1848/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1848/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 7/2018, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 24-10-2011 διενεργήθηκε από υπαλλήλους του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Ελέγχου έλεγχος στην εταιρία με την επωνυμία "...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1848 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1848/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Απριλίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Π. του Σ., κατοίκου ... (...), που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αποστολά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2018 και με αριθμό 2/15.3.2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 433/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 περ. β' του Ν. 2960/2001, λαθρεμπορία είναι οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση τους εισπρακτέους από αυτούς δασμούς και φόρους, καθώς και τις λοιπές επιβαρύνσεις από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο, τον οποίο ορίζει ο νόμος.
Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ' του ίδιου άρθρου, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο, δικαίωμα, τα οποία έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου, ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει, με την έννοια της φυσικής εξουσίασής του, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά• πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ειδική αιτιολογία.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 7/2018, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 24-10-2011 διενεργήθηκε από υπαλλήλους του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Ελέγχου έλεγχος στην εταιρία με την επωνυμία "...
ΟΕ", με αντικείμενο εργασίας ασβεστοποιία-ορυκτέλαια με έδρα την ..., νόμιμη εκπρόσωπος της οποίας ήταν η κατηγορουμένη, Α. Π.. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε η ύπαρξη υπέργειων δεξαμενών, σε μία από τις οποίες ήταν αποθηκευμένο πετρέλαιο κίνησης 200 λίτρων κατά δήλωση και εκτίμηση και στις υπόλοιπες τέσσερις, εκ των οποίων τρεις ήταν παροπλισμένα βυτία, ήταν αποθηκευμένα πετρελαϊκά κατάλοιπα, 300 λίτρων, 18.000 λίτρων, 5.000 λίτρων και 9.000 λίτρων, κατά δήλωση του υπευθύνου της επιχείρησης, Π.
Π., συζύγου της κατηγορουμένης, και εκτίμηση των διενεργούντων τον έλεγχο υπαλλήλων. Με τη συνδρομή του υπεύθυνου της επιχείρησης κατά την ώρα του ελέγχου, Π. Π., συντάχθηκαν δύο πρωτόκολλα καταμέτρησης, ένα για το πετρέλαιο κίνησης και ένα για τα πετρελαϊκά κατάλοιπα, ενώ παράλληλα, λήφθηκαν δείγματα εκ του πετρελαίου κίνησης και των πετρελαϊκών καταλοίπων.
Τα δείγματα αυτά εστάλησαν μέσω της Χημικής Υπηρεσίας ... Δ' Χημική Υπηρεσία ... Από την ανάλυση αυτών προέκυψε: α) ότι το δείγμα του πετρελαίου κίνησης τόσο στο α' δείγμα όσο και στο β' κατ' έφεση δείγμα ήταν μη κανονικό-νοθευμένο με πετρέλαιο παράνομης διακίνησης σε ποσοστό 5%, διότι είχε θείο 58,00 mg/kg κατά τον πρώτο έλεγχο και 60,0 mg/kg κατά τον δεύτερο έλεγχο, αντί του μέγιστου 10 mg/kg για το πετρέλαιο κίνησης που ίσχυε από 1-1-2009 και β) ότι τα λοιπά δείγματα είναι πετρελαϊκά κατάλοιπα, που απαγορεύεται η διάθεσή τους στην εσωτερική κατανάλωση και η πετρελαϊκή φάση είναι κηροζίνη αεροπλάνων με ίχνη (μικρότερο του 0,1% και 0,05%) μεταχειρισμένων ορυκτελαίων.
Από την αναγωγή των αποτελεσμάτων αυτών στο σύνολο των δειγματισθεισών ποσοτήτων προκύπτει η κατοχή 10 λίτρων πετρελαίου κίνησης, 299,7 λίτρων κηροζίνης, 15.592 λίτρων κηροζίνης, 4.275,64 λίτρων κηροζίνης και 5.997 λίτρων κηροζίνης, στις οποίες αναλογούν φορολογικές επιβαρύνσεις 5,97 ευρώ, 185,95 ευρώ, 9.675,65 ευρώ, 2.653,48 ευρώ και 3.721,44 ευρώ, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι δυνάμει της με αριθμ. 6606/5-12-2006 απόφασης του Νομάρχη Δωδεκανήσου, χορηγήθηκε στην εταιρία "... ΟΕ" άδεια για τη συλλογή και μεταφορά αποβλήτων λιπαντικών ελαίων και συγκεκριμένα η συλλογή και μεταφορά από τα σημεία συλλογής προς τα κέντρα συλλογής, στα όρια του Νομού Δωδεκανήσου, με σκοπό τα Α.Λ.Ε. (Απόβλητα Λιπαντικά Έλαια) να οδηγηθούν σε νόμιμες εγκαταστάσεις αναγέννησης.
Σύμφωνα με τους γενικούς όρους της χορηγηθείσας άδειας, η τελευταία είχε ισχύ για τρία (3) έτη (όρος 1ος), ήτοι μέχρι 5-12-2009, και μόνο για τις συγκεκριμένες δραστηριότητες, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 82/2004, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες (πχ προσωρινή αποθήκευση, επεξεργασία, αξιοποίηση, διάθεση κλπ)-(όρος 2ος) και αποκλειστικά εντός των ορίων αρμοδιότητας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, για τη δε κατ' επέκταση δραστηριότητα της μεταφοράς εκτός των ορίων αυτών, έπρεπε να ζητηθεί η απαιτούμενη άδεια από την αντίστοιχη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση (όρος 3ος).
Ακολούθως, με την αριθμ. πρωτ. Οικ. 359/223/8-1-2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, ανανεώθηκε η προαναφερόμενη με αριθμ. 6606/2006 άδεια για πέντε έτη, ήτοι με ισχύ έως την 5-12-2014, και συμπληρώθηκε ως προς τις κατηγορίες των Αποβλήτων Ελαίων και Αποβλήτων Υγρών Καυσίμων, που επιτρεπόταν να συλλέγει και μεταφέρει η κατηγορουμένη, και ήταν συγκεκριμένα απόβλητα έλαια μηχανής κιβωτίου ταχυτήτων και λίπανσης, μη χλωριωμένα έλαια μηχανής, κιβωτίου ταχυτήτων και λίπανσης με βάση τα ορυκτά, συνθετικά έλαια μηχανής, κιβωτίου ταχυτήτων και λίπανσης, και άλλα έλαια μηχανής, κιβωτίου ταχυτήτων και λίπανσης.
Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα η κατηγορουμένη είχε μόνο άδεια συλλογής και μεταφοράς αποβλήτων λιπαντικών ελαίων και μάλιστα των αναφερόμενων συγκεκριμένα στην απόφαση με αριθμ. πρωτ. οικ. 359/223/8-1-2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Η προσκομιζόμενη από την κατηγορουμένη και αναγνωσθείσα στο ακροατήριο με αριθμ.
πρωτ. 653/2013 απόφαση της Γενικής Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου αφορά την έγκριση περιβαλλοντικών όρων και όχι άδεια αποθήκευσης αποβλήτων και σε κάθε περίπτωση δεν ανάγεται στην ημερομηνία τέλεσης του αδικήματος (24-10-2011). Εξάλλου, από τα έντυπα αναγνώρισης - βεβαίωσης παραλαβής λιπαντικών ελαίων, που προσκόμισε η κατηγορουμένη και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δεν δικαιολογείται η κατοχή κατά την ημερομηνία ελέγχου, ήτοι 24-10-2011 των αναφερόμενων ποσοτήτων κηροζίνης.
Ειδικότερα, σε κανένα από αυτά τα έντυπα δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, όπως θα έπρεπε, ότι έλαβε χώρα παραλαβή κηροζίνης, δεδομένου ότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας κατηγορίας, η μεταφορά της κηροζίνης γίνεται πάντοτε υπό τελωνειακό έλεγχο και απαιτούνται έγγραφα του τελωνείου για τη διακίνησή του, στοιχεία που δεν περιέχονται στα προαναφερόμενα έντυπα που προσκόμισε η κατηγορουμένη.
Επιπλέον αυτού, όπως προκύπτει από τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο εκθέσεις εξέτασης δειγμάτων με αριθμ. 16, 17, 18 και 19/2011 η πετρελαϊκή φάση είναι κηροζίνη αεροπλάνων με ίχνη σε πάρα πολύ μικρό ποσοστό (0,1% και 0,05%) μεταχειρισμένων ορυκτελαίων, ώστε οι ανευρεθείσες ποσότητες κηροζίνης δεν μπορεί να περιλαμβάνονται στα, κατά τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, συλλεγέντα από το αεροδρόμιο της Ρόδου απόβλητα.
Ακόμη, όμως, και αν ήθελε υποτεθεί ότι περιλαμβάνεται (η κηροζίνη) στα ορυκτέλαια και τα πετρελαϊκά κατάλοιπα, που ισχυρίζεται η κατηγορουμένη ότι συνέλεξε από το αεροδρόμιο της Ρόδου και αναφέρονται στα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έντυπα, οι ημερομηνίες που αφορούν οι συλλεγείσες ποσότητες ανάγονται στο έτος 2010 (21-10-2010, 17-12-2010), που, όμως, δεν μπορεί να αφορούν τις ένδικες ποσότητες, διότι όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο πορισματική αναφορά, κατά το έτος 2010 η επιχείρηση της κατηγορουμένης δεν παρουσιάζει απόθεμα σε πετρελαϊκά κατάλοιπα, ορυκτέλαια ή Α.Λ.Ε.
Όσον αφορά δε στις ποσότητες που αφορούν στο 2011, τα αναγνωσθέντα έντυπα έχουν ημερομηνίες παραλαβής 6-4-2011 ποσότητας 2.500 λίτρων, όχι κηροζίνης αλλά "από πλύσιμο δεξαμενής πετρελαίου" και 5-5-2011 ποσότητας 150 λ. ορυκτελαίων και 200 λ. πετρελαιοειδών καταλοίπων. Οι ανωτέρω δε ποσότητες κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποτελούν σε κάθε περίπτωση μέρος των κατασχεθεισών ποσοτήτων, αφού από τον Απρίλιο και τον Μάιο 2011, που έγινε η συλλογή αυτών, μέχρι τον Οκτώβριο 2011, που έγινε ο έλεγχος, μεσολαβεί διάστημα πλέον των 5-6 μηνών, κατά το οποίο δεν δικαιολογείται η αποθήκευση, δεδομένου ότι η κατηγορουμένη επικαλέστηκε ως λόγο αποθήκευσης την απεργία της Π.Ν.Ο και τη μη πραγματοποίηση δρομολογίων ..., λόγος, όμως, που δεν συντρέχει, καθόσον η απεργία ξεκίνησε από 1-8-2011 και όχι τον Απρίλιο ή τον Μάιο 2011, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα βεβαίωση του Λιμεναρχείου Ρόδου.
Εξάλλου, η συλλογή και μεταφορά για την οποία είχε και άδεια η κατηγορουμένη, όπως προαναφέρθηκε, αφορούσε τη μεταφορά εντός των ορίων του νομού Δωδεκανήσου και όχι τον Πειραιά, οπότε κατά τα προαναφερόμενα έπρεπε να λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ήδη Περιφέρεια.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται πλήρως ότι η κατηγορούμενη τέλεσε ως προς τις ανευρεθείσες ποσότητες κηροζίνης με πρόθεση το αδίκημα της λαθρεμπορίας, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται αυτό στο διατακτικό της παρούσας, καθόσον γνώριζε ότι ενώ δεν είχε άδεια ούτε είχε καταβάλει τους σχετικούς φόρους και δασμούς κατείχε εμπορεύματα, αποσκοπώντας να στερήσει το ελληνικό δημόσιο από τους εισπρακτέους γι' αυτά φόρους και δασμούς". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει την κατηγορούμενη ΕΝΟΧΗ του ότι: Στη Ρόδο την 24/10/2011, προέβη σε ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα και συγκεκριμένα ως νόμιμη εκπρόσωπος της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "...
ΟΕ", με αντικείμενο εργασιών ασβεστοποιία - ορυκτέλαια και με έδρα την ..., εντός τεσσάρων δεξαμενών κατείχε ποσότητες 299,70 λίτρων, 15.592 λίτρων, 4.275,64 λίτρων και 5.997 λίτρων, καθαρής κηροζίνης αεροπλάνων με ίχνη σε πάρα πολύ μικρό ποσοστό (0,1% και 0,05%) μεταχειρισμένων ορυκτελαίων, αποστερώντας έτσι από το Ελληνικό Δημόσιο το χρηματικό ποσό των 185,95 ευρώ, 9.675,65 ευρώ, 2.6536,48 ευρώ και 3.721,44 ευρώ, καθώς η κηροζίνη δεν διατίθεται στο ελεύθερο εμπόριο αλλά διακινείται μέσω φορολογικών αποθηκών και αποθηκών ανεφοδιασμού αεροσκαφών πάντα υπό τελωνειακό έλεγχο για τον εφοδιασμό των αεροσκαφών με τελωνειακές διατυπώσεις ως προς την καταβολή ή μη των αναλογουσών φορολογικών επιβαρύνσεων".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στην ως άνω εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 εδ.
β' του Ν. 2960/2001, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται:
α) το είδος και οι ποσότητες του εμπορεύματος, το οποίο η αναιρεσείουσα κατείχε, ήτοι καθαρής κηροζίνης αεροπλάνων, με ίχνη μεταχειρισμένων ορυκτελαίων σε πάρα πολύ μικρό ποσοστό (0,1% και 0,05%), της οποίας η διάθεση απαγορεύεται στο ελεύθερο εμπόριο, διακινείται δε υποχρεωτικά μέσω φορολογικών αποθηκών προς τις αποθήκες ανεφοδιασμού αεροσκαφών πάντοτε υπό τελωνειακό έλεγχο και τελωνειακές διατυπώσεις, ως προς την καταβολή των οφειλόμενων φόρων, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, και, συνεπώς, δεν υπάρχει μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αντίφαση ως προς το είδος του εμπορεύματος, αλλά αλληλοσυμπλήρωση αυτών, β) η κατοχή από την αναιρεσείουσα άδειας μόνο για συλλογή και μεταφορά αποβλήτων λιπαντικών ελαίων, δηλαδή για συγκεκριμένες δραστηριότητες, σε περιορισμένη εδαφική περιφέρεια, ήτοι εντός του Νομού Δωδεκανήσου, γ) η γνώση της αναιρεσείουσας ότι το εμπόρευμα ήταν προϊόν λαθρεμπορίας και η θέληση αυτής για περαιτέρω διακίνηση του εμπορεύματος που κατείχε, χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 155 παρ. 1 περ.
β' του Ν. 2960/2001, είναι αβάσιμος. Επίσης, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της ίδιας αίτησης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του δόλου, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο νόμος αρκείται σε κοινό (και όχι άμεσο) δόλο, για τον οποίο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, η σχετική δε με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια περί της ενοχής αιτιολογία.
Περαιτέρω, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα αναφέρεται με την ιδιότητα της νόμιμης εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.". Ανεξάρτητα από το ότι η παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας για την ιδιότητα της αναιρεσείουσας, ως νόμιμης εκπροσώπου της εν λόγω εταιρίας, αποτελεί ουσιαστική κρίση, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, η αναφορά αυτή της ιδιότητος της αναιρεσείουσας, ως νόμιμης εκπροσώπου της παραπάνω εταιρίας, αρκούσε για το ότι ήταν και διαχειρίστρια αυτής χωρίς να απαιτείται η παράθεση επιπλέον περιστατικών, αφού στην ομόρρυθμη εταιρία, σε αντίθεση προς τον κανόνα της συλλογικής εκπροσώπησης που ισχύει στην αστική εταιρία (άρθρο 748 παρ. 1 του ΑΚ), η διάταξη του άρθρου 22 του ΕμπΝ, όπως ίσχυε και κατά τον επίδικο χρόνο (24-10-2011) πριν από την κατάργησή της με την παρ. 2 του άρθρου 294 του Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ 86/11-4-2012 τεύχ.
Α'), καθιερώνει την αρχή της ατομικής εκπροσώπησης, δεν προκύπτει δε ότι προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός για μη συμμετοχή της στην διαχείριση της εν λόγω εταιρίας, ως προς τον προσδιορισμό της νομικής μορφής της οποίας, ως ομόρρυθμης εταιρίας, είναι σαφείς οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα ως νόμιμη εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας χωρίς να αναφέρεται ότι ήταν διαχειρίστρια από το καταστατικό της εταιρίας ή έστω εν τοις πράγμασι διαχειρίστρια, είναι αβάσιμος. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, προβαλλόμενες υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες. Σύμφωνα με όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-3-2018, με αριθμό 2/2018, αίτηση της Α. Π. του Σ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της απόφασης 7/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Αυγούστου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ