1849/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1849/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με το από 24-11-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συστάθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Β. MIX. & ΣΙΑ Ο.Ε." μεταξύ του πρώτου εναγομένου, της δεύτερης εναγομένης και της ενάγουσας οι οποίοι μετείχαν αυτής κατά ποσοστό 33,34% ο πρώτος και κατά 33,33% η καθεμιά από τις δύο τελευταίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1849 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1849/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μανώλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Β., κατοίκου ..., 2. Ε. Β., κατοίκου ..., 3. Μ. Β., κατοίκου ..., 4. Σ. Α., κατοίκου ..., 5. Ι. Μ., κατοίκου ..., 6. Γ. Μ., κατοίκου ..., 7. Γ. Μ., κατοίκου ..., 8. Γ. Ρ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Ρουμελιώτη, ο 4ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι 5ος, 6ος,7η και 8ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεώνη Μπελτάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6580/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-11-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 15-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
'Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 8079 Δ'/1-8-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Αθηνών Λ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, επεδόθησαν νομίμως και εμπροθέσμως στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Σ. Α. α') αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη ορισμού δικασίμου για την 25-2-2013 και μετ' αναβολήν για την δικάσιμο της 11-11-2013 και κλήση για να παραστεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως και β') η υπ' αριθ. 101/11-3-2013 βεβαίωση του Γραμματέως του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως από την δικάσιμο της 25-2-2013 για την δικάσιμο της 11-11-2013, ότι η συζήτηση ανεβλήθη νομίμως για την δικάσιμο της 17-3-2014.
Ο ανωτέρω όμως αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του, σαν να ήτο παρών. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με το από 24-11-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συστάθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Β. MIX. & ΣΙΑ Ο.Ε." μεταξύ του πρώτου εναγομένου, της δεύτερης εναγομένης και της ενάγουσας οι οποίοι μετείχαν αυτής κατά ποσοστό 33,34% ο πρώτος και κατά 33,33% η καθεμιά από τις δύο τελευταίες.
Σκοπός της εταιρείας ήταν η εμπορία ανθέων, φυτών και λιπασμάτων. Ως έδρα της εταιρείας ορίστηκε η Nέα Ερυθραία και συγκεκριμένα το επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου αρ. … κατάστημα. Τη χρήση του καταστήματος αυτού παραχώρησε στην εταιρεία, χωρίς αντάλλαγμα, ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που καταρτίστηκε στις 9-12-1994.
Ο πρώτος εναγόμενος αποχώρησε από την εταιρεία το έτος 1996 και στη θέση του εισήλθε ως εταίρος ο έκτος εναγόμενος, δυνάμει του από 23-7-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού που δημοσιεύτηκε κι αυτό νόμιμα στα ίδια πιο πάνω βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών. Διαχειρίστρια της εταιρείας ορίστηκε έκτοτε η ενάγουσα. Ωστόσο, η σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ της εταιρείας και του πρώτου εναγομένου παρέμεινε ενεργής, δεδομένου μάλιστα ότι η δεύτερη εναγόμενη, που παρέμεινε ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας, είναι θυγατέρα του και μεταβίβασε σ' αυτήν την ψιλή κυριότητα του καταστήματος.
Δεν αποδείχτηκε δε ότι η εν λόγω σύμβαση μετατράπηκε σε σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, ούτε ότι εισπράχθηκαν ποτέ μισθώματα από τον ως άνω εναγόμενο. Το από 1-1- 2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που κατατέθηκε στην Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς από την ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της εταιρείας, φέρει την υπογραφή μόνο της ίδιας, ενώ δεν υπάρχει η υπογραφή του φερόμενου ως εκμισθωτή πρώτου εναγομένου.
Τον Απρίλιο του 2001 η ενάγουσα, η οποία, κατά τα άνω, ήταν διαχειρίστρια της εταιρείας, προφασιζόμενη κλοπή εγγράφων, άλλαξε την κλειδαριά του εταιρικού καταστήματος και απέκλεισε έτσι την ελεύθερη πρόσβαση των λοιπών εταίρων, στους οποίους αρνείτο να χορηγήσει κλειδιά. Επακολούθησε η ανταλλαγή εξώδικων δηλώσεων μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης.
Συγκεκριμένα η ενάγουσα απέστειλε στην ως άνω εναγόμενη δύο εξώδικες δηλώσεις με ημερομην. 24-4-2001 και μία με ημερομην. 27-4-2001, με τις οποίες, αφού δικαιολογούσε την αλλαγή στην κλειδαριά του καταστήματος με την κλοπή των εγγράφων, καλούσε την αντίδικο της, την οποία μεμφόταν ότι δεν προσφέρει την προσωπική της εργασία στην εταιρεία, να προσέλθει στο εταιρικό κατάστημα προς επίλυση των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων και προκειμένου να προβούν σε τροποποίηση ή λύση της εταιρείας και σύσταση νέας (εταιρείας).
Η δεύτερη εναγόμενη απήντησε με την από 7-5-2001 εξώδικη δήλωση της, στην οποία, αφού απέκρουε το περιεχόμενο των ως άνω δηλώσεων ως "ψευδές και υποβολιμαίο", απέδιδε στην ενάγουσα ότι επιδείκνυε αδιαφορία για τις εταιρικές υποθέσεις και άρνηση να την ενημερώσει σχετικά, όπως είχε υποχρέωση. Κατόπιν δε αυτού με την ίδια ως άνω δήλωση προέβη σε καταγγελία της εταιρικής σύμβασης, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η δεύτερη εναγόμενη με την ανωτέρω δήλωση της προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Η ανωτέρω εναγόμενη, με το περιεχόμενο της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης της άσκησε το νόμιμο δικαίωμα της για καταγγελία της εταιρείας.
Δεν προσέβαλε και μάλιστα παράνομα την προσωπικότητα της ενάγουσας, αλλά, χωρίς πρόθεση εξυβρίσεως, εξέφρασε απλώς μερικές βάσιμες αξιολογικές κρίσεις σχετικά με τη συμπεριφορά της τελευταίας ως διαχειρίστριας της εν λόγω εταιρείας, η οποία, κατά τα άνω, προφασιζόμενη διάφορα αβάσιμα γεγονότα (κλοπή εγγράφων από το κατάστημα, απουσία της ανωτέρω εναγόμενης) την απέκλεισε, μη νόμιμα και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, από τις εταιρικές υποθέσεις.
Ας σημειωθεί εδώ ότι α) η ενάγουσα, ενώ στην από 24-4-2001 εξώδικη δήλωση της αναφέρει ότι η αλλαγή κλειδαριάς οφείλεται σε απώλεια μόνο εγγράφων, στην υπό κρίση αγωγή αναφέρει και απώλεια κοσμημάτων και β) σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν πράγματι είχαν χαθεί αντικείμενα και έγγραφα από το εταιρικό κατάστημα, δεν αποδεικνύεται ότι για την απώλεια αυτή ευθύνονται οι συνεταίροι της ενάγουσας (ούτε και η ίδια τους αποδίδει ευθέως τέτοια μομφή) και συνεπώς αυθαίρετα αποκλείστηκαν αυτοί από τις εταιρικές υποθέσεις και την έδρα της εταιρείας.
Ορθά λοιπόν έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε το αίτημα της αγωγής περί χρηματικής ικανοποίησης σε βάρος της δεύτερης εναγομένης, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται όπως ανωτέρω (άρθρ. 534 του Κ.Πολ.Δ), και ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επακολούθησε καταγγελία της εταιρικής σύμβασης και από την ίδια την ενάγουσα, καθώς και τον έκτο εναγόμενο, οι οποίοι στις 11-7-2001 επέδωσαν στη δεύτερη εναγόμενη την από 10-7-2001 εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία τους.
Έτσι, αφού η εταιρεία καταγγέλθηκε από όλους τους εταίρους, οι οποίοι δεν μπορούσαν πια να συνεννοηθούν και να συνεργαστούν για τον εταιρικό σκοπό, επήλθε η λύση αυτής και εισήλθε σε εκκαθάριση. Με την υπ' αριθμ. 7367/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διορίστηκε ως προσωρινός εκκαθαριστής ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2287/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που δίκασε κατά την εκούσια δικαιοδοσία, ορίστηκε και οριστικός εκκαθαριστής αυτής.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι προσλήφθηκε από τον εκκαθαριστή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να εργαστεί ως υπάλληλος στο εταιρικό ανθοπωλείο είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι αυτή, μετά τη λύση της εταιρείας, αρνιόταν να απομακρυνθεί από το εταιρικό κατάστημα και παρέμεινε σ' αυτό, αυθαίρετα, συναλλασσόμενη για λογαριασμό της ίδιας, στο όνομα όμως της υπό εκκαθάριση εταιρείας.
Ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου την από 14-2-2002 αίτηση του κατά της ως άνω εταιρείας, με την οποία, αφού κατήγγειλε τη, μεταξύ αυτής και του ιδίου, σύμβαση χρησιδανείου, ζήτησε την απόδοση της κατοχής του εταιρικού καταστήματος. Η αίτηση του αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 530/2002 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία η υπό εκκαθάριση εταιρεία υποχρεώθηκε να αποδώσει την κατοχή του καταστήματος στον πρώτο εναγόμενο (τότε ενάγοντα).
Κατόπιν αυτού η ομόρρυθμη εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον τέταρτο εναγόμενο, εκκαθαριστή αυτής, άσκησε κατά της ενάγουσας, αίτηση ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Ειρηνοδικείου, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι νόμιμος κάτοχος του ακινήτου είναι η ίδια (η υπό εκκαθάριση εταιρεία) και να υποχρεωθεί η αντίδικος της, η οποία το παρακρατούσε αυθαίρετα, να της αποδώσει την κατοχή.
Κατά την εν λόγω δίκη ο τέταρτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της αιτούσας εταιρείας αρνήθηκε τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι αυτή συνδεόταν με την εταιρεία με σχέση εξαρτημένης εργασίας και προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα παρακρατούσε αυθαίρετα το κατάστημα και συναλλασσόταν παράνομα στο όνομα της εταιρείας.
Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται πιο πάνω, ήταν βάσιμος και όχι ψευδής, έγινε δεκτός από το Δικαστήριο και διατάχθηκε η τότε καθής (νυν ενάγουσα) να αποδώσει την κατοχή του καταστήματος στην εταιρεία. Εξάλλου δεν αποδείχτηκε ότι ο ίδιος εναγόμενος δεσμεύτηκε να καλύψει τις ασφαλιστικές εισφορές της ενάγουσας, ούτε ότι ενήργησε προς βλάβη της κατά τη διενεργηθείσα εκκαθάριση της εταιρείας.
Σύμφωνα με τα πιο πάνω, ο τέταρτος εναγόμενος δεν διέπραξε αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας και συνεπώς ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε το αγωγικό αίτημα για χρηματική ικανοποίηση σε βάρος αυτού. Απορριπτέος λοιπόν τυγχάνει και ο σχετικός λόγος εφέσεως της εκκαλούσας. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα με την από 23-9-2004 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ζήτησε να υποχρεωθούν οι έβδομη και όγδοος από τους εναγομένους (λογίστρια της εταιρείας και σύζυγος αυτής αντίστοιχα) να της επιδείξουν όλα τα έγγραφα που κατέχουν και αφορούν την υπό εκκαθάριση εταιρεία της χρονικής περιόδου από 23-7-1996 έως 6-5-2002 (τιμολόγια, λογαριασμοί ΟΤΕ κλπ).
Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1578/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία μάλιστα απειλείτο κατά των καθών χρηματική ποινή 1000 ευρώ ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης. Επιχειρήθηκε η εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως, πλην όμως αυτή απέβη άκαρπη, σύμφωνα με τις από 15-6-2005 και 29-6-2005 βεβαιώσεις του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Λ.
Κ.. Μόνο το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί, και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, να θεμελιώσει αξίωση της ενάγουσας από αδικοπραξία εναντίον των ως άνω εναγομένων. Πέραν του ότι η ενάγουσα θα μπορούσε, προς ικανοποίηση της απαίτησης της, να επιδιώξει και να πετύχει την επιβολή, σε βάρος των ως άνω αντιδίκων της, της χρηματικής ποινής που επιβλήθηκε από την ως άνω απόφαση (γεγονός που δεν αποδείχτηκε), η επίδικη αξίωση της προς επίδειξη των ανωτέρω εγγράφων, η οποία ασκήθηκε με κύρια αγωγή, κρίθηκε, οριστικά πλέον, ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθ. 4149/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη ήδη τελεσίδικη.
Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι δεν κατείχαν τα έγγραφα που τους ζητείτο να επιδείξουν. Δεν έσφαλε λοιπόν η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έκρινε τα ίδια και συνεπώς ο σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθεί...".
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των φερομένων ως παραβιασθεισών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 ΑΚ, και ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. 'Οπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του Κ.Πολ.Δ., στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ'όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμόν ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.
Α.Π. 32/1996). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από την σύγκριση με εκείνο το οποίο δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον 'Αρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 113/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τους πρώτον και δεύτερον λόγους αναιρέσεως ισχυρίζεται τα εξής: "...Το δικάσαν Εφετείο, δια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθ. 114/2011 αποφάσεώς του, δέχεται ότι δεν απεδείχθη η υπό κρίσιν αγωγή μου και ... εδέχθη τυπικά και εν μέρει στην ουσία της, την έφεση κατά της υπ'αριθ. 6580/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο εδίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, εκράτησε και εδίκασε την υπόθεση και απέρριψε την από 1-8-2005 αγωγή μου. 'Όμως, τόσο οι αιτιολογίες αυτές της πληττομένης αποφάσεως του Εφετείου όσο και το ανωτέρω πόρισμα στο οποίον κατέληξε αυτή, ήτοι της απορρίψεως της αγωγής μου, αποτελούν, κατά την έννοια και τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραμόρφωση των περιεχομένων των κάτωθι εγγράφων τα οποία προσκομίζω και επικαλούμαι και ενώπιόν σας : ...".
Ακολούθως, αφού απαριθμεί η αναιρεσείουσα εβδομήντα πέντε (75) έγγραφα, καταλήγει ως εξής: "... Περαιτέρω δε η ως άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ένεκα πάντων των ανωτέρω υπό Α εκτιθεμένων περί των παραμορφώσεων του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως στερείται παντελώς αιτιολογιών, άλλως, επαρκών αιτιολογιών.
Ούτως όμως η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθ. 114/2011 τελεσίδικος απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατέστη και είναι αναιρετέα κατά τας διατάξεις των αριθ. 1,20 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εν συνδυασμώ προς το άρθρον 561 αριθ. 1 και 2 ΚΠολΔ.". Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, ήτοι τόσον ο πρώτος (άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.), όσον και ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι για τους εξής λόγους:
Α') 'Οσον αφορά τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγο, επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται καθόλου 1) το αληθινό περιεχόμενο των (εβδομήντα πέντε) εγγράφων, τα οποία φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε κάθε έγγραφο.
β') 'Οσον αφορά τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο, επειδή στην αίτηση αναιρέσεως δεν αναφέρεται κανένα συγκεκριμένο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε τις καταθέσεις των νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, την νομίμως συνταγείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Βέννη υπ' αριθ. 3025/19-10-2009 ένορκη βεβαίωση και τα από τους διαδίκους με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες συνετάγησαν επ' ευκαιρία άλλων δικών πριν από την άσκηση της κρινομένης αγωγής.
Από την βεβαίωση αυτή του Εφετείου σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως έγγραφα, από τα οποία ειδικώς μνημονεύονται μερικά στην απόφαση και ειδικότερα 1) το από 24-11-1994 καταστατικό της ομορρύθμου εταιρίας, 2) το από 1-1-2001 μισθωτήριο καταστήματος, το οποίο φέρει την υπογραφή μόνον της αναιρεσειούσης, 3) οι από 24-4-2001 δύο εξώδικες γνωστοποιήσεις, δηλώσεις, διαμαρτυρίες και προσκλήσεις, 4) η από 10-7-2001 εξώδικη διαμαρτυρία, 5) η υπ' αριθ. 1578/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 6) οι από 15-6-2005 και 29-6-2005 δύο βεβαιώσεις του δικαστικού επιμελητού Λ.
Κ., 7) οι υπ' αριθ. 7367/2001 και 2287/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 8) η υπ' αριθ. 530/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2011 αίτηση της Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 114/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ