Supreme Court dismisses appeal for vagueness, requiring specific factual allegations regarding labor law violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final labor court decision. The appellant argued that the lower court violated labor laws regarding full-time employment presumptions but failed to specify the actual factual circumstances supporting this claim. The court ruled that the appeal was inadmissible because it lacked the required detailed factual allegations necessary to substantiate the alleged legal violations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation must contain specific factual allegations supporting the alleged violation of substantive law, otherwise it is inadmissible for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1848 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1848/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γούναρη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 429/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 204/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18-5-2019 (με αριθμό κατάθεσης 233/20-5-2018) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας-ενάγουσας Κ. Τ. κατά του αναιρεσίβλητου-εναγομένου Φιλανθρωπικού Σωματίου με την επωνυμία "...", πλήττεται η 204/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η αναιρεσιβαλλόμενη εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων την 28-2-2019 επί των ασκηθεισών από 5-3-2018 (με αριθμό κατάθεσης 38/2018) εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και της από 7-3-2018 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της 429/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, εκδοθείσης επί της από 11-3-2015 (με αριθμό κατάθεσης 220/2015) αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για εργατικές αξιώσεις, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ.3 ΚΠΟΛΔ). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ` ουσία την έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση, δίκασε κατ` ουσία την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών την από 11-5-2015 αγωγή, στην οποία ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ίδρυμα την 26-4-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις εργασίες της ως επιμελήτρια.
Ότι κατά το μήνα Μάρτιο του 2012, το εναγόμενο προέβη σε μονομερή περικοπή του νοσοκομειακού επιδόματος , ενώ παράλληλα περιέκοψε εντελώς ή κατά ένα μέρος το επίδομα οικογενειακών βαρών (γάμου και τέκνου) που αυτή δικαιούτο με την ΚΥΑ 49524/2362/2008 Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας.
Ότι από τον Ιανουάριο του 2011 την ανάγκαζε χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων, να εργάζεται ως μερικής απασχόλησης ακύρως, καταβάλλοντάς της μικρότερα μηνιαία ποσά, επειδή ουδέποτε καταρτίσθηκε μεταξύ τους έγκυρη έγγραφη συμφωνία μερικής απασχόλησης, γνωστοποιηθείσα στην επιθεώρηση εργασίας εντός δέκα πέντε ημερών από τη σύναψή της, στην οποία να αναφέρονται τα ακριβή χρονικά διαστήματα της απασχόλησής της και ο τρόπος κατανομής της εργασίας της, με αποτέλεσμα να δικαιούται τις διαφορές των αποδοχών της ως εργαζόμενη με σύμβαση πλήρους απασχόλησης λόγω ακυρότητας της σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης.
Ζήτησε δε με βάση το ιστορικό αυτό να υποχρεωθεί το εναγόμενο με βάση τη σύμβαση εργασία της να της καταβάλει:1) για το χρονικό από Μάρτιο 2012 έως Δεκέμβριο 2014 5.311,60 ευρώ για νοσοκομειακό επίδομα καθώς και 2.675,80 ευρώ για οικογενειακό επίδομα, και 2) για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2011 έως και Νοέμβριο 2014 το ποσό των 3.242,44 ευρώ ως διαφορές αποδοχών μεταξύ αυτών που της κατέβαλε το εναγόμενο ως εργαζόμενη με σύμβαση μερικής απασχόλησης και αυτών της πλήρους απασχόλησης, που έπρεπε το εναγόμενο να της καταβάλει λόγω ακυρότητας της μερικής σύμβασης απασχόλησης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, νομιμότοκα από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής, άλλως σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 429/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών η οποία αφού απέρριψε κατ` ουσία την αγωγή ως προς το αιτούμενο ποσό των 5.311,60 ευρώ για νοσοκομειακό επίδομα, δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία την αγωγή και της επιδίκασε το ποσό των 2.625,94 ευρώ για επίδομα γάμου και διαφορές αποδοχών, νομιμότοκα, από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό.
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως η μεν ενάγουσα άσκησε την από 5-3-2018 έφεσή της το δε εναγόμενο την από 7-3-2018 έφεσή του. Επί των αντιθέτων αυτών εφέσεων μετά από συνεκδίκαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ` αριθ. 204/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ` ουσία την από 5-3-2018 έφεση της ενάγουσας, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη ως προς την ουσιαστική απόρριψη του αιτουμένου με την αγωγή ποσού για νοσοκομειακό επίδομα, ενώ αφού δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία την από 7-3-2018 έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την από 11-3-2015 αγωγή την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 841,05 ευρώ για οικογενειακό επίδομα.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 204/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το νοσοκομειακό επίδομα, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα παρακάτω: Το εναγόμενο Φιλανθρωπικό Σωματείο (Φ.Σ) είναι νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με έδρα την Πάτρα και συγκεκριμένα είναι φορέας παροχής υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Κοινωνικής Φροντίδας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (βλ.
την ΥΑ ειδικής πιστοποίησης με αριθ.Δ.28Γ/οικ.2546/165/2014, ΦΕΚ Β' 326/13.02.2014), εποπτευόμενο από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με βάση το άρθρο 3 του καταστατικού του, παρέχει ασυλική περίθαλψη σε πρόσωπα που είναι νοητικά ή ψυχικά ανάπηρα ηλικίας 1 έως 20 ετών και των δύο φύλλων. (βλ. τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του εναγομένου Φ.
Σ από 06.02.1989 και τον κανονισμό εργασίας προσωπικού του ασύλου που εγκρίθηκε με την με αριθ. πρωτ. 1-4670/21.12.1989 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας). Στο προσωπικό του εναγομένου πέραν του διοικητικού προσωπικού, προβλέπονται θέσεις ιατρών, νοσηλευτών, φυσικοθεραπευτή, εργασιοθεραπευτή και το βοηθητικό υπόλοιπο προσωπικό των θαλαμηπόλων- παιδοκόμων, μάγειρα, πλυντριών, καθαριστριών.
Το εναγόμενο έχει την ευθύνη και την αρμοδιότητα για την παροχή των ενδεδειγμένων επιστημονικών υπηρεσιών και των τροφίμων για τη διατήρηση, βελτίωση της υγείας τους και την πιθανή ένταξή τους, τη σωστή διατροφή, την ασφαλή και άνετη διαβίωσή τους, την καθαριότητα, θέρμανση και αερισμό όλων των χώρων του ασύλου και η λήψη κάθε μέτρου που κρίνεται αναγκαίο για την ομαλή λειτουργία του ασύλου σύμφωνα με τις υποδείξεις των αρμοδίων οργάνων.
Το εναγόμενο δεν αποδείχθηκε ότι παρέχει νοσοκομειακές υπηρεσίες και συγκεκριμένα υπηρεσίες νοσηλείας στους τροφίμους ώστε όλο το προσωπικό του και συγκεκριμένα το βοηθητικό - υπόλοιπο ως άνω προσωπικό να δικαιούται νοσοκομειακού επιδόματος...
Το άρθρο 2 του Ν. 201/1975 ορίζει στην παρ.1 "Εις άπαν το προσωπικόν των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ν.Δ. 2592/1953 χορηγείται από 1.9.1975 διά του παρόντος ειδικόν νοσοκομειακόν επίδομα εξ είκοσι τοις εκατόν (20%) επί του βασικού μισθού.........", ενώ στην παρ. 4 "Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν ανάλογον εφαρμογήν και επί του προσωπικού των παντός είδους Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, μη υπαγομένων εις τας διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953, αι μεν των παραγράφων 1 και 2 από 1ης Οκτωβρίου 1975, αι δε της 3 τοιαύτης αφ` ης εν αυτή ειδικώτερον ορίζεται, της παραγρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4504/1966 μη εφαρμοζομένης εν προκειμένω".
Επίσης η ΚΥΑ 49524/2362/2008 Υπ. Οικονομίας και Κοιν. Προστασίας (ΦΕΚ 1414 τεύχος Β/17-7-2008) "Καθορισμός των όρων αμοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (Κοινωφελή Ιδρύματα, Οργανισμοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κ.λ.π)",στο άρθρο 2Β περ.ε ορίζει "ε)Νοσοκομειακό επίδομα.
Σε όλο το νοσηλευτικό προσωπικό χορηγείται νοσοκομειακό επίδομα σε ποσοστό 20%.Το ίδιο ποσοστό χορηγείται και σε όλους τους άλλους εργαζόμενους με την προϋπόθεση ότι το Ίδρυμα κλπ έχει νοσοκομειακό χαρακτήρα. Νοσοκομειακό επίδομα σε ποσοστό 20% χορηγείται και στο ιατρικό προσωπικό όπως χορηγείται και στο νοσηλευτικό προσωπικό".
Εξ άλλου κατά το άρθρο 10 του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας (υπ` αριθμό ΕΜΠ5 κοινή Υπουργική Απόφαση Υπουργών Οικονομικών- εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας - Υγείας ΦΕΚ Β 3054/18-11-2012) Α. Η νοσοκομειακή περίθαλψη περιλαμβάνει τη νοσηλεία του πάσχοντα, την ενδιαίτησή του, την οποιασδήποτε φύσεως ιατρική, νοσηλευτική και φαρμακευτική προς αυτόν συνδρομή και ειδικότερα τη δέουσα αγωγή και θεραπεία για αποκατάσταση σωματικών και ψυχικών αναπηριών, ή νοσηρών εν γένει καταστάσεων, καθώς και τις αναγκαίες θεραπείες, παρακλινικές εξετάσεις, κάθε αναγκαία φαρμακευτική αγωγή, ειδικά θεραπευτικά μέσα και προθέσεις.
Β. Η νοσοκομειακή περίθαλψη παρέχεται στα:.........., ζ) κλινικές και ιδρύματα χρονίων παθήσεων.... Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι προϋπόθεση για την χορήγηση και στο βοηθητικό προσωπικό των ιδρυμάτων χρονίων παθήσεων του παραπάνω νοσοκομειακού επιδόματος είναι στο ίδρυμα να παρέχεται στους πάσχοντες- τροφίμους νοσοκομειακή περίθαλψη όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 10 του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας (υπ` αριθμό ΕΜΠ5 κοινή Υπουργική Απόφαση Υπουργών Οικονομικών- εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας - Υγείας ΦΕΚ Β 3054/18-11-2012), δηλαδή να παρέχεται η δέουσα αγωγή και θεραπεία για αποκατάσταση σωματικών και ψυχικών αναπηριών, ή νοσηρών εν γένει καταστάσεων, καθώς και οι αναγκαίες θεραπείες, παρακλινικές εξετάσεις, κάθε αναγκαία φαρμακευτική αγωγή, ειδικά θεραπευτικά μέσα και προθέσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α ΚΠΟΛΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 και του ταυτόσημου από τον αρ.1 του 560 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998,1252/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος.(ΑΠ 99/2020 ) Επίσης με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' του ΚΠολΔ, ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ223/2021,1106/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ1207/2005, ΑΠ 320/2003).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 του ΚΠΟΛΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Επομένως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις από τα άρθρα 560 αρ.1α και β και 560 αρ.6 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 ΒΕ της ΥΑ 49524/2362/2008, του άρθρου 10 περ.ζ του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας (υπ` αριθμό ΕΜΠ5 κοινή Υπουργική Απόφαση Υπουργών Οικονομικών- εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας - Υγείας ΦΕΚ Β 3054/18-11-2012 και των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ειδικότερα αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απέρριψε εσφαλμένα το αιτούμενο με την αγωγή νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 2012 έως 15 Μαΐου 2013,μολονότι δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο ίδρυμα, το οποίο παρέχει συστηματική και συνεχή νοσηλεία σε μονίμως πάσχοντες, από χρόνιες παθήσεις τροφίμους, δεν παρέχει υπηρεσίες νοσοκομειακής περίθαλψης, ισοδύναμες κλινικής χρονίων παθήσεων.
Οι λόγοι αυτοί κατά τις επικαλούμενες πλημμέλειες από τα άρθρα 560 αρ.1α και 560 αρ.6 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο δεν παρέχει νοσοκομειακές υπηρεσίες και συγκεκριμένα υπηρεσίες νοσηλείας στους τροφίμους του, ώστε όλο το προσωπικό του και συγκεκριμένα το βοηθητικό προσωπικό, στο οποίο ανήκει η ενάγουσα, να δικαιούται το αιτούμενο νοσοκομειακό επίδομα, Αντίθετα δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο αποτελεί ίδρυμα ασυλικού τύπου και με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ` ουσία το αγωγικό αίτημα της ενάγουσας περί επιδίκασης σε αυτήν του νοσοκομειακού επιδόματος.
Επίσης, απορριπτέος είναι προεχόντως ως αόριστος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας(άρθρο 560 παρ.1β ΚΠολΔ) κατά την εξειδίκευση της αόριστης έννοιας του "νοσοκομειακού χαρακτήρα" διότι δεν προσδιορίζει ποια διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ενώ περαιτέρω υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 560 αρ.1β προσβάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠΟΛΔ, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997, ΑΠ559/2020) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012). Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ` αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 713/2020).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από το άρθρο 560 αρ.5 εδ.β ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών δεν έλαβε υπόψη του τον σχετικό λόγο έφεσής της με τον οποίο επανέφερε τον αγωγικό της ισχυρισμό ότι το εναγόμενο τον Μάρτιο του έτους 2012 προέβη σε μονομερή περικοπή του δικαιούμενου νοσοκομειακού επιδόματος, που αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων ως βοηθητικό προσωπικό, με αποτέλεσμα η περικοπή αυτή να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή. Επίσης αιτιάται ότι στον λόγο έφεσής της ισχυριζόταν ότι εφόσον το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο κατέβαλε αδιαλείπτως μέχρι τον Μάρτιο του έτους 2012 το νοσοκομειακό επίδομα ,ανεξαρτήτως του νοσοκομειακού χαρακτήρα αυτού (αναιρεσιβλήτου -εναγομένου), η καταβολή του εν λόγω επιδόματος κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων και παρανόμως περικόπηκε μονομερώς.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έρευνα της βασιμότητας του τρίτου λόγου αναίρεσης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε τα παρακάτω: Ως προς το νοσοκομειακό επίδομα που ζητεί η ενάγουσα να της επιδικασθεί από το Μάρτιο του 2012 έως το Δεκέμβριο του 2014, αποδείχθηκε ότι αυτό πράγματι διακόπηκε οριστικά από την 01.03.2012. Βάσει των προαναφερομένων, επειδή το εναγόμενο δεν είχε νοσοκομειακό χαρακτήρα και η ειδικότητα της ενάγουσας δεν ήταν νοσηλευτική, το εν λόγω επίδομα δεν είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα, δηλαδή δεν αποτελούσε μέρος των νομίμων υποχρεωτικά καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών της βάσει της ως άνω ΚΥΑ που καθόριζε τις αμοιβές της.
Συνεπώς το εναγόμενο νομίμως διέκοψε την παροχή του προς την ενάγουσα. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η ενάγουσα αιτείται την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, υπό τον ισχυρισμό ότι το εναγόμενο είχε νοσοκομειακό χαρακτήρα και επομένως η παροχή του ήταν εκ του νόμου υποχρεωτική σ` αυτήν, δεν εισέφερε ωστόσο άλλα πραγματικά περιστατικά ούτε υπέβαλε επικουρικό αίτημα με την αγωγή, διεκδικώντας το εν λόγω επίδομα ως οικειοθελή παροχή του εναγομένου εργοδότη της, η οποία λόγω της αδιάλειπτης καταβολής του να απέκτησε υποχρεωτικό χαρακτήρα ώστε να μην μπορεί αυτός να το περικόψει μονομερώς από 01.03.2012.
Σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψαν τέτοια πραγματικά περιστατικά. Έτι δε περαιτέρω, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το εν λόγω επίδομα απέκτησε το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής, η μονομερής διακοπή του από 01.03.2012 και η μη αντίδραση της ενάγουσας σ` αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα και δη έως την άσκηση της αγωγής στις 11.3.2015, αποτελεί τεκμαιρόμενη αποδοχή της διακοπής του από αυτήν καθώς τούτο αποτελεί νόμιμη σιωπηρή συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ) μεταξύ των διαδίκων για τη μη καταβολή του επιδόματος αυτού το οποίο δεν ήταν εκ του νόμου υποχρεωτικό Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας ότι δικαιούται το νοσοκομειακό επίδομα ως οικειοθελή παροχή, η οποία λόγω της αδιάλειπτης καταβολής του απέκτησε υποχρεωτικό χαρακτήρα, κατέστη όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων και της ενάγουσας και συνεπώς παρανόμως περικόπηκε μονομερώς και τον απέρριψε.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης με την αιτίαση από τον αριθμό 560 αρ.5 εδ α ΚΠολΔ ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα έλαβε υπόψη του ένσταση από το άρθρο 361 ΑΚ περί σιωπηρής συμφωνίας των διαδίκων για μη καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος από 01.03.2012, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Τούτο διότι, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη το διατακτικό της προσβαλλόμενης στηρίζεται αυτοτελώς στην πρώτη επάλληλη σκέψη, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του.
Τέλος με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1,2,και 3 Ν.2639/1998 καθώς και του άρθρου 372 ΑΚ. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεχόμενο ανατροπή του τεκμηρίου πλήρους απασχόλησης αν και οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης ήταν άκυρες επειδή δεν αναφερόταν σ` αυτές ο ακριβής χρόνος μερικής απασχόλησης της ενάγουσας, σε κάθε δε περίπτωση η από 1-7-2013 νεότερη σύμβαση μερικής απασχόλησης ήταν άκυρη επειδή δεν είχε τηρηθεί γι` αυτήν ο έγγραφος τύπος.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα παραθέτει στο αναιρεστήριο μόνο τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 2, και 3Ν.2639/1998 καθώς και του άρθρου 372 ΑΚ, τη νομική της επιχειρηματολογία ως προς τις εν λόγω διατάξεις, με βάση τις οποίες η προσβαλλόμενη δέχθηκε, κατά την άποψή της αναιρεσείουσας, εσφαλμένα ανατροπή του τεκμηρίου πλήρους απασχόλησης της λόγω ακυρότητας της σύμβασης εργασίας της μερικής απασχόλησης και δεν επιδίκασε τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των καταβαλλομένων στην ενάγουσα ως εργαζόμενη μερικής απασχόλησης και αυτών που έπρεπε να της καταβάλλονται λόγω του τεκμηρίου πλήρους απασχόλησης καθώς και το κατά την άποψή της υπαγωγικό σφάλμα ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα ενάγουσα δικαιούται να αμείβεται ως εργαζόμενη με πλήρη και όχι μερική απασχόληση, όπως έκρινε η προσβαλλόμενη.
Η αοριστία συνίσταται στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των κρισίμων ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις. Αντίθετα η αναιρεσείουσα αρκέσθηκε στην παράθεση σ` αυτό (αναιρετήριο), μόνο, των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1,2,και 3Ν.2639/1998 καθώς και του άρθρου 372 ΑΚ, της νομικής της επιχειρηματολογίας ως προς τις εν λόγω διατάξεις, με βάση τις οποίες η προσβαλλόμενη δέχθηκε ανατροπή του τεκμηρίου πλήρους απασχόλησης της ενάγουσας.
Επίσης αρκέσθηκε στην παράθεση του κατά την άποψή της υπαγωγικού σφάλματος ότι η ενάγουσα έπρεπε να αμείβεται ως εργαζομένη με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, καθώς και στην παράθεση κατ` επιλογή αυτής περιορισμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης και του, κατά την εκδοχή αυτής, περιεχομένου της.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.5.2019 αίτηση για αναίρεση της 204/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ