Supreme Court partially allowed appeal against labor contract annulment ruling due to lack of legal reasoning on damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final labor court judgment annulling a contract. The plaintiff argued the defendant failed to justify the employer's obligation to rehire without addressing specific damages like reputation loss or salary reduction. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding these consequential harms and ordered the case remitted for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A final judgment annulling a labor contract imposes a reemployment obligation on the employer, but this obligation does not automatically trigger liability for damages unless the court explicitly addresses the specific personal, material, or ethical interests harmed by the lack of actual employment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1849 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1849/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΛΑΓΑΛΑΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Λεβέντη και Διονύσιο Ζλακώνη.
Των αναιρεσίβλητων: 1)......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Σέμπο ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο και τον Άρι Καζάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/5/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2005 μη οριστική και 311/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2005 αίτησή της και τους από 27/2/2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 14/3/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο υπό στοιχείο ΙΣΤ λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι (κύριοι και πρόσθετοι). Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. Β΄, 309 εδάφ. α΄, 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία δηλαδή απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.
Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ΄ αντιμωλίαν οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση αυτή μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου καθώς και με το δικόγραφο της αναιρέσεως.
Υπό τα δεδομένα αυτά η νομοτύπως ασκηθείσα στις 15-9-2005 ένδικη αναίρεση κατά της 311/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε ύστερα από συζήτηση της υποθέσεως κατ΄ αντιμωλία των διαδίκων, είναι παραδεκτή, κατ΄ άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα εκθέσεις επιδόσεως, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε με την από 9-9-2005 εξώδικη δήλωσή της από την με αριθμό καταθέσεως 144/8-9-2005 έφεσή της κατά της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, όπως επίσης παραιτήθηκε και με το δικόγραφο της αναιρέσεως (βλ.
ως προς την παραίτηση με το δικόγραφο της αναίρεσης τις 3808β/26-1-06, 3893β/31-1-06, 3899/31-1-06, 3887β/31-1-06, 3855β/27-1-06, 3902β/31-1-06, 3824β/26-1-06, 3807β/26-1-06, 3830β/26-1-06, 3882β/31-1-06, 3787β/24-1-06, 3793β/25-1-06, 3868β/31-1-06, 3850β/27-1-06, 3810β/26-1-06, 3852β/27-01-06, 3874β/31-1-06, 3831β/26-1-06, 39032β/31-1-06, 3881β/31-1-06, 3854β/27-1-06, 3812β/26-1-06, 3840ββ/27-1-06, 3908β/31-1-06, 3871β/31-1-06, 3905β/31-1-06, 3877β/31-1-06, 3891β/31-1-06, 3847β/27-1-06, 3823β/26-1-06, 3917β/31-1-06, 3818β/26-1-06, 3842β/27-1-06, 3889β/31-1-06, 3866β/31-1-06, 3777β/26-1-06, 3770β/24-1-06, 3769β/24-1-06, 3885β/31-1-06, 3804β/26-1-06, 3909β/31-1-06, 3896β/31-1-06, 3825β/26-1-06, 3897β/31-1-06, 3772β/24-1-06 3814β/26-1-06,3879β/31-1-06 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας .....
και την 4569β/1-2-06 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... και ως προς την παραίτηση με ιδιαίτερο δικόγραφο τις 2772β, 2754β, 2753β, 2775β, 2751β, 2769β, 2774β, 2756β, 2779β, 2752β, 2770β, 2773β, 2747β, 2781β, 2755β, 2748β, 2750β, 2778β, 2777β, 2771β, 2759β, 2782β, 2757β, 2760β, 2764β, 2767β, 2763β, 2765β, 2758β, 2768β, 2749β, 2776β, 2761β, 2780β/12-9-2006, 2740β, 2745β, 2746β, 2734β, 2738β, 2742β, 2739β, 2741β, 2743β, 2744β, 2736β, 2735β, 2737β/9-9-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας .....
και την 5947β/13-9-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .....).
Από το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο όλο - ολόκληρο το δικαστικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα καλύπτει, όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα (την έννομη σχέση που διαγνώστηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου).
Αυτά ισχύουν και όταν η τελεσιδίκως διαγνωσθείσα έννομη σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) επίδικης αξιώσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. και Χ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ" με έδρα την πόλη της Καρδίτσας ασκούσε επιχείρηση εμπορίας τροφίμων και παρεμφερών ειδών (σούπερ μάρκετ).
Προς το σκοπό δε αυτό διατηρούσε τέσσερα καταστήματα, τρία στην πόλη της Καρδίτσας και ένα στους Σοφάδες με φήμη και πολυάριθμη πελατεία. Το ένα από τα καταστήματα αυτά ήταν εγκαταστημένο στο σύνολο των χώρων (υπόγειο, ισόγειο και τέσσερις όροφοι) της οικοδομής που βρίσκεται στην πόλη της Καρδίτσας και στη διασταύρωση των οδών ......
Η αναιρεσείουσα εδρεύει κι' αυτή στην Καρδίτσα και ασκεί ομοειδή επιχείρηση. Προς το σκοπό δε αυτό διατηρεί τέσσερα καταστήματα, τρία στην πόλη της Καρδίτσας και ένα στην Καρδιτσομαγούλα. Στις 4 Μαϊου 2003, με σύμβαση που καταρτίσθηκε εγγράφως στην Καρδίτσα μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των άνω εταιριών και στην οποία δόθηκε ο τίτλος "προσύμφωνο ιδιωτικού συμφωνητικού", η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην αναιρεσείουσα τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: 1) την κυριότητα που λόγω αντιπαροχής είχε δικαίωμα να αποκτήσει στο υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο του καταστήματός της στη διασταύρωση των οδών .....
στην πόλη της Καρδίτσας, αξίας 367573,11 ευρώ. Τα ακίνητα αυτά συμφωνήθηκε να μεταβιβαστούν στην αναιρεσείουσα ή στους εταίρους της, ή σε τρίτο που η ίδια θα υποδείκνυε (1ος όρος). 2) εμπορεύματα αξίας 60000 ευρώ και γ) πάγια στοιχεία αξίας 816369,30 ευρώ (2ος όρος). Προς κάλυψη των παραπάνω η αναιρεσείουσα ανέλαβε να εξοφλήσει οφειλές της πιο πάνω εταιρείας προς τρίτους, να εισπράξει απαιτήσεις αυτής από τρίτους ύψους 168513,21 ευρώ, να εκδώσει αξιόγραφα προς αυτή.
Σύμφωνα με τον 6ο όρο της σύμβασης προϋπόθεση για να αποκτήσει ισχύ αυτή ήταν να μπορέσει η αναιρεσείουσα να μισθώσει τα καταστήματα στα οποία στεγαζόταν η επιχείρηση της πιο πάνω εταιρείας. Ακολούθως την επομένη ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Σ. και Χ. Αντωνόπουλοι" δήλωσε εγγράφως στους ιδιοκτήτες του καταστήματος που μίσθωνε η εταιρεία στη διασταύρωση των οδών .....
στην Καρδίτσα ότι λύει τη σύμβαση μίσθωσης, με σκοπό να μισθώσει το κατάστημα στην αναιρεσείουσα. Στις 7 Μαίου 2003 η αναιρεσείουσα μίσθωσε το κατάστημα αυτό για να το χρησιμοποιήσει ως σούπερ μάρκετ. Στις 10 Μαϊου 2003 ο ίδιος εκπρόσωπος προέβη σε όμοιες δηλώσεις προς τους ιδιοκτήτες των υπολοίπων καταστημάτων που μίσθωνε η πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία και την επομένη τη 15η και 29η Μαίου 2003 η αναιρεσείουσα μίσθωσε κι' αυτά τα καταστήματα για να τα χρησιμοποιήσει ως σούπερ μάρκετ.
Οι μισθώσεις δε αυτές διατηρούνται μέχρι σήμερα. Στις 11 Μαϊου 2003 με έγγραφη σύμβαση η πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα τα εμπορεύματα αξίας 600000 ευρώ και τα πάγια στοιχεία, μεταφορικά μέσα και εξοπλισμό αξίας 895105,62 ευρώ. Προς κάλυψη του τιμήματος η αναιρεσείουσα ανέλαβε να εξοφλήσει ισόποσες υποχρεώσεις της πιο πάνω εταιρείας προς τρίτους, μεταξύ των οποίων και το προσωπικό της.
Στη σύμβαση περιλήφθηκε κατάλογος των πάγιων στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, των μεταφορικών μέσων και του εξοπλισμού καθώς και των έναντι τρίτων υποχρεώσεων, ενώ με σειρά όρων διασφαλίσθηκε πλήρως η αναιρεσείουσα για την περίπτωση που οι υποχρεώσεις της πιο πάνω εταιρείας δεν ήταν οι αναφερόμενες. Με δεύτερη ταυτόχρονη σύμβαση η πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία εκχώρησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας απαιτήσεις της έναντι τρίτων, ύψους 168750,01 ευρώ, έναντι των οποίων ο εκδοχέας κατέβαλε 22014,87 ευρώ μετρητά και για το υπόλοιπο εξέδωσε αξιόγραφα.
Και στο συμφωνητικό αυτό με σειρά όρων διασφαλίσθηκε πλήρως ο εκδοχέας για την περίπτωση που κάποιες απαιτήσεις της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας αποδειχθούν επισφαλείς. Ακολούθως στις 16 Μαϊου 2003 οι μέτοχοι της αναιρεσείουσας απέκτησαν την κυριότητα του υπογείου, ισογείου και πρώτου ορόφου της οικοδομής στη διασταύρωση των οδών .....
στην Καρδίτσα με το 12135/16-5-2003 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κωνσταντίνου Μπαλτά, στο οποίο η πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία συνεβλήθη ως εκ τρίτου έχουσα αξίωση από εργολαβικό αντάλλαγμα. Με τη 12133/16-5-2003 πράξη θεώρησης ιδιωτικού εγγράφου του ίδιου συμβολαιογράφου έλαβε βεβαία χρονολογία το πρώτο από τα ανωτέρω από 11-5-2003 συμφωνητικά και με τη 12134/16-5-2003 όμοια πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου έλαβε βεβαία χρονολογία το δεύτερο από τα ανωτέρω συμφωνητικά.
Την ίδια ημέρα και μετά την κατάρτιση των άνω συμβάσεων η πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία παρέδωσε την επιχείρησή της στην αναιρεσείουσα με τη συμβολική κίνηση της παράδοσης των κλειδιών όλων των καταστημάτων της στους εταίρους της αναιρεσείουσας. Το βράδυ της ίδιας ημέρας οι εταίροι της τελευταίας προσήλθαν στα καταστήματα και έδωσαν εντολή στους ταμίες των καταστημάτων να τους παραδώσουν τις εισπράξεις της ημέρας, παρέλαβαν τις εισπράξεις που είχε πραγματοποιήσει η επιχείρηση εκείνη την ημέρα και δήλωσαν στους εργαζόμενους των καταστημάτων ότι θα συνεχίσουν την εργασία τους κανονικά την επόμενη ημέρα.
Αργότερα το ίδιο βράδυ οι εταίροι της αναιρεσείουσας άλλαξαν τις κλειδαριές όλων των καταστημάτων, τηλεφώνησαν στους εργαζόμενους και τους είπαν να μη προσέλθουν για εργασία την επομένη, επειδή θα χρειασθεί να γίνουν κάποιες εργασίες και ότι θα τους ειδοποιήσουν εκ νέου πότε θα επανέλθουν για εργασία.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας άδειασαν τα παραπάνω καταστήματα από τα εμπορεύματα που υπήρχαν σ' αυτά, τα οποία μετέφεραν στα καταστήματα της αναιρεσείουσας. Συγχρόνως παρέλαβαν από τα καταστήματα τα ψυγεία, τις βιτρίνες, τις μηχανές γραφείου, τις αριθμομηχανές, τις ταμειακές μηχανές, τα γραφεία, τα έπιπλα και γενικά όλο τον εξοπλισμό.
Παρέλαβαν επίσης και άρχισαν να χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητα της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας. Στις 17 Μαϊου 2003 η αναιρεσείουσα διέκοψε τη λειτουργία των παραπάνω καταστημάτων, διατήρησε όμως και διατηρεί αυτά μέχρι και σήμερα μισθωμένα, ενώ βρίσκεται συνεχώς στη διάθεσή της το τμήμα του καταστήματος στη διασταύρωση των οδών .....
στην Καρδίτσα. Στις 3 Ιουνίου 2003 λογιστής της αναιρεσείουσας παρέλαβε ένα μέρος των λογιστικών βιβλίων και φορολογικών στοιχείων της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας. Στις 20 Ιουνίου 2003 η αναιρεσείουσα με εξώδικό της προς την εταιρεία "Σ και Χ.Αντωνόπουλοι" υπαναχώρησε από την πρώτη από τις από 11-5-2003 ανωτέρω συμβάσεις.
Πλην όμως συνεχώς μέχρι σήμερα διατηρεί στην κατοχή της τα καταστήματα, στα οποία η ίδια ανώνυμη εταιρεία λειτουργούσε τα καταστήματα της, καθώς και όλα τα κινητά της ίδιας ανώνυμης εταιρείας που περιήλθαν σ' αυτή, εκτός εκείνων που ήδη έχει εκποιήσει. Στις 10 Οκτωβρίου 2003 λογιστής της αναιρεσείουσας παρέλαβε και το υπόλοιπο των λογιστικών βιβλίων και φορολογικών στοιχείων.
Από δε τον Οκτώβριο 2003 η αναιρεσείουσα μετά από ανακαίνιση άρχισε να θέτει σταδιακά σε λειτουργία τα καταστήματα. Συγκεκριμένα τον Οκτώβριο 2003, αφού ανακαίνισε, έθεσε σε λειτουργία με δική της επωνυμία το κατάστημα της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας επί της οδού Τρικάλων της πόλης της Καρδίτσας και μάλιστα έχει προσλάβει 20 εργαζόμενους.
Τα δε Χριστούγεννα του ίδιου έτους επαναλειτούργησε το πολυώροφο κατάστημα στη διασταύρωση των οδών ..... στην Καρδίτσα ανακαινισμένο και με δική της επωνυμία, προσλαμβάνοντας και εδώ 15 άτομα, ενώ λειτουργεί και το κατάστημα στους Σοφάδες Καρδίτσας, στο οποίο προσέλαβε περί τους 10 εργαζόμενους και το κατάστημα της ....., στο οποίο προσέλαβε 15 άτομα.
Από το γεγονός ότι επιχείρηση της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας βρισκόταν μέχρι τη 16η Μαϊου 2003 σε συνεχή και πλήρη λειτουργία επιβεβαιώνει ότι η αναιρεσείουσα υπεισήλθε στα στοιχεία αυτά ως σύνολο υλικών και άϋλων στοιχείων άρρηκτα συνδεομένων μεταξύ τους σε μία ενιαία οργανωτική οικονομική μονάδα που την είχε συνθέσει η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία και μάλιστα όπως αυτή την είχε συνθέσει.
Η αναιρεσείουσα υπεισήλθε στην επιχείρηση ως ζώντα οργανισμό και αναλαμβάνοντας τα στοιχεία που συνέθεταν την επιχείρηση στις 16-5-2003 είχε την αναμφισβήτητη δυνατότητα να συνεχίσει αμέσως τη λειτουργία της επιχείρησης που ασκούσε η πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία. Δηλαδή η επιχείρηση διατήρησε την ταυτότητά της και μετά τη μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα.
Το ότι στις 26-5-2003 η αναιρεσείουσα έδωσε εντολές στο προσωπικό της επιχείρησης αποτελούν ενέργειες με τις οποίες άσκησε το διευθυντικό της δικαίωμα ως εργοδότης του προσωπικού αυτής. Πρωτίστως δε ενέργεια που αποτελεί άσκηση εξουσίας επιχειρηματία και εργοδότη αποτελεί η απόφαση της 17-5-2003 να διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησης και να δώσει εντολές στο προσωπικό της.
Το ότι το τελευταίο υπάκουσε σ' αυτές αποδεικνύει ότι αντίστοιχα και αυτό αποδέχθηκε και αντιμετώπισε την αναιρεσείουσα ως το νέο εργοδότη της. Τέλος ενέργεια επιχειρηματία της μεταβιβασθείσας επιχείρησης αποτελεί η απόφαση της αναιρεσείουσας να θέσει σε σταδιακή επαναλειτουργία τα καταστήματα, στα οποία λειτουργούσε η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία, δηλαδή να ασκεί σ' αυτά την ίδια δραστηριότητα που ασκούσε εκείνη.
Επί πλέον το ότι η αναιρεσείουσα αποφάσισε τη διακοπή αποδεικνύει ακριβώς ότι είχε καταστεί διάδοχος. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επιχείρηση σούπερ μάρκετ της ανώνυμης εταιρείας "Σ. και Χ. Αντωνόπουλοι" μεταβιβάστηκε στις 16 Μαίου 2003 στην αναιρεσείουσα και η οποία έγινε διάδοχος κατά την έννοια του Π.Δ. 178/2002 και κατά συνέπεια κατέστη εργοδότης των εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή.
Τέλος, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα από τις 17-5-2003 αρνείται να απασχολήσει τους ενάγοντες στην επιχείρηση και ότι με τον τρόπο αυτό κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων και ως εκ τούτου οφείλει στους τελευταίους μισθούς υπερημερίας. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι, οι ενάγοντες άσκησαν αγωγή κατά της αναιρεσείουσας και με τη 10/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία επικυρώθηκε με τη 261/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, αναγνωρίσθηκε ότι χώρησε μεταβίβαση της επιχειρήσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Σ.
και Χ. Αντωνόπουλοι Α.Ε." στην αναιρεσείουσα και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να πληρώσει στους ενάγοντες μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 17-5-2003 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2003. Η αναιρεσείουσα στις 13, 14 και 15 Απριλίου 2003 κατήγγειλε τη σύμβαση των αναιρεσίβλήτων, η οποία όμως είναι καταχρηστική και άκυρη.
Επίσης, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, από τη συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας προσβλήθηκε η προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων, καθόσον αφενός τους διαβεβαίωναν ότι θα τους προσλάβουν για εργασία και με εξώδικο τους κάλεσαν να εργασθούν, διαβεβαιώνοντας σ' αυτούς ότι σε εφαρμογή της 10/2004 απόφασης θα τους απασχολήσουν πραγματικά, αφετέρου δε τους απέλυσαν τις ημέρες που τους ειδοποίησαν να έλθουν για εργασία (13, 14 και 15 Απριλίου 2004), με αποτέλεσμα να προσβληθεί ανεπανόρθωτα η τιμή και η υπόληψή τους και η προσωπικότητά τους, καθόσον εκτέθηκαν στον περίγυρό τους από την μη πρόσληψή τους και έγιναν υποκείμενο σχολίων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι, πρέπει να επιδικασθούν στους αναιρεσιβλήτους οι αποδοχές τους υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-12-2003 μέχρι 31-10-2004 καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της απόλυσης και ότι πρέπει να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να δεχθεί τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων.
Δέχθηκε δηλαδή η προσβαλλομένη ότι εχώρησε μεταβίβαση της επιχειρήσεως της αναφερομένης εταιρείας στην αναιρεσείουσα και εντεύθεν και μεταβίβαση των εργασιακών συμβάσεων, που τη συνέδεαν με τους αναιρεσιβλήτους ως και ότι η καταγγελία των συμβάσεων αυτών των τελευταίων από την αναιρεσείουσα, ως κατά διαδοχή εργοδότρια, ήταν άκυρη.
Περαιτέρω η προσβαλλομένη επεδίκασε στους αναιρεσιβλήτους αποδοχές υπερημερίας κατά το διαλαμβανόμενο σε αυτή ένδικο χρονικό διάστημα. Δέχθηκε όμως επίσης, έστω και με μη πανηγυρική εν προκειμένω διατύπωση, ότι περί του άνω γεγονότος, δηλαδή της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως της άνω εταιρείας στην αναιρεσείουσα, υφίσταται δεδικασμένο, αφού δέχθηκε ότι το γεγονός τούτο, που συνιστά προδικαστικό ζήτημα των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίσθηκε με τη 10/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητήθηκε η αναγνώριση του πράγματος τούτου και η εντεύθεν υποχρέωση της αναιρεσείουσας, ως διαδόχου της μεταβιβασάσης, να αποδέχεται τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων και η καταδίκη της σε καταβολή σε αυτούς μισθών υπερημερίας για το αμέσως προηγούμενο του ενδίκου χρονικό διάστημα και ότι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με τη δεχθείσα τα ίδια και απορρίψασα τη σχετική έφεση της αναιρεσείουσας 261/2005 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης.
Συνεπώς οι δια του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων αναιρετικές, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού δικαίου κανόνων ( άρθρων 2-4 του Π.Δ. 178/2002, 48 παρ. 1 και 2 του Ν.2190/1920, 386, 398 Π.Κ. και 479, 939 ΑΚ) κατά την κρίση της ως προς την μεταβίβαση της προαναφερθείσης εταιρείας στην αναιρεσείουσα και εντεύθεν τη διαδοχή αυτής και τις μετά των αναιρεσιβλήτων εργασιακές συμβάσεις, είναι προεχόντως απορριπτέες ως αλυσιτελείς, αφού αρκεί προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης η επάλληλη αιτιολογία της περί της υπάρξεως δεδικασμένου, οποία και δεν πλήττεται.
Οι περαιτέρω αναιρετικές αιτιάσεις από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ( 61, 65, 67, 68, 70, 71, 648, 652, 656 ΑΚ και 16 και 17 του ν. 3190/1955) εκ του λόγου ότι δεν εξειδικεύει τα όργανα της αναιρεσειούσης, προς τα οποία οι αναιρεσίβλητοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, δεν αποδέχθηκαν αυτές και υπέγραψαν την καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων είναι απορριπτέες, αφού δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας και το εντεύθεν εφικτό του αναιρετικού ελέγχου, να διαλάβει ειδική αιτιολογία περί του ζητήματος αυτού και δη να εξειδικεύσει τα ενεργήσαντα ως εκπροσωπούντα την αναιρεσείουσα πρόσωπα, χωρίς ειδική αμφισβήτηση αυτής, δηλαδή τοιαύτης ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν τα εκπροσωπούντα αυτήν ή σε κάθε περίπτωση ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποί της σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν από τις προαναφερθείσες, πράγμα (προβολή τοιούτου ισχυρισμού) το οποίο δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο και τους προσθέτους λόγους ότι συνέβη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β, 8 παρ.2 και 11 παρ. 2 και 3 του Ν. 1876/90 προκύπτει ότι οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές γενικώς, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνου εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζόμενους και εργοδότες του ίδιου κλάδου και επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων.
Όταν επιδικάζονται αποδοχές με βάση ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίες έχουν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση (όπως και στην αγωγή) το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η ισχύς των πιο πάνω ΣΣΕ ή ΔΑ μπορεί να επεκταθεί στον εργοδότη αυτό και στους εργαζόμενους στην επιχείρησή του.
Εξάλλου, η από 19-7-2002 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εμπορικών Επιχειρήσεων όλης της Χώρας" κηρύχθηκε υποχρεωτική από 30-7-2002, με βάση την ΥΑ 12390/3-9-2002 και ίσχυσε μέχρι τις 31-12-2003. Μετά την παραπάνω συλλογική σύμβαση εργασίας άρχισε να ισχύει από 1-1-2004 η 51/2004 Διαιτητική απόφαση "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Εμπορικές Επιχειρησεις όλης της Χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 9-11-2004 με βάση την ΥΑ 13549/9-12-2004.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 9 του Ν.1876/1990 οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, η αναιρεσείουσα ασκούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα επιχείρηση εμπορίας τροφίμων και παρεμφερών ειδών (σούπερ μάρκετ) στην πόλη της Καρδίτσας και ότι στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι εργάζονταν στην επιχείρησή της ως υπάλληλοι (πωλητές, ταμίες, αποθηκάριοι κλπ), πρέπει να επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-12-2003 μέχρι 31-10-2004 με βάση την πιο πάνω ΣΣΕ και τις διατάξεις του Ν. 1876/1990.
Από τις παραδοχές αυτές συνάγεται ότι, η παραπάνω ΣΣΕ εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση και δεσμεύει τους διαδίκους για όλο το πιο πάνω επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, αυτή η ΣΣΕ είχε κηρυχθεί υποχρεωτική, ούτε ότι οι διάδικοι ήσαν μέλη της οικείας εργοδοτικής και εργατικής συνδικαλιστικής οργανώσεως, που συμβλήθηκαν με αυτή, ούτε ότι μετά το τέλος της συμφωνημένης διάρκειάς της (31-12-2003) ακολούθησε η εξάμηνη παράτασή της και μετά το στάδιο αυτό ίσχυσε η ίδια ΣΣΕ ως όρος των ατομικών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων, αφού οι συνέπειες αυτές επέρχονται από το νόμο.
Επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτή τα παραπάνω στοιχεία, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επίσης, οι αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 9 του ίδιου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες προβάλλεται ότι, το Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας την πιο πάνω ΣΣΕ και το Ν. 1876/1990, χωρίς να γίνει επίκλησή τους από τους αναιρεσιβλήτους, δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν από αυτούς και επιδίκασε μη αιτηθέντα και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, μετά τη λήξη της από 19-7-2002 ΣΣΕ η ισχύς της παρατάθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, γιατί οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
δεν ιδρύονται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο, υπάγοντας σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Ακολούθως, με τις αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι 112η, 13η, 14η, 15η,18η, 19η, 23η, 31η, 46η και 47η αναιρεσίβλητες απασχολούνταν ως πωλήτριες και ταμίες, χωρίς να διευκρινίζεται σ' αυτή ποια ήταν η κύρια απασχόληση και ποια η δευτερεύουσα, ότι ως προς τον 45ο αναιρεσίβλητο η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι εργάσθηκε ως γραμματέας διευθύνσεως, υπεύθυνος καταστήματος και υπάλληλος γραφείου και ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν ο μισθός του υπαλλήλου γραφείου, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή ποια ήταν η κύρια εργασία, ότι ως προς τους 4ο, 6ο και 41ο αναιρεσιβλήτους η ίδια απόφαση δέχθηκε ότι εργάσθηκαν ως ταμίες και δικαιούνται τον μισθό των πωλητών, ενώ η πιο πάνω ΣΣΕ δεν προβλέπει μισθό για ταμίες και ότι ως προς τη 35η αναιρεσίβλητη η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι εργαζόταν ως μαγείρισσα, ενώ δεν μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσείουσα επιχείρηση μαγειρείου.
Οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Η ειδικότητα του πωλητή σε σούπερ μάρκετ, η οποία και μόνο προβλέπεται από την πιο πάνω εφαρμοσθείσα από το Πρωτοδικείο ΣΣΕ, περιλαμβάνει και την ειδικότητα του ταμία, δηλαδή ο πωλητής ασκεί και καθήκοντα ταμία, με συνέπεια να ταυτίζονται οι δύο έννοιες και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση ποια ήταν η κύρια και ποια η δευτερεύουσα εργασία, αφού πρόκειται για την ίδια εργασία, για την οποία προβλέπεται η ίδια αμοιβή.
Εξάλλου, στη γενική έννοια του υπαλλήλου γραφείου περιλαμβάνεται και η ειδικότητα του γραμματέα διευθύνσεως και υπευθύνου καταστήματος και δεν πρόκειται για διαφορετικές ειδικότητες, για τις οποίες προβλέπεται διαφορετική αμοιβή, ώστε να είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στην απόφαση η κύρια και η δευτερεύουσα απασχόληση.
Τέλος, στην εργασιακή σύμβαση της 35ης αναιρεσίβλητης, η οποία εργαζόταν ως μαγείρισσα στην μεταβιβασθείσα επιχείρηση, υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, ως διάδοχος της μεταβιβασάσης εταιρείας και είναι ως εκ τούτου υποχρεωμένη να πληρώνει το μισθό της (για το ύψος του οποίου δεν προβάλλεται παράπονο με την αίτηση για αναίρεση).
Ακολούθως, με τις αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι ο 8ος και 9ος αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκαν ότι εργάζονταν ως αποθηκάριοι-οδηγοί και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι εργάσθηκαν μόνο ως αποθηκάριοι, δηλαδή δέχθηκε ισχυρισμό ουσιωδώς διαφορετικό με αυτόν που προβλήθηκε, χωρίς να περιέχονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την παραδοχή αυτή και ότι για τον 42ο αναιρεσίβλητο, που είχε ισχυρισθεί ότι εργάσθηκε ως αποθηκάριος-οδηγός, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η κύρια εργασία του ήταν του αποθηκάριου, χωρίς να αναφέρονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την παραδοχή αυτή.
Οι αιτιάσεις αυτές, κατά το μέρος που βασίζονται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμες και απορριπτέες, γιατί δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση τα περιστατικά που δικαιολογούν την παραδοχή ότι, οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν ως αποθηκάριοι, αφού η εργασία που εκτελεί ο αποθηκάριος είναι κοινώς γνωστή και δεν ήταν απαραίτητη περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση.
Εξάλλου, κατά το μέρος που οι ίδιες αιτιάσεις βασίζονται στον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου είναι επίσης απορριπτέες, γιατί το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν ως αποθηκάριοι, δέχθηκε πράγματα που είχαν προταθεί. Με την αναιρετική αιτίαση του κυρίου δικογράφου και του προσθέτου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, οι αναφερόμενοι στο αναιρετήριο αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν ως πωλητές, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση ότι αυτοί συμμετείχαν ενεργά στην κατάρτιση των συναπτομένων συμβάσεων πωλήσεων.
Τέτοια όμως περιστατικά δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η έννοια του πωλητή είναι κοινώς γνωστή και δεν χρειαζόταν περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευσή της και, επομένως και η πιο πάνω αιτίαση είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Κατά το άρθρο 655 ΑΚ επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.
Εξάλλου ο μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 ΑΚ δήλη ημέρα καταβολής, σε τρόπο ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδαφ.
α' ΑΚ. Επομένως, η αναιρετική αιτίαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την οποία προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα, να πληρώσει τους μισθούς υπερημερίας των αναιρεσιβλήτων εντόκως από την 1η ημέρα του επομένου μηνός, σε σχέση με αυτόν κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτή ότι συμφωνήθηκε να πληρώνονται οι αναιρεσίβλητοι στο τέλος κάθε μήνα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού η πιο πάνω υποχρέωση για πληρωμή τόκων βασίζεται στο νόμο και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση ότι, συμφωνήθηκε να πληρώνονται οι αναιρεσίβλητοι στο τέλος κάθε μήνα, δεν προβάλλεται δε με το αναιρετήριο και τους προσθέτους, ότι προβλήθηκε ισχυρισμός περί διαφορετικής συμφωνίας, δηλαδή περί καταβολής του μισθού όχι μετά την παροχή της εργασίας, αλλά σε απώτερο ταύτης χρόνον.
Παρά τον ποινικό χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 23 παρ.2 του Ν. 1264/1982, γίνεται δεκτό ότι από αυτή δημιουργείται υποχρέωση του εργοδότη να απασχολεί πραγματικά ή να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, στην περίπτωση που η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως (απόλυση) κρίθηκε άκυρη, αλλά η υποχρέωση αυτή δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας.
Πρέπει ο εργαζόμενος, ως συνέπεια της μη πραγματικής απασχόλησής του ή της μη επαναπρόσληψής του να υφίσταται προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω μειώσεώς του στο επαγγελματικό και το κοινωνικό περιβάλλον του, τούτο δε είναι συνυφασμένο με το είδος της απασχολήσεως και το ιδιαίτερα έντονο συμφέρον του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση, περιστατικά που πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Επίσης, πρέπει η εντελώς αδικαιολόγητη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού, να επηρεάζει την αμοιβή του εργαζόμενου ή να θίγει άλλα υλικά ή ηθικά συμφέροντα αυτού για την αποδοχή των υπηρεσιών του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να απασχολεί πραγματικά τους αναιρεσιβλήτους, χωρίς όμως να αναφέρεται σ' αυτή ότι οι αναιρεσίβλητοι, συνεπεία της μη πραγματικής απασχόλησής τους υφίστανται προσβολή στο επαγγελματικό και κοινωνικό τους περιβάλλον, ή ότι επηρεάζεται η αμοιβή τους ή θίγονται άλλα υλικά ή ηθικά συμφέροντά τους, δηλαδή για ουσιώδη ζητήματα δεν διέλαβε αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, η αναιρετική αιτίαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την οποία προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την πιο πάνω παραδοχή της για τους παραπάνω λόγους, είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που υποχρεώθηκε με αυτή η αναιρεσείουσα να απασχολεί τους αναιρεσιβλήτους, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 311/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το παραπάνω κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ