Legislator Case Law & Legislation
1849/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal on procedural grounds for failure to examine a specific appeal reason regarding liability. The court found the lower court ignored a valid claim. The case was remanded for further trial.

Case Number 1849/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of First Instance's dismissal of a claim for damages based on tort liability. The appellant argued that the Court of Appeal failed to examine a specific additional appeal reason regarding the bank's liability under Law 2251/1994. The court ruled that this omission violated the principle of adversarial proceedings and the right to be heard, as the ignored claim could have determined the outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must examine all additional appeal reasons raised by the parties, and failure to do so constitutes a ground for cassation that requires remanding the case for further trial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure additional appeal reason adversarial proceedings tort liability remand for retrial procedural omission right to be heard

Cited Legislation

AI generated
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 569 of the Code of Civil Procedure
Articles 169, 171 § 2 and 172 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 2251/1994
Article 1 and 8 of Law 2251/1994
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 65 of Law 4139/2013
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1849 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1849/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Γεώργιο Στεφανάκη και 2) Αναστάσιο Δημητρούκα.

Της αναιρεσίβλητης: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που είχε την έδρα της στη ... και υποκατάστημα στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Εγγλέζο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 828/2014 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2015 αίτησή της και τους από 7-12-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 14-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος (εν μέρει) και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αναιρεσείουσα με την αγωγή της την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά της αναιρεσίβλητης, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη Τράπεζα οφείλει να της πληρώσει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, επικαλούμενη σωρευτικά αντισυμβατική και αδικοπρακτική ενοχή αυτής.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την υπ’ αριθ. 184/2012 απόφασή του απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση (με πρόσθετους λόγους) επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 828/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα).

Η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη και ακολούθως το Εφετείο, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με πρόσθετους λόγους, οι οποίοι είναι παραδεκτοί (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 169, 171 εδ. β και 172 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε ένδικο μέσο, συνεπώς και αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 308/2009), μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία το διάδικο, που το άσκησε, για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του στα έξοδα.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν προχωρεί στη συζήτηση του ένδικου μέσου, ώσπου να κατατεθεί η εγγύηση, που διέταξε σχετικά με αυτό, αν δε η προθεσμία που ορίστηκε για την εγγυοδοσία περάσει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγύηση, αποφασίζει ότι ανακλήθηκε το ένδικο μέσο.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλουν ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, οπότε οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Τέτοια ένσταση που αφορά το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η ανωτέρω αναφερθείσα ένσταση εγγυοδοσίας (ΑΠ 1709/2013).

Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη με το υπόμνημα, που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και συγκεκριμένα την 15.12.2016, υπέβαλε αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία για τα έξοδα της διαδικασίας. Επομένως, το αίτημα αυτό, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, είναι απορριπτέο ως απαραδέκτως προταθέν για πρώτη φορά μετά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και όχι με τις προτάσεις που έπρεπε να κατατεθούν είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την πραγματική. Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένο υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε και αποσαφηνίσθηκε με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, αν και στις πραγματικές παραδοχές της διαλαμβάνει ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης είχε καταρτισθεί ήδη από την 29.10.2006 σύμβαση με περιεχόμενο τη σύμπραξη και των δύο προκειμένου να αξιοποιήσουν τη συμφέρουσα δυνατότητα εξαγοράς και μετατροπής των μετοχών της "...

ΑΕ" (που αποτελούσαν το αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως ενεχύρου) σε μετοχές της Κυπριακής "..." και με βάση τη συμφωνία αυτή ανέλαβαν αμοιβαία την υποχρέωση να καταρτίσουν τις αναγκαίες περαιτέρω δικαιοπραξίες για να υλοποιηθεί η επιδιωκόμενη μετατροπή, εντούτοις τελικά δεν εφάρμοσε το άρθρο 361 ΑΚ και το άρθρο 288 ΑΚ που εξειδίκευε το περιεχόμενο των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης, αλλά παραβίασε τα άρθρα αυτά, καταλήγοντας στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι μεταξύ των μερών δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία και συνακόλουθα δεν συνέτρεξε ευθύνη της αναιρεσίβλητης από την παραβίαση της ανωτέρω συμβάσεως, απορρίπτοντας για το λόγο αυτό την αντίστοιχη βάση της αγωγής.

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη στις παραδοχές της διαλαμβάνει ότι μεταξύ των μερών είχε καταρτισθεί ήδη από την 29.10.2006 σύμβαση με περιεχόμενο τη σύμπραξη και των δύο προκειμένου να αξιοποιήσουν τη συμφέρουσα δυνατότητα εξαγοράς και μετατροπής των μετοχών της "...

ΑΕ". Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι δεν υπάρχει τέτοια παραδοχή. Αντίθετα, αναφέρεται ότι επί της από 29.10.2006 προτάσεως της αναιρεσίβλητης δεν υπήρξε συμφωνία και από τότε ξεκίνησαν απλώς οι διαπραγματεύσεις (σελ. 18). Άλλωστε, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται (σελ. 11-12) ότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα συμφωνία, που όπως υποστηρίζει κατάρτισε με την εναγομένη, έλαβε χώρα μετά από διαπραγματεύσεις "τις πρωϊνές ώρες της 21.12.2006" και είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, αφού τα κύρια σημεία αυτής ήταν ότι η εναγομένη θα συναινούσε στην άρση του ενεχύρου που είχε επί των μετοχών της, όρος αναγκαίος για την επιδιωκόμενη συμφέρουσα μετατροπή, ότι αυτή παρείχε στην εναγομένη την πληρεξουσιότητα να ενεργήσει για λογαριασμό της τη μετατροπή, ότι από τις νέες μετοχές θα εκποιούνταν μία ποσότητα εξ αυτών αξίας 13.800.000 ευρώ και επί του τιμήματος αυτού θα συστήνονταν νέο ενέχυρο προς εξασφάλιση της εναγομένης, οι δε υπόλοιπες μετοχές θα εκποιούνταν προς όφελος της ενάγουσας.

Δηλαδή βάση της αγωγής αποτελούσε η παραβίαση της τελευταίας αυτής από 21.12.2006 συμφωνίας και όχι της από 29.10.2006. Εν τέλει η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ούτε και στις 21.12.2006 τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία (σελ. 20 και 21) και γι’ αυτό απέρριψε την βάση της αγωγής, που στηριζόταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος του ίδιου ως άνω πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, όπως αυτός συμπληρώθηκε και αποσαφηνίσθηκε με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, προβάλλει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αναφορικά με το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ιστορικής βάσεως της αγωγής από την ενδοσυμβατική ευθύνη.

Ειδικότερα, επικαλείται εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 361 και 288 ΑΚ, διότι η προσβαλλόμενη, ενώ στην αρχή δέχεται ότι "η εναγομένη Τράπεζα έλαβε την πρωτοβουλία για μια διαδικασία που προϋπέθετε αναγκαίως άρση του ενεχύρου επί των μετοχών", στη συνέχεια έκρινε αντιφατικά ότι η διαδικασία ματαιώθηκε λόγω της άρνησής της να άρει το ενέχυρο.

Επίσης, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα προσέφερε ενέχυρο επί των μετοχών που θα προέκυπταν από την μετατροπή, αντιφατικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Τράπεζα δεν αποδέχθηκε την πρότασή της και δεν καταρτίσθηκε τελικά συμφωνία γιατί η ενάγουσα δεν προσέφερε ισοδύναμη εμπράγματη εξασφάλιση. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος διότι, δεν συνδέονται οι προβαλλόμενες αντιφάσεις με τον απορριπτικό αποδεικτικό πόρισμα του Eφετείου ως προς την εκ της παραβιάσεως της συμβάσεως αγωγική βάση.

Ειδικότερα, ενώ η αναιρεσείουσα αναφέρει τι δέχθηκε η προσβαλλόμενη και σε τι συνίσταται η κατ’ αυτήν αντίφαση των παραδοχών της, εν τούτοις δεν προσδιορίζει σε τι συντέλεσε εν τέλει η επικαλούμενη αντιφατικότητα αυτών των παραδοχών στην παραβίαση των προβαλλόμενων ως παραβιασθέντων κανόνων δικαίου (άρθρων 361, 288 ΑΚ), καθώς και πώς συνδέεται η παραβίαση των κανόνων αυτών με την τελική παραδοχή του Εφετείου ότι δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών για την άρση του ενεχύρου κ.λπ.

και συνακόλουθα δεν συνέτρεξε ευθύνη της αναιρεσίβλητης από την παραβίαση της ανωτέρω συμβάσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Εξάλλου το παράνομο της αδικοπρακτικής ευθύνης συντρέχει και όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των προσώπων και αγαθών με τα οποία η συμπεριφορά ενός κοινωνού του δικαίου έρχεται ή μπορεί να έλθει σε επαφή ή άλλως "το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον".

Την υποχρέωση να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 ΑΚ). Την επιβάλλει ακόμα το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς.

Το κυριότερο δε κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεται εάν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβαση της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη (Ολ ΑΠ 967/1973). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγινε δεκτό, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων οποιαδήποτε συμφωνία για την άρση του ενεχύρου και την μετατροπή των μετοχών και συνεπώς δεν υφίσταται αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, έγιναν περαιτέρω δεκτά, αναφορικά με την εξ αδικοπρακτικής ευθύνης αγωγική βάση, τα ακόλουθα περιστατικά: ".....Επιπλέον από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η εναγομένη δεν συναίνεσε στην άρση του ενεχύρου των μετοχών διότι έκρινε ότι σε περίπτωση άρσεως αυτού, η απαίτησή της σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και της ενάγουσας δεν θα ήταν εξασφαλισμένη, αφού η ενάγουσα δεν προσέφερε σε αντάλλαγμα της άρσης του ενεχύρου των μετοχών εμπράγματη ασφάλιση και επομένως η στάση της αυτή ήταν σύμφωνη με τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ήταν καταχρηστική ή αντίθετη στα χρηστά ήθη, αφού επιπλέον ήταν στη διακριτική της ευχέρεια η συναίνεσή της προς άρση του ενεχύρου ή μη, σε κάθε δε περίπτωση, η εναγομένη δεν παραβίασε το γενικό καθήκον πρόνοιας του να μη ζημιώνεται άλλος, αφού ως ενεχυρούχος δανείστρια, κατ’ άρθρο 1224 ΑΚ, έχει υποχρέωση μόνο φύλαξης του ενεχύρου και όχι βελτιώσεως αυτού, η δε υποχρέωση φύλαξης δεν περιλαμβάνει πράξεις διαχειρίσεως του ενεχυράσματος που αφορούν την οικονομική διοίκηση του πράγματος.

Επομένως με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την αγωγή και ως προς την εξ αδικοπραξίας βάση της. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 281, 1224 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, δεδομένου ότι από το ανωτέρω συνοπτικό αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, οι διαλαμβανόμενες δε στην απόφαση αιτιολογίες, δεν είναι σαφείς και πλήρεις αναφορικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα: Ενώ δέχεται ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην άρση του ενεχύρου των μετοχών της αναιρεσείουσας συνιστούσε "στάση σύμφωνη με τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ήταν καταχρηστική ή αντίθετη στα χρηστά ήθη" διότι, καθώς έκρινε, σε περίπτωση άρσεως αυτού, η απαίτησή της σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και της ενάγουσας δεν θα ήταν εξασφαλισμένη, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί η απαίτησή της (αναιρεσίβλητης) δεν θα ήταν εξασφαλισμένη, δεδομένου ότι δεν παραθέτει αιτιολογία για την επάρκεια και προσφορότητα της εξασφαλίσεως, που πρότεινε η αναιρεσείουσα (κατά τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς), με την προηγούμενη της άρσεως του ενεχύρου παροχή εξουσιοδοτήσεως στον εκπρόσωπό της για σύσταση νέου ενεχύρου πάνω στις νέες μετοχές που θα προέκυπταν από την ευνοϊκή εξαγορά και μετατροπή των μετοχών της "...

ΑΕ" -που αποτελούσαν το αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως ενεχύρου- σε μετοχές της Κυπριακής "...". Είναι δε τούτο ουσιώδες διότι η, παρά την παράλληλη εξασφάλιση των ενεχυρικών δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης άρνηση αυτής να συμπράξει με την αναιρεσείουσα στις αναγκαίες υλικές και νομικές ενέργειες, ώστε να επιτευχθεί η συμφέρουσα σε αμφότερες ως άνω αξιοποίηση, συνιστά, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, καταχρηστική άσκηση του ενεχυρικού δικαιώματος.

Επίσης, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί "η εναγομένη δεν παραβίασε το γενικό καθήκον πρόνοιας του να μη ζημιώνεται άλλος". Η αναφορά ότι "ως ενεχυρούχος δανείστρια, κατ’ άρθρο 1224 ΑΚ, έχει υποχρέωση μόνο φύλαξης του ενεχύρου και όχι βελτιώσεως αυτού" δεν δικαιολογεί την εκ του ανωτέρω γενικού καθήκοντος υποχρέωση πρόνοιας του να μη ζημιώνεται άλλος, όταν ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί, ενόψει των συντρεχουσών ειδικών περιστάσεων, να προβεί αν όχι στη βελτίωση της καταστάσεως του ενεχύρου τουλάχιστον στη μη μείωση αυτού, χωρίς βλάβη των δικών του συμφερόντων.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο συναφής τέταρτος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Με τη διάταξη του άρθρου 1 ν. 2251/1994 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 3587/2007 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2.

Το Κράτος μεριμνά ιδίως για: α) την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, β) τα οικονομικά τους συμφέροντα, γ) την οργάνωσή τους σε ενώσεις καταναλωτών, δ) το δικαίωμα ακρόασής τους σε θέματα που τους αφορούν και ε) την πληροφόρηση και την επιμόρφωση τους, ιδιαίτερα των ευπρόσβλητων ομάδων καταναλωτών σε θέματα που αφορούν στην αγορά, στον ανταγωνισμό, στον καταναλωτή, στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και στην προαγωγή της βιώσιμης κατανάλωσης. 3. ... 4.

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται: α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. β) Προμηθευτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή.

Προμηθευτής νοείται και ο διαφημιζόμενος." Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου νόμου (2251/1994) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3587/2007 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.

Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο. 2. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. 3.

Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. 4. Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν." Από τη δεύτερη ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της άνω διατάξεως δύναται να είναι και Τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) Παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. β) Υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται διότι εισάγεται νόθος αντικειμενική ευθύνη (ολομ.ΑΠ 18/1999) και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.

Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών. γ) Παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει ν’ ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του.

δ) Ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης. Και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο βλαπτόμενος και υφιστάμενος ζημία δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες (η οποία δεν αποκλείει την κοινή αδικοπρακτική ούτε την ενδοσυμβατική ευθύνη κατά τον ΑΚ) ν’ αξιώσει την αποκατάστασή της (ΑΠ 589/2001).

Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του, προς αποφυγή των κινδύνων, αλλά με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, δηλαδή με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, που όφειλε κατά το νόμο ή τη σύμβαση ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα.

Από δε την πρώτη ως άνω διάταξη προκύπτει ότι πάροχος υπηρεσιών είναι και η Τράπεζα. Και τούτο διότι από την ευρεία διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις τραπεζικές συναλλαγές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους.

Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.

Έτσι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ίδιου νόμου, εντάσσεται ήδη ρητά στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ενόψει αυτών: Α) Ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της Τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ.

α του ν. 2251/1994. Β) Ο εγγυητής υπέρ τέτοιου δανειολήπτη και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης (ΟλΑΠ 13/2015).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης υπ’ αριθ. κατ. .../2010 αγωγής, η ενάγουσα, προς θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας αξιώσεώς της προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, επικαλέσθηκε επί πλέον και την ευθύνη της εναγομένης Τράπεζας ως παρόχου τραπεζικών υπηρεσιών έναντι της ενάγουσας η οποία ως εγγυήτρια τραπεζικού δανείου και ενεχυρική οφειλέτιδα είχε την ιδιότητα του καταναλωτή, σύμφωνα με τη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 8 ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, που κατά τα ανωτέρω αποτελεί εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης.

Και ναι μεν δεν μνημονεύεται στην αγωγή ο ανωτέρω ειδικός αστικός νόμος, πλην όμως περιέχονται όλα τα κρίσιμα για την εφαρμογή του και τη θεμελίωση μίας τέτοιας ευθύνης πραγματικά περιστατικά, την υπαγωγή των οποίων στον οικείο κανόνα δικαίου όφειλε να κάνει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται η πάροχος των υπηρεσιών Τράπεζα, η ενάγουσα ως εγγυήτρια τραπεζικού δανείου και ενεχυρική οφειλέτιδα που ως εκ τούτου είχε την ιδιότητα του καταναλωτή, καθώς και η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας που είχε ως αποτέλεσμα τη ζημία της ενάγουσας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 184/2012 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή συνολικά ως μη νόμιμη, χωρίς ωστόσο να έχει προβεί (όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης) στον έλεγχο της νομιμότητας μία τέτοιας από το ν. 2251/1994 νομικής και ιστορικής βάσης, που κατά τα προαναφερόμενα θεμελίωνε το αίτημα της αγωγής κατά την περί αδικοπραξίας βάση του.

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων εφέσεως (πρώτος λόγος), διατύπωσε ειδικό και αναλυτικό λόγο εφέσεως, παραπονούμενη για την παράλειψη έρευνας της βάσεως αυτής (από το ν. 2251/1994). Το Εφετείο, το οποίο εξαφάνισε την εκκαλούμενη, δεχόμενη άλλους λόγους της έφεσης, δεν ασχολήθηκε με την έρευνα του ως άνω πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης, θεωρώντας ότι παρέλκει η έρευνά του (60 φύλλο, 2η σελ.).

Ούτε πάλι προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα και απόρριψη της βάσεως αυτής, την οποία αγνόησε, καίτοι ήταν σαφώς διατυπωμένη στο δικόγραφο της αγωγής και επί πλέον είχε διατυπωθεί για τη (σιωπηρή) απόρριψή της ειδικός λόγος εφέσεως. Επομένως, ιδρύεται εν προκειμένω ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού κατά τα προαναφερόμενα το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον πρώτο πρόσθετο λόγο εφέσεως και τους εμπεριεχόμενους σ’ αυτόν ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς της ενάγουσας, που τείνουν στη θεμελίωση του ασκηθέντος με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος αποζημιώσεως, δηλαδή ισχυρισμούς που κατά το νόμο (άρθρα 1 και 8 ν. 2251/1994) ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση αυτή πρέπει είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τους ανωτέρω λόγους και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν στην λόγω αδικοπραξίας ευθύνη της εναγομένης, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των ως δεκτών γενομένων. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατά το ανωτέρω κεφάλαιο) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 828/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2017.

O ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ