1849/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1849/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741/2011, ΑΠ 377 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1849 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1849/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. - Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4.5.1987 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/1988 μη οριστική, 8983/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6360/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22.8.2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.
ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741/2011, ΑΠ 377 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και επι περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι : 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο.
Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, η οποία συνιστά το απόκτημα με την ευρεία έννοια του όρου (θετική ή αρνητική, με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο και δη όχι μόνον με την παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και με την παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν υπερβαίνουν την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.
Όταν ο υπόχρεος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου, το σύνολο της περιουσίας που υπάρχει κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) αποτελεί απόκτημα, ώστε ο ενάγων αξιώνει απευθείας από αυτό το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε με τις παροχές του, στην απόκτηση από τον υπόχρεο.
Εάν δε το αξιούμενο ποσοστό είναι μείζον του 1/3, το τελευταίο εμπεριέχεται σε αυτό και αν δεν ζητείται ρητώς, αφού η συμβολή κατά το ποσοστό αυτό τεκμαίρεται από το νόμο. Περαιτέρω, ο χρόνος της λύσεως ή της ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.
Για την περαιτέρω όμως αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, προς εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 460/2009, ΑΠ 1912/2009). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 364/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι οι διάδικοι τέλεσαν πολιτικό γάμο στην Ζυρίχη της Ελβετίας στις 28-3-1963, ο οποίος ιερολογήθηκε στις 28-3-1965 επίσης στη Ζυρίχη.
Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν την 1-10-1965 ένα τέκνο τη Μαρία, ενήλικη ήδη. Η έγγαμη συμβίωση τους διήρκεσε μέχρι το έτος 1982, οπότε η ενάγουσα αποχώρησε οριστικά από τη συζυγική οικία, ο δε γάμος λύθηκε με την αρ. 1219/1987 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη. Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία δεν αναιρέθηκε κατά το μέρος αυτό με την υπ' αριθμό 1678/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου και ως εκ τούτου δεν απέβαλε την ισχύ της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
Κατά το χρόνο ενάρξεως της εγγάμου συμβιώσεως (28-3-1963) κανένας από τους διαδίκους, δεν είχε περιουσιακά στοιχεία. Τα πρώτα έτη κατοικούσαν στην Ελβετία όπου ο εναγόμενος συνέχισε και αποπεράτωσε τις σπουδές του ως μηχανολόγος - μηχανικός και εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα, η δε ενάγουσα εργαζόταν ως γραμματέας και λογίστρια.
Έτσι τα έξοδα διαβιώσεως τους αντιμετωπίζονταν από την εργασία της ενάγουσας, τα χρήματα που έστελναν οι γονείς του εναγομένου και την εργασία αυτού. Αμέσως μετά τη γέννηση του τέκνου τους εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα όπου ο εναγόμενος έπρεπε να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ενώ η ενάγουσα με το τέκνο τους διέμεναν σε μισθωμένο διαμέρισμα και τα έξοδα της διαβιώσεως τους αντιμετώπιζαν από τα χρήματα που είχαν συγκεντρώσει από τις εργασίες τους στην Ελβετία.
Μετά την απόλυση από το Στρατό το καλοκαίρι του 1966 ο εναγόμενος συνέστησε με φίλους του την εταιρεία "UEGO c o" με αντικείμενο την ίδρυση εργοστασίου υαλοβάμβακος η οποία όμως λειτούργησε χωρίς επιτυχία, μόνο για ένα έτος περίπου. Εν συνεχεία ο εναγόμενος από το έτος 1967 είχε σταθερή εργασία με υψηλές αποδοχές, αφού προσελήφθη στην εταιρεία τσιμέντων "ΤΙΤΑΝ ΑΕ" ως μηχανολόγος.
Μέχρι τότε (1967) η ενάγουσα η οποία δεν είχε και ευχέρεια χρόνου, αφού το τέκνο τους ήταν νήπιο, δεν αποδείχθηκε ότι ασκούσε κάποιο επάγγελμα ώστε να έχει σταθερό εισόδημα. Το έτος 1972 ο εναγόμενος δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1972 συμβολαίου του συμβ/φου Αθηνών Ιω. Παπαγεωργίου νομίμως μεταγεγραμμένου, αγόρασε επ' ονόματι του ένα οικόπεδο στη θέση "..." στο ...
εμβαδού 177 τ.μ. Τα χρήματα για την αγορά του οικοπέδου αυτού ήτοι 150.000 δρχ. καταβλήθηκαν σε χρονικό διάστημα ενός έτους σταδιακά από τον εναγόμενο και συγκεκριμένα 130.000 δρχ. μετρητά και τα υπόλοιπα 20.000 δρχ. σε συναλλαγματικές των 2.000 δρχ. έκαστη κατά μήνα από τα εισοδήματα του από την εργασία του, που ήταν υψηλά, αλλά και από δάνειο που έλαβε ο ίδιος από την εταιρεία, όπου εργαζόταν.
Εν συνεχεία η ανέγερση της οικοδομής επί του οικοπέδου έγινε βάσει της υπ' αριθμ. 4484/1974 αδείας της υπ' αριθμ. 3836/1975 αναθεωρήσεως της σταδιακά με χρήματα από την εργασία του εναγομένου και από δάνεια που έλαβε αυτός από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα τα έτη 1975 και 1976 ποσού 350.000 και 200.000 δρχ. αντιστοίχως. Το έτος 1982, κατά το οποίο διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων η ανεγερθείσα οικοδομή αποτελείτο από υπόγειο πυλωτής, πρώτο όροφο και ημιτελή δεύτερο όροφο, η αξία της δε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής που συμπίπτει με τον χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων (1987) ανερχόταν στο ποσό των 7.000.000 δρχ.
Για την ανέγερση της οικοδομής αυτής καθώς και για την αγορά του οικοπέδου η ενάγουσα δεν συνεισέφερε χρήματα. Περαιτέρω για την επίπλωση της οικίας τους στην οποίαν εγκαταστάθηκαν το έτος 1978 είχαν αγοράσει έπιπλα από την Αυστρία με χρήματα που είχε αποστείλει ο εναγόμενος στη μητέρα της ενάγουσας, η οποία φρόντισε για την αποστολή τους στην Ελλάδα.
Τα έπιπλα αυτά παρέμειναν στη συζυγική οικία και μετά τη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι τα ως άνω κινητά πράγματα που αποτελούσαν την επίπλωση της συζυγικής οικίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ήταν αξίας 500.000 δρχ. όπως και ο ίδιος εναγόμενος ομολογεί με τις προτάσεις του ενώ η ενάγουσα δεν προσκομίζει καμία απόδειξη από την οποία να προκύπτει ότι η αξία τους υπερέβαινε το ως άνω ποσόν ενόψει και του γεγονότος ότι είχαν χρησιμοποιηθεί επί σειρά ετών από την οικογένεια των διαδίκων.
Έτσι η περιουσία του ενάγοντος αυξήθηκε και κατά το ποσόν τούτο. Δηλαδή η συνολική επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ανήλθε στο ποσό των 7.500.000δρχ. (7.000.000 + 500.000). Στην αύξηση αυτή συνέβαλε και η ενάγουσα με την προσφορά των υπηρεσιών της για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών εντός του συζυγικού οίκου και την επιμέλεια και ανατροφή του ανήλικου τέκνου τους, με συνέπεια ο εναγόμενος να μείνει απερίσπαστος από την εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του και να εξοικονομήσει δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του, αφού ούτε οικιακή βοηθό προσέλαβε ούτε και με οποιαδήποτε υπηρεσία για την εξυπηρέτηση των οικογενειακών αναγκών ασχολήθηκε.
Η συμβολή αυτή της ενάγουσας ανέρχεται στο 1/3, σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 1400§2ΑΚ, αφού, όπως δέχθηκε αμετάκλητα και η αρ. 9282/03 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η ενάγουσα δεν απέδειξε μεγαλύτερη συμβολή και ο εναγόμενος δεν ανέτρεψε το εν λόγω τεκμήριο, δεδομένου ότι η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμβολή στην επαύξηση των περιουσιακών του στοιχείων και αυτός (εναγόμενος) δεν απέδειξε ότι η συμβολή αυτή ήταν μικρότερη του 1/3, αφού καμία απόδειξη δεν προσκόμισε από την οποία, να προκύπτει ποιες ήταν οι οικογενειακές ανάγκες και ποια τα απαιτούμενα ποσά για την αντιμετώπισή τους με συνέπεια να υπάρχει αδυναμία για τη διαπίστωση αν οι προσφερθείσες από την ενάγουσα υπηρεσίες συνετέλεσαν σε επαύξηση της περιουσίας του μικρότερης του 1/3 ή και καθόλου.
Κατά συνέπεια η ενάγουσα δικαιούται το ποσόν των 2.500.000 δρχ. (7.500.000 Χ 1/3) που αντιστοιχεί στο ποσόν των 7.336,76 ευρώ. Η ένσταση του εναγομένου περί συμψηφισμού των ως άνω ανταπαιτήσεών του πρέπει να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου από την αρ. 9282/03 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε την ανταγωγή του για τις ίδιες απαιτήσεις με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Μετά από αυτά και κατά παραδοχή των λόγων της εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και διακράτησε την υπόθεση κατά το μέρος που αναφέρθηκε η προηγούμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 7.336,76 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής.
Το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ως άνω, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, ενώ δεν παραβίασε καμία άλλη και δή αυτές των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, 4 και 17 του Συντάγματος, 288, 297, 298 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις προπαρατεθείσες σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, αμφότεροι οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-8-2008 αίτηση της Ά.-Μ. Μ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 6360/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ