., ο οποίος αποτύπωσε το ακίνητό του από το έτος 1994 σε λάθος ΖΟΕ, προκειμένου να επιτύχει την πώληση του ακινήτου στον ίδιο, διότι αν το αποτύπωνε στην ορθή θέση, τότε δε θα δύνατο να εκδοθεί οικοδομική άδεια, αφού τούτο δεν επιτρέπεται στη ΖΟΕ 6, και για το λόγο αυτό, ο ανωτέρω αλλοίωσε και το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτή η ως άνω ενέργειά του.

Ο τελευταίος από την πλευρά του, κατά την ένορκη κατάθεσή του, ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο που συντάχθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε την οικοδομική άδεια, ήταν δυσχερές να εξακριβωθεί η ακριβής θέση του ακινήτου, καθόσον αυτό τοποθετείται στο όριο των δύο ΖΟΕ. Το γεγονός τούτο, ήτοι ότι το ακίνητο βρίσκεται οριακά με τη ΖΟΕ 7 επιβεβαίωσε και ο εξετασθείς Προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου, ο οποίος πρόσθεσε περαιτέρω εξεταζόμενος, ότι για να αλλοιωθεί το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, απαιτούνται ειδικές γνώσεις και δε δύναται να πετύχει τούτο κάποιος που δεν τις διαθέτει.

Ενόψει των ανωτέρω αντιφατικών ισχυρισμών και λαμβάνοντας επιπροσθέτως υπ' όψη ότι για την αλλοίωση των επίδικων εγγράφων απαιτούνται ειδικές γνώσεις, το Δικαστήριο δε πείσθηκε αναμφίβολα ότι στη νόθευση αυτή προέβη ο κατηγορούμενος, όπως και ο ίδιος διατείνεται. Ωστόσο αυτός, όπως προαναφέρθηκε, γνώριζε ότι η εκδοθείσα βεβαίωση και το τοπογραφικό διάγραμμα έχουν νοθευθεί ως προς τα ως άνω στοιχεία και έκανε χρήση αυτής.

Από τη χρήση αυτή όφελος είχε μόνο ο κατηγορούμενος, αφού θα πετύχαινε την έκδοση της άδειας λειτουργίας του τυροκομείου, σε αντίθεση με τον πολιτικό μηχανικό που δεν πρόεκυψε ότι ωφελήθηκε σε κάτι, πολλώ δε μάλλον εφόσον το πωληθέν στον κατηγορούμενο επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στον ίδιο, αλλά σε τρίτο πωλητή.

Περί της γνώσης του κατηγορουμένου για την ακριβή θέση του ακινήτου του, καταθέτει σαφώς ο μάρτυρας Ι. Π. κατά την εξέτασή του τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπου αναφέρει ότι ο ίδιος ενημέρωσε τον κατηγορούμενο τον Ιανουάριο του έτους 2012, με βάση τα όσα του ανέφερε ο αρμόδιος υπάλληλος Λ., ότι το ακίνητο βρίσκεται οριακά στη ΖΟΕ (γεγονός που δεν αμφισβήτησε ο ανωτέρω υπάλληλος) και ότι η χρήση τυροκομείου δεν επιτρεπόταν, παρ' όλα αυτά ο κατηγορούμενος του έδωσε εντολή να υποβάλλει τη σχετική αίτηση, όπως και έπραξε.

Εξάλλου ο κατηγορούμενος, ο οποίος διαμένει στο ακίνητο επί 20 περίπου χρόνια, γνωρίζει την ευρύτερη περιοχή και την οικιστική ανάπτυξη αυτής, διαθέτει γραμματικές γνώσεις (εκπαιδευτικός-καθηγητής φυσικής) και γνώριζε τα ζητήματα που αφορούν την ιδιοκτησία του, ήτοι ότι με βάση και τα νεότερα τεχνικά μέσα προσδιορισμού των συντεταγμένων και βάσει κλιμακομέτρησης επί του εγκεκριμένου κτηματικού χάρτη ...

το ακίνητό του ανήκε, σαφώς πλέον, στη ΖΟΕ "6", στην οποία και δε δύνατο να ανεγερθεί οικία ή να λειτουργήσει επιχείρηση τυροκομείου. Ουδόλως δε προέκυψε από κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο ότι απευθύνθηκε στην αρμόδια Πολεοδομία, στην οποία και ανευρέθη εν τέλει ο αρχικά εξαφανισθείς φάκελος της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας της οικίας του, για να ελέγξει το λόγο που αποτυπώθηκε αρχικά το ακίνητό του σε λάθος σημείο, δεδομένου ότι και η ανωτέρω Υπηρεσία όφειλε να προβεί, πριν την έκδοση της οικοδομικής άδειας σε σχετικό έλεγχο.

Το γεγονός ότι στις 17.4.2012 υπέβαλλε στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας-Διεύθυνση Ανάπτυξης, αίτηση ανάκλησης και επιστροφής του φακέλου για την έκδοση άδειας χρήσης τυροκομείου, δεν αναιρεί τη σχηματισθείσα κρίση, καθόσον κατά το χρόνο εκείνο είχε ήδη διαπιστωθεί αρμοδίως η νόθευση των επίδικων εγγράφων.

Με βάση τ' ανωτέρω αποδειχθέντα στοιχεία, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, με πρόθεση, στην Κατερίνη, στις 15.3.2012, την πράξη της χρήσης νοθευμένων εγγράφων, και όχι της πλαστογραφίας με χρήση αυτών (κατ' εξακολούθηση), όπως δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, νόθευση την οποία γνώριζε κατά τα προλεχθέντα και επιθυμούσε με τη χρήση την επέλευση των πραγματικών περιστατικών που αυτή επέφερε, με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες υπηρεσίες παριστάνοντας ψευδώς ότι το κληροτεμάχιό του, βρίσκεται στη ΖΟΕ "7", ενώ βρισκόταν στη ΖΟΕ "6" και να επιτύχει με τον τρόπο αυτό να του χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων για τη δραστηριότητα τυροκομείου με το διακριτικό τίτλο "...", πράξη για την οποία θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει αυτόν ένοχο, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, για το αδίκημα της χρήσης πλαστών εγγράφων και συγκεκριμένα του ..., στις 15/3/2012, με πρόθεση έκανε χρήση νοθευμένων εγγράφων, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Ανάπτυξης της Περιφερειακής Ενότητας Πιερίας, την από 15/3/2012 αίτησή του, προκειμένου να του χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων για τη δραστηριότητα τυροκομείου με το διακριτικό τίτλο "...", όπου κατέθεσε και έγχρωμο φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ...07.03.2012 βεβαίωσης χρήσεων γης και συνημμένο τοπογραφικού διαγράμματος, το περιεχόμενο των οποίων εγγράφων ήταν νοθευμένο, καθόσον αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι το κληροτεμάχιο που φαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα και στο συνημμένο απόσπασμα χάρτη βρίσκεται μέσα στη Ζ.Ο.Ε. "7" αντί του ορθού "6".

Στην ανωτέρω ενέργεια προέβη ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας ότι τα έγγραφα αυτά νοθεύθηκαν ως προς το σημείο τοποθεσίας του ακινήτου, με σκοπό να παραστήσει ψευδώς στην ανωτέρω Υπηρεσία, ότι το ακίνητό του που βρίσκεται στη ΖΟΕ 7 ενώ βρισκόταν στη ΖΟΕ 6 και να επιτύχει με τον τρόπο αυτό να του χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων για τη δραστηριότητα τυροκομείου με το διακριτικό τίτλο "...".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου) και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται, ότι από είκοσι και πλέον έτη ο αναιρεσείων είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην ΖΟΕ ...• ότι ο αναιρεσείων είχε ενημερωθεί για τη ζώνη οικιστικού ελέγχου στην οποία ανήκει αυτό, από το μάρτυρα Ι. Π., Πολιτικό Μηχανικό• ότι στη χορηγηθείσα, μετά από αίτησή του, από την Τεχνική Υπηρεσία του ..., βεβαίωση χρήσης γης ...7-3-2012 και στο αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα αλλοιώθηκαν τα στοιχεία και αναγράφηκε ότι το ακίνητο αυτό ανήκει στη ΖΟΕ "7"• ότι γνώριζε πως η βεβαίωση αυτή και το τοπογραφικό διάγραμμα είχαν νοθευτεί ως προς τον αριθμό της ζώνης οικιστικού ελέγχου, στην οποία ανήκει το εν λόγω ακίνητο και η οποία έχει βαρύνουσα σημασία, αφού στη ΖΟΕ "6" δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση οποιασδήποτε επιχείρησης ή οικίας• ότι από τη χρήση αυτή των νοθευμένων εγγράφων όφελος είχε μόνο ο αναιρεσείων, επειδή ο γιος του σκόπευε να εγκαταστήσει και λειτουργήσει επιχείρηση τυροκομείου• ότι χρήση της αλλοιωμένης βεβαίωσης και του αλλοιωμένου τοπογραφικού έλαβε χώρα από τον ίδιο, όταν κατέθεσε όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, προκειμένου να του χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων για την εγκατάσταση της επιχείρησης τυροκομείου και, τέλος, ότι ως κάτοικος της περιοχής επί είκοσι έτη και διαθέτοντας τις απαιτούμενες γραμματικές γνώσεις, ως εκπαιδευτικός-καθηγητής φυσικής, γνώριζε την ευρύτερη περιοχή, την οικιστική ανάπτυξη αυτής και τα ζητήματα που αφορούν την ιδιοκτησία του. 'Ετσι, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τόσο τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και δεν παρέθεσε μόνο τα στοιχεία του διατακτικού, όσο και τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε αυτά (περιστατικά) και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 του ΠΚ, την οποία όπως προεκτέθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Κατά συνέπεια, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος (ως προς το πρώτο σκέλος του) από τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου παραβίαση, της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.

Επίσης, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς το τέταρτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη απάντησης του Δικαστηρίου της ουσίας στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προέβαλε στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς.

Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18-4-2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι: α) αναγκαίοι με την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στα δικαιώματα του θιγομένου να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες για το θιγόμενο (ΑΠ 851/2017, ΑΠ 986/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προμνημονευόμενη προσβαλλόμενη απόφασή του, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, όπως προαναφέρθηκε, για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων, για την οποία το Δικαστήριο της ουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος αυτού και την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος, κατά το άρθρο 79 του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της απαξίας της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και του ύψους της ποινής που του επιβλήθηκε, δεν υπερέβη την εξουσία του παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας με παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".

Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως.

Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).

Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέρα από την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ', του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι παρατεθείσες στην πρώτη σκέψη της απόφασης αυτής παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος για την πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής ούτε μετακύλυση στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τεκμηρίου αθωότητας αυτού, αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της ως άνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά του, ενώ από τις προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασης αυτής ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo".

Κατά συνέπεια, ως προς το τρίτο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Α', σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, οι λοιποί, διάσπαρτοι στο δικόγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, περί του ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους αυτού τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων, καθώς και οι συναφείς αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-3-2018, με αριθμό 3/2018, αίτηση του Χ. Σ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 311/28-2-2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ