Supreme Court allows appeal against labor contract termination, remanding case for retrial on substantive grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the termination of a labor contract. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 24 of Law 3232/2004 and Article 49 of Presidential Decree 410/1988, which the Court of Appeal had deemed inapplicable. The Court found the lower court's interpretation of these provisions erroneous and ruled that the appeal was admissible. Consequently, the decision was annulled and the case remanded for retrial by a newly constituted panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 8(1), 9 of Law 1204/1972; Article 49 of Presidential Decree 410/1988; Article 24 of Law 3232/2004; Article 559(4) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a lower court decision if the interpretation of statutory provisions regarding labor contract termination is erroneous, even if the substantive termination procedure was followed correctly.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1849 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1849/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ-ΙΚΑ-ΕΤΑΜ-ΕΤΕΑΜ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ο. του Τ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15518/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1390/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/10/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/3/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την από το άρθρο 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ λόγο και την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως που περιέχονται στο ακροατήριο.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 28-1-2013 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 22-3-2011, από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23-3-2010. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη, η οποία όμως, όπως προκύπτει από την ... /19-3-2013 έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση, αφού επιδόθηκε σ' αυτήν ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσεως. Στην ίδια διάδικο έχει επιδοθεί και ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 11-10-2008 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, όπως προκύπτει από την ... /19-3-2013 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. δ/τος 1204/1972, προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ` αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.
Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.
δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ` αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.
Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου ν. δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ` άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του αυτού ν. δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.
δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ" ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος.
Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.
Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δ/τος 1204/1972. Τέλος στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.
Κατ` εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.
δ/τος 1204/1972. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι ιατροί που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 , συνδέονται με το ΙΚΑ με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν. δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000).
Επομένως έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε και μετά την ισχύ του ν. 2150/19993, του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ 5/2000 δημοσιεύτηκε ο ν. 3232/12-2-2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου".
Όμως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στην μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (ΑΕΔ 5/2000, Ολ.
Α.Π. 21 και 22/2007, Α.Π. 675/2009). Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, για τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον με ειδική σύμβαση, που έχει καταρτισθεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του ιδίου Ν.Δ., κατά τις οποίες οι εν λόγω συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές σχέσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προεκτεθέντα (Oλ.
Α.Π. 22/2007). Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. Με το άρθρο 49 του Κώδικα αυτού ορίζονται, εκτός άλλων, και τα εξής: "1.
Το προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού (δηλαδή του Κεφαλαίου Β' που αφορά το προσωπικό για κάλυψη οργανικών θέσεων), εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται πάντοτε η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης" (παρ.1). "2.
Κατ' εξαίρεση της παραγράφου 1, το προσωπικό του Δημοσίου που δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν.δ. 874/1971 ..., καθώς και το προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., το οποίο δεν αποκτά δικαίωμα σύνταξης, διατηρείται στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα και πάντως όχι πέρα από το 70ό έτος της ηλικίας του ..." (παρ.2). "4.
Για την κατά το άρθρο αυτό λύση της εργασιακής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου" (παρ. 4). Οι παρατιθέμενες όμως αυτές διατάξεις του άρθρου 49 του αμέσως πιο πάνω Κώδικα, που καταρτίσθηκε με το π.δ. 410/1988, δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ.) με ειδική σύμβαση που έχει καταρτισθεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/ 1972, για τους οποίους (ιατρούς) εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προαναφερόμενα (ΑΠ 675/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. πρωτ. ΡΟΙ /321/23-5-1986 απόφασης του Διοικητή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, συνήφθη μεταξύ του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία έχει την ειδικότητα της οδοντιάτρου, η από 18-6-1986 ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση παροχής περιθάλψεως στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος στο ιατρείο του Υποκαταστήματος Πύλης Αξιού της Θεσσαλονίκης, από 18-6-1986, αρχικά με κατ' αποκοπή μηνιαία αμοιβή και στη συνέχεια, μετά τη μισθολογική εξομοίωσή της με τους μόνιμους θεραπευτές του ΙΚΑ κατά το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, με μισθό, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην άνω σύμβαση.
Η τελευταία σε εκτέλεση της άνω συμβάσεως, παρείχε τις υπηρεσίες της με την άνω ειδικότητά της, στο άνω ιατρείο, από 18-6-1986 μέχρι 31-12-2005. To εναγόμενο με το υπ' αριθ. πρωτ. Φ05/28461/31.10.2005 έγγραφό του, που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 10.11.2005, της γνωστοποίησε ότι από 1.1.2006 δεν θα αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, λόγω συμπλήρωσης στις 31-12-2005 του 65ου έτους της ηλικίας της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η αριθ. πρωτ. Φ05/34078/19.1.2006 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου, με την οποία αποφασίσθηκε η αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσης από 1.1.2006, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα κατελήφθη από το όριο ηλικίας, επικαλούμενο προς τούτο τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 3232/2004 και 49 παρ. 1 και 2 του π.δ. 410/1988.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 4-7-2006 (μετά την άσκηση της αγωγής). Η ενάγουσα, είπε το Εφετείο, στις 31.12.2005 είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (ΤΣΑΥ), δεν ήταν όμως συνταξιούχος του άνω Ταμείου, γεγονός που συνομολογεί και το εναγόμενο (ΙΚΑ), εφόσον δε δεν είχε την ιδιότητα της συνταξιούχου κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, είχε το δικαίωμα να παραμείνει στην υπηρεσία του μέχρι το 70ο έτος της ηλικίας της, προκειμένου να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα σε αυτό.
Κατά συνέπεια, κατέληξε το Εφετείο, αφού δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης, η απόλυση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), που έγινε με την άνω απόφαση - διαπιστωτική πράξη, είναι άκυρη και συνακόλουθα είναι άκυρη και η καταγγελία της σύμβασης, που εμπεριέχεται στην άνω διαπιστωτική πράξη.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε αποφανθεί ομοίως, ότι δηλαδή η διαπιστωτική πράξη του Διοικητή του ΙΚΑ περί αυτοδίκαιης λύσης της συμβάσεως της αναιρεσίβλητης δεν ήταν νόμιμη, αφού αυτή, εφόσον δεν ήταν συνταξιούχος του ΤΣΑΥ και δεν είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα στο αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, είχε δικαίωμα να παραμείνει στην υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας της και είχε κάμει δεκτή, κατά την κυρία της βάση, την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και είχε επιδικάσει σ' αυτήν μισθούς υπερημερίας.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, και με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων και ειδικότερα α) των άρθρων 1, 2, 8 και 10 του Ν. Δ. 1204/1972, β) άρθρου 24 Ν. 3232/2004, γ) 49 π.δ. 410/1988, καθόσον, αφενός μεν εφήρμοσε τις υπό στοιχ. β' και γ', ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, αφετέρου δε δεν εφήρμοσε τις υπό στοιχ.
α' διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Ειδικότερα, α) δέχεται το Εφετείο ότι η διάταξη του άρθρου 24 Ν. 3232/2004 είναι γνήσια ερμηνευτική, ενώ δεν είναι και, συνεπώς, δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, β) ότι έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 49 του Π.Δ. 410/1988, ως προς τη δυνατότητα καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ, όπως αναφέρθηκε, η σύμβαση αυτή διέπεται αποκλειστικά, ως προς την χρονική διάρκειά της και τη δυνατότητα καταγγελίας εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών, απ' τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, σύμφωνα με το οποίο αυτή μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε, από οποιοδήποτε μέρος "τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως".
Δηλαδή η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιολογία και με μόνη προϋπόθεση την προηγούμενη ειδοποίηση του αντισυμβαλλόμενου μέρους ένα μήνα πριν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται το Εφετείο, το εναγόμενο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (ήδη αναιρεσείον) στις 10-11-2005 γνωστοποίησε στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ότι από 1-1-2006 δεν θα αποδέχεται τις υπηρεσίες της και, στη συνέχεια, στις 4-7-2006 της επέδωσε απόφαση του Διοικητή του, με την οποία αποφασίσθηκε η "αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσης από 1-1-2006".
Με βάση αυτά, επομένως, πληρώθηκε το πραγματικό του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, καθόσον αφορά τη νομιμότητα της εν λόγω καταγγελίας, αφού είχε προηγηθεί η προβλεπόμενη προειδοποίηση της αναιρεσίβλητης και επακολούθησε η, κατά τα άνω, καταγγελία, η οποία, εκ του λόγου και μόνο ότι γίνεται επίκληση της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και της θεμελίωσης από αυτήν συνταξιοδοτικού δικαιώματος από το Τ.Σ.Α.Υ., δεν πάσχει ακυρότητα, αφού, όπως αναφέρθηκε, κατά τα λοιπά, πληροί, για την εγκυρότητά της, τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 Ν.Δ. 1204/1972.
Συνεπώς η περί καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως βούληση του αναιρεσείοντος εκδηλώθηκε νομότυπα και άσχετα με τα "παραγωγικά αίτια" αυτής, χωρίς να είναι αναγκαίο να συντρέχει ή να αναφέρεται σ' αυτή ο λόγος, για τον οποίο αυτή έλαβε χώρα (Ολ. Α.Π. 22/2007). Οι διατάξεις, εξάλλου, του άρθρου 49 Π.Δ.410/1988, όπως αναφέρθηκε, δεν έχουν εφαρμογή στην επίδικη σύμβαση. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το Εφετείο των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος. Ακολούθως, και αφού μετά την παραδοχή του άνω λόγου παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580, παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1390/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ