Legislator Case Law & Legislation
1848/2017 AI generated

1848/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1848/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1848/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7135/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 9047/2001 μη οριστική και 1163/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
consequences of withdrawal revocation of bankruptcy dismissal of testamentary executor capital contribution and withdrawal forfeiture of shareholder rights waiver of realisation
AI generated
2182/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανασίου Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
1310/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/20009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2015 αίτησή τους.
176/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Των αιτούντων - αναιρεσειόντων: 1. χ1 και 2. χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.
868/2015
Supreme Court dismisses appeal on evidence review and unilateral salary increase claims.
1425/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1848 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1848/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) α. Σ. συζύγου Α. Γ. του Κ., κατοίκου ..., β. Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., γ. Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του Α. Γ., 2) Κ. Ι. Κ., κατοίκου ..., 3) Ι. Ν. Μ., κατοίκου ..., 4) Α. Δ. Ν., κατοίκου ..., 5) Ν. Ι. Μ., κατοίκου ..., 6) Φ. Π., συζύγου Κ. Κ., κατοίκου ..., 7) α. Α. συζύγου Δ. Α. το γένος Φ. Μ., β. Κ. συζύγου Α.

Ψ. το γένος Φ. Μ., γ. Φ. Δ. Α., κατοίκων ..., ατομικά και ως κληρονόμων της Ε. χήρας Φ. Μ. το γένος Φ. Τ., 8) Κ. Χ. Π., κατοίκου ..., 9) Μ. Ε. Ε. Τ., κατοίκου ..., 10) Κ. Χ. Π., κατοίκου ..., 11) Ε. Η. Ψ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου του Η. Ε. Ψ., 12) α. Ε. χήρας Σ. Λ. το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., β. Π. Σ. Λ., κατοίκου ..., γ. Μ. συζύγου Χ. Τ. το γένος Σ.

Λ., κατοίκου ..., 13) Θ. Δ. Δ., κατοίκου ..., 14) Ε. Γ. Π., κατοίκου ..., 15) α. Α. χήρας Η. Ψ. το γένος Χ., κατοίκου ..., β. Ο. Η. Ψ., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του Η. Ε. Ψ., 16) α. Σ. Π. του Π. το γένος Λ., κατοίκου ..., β. Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., γ. Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του Α. Π. και του Χ. Π., 17) Α. Α. Σ., κατοίκου ..., 18) Ι. Μ. Σ., κατοίκου ..., 19) Μ.

Ι. Σ., κατοίκου ... και 20) Ε. Κ. συζύγου Μ. Σ., κατοίκου .... Οι 1 α, 1 β, 1 γ, 2, 3, 4, 5, 6, 8, 9, 10, 11, 12 α, 12 β, 12 γ, 16 α, 16 β, 16 γ, και 17 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κ. Ρ., η 14η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι 7 α, 7 β, 7 γ, 13, 15 α, 15 β, 18, 19 και 20 δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι οι παρασταθέντες αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο ως προς τον αναιρεσίβλητο 2 γ.

Σ. Κ..

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη, 2) α. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, απορροφήθηκε δε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία ενεργεί στην παρούσα δίκη ως καθολική διάδοχος της εταιρείας "..., β) Ε. Ξ., κατοίκου ..., διατελέσαντος Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "... Α.Ε.", μέχρι 25 Μαΐου 1998 και γ) Σ. Κ. Κ., κατοίκου ..., Προέδρου του Δ.Σ. της εταιρείας αυτής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7135/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 9047/2001 μη οριστική και 1163/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2009 αίτησή τους, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 24-3-2015 κλήση τους μετά από ματαίωση της συζητήσεως αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294 εδαφ. 1, 295 παρ. 1 εδαφ. 1 και 297 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, (299, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υποθέσεως, η παραίτηση δε αυτή γενομένη είτε με δήλωση του παραιτουμένου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, για την οποία δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας, καταχωριζόμένη στα πρακτικά είτε με δικόγραφο επιδιδόμενο στον αναιρεσίβλητο, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, επιφέρουσα, αναδρομικώς, την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής αποφάσεως ούτε η κλήτευση του αντιδίκου του παραιτουμένου (ΑΠ 382/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση οι εκ των αναιρεσειόντων εκπροσωπούμενοι κατά την συζήτηση της υποθέσεως (υπ’ αριθμ. 1α, 1β, 1γ, 2,3,4,5,6,8,9,10,11,12α, 12β, 12γ, 16α, 16β, 16γ και 17) δήλωσαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρήγου ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον απολειπόμενο (υπ’ αριθμ. …) αναιρεσίβλητο, Σ. Κ.. Η δήλωση αυτή που καραχωρήθηκε στα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα παραδεκτή και νόμιμη, και έχει ως συνέπεια η αίτηση αναιρέσεως να θεωρείται ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο (ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο, ούτε αποδεικνύεται η κλήτευσή του), μη ασκηθείσα, καταργουμένης της δίκης ως προς αυτόν και τους ανωτέρω παρασταθέντες αναιρεσείοντες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 2, 97 παρ.1 και 104 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητος, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση (ΑΠ.273/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 παρ.1-3 του Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, "1.

Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. 2. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. 3. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β ιδίου Κώδικος, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι...... η συζήτηση ματαιώνεται, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δ. που επίσης εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β’ του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι, ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεως του κατ’ αυτήν (ΑΠ 483/2016).

Τέλος από το άρθρο 71 Α.Κ. προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 Α.Κ., το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα η παραλείψαντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος ζημιωθείς μπορεί να εναγάγει, παραλλήλως προς το νομικό πρόσωπο, και το υπαίτιο όργανο, υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (άρθρα 481 και 926 ΑΚ) και σχέση απλής ομοδικίας, αφού η κοινή εναγωγή αυτών δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά δικαίωμα του τρίτου (ΑΠ 1761/2014).

Σχέση δε απλής ομοδικίας υφίσταται και στη περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον υπόχρεοι, για αποζημίωση σε αδικοπραξία ή εκ του νόμου στο πλαίσιο της προστήσεως (άρθρα 481, 922, 926 Α.Κ) (ΑΠ.365/2010, 292/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 18-9-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1163/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως, ορισθείσα αρχικώς για την δικάσιμο της 12-12- 2011, αναβλήθηκε διαδοχικώς, λόγω θανάτου αναιρεσειόντων και αποχής δικηγόρων, για τις δικάσιμους της 14-5-2012, 28-1-2013, 11-11-2013 και 26-5-2014.

Κατά την τελευταία, ως άνω, δικάσιμο η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε λόγω αναστολής των εργασιών των δικαστηρίων εξαιτίας της διενεργείας των Περιφερειακών και Δημοτικών Εκλογών την 18-5-2014 και των Εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την 25-5-2014. Ακολούθως η κρινομένη αίτηση επανεισήχθη προς συζήτηση με την από 24-3-2015 κλήση των αναιρεσειόντων και ορίσθηκε δικάσιμος η 14-12-2015, κατά την οποία και ανεβλήθη, λόγω αποχής των δικηγόρων, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο και κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., οι υπ’ αριθμ. 7α, 7β, 7γ,13, 15α, 15β, 18, 19 και 20 αναιρεσείοντες και οι τρίτος και τέταρτος (υπ’ αριθμ. 2β, και 2γ)• αναιρεσίβλητοι.

Επομένως η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να ματαιωθεί ως προς αυτούς. Περαιτέρω από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων (για την αρχικώς ορισθείσα, με την κλήση, ή για την παρούσα δικάσιμο) ούτε άλλωστε και επικαλούνται σχετική κλήση οι επισπεύδοντες την συζήτηση και παριστάμενοι κατ’ αυτήν αναιρεσείοντες.

Ούτε βεβαίως μπορεί να θεωρηθεί ως κλήτευση αυτών η μετά την ρηθείσα αναβολή εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, αφού προϋπόθεση προς τούτο αποτελεί η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή τους ή η νόμιμη παράσταση αυτών κατά την αρχική δικάσιμο που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Εξάλλου καθόσον αφορά τους απολειπομένους αναιρεσείοντες, οι οποίοι φέρονται και ως καλούντες, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτοί είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Κ.

Ρ., ο οποίος υπέγραψε για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων την από 24-3-2015 κλήση προς συζήτηση και τους εκπροσώπησε κατά την αρχική δικάσιμο. Ούτε επίσης αποδεικνύεται κλήτευση αυτών για την παρούσα δικάσιμο από τους παραστάντες αναιρεσείοντες ή αναιρεσιβλήτους. Ενόψει των ανωτέρω και των νομικών δεδομένων που προπαρατέθηκαν, πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους απολειπομένους και μη παρασταθέντες αναιρεσείοντες (7α, 7β, 7γ,13, 15α, 15β, 18, 19 και 20 αναιρεσείοντες) σε σχέση με τους πρώτο και 2α αναιρεσιβλήτους (νπιδ με την επωνυμία "..." και Α.Ε.

με την επωνυμία (...) να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να χωρήσει περαιτέρω η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς (παρισταμένους) διαδίκους, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας.

Κατά, το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ. 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27/1998, Α.Π. 1186/2009). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν.3632/1928 "...", χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, μεταξύ των οποίων, κατά το άρθρο 17 παρ. 1-3 του αυτού νόμου, συγκαταλέγονται χρεόγραφα, μετοχές και ομολογίες. Στο άρθρο 16 του ιδίου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών πραγμάτων, καθώς και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες, που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις.

Με το άρθρο 20 παράγρ. 1 του ν. 1806/1988, που αντικατέστησε το άρθρο 16 του ν.3632/1928, ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων καθώς (περ. γ’ ) και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπομένων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση κυρίας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στον χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής.

Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή. (Ολ ΑΠ 824/1977, ΑΠ 1888/2013, 23/2006). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν.δ/τος 3078/1954 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των ...

διατάξεων" (όπως αντικ. με τα άρθρα 61-78 του ν. 2533/1997) συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινόν ... ..." και περιληπτικά "..." με σκοπό τη διασφάλιση των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Μέλη του ... Κεφαλαίου είναι υποχρεωτικά όλοι οι εν ενεργεία χρηματιστές (άρθρο 9 παρ. 2 του άνω ν.δ/τος), οι οποίοι, όπως ο κάθε διοριζόμενος εφεξής χρηματιστής, υποχρεούνται να καταθέσουν στο ταμείο του την εισφορά αυτών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 16 παρ. 2 του ίδιου ν.δ/τος, προς σχηματισμό του κεφαλαίου.

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του άνω ν.δ/τος ορίζεται ότι σε περίπτωση αδυναμίας του χρηματιστή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές και εφόσον το ισόποσο της ατομικής μερίδας αυτού στο ... κεφάλαιο, που αναλήφθηκε από τον ταμία της Επιτροπής του Χρηματιστηρίου και διανεμήθηκε στους πιστωτές του εν λόγω χρηματιστή, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον καταρτισθέντα πίνακα διανομής, σύμφωνα με τη διαδικασία αναγκαστικής συλλογικής ικανοποιήσεως, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 27 ν.3632/1928 "..." και 20 παρ. 2 ν.δ/τος 3078/1954, δεν επήρκεσε για την πλήρη ικανοποίησή τους, ο ταμίας της Επιτροπής, κατόπιν εντολής του κυβερνητικού επόπτη, αναλαμβάνει και διανέμει επί πλέον στους πιστωτές του περιελθόντος σε αδυναμία χρηματιστή, το αναγκαίο επιπλέον ποσό και το πολύ μέχρι ποσοστό 20% της υποληφθείσας καθαρής περιουσίας του ...

κεφαλαίου. Με την παρ. 4 του άρθρου 17 ν.δ/τος 3078/1954 ορίζεται περαιτέρω, ότι οι πιστωτές, οι οποίοι, και μετά τη διάθεση από το ... κεφάλαιο των ποσών που προβλέπονται στις ανωτέρω παραγράφους, δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως, ουδεμία απολύτως περαιτέρω αξίωση ή δικαίωμα διατηρούν κατά του Κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που ο χρηματιστής περιέλθει σε αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεών του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, είτε προς εντολείς, είτε προς χρηματιστές, διενεργείται η έκτακτη αναγκαστική (υποχρεωτική) διαδικασία εκκαθαρίσεως κατά τις άνω διατάξεις ως εξής:

Γίνεται δήλωση που κατατίθεται εγγράφως στον επόπτη του χρηματιστηρίου είτε από το χρηματιστή που περιήλθε σε αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεών του προς χρηματιστές ή εντολείς του, είτε από κάποιο πιστωτή. Παράλληλα με τη δήλωση κατατίθενται στον επόπτη του χρηματιστηρίου αντίγραφα των βιβλίων αγοραπωλούμενων τίτλων, που τηρεί ο χρηματιστής που περιήλθε σε αδυναμία.

Ακολουθούν προσκλήσεις από τον επόπτη του χρηματιστηρίου, προκειμένου, σε ορισμένη προθεσμία, να αναγγελθούν όσοι έχουν απαιτήσεις από εκκρεμείς χρηματιστηριακές συναλλαγές με αυτόν που περιήλθε σε αδυναμία, οι οποίοι επίσης καταθέτουν αντίγραφα των άνω βιβλίων τους. Με βάση τις δηλώσεις αυτές γίνεται εκκαθάριση των συμβάσεων χρηματιστηριακών εντολών που εκτελέστηκαν από τον εν λόγω χρηματιστή, ήτοι συντάσσεται από την επιτροπή του χρηματιστηρίου κατάσταση στην οποία αναφέρονται τα αγοραπωληθέντα χρεόγραφα και λοιπά χρηματιστηριακά πράγματα απ’ αυτόν που περιήλθε σε αδυναμία.

Γίνεται συμψηφισμός των εμφαινομένων στην άνω κατάσταση αγορών και πωλήσεων χρηματιστηριακών πραγμάτων και καθορίζονται οι τιμές στις οποίες θα χρεοπιστωθούν τα μη συμψηφιζόμενα χρηματιστηριακά πράγματα. Μετά τον άνω καθορισμό των τίτλων χρεοπιστώσεων υποβάλλεται στην επιτροπή του χρηματιστηρίου, από κάθε χρηματιστή, εκκαθαριστικός λογαριασμός, στον οποίο εμφαίνεται το προκύπτον χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο από την εκκαθάριση κάθε χρηματιστηριακής συναλλαγής, που είχε με τον χρηματιστή που περιήλθε σε αδυναμία και τους εντολείς του.

Εκείνοι κατά των οποίων, με βάση την ανωτέρω διαδικασία, προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο υποχρεούνται να καταθέσουν αυτό αμέσως στον ταμία του χρηματιστηρίου. Τις κατά τον άνω τρόπο εισπράξεις ο ταμίας διανέμει αμέσως αναλογικά σε εκείνους υπέρ των οποίων από την εκκαθάριση προέκυψε πιστωτικό υπόλοιπο.

Κατόπιν η επιτροπή του χρηματιστηρίου συντάσσει πίνακα στον οποίο εμφαίνονται τα οφειλόμενα υπόλοιπα από τον χρηματιστή και διαβιβάζει αντίγραφο στον επόπτη. Ο τελευταίος καλεί τους άνω πιστωτές, καθώς και το χρηματιστή που περιήλθε σε αδυναμία, προκειμένου να κανονίσουν συμβιβαστικά τις υπόλοιπες οφειλές, όπως και κάθε άλλη οφειλή από χρηματιστηριακή συναλλαγή.

Εάν επιτευχθεί συμβιβασμός, επικυρώνεται από τον επόπτη και την επιτροπή του χρηματιστηρίου και τελειώνει η διαδικασία της εκκαθαρίσεως. Εάν, όμως, δεν επιτευχθεί συμβιβασμός η διαδικασία της εκκαθαρίσεως οδηγεί (άρθρο 27 παρ.12 ν. 3632/1928) σε ενεργοποίηση του Κεφαλαίου, με την έννοια ότι καταβάλλονται από αυτό στο δικαιούχο χρηματιστή ή πελάτη, τα οφειλόμενα από τη μερίδα του χρηματιστή που βρίσκεται σε αδυναμία (άρθρα 9, 16, 17 και 20 ν.δ/τος 3078/1954).

Συγκεκριμένα, εάν δεν επιτευχθεί ο συμβιβασμός, ο ταμίας του χρηματιστηρίου παραλαμβάνει από το ... Κεφάλαιο το ισόποσο της ατομικής μερίδος που έχει καταθέσει σ’ αυτό ο χρηματιστής που περιήλθε σε αδυναμία, το οποίο διανέμεται αναλογικά προς τους πιστωτές με βάση τον πίνακα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο.

Το ποσό αυτό, αν δεν επαρκέσει και πάλι, προσαυξάνεται με ορισμένο περαιτέρω ποσοστό από την περιουσία του Κεφαλαίου, όχι μεγαλύτερο από το 20% αυτής, με βάση τον ίδιο πίνακα κατανομής ή διανομής. Ο χρηματιστής παραμένει υπόχρεος για κάθε έλλειμμα από την άνω εκκαθάριση και διανομή (άρθρο 27 παρ. 15 ν.3632/1928), εκτειθειμένος ακόμη και σε πτώχευση (άρθρο 27 παρ.21 ν.3632/1928), ενώ το Κεφάλαιο μετά τη διάθεση των προαναφερομένων ποσών, και αν ακόμη οι πιστωτές δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως, ουδεμία έχει πλέον υποχρέωση.

Σύμφωνα δε με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του ν.2648/1998, οι διατάξεις των άρθρων 9 έως 21 ν.δ/τος 3078/1954 και 27 ν.3632/1928 εφαρμόζονται στην περίπτωση που μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.2533/1997, ήτοι τη δημοσίευσή του (11.11.1997) είχαν ήδη λάβει χώρα οι προσκλήσεις και δημοσιεύσεις του άρθρου 27 παρ. 11 ν.3632/1928, άλλως, και σύμφωνα με το άρθρο 77 του ν.2533/1997, με το οποίο καταργήθηκαν από της ισχύος του νόμου τούτου στο σύνολο τους οι διατάξεις του ν.δ/τος 3078/1954, εφαρμόζονται τα άρθρα 63, 65, 66 και 67 του ν. 2533/1997, ενόψει του ότι με τα άρθρα 61-78 του ν.2533/1997 αναδιαρθρώθηκε η οργάνωση και λειτουργία του ...

Κεφαλαίου, χωρίς να μεταβληθεί ο σκοπός του. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω εκτιθέμενα για να γεννηθεί η σχετική απαίτηση κατά του ... Κεφαλαίου, υπό το νομικό καθεστώς των ν.3632/1928 και ν.δ. 3078/1954, θα πρέπει είτε να συντρέξουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 17 ν.δ/τος 3078/1954 και 27 ν.3632/1928, ήτοι ο δανειστής να έχει ακολουθήσει την προεκτεθείσα διαδικασία αναγγελίας της απαιτήσεώς του, και αυτή, μετ’ έλεγχο και επαλήθευση κατά τον προαναφερόμενο νόμιμο τρόπο, να έχει περιληφθεί προς πληρωμή στον οικείο πίνακα πιστωτών, των δικαιουμένων να μετάσχουν στη διανομή του προϊόντος της εγγυήσεως, είτε να πρόκειται για απαίτηση εκ συμβάσεως από τελειωθείσα χρηματιστηριακή συναλλαγή κατά του περιελθόντος σε αδυναμία χρηματιστή, για την οποία ευθύνεται εγγυητικά απ’ ευθείας με βάση τις εν λόγω διατάξεις, το ...

Κεφάλαιο, που, όμως, για οποιονδήποτε λόγο δεν ενεγράφη στον άνω πίνακα διανομής (ΑΠ 23/2006). Τέλος, κατά μεν το άρθρ. 914 του Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρέωση έχει να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρ. 298 του ιδίου Κώδικος "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται ότι εκείνος που ζημίωσε άλλον, παρά το νόμο και υπαιτίως υποχρεούται σε αποζημίωση του ζημιωθέντος, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος του, διότι μόνον έτσι η αποζημίωση θα είναι πλήρης κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, η οποία απαιτεί να προσπορισθεί στον ζημιωθέντα και ό,τι θα μπορούσε αυτός να αποκτήσει με βάσιμη πιθανότητα δηλαδή και τη μελλοντική ζημία.

Το άρθρο 345 Α.Κ., κατά το οποίο επί χρηματικής οφειλής ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας δικαιούται να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία και ότι αυτός αν αποδείξει και άλλη θετική ζημία, δικαιούται να απαιτήσει και αυτήν, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, καθώς και τα άρθρα 346 και 347 ίδιου Κώδικα τα οποία ορίζουν το μεν πρώτο ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής για το ληξιπρόθεσμο χρέος, το δε δεύτερο ότι ο οφειλέτης αντικειμένου, αν υποχρεωθεί να καταβάλει την αξία του, εξαιτίας γεγονότος που συνέβη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του, οφείλει νόμιμους τόκους στο ποσό της αξίας από το χρόνο, που λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της, και ρυθμίζουν τις συνέπειες της υπερημερίας οφειλέτη χρηματικής οφειλής ή οφειλομένου αντικειμένου, που απορρέουν από συναφθείσα μεταξύ αυτού και του δανειστή δικαιοπραξία, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής επί ενοχής από αδικοπραξία, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής τα αναφερθέντα στην αρχή άρθρα 914 και 298 Α.Κ. (Ολ ΑΠ, 1/1997 και 705/1979, ΑΠ 1801/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ,, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Οι ήδη αναιρεσείοντες (και οι κληρονόμοι των αποβιωσάντων υπ’ αριθμ. 1, 7α, 15, 16 εναγόντων), με την ένδικη (από 16-12-1999) αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένη και κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξέθεσαν Α) οι εξ αυτών, 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 8ος, 9η, 10ος, 11η, 13ος, 15ος, 17ος, 18ος, 19ος και 20ος ότι η έκτη των εναγομένων ανώνυμη Χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "..." (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), που τελεί ήδη σε κατάσταση εκκαθαρίσεως, είχε προβεί, κατ’ εντολή και για λογαριασμό τους, σε αγορές μετοχών που λεπτομερώς περιγράφουν, για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα πινακίδια εκτελέσεως εντολών και Β) οι λοιποί, (7α,7β,7γ,7δ, 12 , 12β, 12γ, 14 και 16) ότι αν και είχαν δώσει εντολή στην ως άνω εταιρεία να προβεί για λογαριασμό τους στην αγορά των μετοχών που περιγράφουν, καταβάλλοντος σ’ αυτήν τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, κατήρτισαν δηλαδή με την ανωτέρω σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, η τελευταία δεν εκτέλεσε την εν λόγω εντολή και περιήλθε από 1-7-1997 σε κατάσταση οριστικής αδυναμίας εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της από χρηματιστηριακές συναλλαγές, εξαιτίας της αναφερομένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εκπροσώπων της, συνεπεία της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και στη συνέχεια με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ανακλήθηκε και η απόφαση παροχής άδειας συστάσεως και εγκρίσεως του καταστατικού της.

Αυτοί ανήγγειλαν εγκαίρως τις απαιτήσεις τους όμως οι εναγόμενοι, αν και είχαν υποχρέωση, ως εντεταλμένα όργανα της πολιτείας, να προβούν μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες στον έλεγχο των αξιώσεών τους και στην πληρωμή έως την 22-7-1997, της αξίας των μετοχών τους, όπως διαμορφώθηκε κατά την συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, κατ’ άρθρο 27 παρ. 6 ν.3632/1928, παρέλειψαν να συμμορφωθούν, καθένας στο μέτρο των νομίμων υποχρεώσεών τους και παρέβησαν το υπηρεσιακό τους καθήκον, έτσι δε το πρώτο των εναγομένων (ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων) ..., με τη σύμπραξη των λοιπών, παρακράτησε τα ποσά που έπρεπε να τους αποδοθούν έως την 22-7-1997, τόσο από τη μερίδα που είχε εισφέρει σ αυτό η έκτη εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρεία όσο και το μέχρι του ποσοστού 20% της περιουσίας του , με σκοπό να χρησιμοποιήσει και αποκομίσει για δικό του όφελος τα κέρδη από την υπερτίμηση των τίτλων.

Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής των εναγομένων, που αντίκειται στα χρηστά ήθη και τη συναλλακτική καλή πίστη, ήταν να υποστούν τόσο θετική ζημία, η οποία συνίσταται, καθόσον μεν αφορά τους υπό στοιχεία "Α" ενάγοντες, στην αξία των μετοχών τους όπως διαμορφώθηκε κατά την συνεδρίαση του ... την 2-7-1997 και αναφέρεται ειδικότερα στην αγωγή, ως προς δε τους υπό στοιχεία "Β" ενάγοντες, στην απώλεια των χρημάτων που κατέβαλαν στην έκτη εναγομένη για αγορά μετοχών και υπεξαιρέθηκαν από την τελευταία, όσο και αποθετική ζημία συνεπεία της υπερημερίας των εναγομένων περί την εκπλήρωση της έναντι τούτων υποχρεώσεώς τους προς αποζημίωση, συνιστάμενη στη ματαίωση της αξιοποιήσεως των καταβλητέων μέχρι την τη 22-7-1997, χρημάτων, δια της αγοράς μετοχών από την υπερτίμηση των οποίων θα κέρδιζαν τα ποσά που λεπτομερώς προσδιορίζουν.

Ζήτησαν δε ακολούθως με την αγωγή, κατά περιορισμό του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, καθώς και του αιτήματος των εξ αυτών Ι. Μ. και Θ. Δ., να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι τους οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, αποζημίωση προς αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την εις βάρος τους αδικοπραξία των εναγομένων, τα ποσά των οποίων αναφέρονται αναλυτικώς για τον καθένα στην αγωγή.

Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε και επί της ασκηθείσης εφέσεως των εναγόντων εκδόθηκε η συμπροσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 9047/2001 απόφαση του Εφετείου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη μόνον κατά το περί αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας κεφάλαιο της για τη θετική ζημία και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και κατά την σωρευομένη βάση περί εγγυητικής ευθύνης του πρώτου εναγομένου "...", ενώ, η εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής, ως προς το κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας, κρίθηκε αόριστη και απορριπτέα ως προς το ίδιο δε αγωγικό κεφάλαιο, κατά το μέρος που εθεμελιούτο στην εκ του νόμου εγγυητική ευθύνη του ...

Κεφαλαίου, η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη. Επίσης το Εφετείο με την ίδια ως άνω απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση ως προς τους εναγομένους και μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, που αναφέρονται σ’ αυτή, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το αναφερόμενο σ’ αυτή μέρος, ανέβαλε δε την οριστική του απόφαση και διέταξε αποδείξεις.

Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε ήδη προσβαλλομένη υπ’ αριθμ.1163/2007 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως ως προς τον τελευταίο αναιρεσίβλητο Σ. Κ. και απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς τους λοιπούς εναγομένους. Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε την κρίση του, στις ακόλουθες και ενδιαφέρουσες τον ερευνώμενο εν συνεχεία πρώτο λόγο αναιρέσεως, παραδοχές, κατ’ ακριβή εδώ εκ της αποφάσεως μεταφορά "Ως προς το αγωγικό όμως κεφάλαιο, με το οποίο επιδιώκεται να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωση και για αποθετική ζημία, η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ...

Κεφαλαίου και στηρίζεται στην εκ του νόμου εγγυητική ευθύνη αυτού, είναι μη νόμιμη, γιατί στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ιστορούμενα σ’ αυτή, πρόκειται για υπαίτια εκ μέρους του εναγομένου ... Κεφαλαίου καθυστέρηση καταβολής (έως την 22-7-1997) χρηματικής οφειλής (αξίας μετοχών κατά την 2-7-1997), που αποτελεί και τη θετική τους ζημία, η οποία υπερημερία των εναγομένων έχει σαν συνέπεια να οφείλονται τόκοι υπερημερίας από 22-7-1997 (345 ΑΚ) επί της αξίας των μετοχών κατά την 2-7-1997 που αποτελεί και τη θετική τους ζημία (για τους οποίους όμως τόκους υπερημερίας δεν υφίσταται σχετικό αίτημα).

Δεν υπάρχει δυνατότητα διεκδίκησης και αποθετικής ζημίας συνισταμένης στο επικαλούμενο κέρδος από τη δυναμένη να γίνει περαιτέρω αξιοποίηση των χρημάτων που θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί στους ενάγοντες έως την 22-7-1997, τουτέστιν από την αγορά (με τα χρήματα αυτά) άλλων μετοχών, οι οποίες μετέπειτα υπερτιμήθηκαν, δεδομένου ότι ο τόκος υπερημερίας που δικαιούνται οι ενάγοντες αποτελεί το εκ του νόμου κατ’ αποκοπή οφειλόμενο επί καθυστερούμενης χρηματικής παροχής ποσό διαφυγόντος κέρδους".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που έκρινε μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο του, θεμελιούμενου σε υπαίτια καθυστέρηση χρηματικής οφειλής, από εγγυητική ευθύνη του ... Κεφαλαίου, διαφυγόντος κέρδους των αναιρεσειόντων, ορθώς, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 345, 297, 298, 914 και 919 Α.Κ., και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγω παραβιάσεως των ως είρηται διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τούτων, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν των άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ. 15/2000). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.536/2011, 604/2009).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς επίσης οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 Α. Κ, ούτε του κέρδους που φέρεται συνολικά ως διαφυγόν, αλλά. απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (Ολ.

ΑΠ.20/1992, ΑΠ 176/2010). Στην προκειμένη περίπτωση η συμπροσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 9047/2001 απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος τα εξής: "Η εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των εναγομένων ... Κεφαλαίου, ... και μελών του ΔΣ αυτού, είναι νόμιμη, όπως προαναφέρθηκε, μόνο α) κατά το κεφάλαιο που αξιώνεται η θετική ζημία των εναγόντων (δηλαδή η αξία των μετοχών ή του χρηματικού κεφαλαίου κατά την 2-7-1997), που ισχυρίζονται ότι παρακρατήθηκε με κοινό δόλο των εναγομένων και δεν αποδόθηκε, όπως έπρεπε, την 22-7-1997 και β) ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης.

Αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως προς το κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας, το οποίο είναι καθολοκληρία αόριστο. Ειδικότερα, η ζημία αυτή παρίσταται στο ποσό που καθένας από τους ενάγοντες θα αποκέρδαινε εάν αγόραζε άλλες μετοχές, χρησιμοποιώντας το ποσό που θα έπρεπε να τους είχε καταβληθεί εγκαίρως από του ..., δηλαδή την 22-7-1997, καθόσον οι μετοχές αυτές υπερτιμήθηκαν μέσα στο χρονικό διάστημα από την ανωτέρω ημερομηνία έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Δεν καθορίζεται όμως ούτε η ημερομηνία που καθεμιά από τις μετοχές αυτές έφθασε στην αναφερόμενη στην αγωγή, υπέρτατη τιμή της, ούτε για ποίο λόγο οι μετοχές αυτές δεν θα είχαν εκποιηθεί νωρίτερα σε μικρότερη τιμή, ούτε για ποία αιτία δεν θα είχαν εκποιηθεί αργότερα σε μικρότερη της ανώτατης τιμής τους, αφού μάλιστα κατά τον παρατιθέμενο πίνακα στις προτάσεις των εναγόντων της παρούσας συζήτησης, η τιμή των μετοχών κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι σημαντικά μικρότερη της κάποτε επιτευχθείσης ανωτάτης, χωρίς παραλλήλως να γίνεται συγκεκριμένος περιορισμός του αιτήματος της αποθετικής ζημίας, σύμφωνα με τις τιμές της πρώτης συζήτησης της αγωγής.

Δεν αναφέρεται επίσης ούτε γιατί οι ενάγοντες θα διατηρούσαν στην κατοχή τους τις μετοχές αυτές μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής και δεν θα τις είχαν εκποιήσει νωρίτερα, ενόψει της ραγδαίας υποτίμησής τους". Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιο της, λόγω αοριστίας αυτής, συνισταμένης στην έλλειψη των στοιχείων που αναφέρονται ανωτέρω και είναι αναγκαία, σύμφωνα με με τις προδιαφθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298 Α.Κ.

και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην συμπροσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 9047/2001 απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με βάση τις παραδοχές της ίδιας ως άνω (συμπροσβαλλομένης) αποφάσεως που εκτέθηκαν ανωτέρω και αφορούν το αγωγικό κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους, καθίσταται σαφές ότι το κονδύλιο τούτο, ως προς το πρώτο των αναιρεσιβλήτων ... Κεφάλαιο, απορρίφθηκε ως αόριστο κατά την εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής, για τον αμέσως ανωτέρω, αναφερόμενο λόγο, ενώ ως προς την θεμελιουμένη στην ευθεία εκ του νόμου εγγυητική ευθύνη του ως άνω αναιρεσιβλήτου αγωγική βάση το εν λόγω κονδύλιο, ως αφορόν χρηματική οφειλή από υπαίτια καθυστέρηση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, για την αιτία που αναφέρεται ανωτέρω και αφορά τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Συνεπώς, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του, δεν εξέφερε αντιφατικές κρίσεις περί του ιδίου ζητήματος, αξιολογώντας το αυτό αγωγικό κονδύλιο, το μεν ως μη νόμιμο το δε ως αόριστο, και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προσάπτονται σχετικώς στην συμπροσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 (πράγματι όμως από τον αριθμό 1, αφού δεν συντρέχει κρίση επί της ουσίας) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα, δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά vόμo αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.

Π. 1577/2013). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π.1/1999, ΑΠ. 19/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ"... την 1η Ιουλίου 1997 διέκοψε τη λειτουργία της και περιήλθε σε οριστική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της προς τους πελάτες της.

Αμέσως μετά τη διακοπή της λειτουργίας της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, της οποίας ο διευθύνων σύμβουλος εξαφανίσθηκε, τέθηκαν σε εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 27 του ν.3632/1928 για την έκτακτη εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών και την έναρξη της διαδικασίας αποζημίωσης των επενδυτών της πιο πάνω εταιρείας.

Ειδικότερα, μόλις διαπιστώθηκε από τον κυβερνητικό επόπτη η αδυναμία της ... να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από χρηματιστηριακές συναλλαγές προς εντολείς και επενδυτές και συγκεντρώθηκαν τα αναγκαία στοιχεία για την εκκίνηση της διαδικασίας, ο τελευταίος προέβη σε αναγγελία προς το ΔΣ της εναγομένης και δεύτερης εφεσίβλητης "...

Α.Ε. Αμέσως μετά και δη στις 22.7.97 το ΔΣ του ΧΑΑ..., με βάση τα στοιχεία που διαβιβάσθηκαν από τον Κυβερνητικό Επόπτη ως προς τους εκκρεμείς λογαριασμούς των άλλων μελών (...χρηματιστηριακών εταιρειών) του ΧΑΑ με την ..., κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27 παρ. 4 ν. 3632/1928: 1) ενέκρινε την κατάσταση που περιελάμβανε τις συμψηφιζόμενες αγοραπωλησίες χρεογράφων, για τις οποίες προέκυπταν εκκρεμότητες λόγω της αδυναμίας της ..., καθώς και τις μη συμψηφιζόμενες αγοραπωλησίες...(όπως προέβλεπε το άρθρο 27 παρ. 3 επόμενα, και όχι ακόμη τελικών επενδυτών) και 2) προσέλαβε την ανώνυμη ελεγκτική εταιρεία "...

ΑΕ" για τη λογιστική και ελεγκτική υποστήριξη του ΔΣ του ΧΑΑ στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και της ανέθεσε καθήκοντα ταμία της επιτροπής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 του προαναφερόμενου νόμου, δεδομένου ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου, με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και το καταστατικό του δεν είχε πλέον ταμία.

Στις 23.7.97, όπως προκύπτει από το σχετικό απόσπασμα πρακτικού, το ΔΣ του ΧΑΑ: α) καθόρισε τις τιμές για τις παραπεμπόμενες προς συμψηφισμό χρεοπιστώσεις καθώς και για αυτές των μη συμψηφιζομένων χρεογράφων κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 6 του ν. 3632/1928 και β) κάλεσε τα μέλη, ως προς τα οποία προέκυπταν διαφορές από την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 27 ν. 3632/28, να υποβάλουν στο ΔΣ πίνακα των χρεωστικών και πιστωτικών υπολοίπων χωριστά για κάθε πράξη που υπόκειται στην έκτακτη εκκαθάριση του ανωτέρω άρθρου εντός της 24.7.97.

Στις 24.7.97 το ΔΣ του ΧΑΑ και :α) διαπίστωσε ότι δεν είχαν υποβληθεί από όλα τα μέλη του Χρηματιστηρίου (τις ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες που είχαν συμβληθεί με την ...) οι προβλεπόμενοι στην παρ. 7 του άρθρου 27 ν. 3632/28 πίνακες, με αποτέλεσμα να μη δύναται να συντάξει τον προβλεπόμενο στην παρ. 8 του ιδίου άρθρου πίνακα των οφειλόμενων προς τα μέλη υπολοίπων από την ...

και β) ενέκρινε το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού στην ... για την εξυπηρέτηση των αναγκών διακανονισμού της έκτακτης εκκαθάρισης, σύμφωνα με το άρθρο 27 ν. 3632/28. Στις 25.5.97 το ΔΣ του ΧΑΑ: α) ενέκρινε τον πίνακα των οφειλομένων προς τα μέλη υπολοίπων από την ..., β) κάλεσε τα μέλη του ΧΑΑ, ως προς τα οποία προέκυπταν χρεωστικά υπόλοιπα, να καταβάλουν αμέσως το αντίστοιχο ποσό οφειλής στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό και γ) ανέθεσε στον ταμία της επιτροπής την είσπραξη και καταβολή αντιστοίχως από τα υπόχρεα και προς τα δικαιούχα μέλη των διαφορών που προέκυπταν σύμφωνα με τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 27 ν. 3632/28.

Στις 7.8.97 το ΔΣ του ΧΑΑ: α) ενέκρινε την κατάσταση με τις μη συμψηφιζόμενες πωλήσεις της ... έως 25.6.97, οι οποίες υποβλήθηκαν από τις ΑΧΕ στον επόπτη, β) προσδιόρισε ως τιμές χρεωπιστώσεων τις τιμές κλεισίματος της συνεδρίασης του ΧΑΑ της 23.7.97 και γ) ενέκρινε τον πίνακα των υπολοίπων που οφείλονται στα μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ.9 ν.3632/28.

Δηλ. μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία (7.8.97) είχαν ρυθμισθεί, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το νόμο, όλα τα θέματα οφειλών της ... προς άλλες χρηματιστηριακές εταιρείες, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η λειτουργία της εκκαθάρισης των χρηματιστηριακών συναλλαγών, που γίνεται σε επίπεδο μελών. Παράλληλα ο Επόπτης είχε προβεί στις 30-7-1997 στις προβλεπόμενες από το άρθρο 27 παρ. 11 δια του τύπου δημοσιεύσεις, οι οποίες όμως δεν οδήγησαν στην επίτευξη συμβιβασμού...

Στις 9.9.1997, δημοσιεύθηκε σε οικονομικές και πολιτικές ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών (...) ανακοίνωση από το Τμήμα Εποπτείας του ......, σύμφωνα με την οποία οι έχοντες λαμβάνειν από χρηματιστηριακές συναλλαγές από την ... καλούνταν να αναγγείλουν, εντός δέκα ημερών από τη δημοσίευση της εν λόγω ανακοίνωσης, τις απαιτήσεις τους να καταθέσουν τα δικαιολογητικά τους στον επόπτη Π.

Π.. Στις 28-8-97, το ΔΣ του ΧΑΑ : α) προκήρυξε μειοδοτικό διαγωνισμό για την ανάθεση σε ελεγκτική εταιρεία του ελέγχου των υποβληθεισών από τους επενδυτές δηλώσεων και των σχετικών δικαιολογητικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 14 του νόμου και β) συνέστησε τριμελή επιτροπή με αντικείμενο : 1) την εποπτεία και το συντονισμό του ανωτέρω έργου της ελεγκτικής εταιρείας και 2) την υποβολή εισήγησης προς το ΔΣ του ΧΑΑ για την κατάρτιση του πίνακα δικαιούχων του άρθρου 27 παρ. 14 ν.3632/28.

Στις 4-9-1997 το ΔΣ του ΧΑΑ ανέθεσε το ελεγκτικό αυτό έργο στην ελεγκτική εταιρεία .... Στις 9.9.97, με την υπ’ αρ. 115/9.9.1997 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε η άδεια της "...", σύμφωνα με την παρ. 5. του άρθρου 4 ν. 1806/1988, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 2396/96. Επίσης, στις 16.10.97, με την υπ’ αριθμ. ... /16.10.97 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ανακλήθηκε η απόφαση για παροχή άδειας σύστασης και έγκρισης του καταστατικού τη ίδιας εταιρείας.

Στο μεταξύ τέθηκε σε ισχύ ο νέος νόμος 2533/97, βάσει του οποίου αναδιαρθρώθηκε το "Κοινό ... Κεφάλαιο Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών", που είχε αρχικά συσταθεί βάσει του ν.δ. 3078/1954 (άρθρα 61-78 του ν. 2533/97), προβλέφθηκε νέα διαδικασία αποζημίωσης επενδυτών σε αντικατάσταση εκείνης που προβλεπόταν στο άρθρο 27 ν. 3632/1928 και περιορίσθηκε σημαντικά το ποσό της αποζημίωσης ανά επενδυτή, στα 6 εκατομμύρια δραχμές.

Ο νέος αυτός νόμος, που τέθηκε σε ισχύ την 11.11.97, δεν περιείχε καμία μεταβατική διάταξη, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αμφιβολία και σύγχυση σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στην περίπτωση της ..., γεγονός το οποίο επέφερε καθυστέρηση στις εργασίες εκκαθάρισης. Τελικά το κενό ρυθμίσθηκε με το ν. 2648/1998 (άρθρο 41).

Εξάλλου, λόγω της ανεπάρκειας του μέχρι τότε ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, ο νόμος 2651/3.11.1998 προέβλεψε ειδική διαδικασία εκκαθάρισης των χρηματιστηριακών εταιρειών και καθιέρωσε το θεσμό του Επόπτη Εκκαθάρισης, ο οποίος παρακολουθεί τις εργασίες της εκκαθάρισης, γνωμοδοτεί σε θέματα της εκκαθάρισης, και υποβάλει έκθεση μετά τη λήξη της εκκαθάρισης (το άρθρο 4α παρ. 2 του ν. 1806/1988 προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2651/98).

Στις 10.11.98, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δυνάμει της υπ. αριθμ. πρωτ. .../ 10.11.1998 αποφάσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, διορίσθηκε Επόπτης Εκκαθάρισης της ... ο δικηγόρος Αθηνών, κ. Ν. Κ.. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον Επόπτη στις 2-12-1998... Ο Επόπτης κατέθεσε την από 3-12-1998... αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών..., μετά τη συζήτηση της οποίας..., εκδόθηκε η υπ’ αριθμό ...9-7-1999 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία διορίστηκε ως εκκαθαριστής της εταιρείας ο Θ.

Ι...., ορκωτός ελεγκτής. Με το διορισμό του εκκαθαριστή ξεπεράσθηκαν διάφορα προβλήματα, όπως η αυτούσια διανομή των τίτλων που βρέθηκαν, και έκτοτε κινήθηκε γρήγορα η όλη διαδικασία. Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Επόπτης, απηύθυνε όλες τις προβλεπόμενες από το άρθρο 4α του ν. 1806/1988... δημοσιεύσεις με πρόσκληση στους πάσης φύσεως πιστωτές της υπό εκκαθάριση εταιρίας να αναγγελθούν εντός προθεσμίας 3 μηνών από την τελευταία δημοσίευση που έγινε στην εφημερίδα "..." της 6-2-1999.

Η προθεσμία αυτή έληξε στις 6-5-1999 και τότε μόνον κατέστη δυνατόν να προχωρήσει η διαδικασία απόδοσης των ονομαστικών τίτλων που είχαν βρεθεί κατά την απογραφή στους δικαιούχους, μετά την οποία μπορούσε να καταρτισθεί ο πίνακας των δικαιούχων. Τέλος, η Επιτροπή του ΧΑΑ ύστερα από επισταμένους και δυσχερείς ελέγχους των απαιτήσεων των επενδυτών και των βιβλίων και στοιχείων της ..., προέβη στην κατάρτιση του οριστικού Πίνακα Δικαιούχων Αποζημίωσης της ...

τον Σεπτέμβριο 1999. Στον πίνακα περιλαμβάνονται 220 επενδυτές και το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί σε αυτούς ανέρχεται σε 1.110.684.785 δρχ. Ο πίνακας αυτός εγκρίθηκε από το ΔΣ του ΧΑΑ με την από 14.10.99 απόφαση του. Με την ίδια απόφαση του ΔΣ, στη Μ. Γ., ορκωτό ελεγκτή, ανατέθηκαν καθήκοντα ταμία της επιτροπής για την καταβολή των αποζημιώσεων στους δικαιούχους και την παροχή διευκρινίσεων τόσο για τις αιτήσεις επενδυτών που έγιναν αποδεκτές όσο και για τις αιτήσεις που κρίθηκαν απορριπτέες.

Ήδη, με βάση τον πίνακα, ολοκληρώθηκε η καταβολή των αποζημιώσεων, σύμφωνα με το ορισθέν χρονοδιάγραμμα, το οποίο δημοσιεύθηκε στο επίσημο Δελτίο του ΧΑΑ στις 14-10-1999. Από το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων που ανέρχεται στο ποσό των 1.110.684.785 δρχ. οι δικαιούχοι ενάγοντες εισέπραξαν από το ... Κεφάλαιο, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναγγελίας τους και ύστερα από επαλήθευση των απαιτήσεων τα παρακάτω ειδικώς αναφερόμενα ποσά.

Ειδικότερα, μετά την έγκριση από το ΔΣ του ΧΑΑ των ποσών αποζημίωσης για τους ενάγοντες, το εναγόμενο ... Κεφάλαιο παρέδωσε στους 16 πιο κάτω ενάγοντες επιταγές της ..., σε διαταγή, καθενός από αυτούς, έκδοσης την 11.11.1999 από το ... Κεφάλαιο, για το ποσό που εγκρίθηκε για τον καθένα, σύμφωνα με τον πίνακα δικαιούχων, τις οποίες επιταγές, οι ενάγοντες, εισέπραξαν.

Το ποσό της αποζημίωσης καθορίσθηκε, με βάση τις μετοχές που οι ίδιοι ενάγοντες είχαν δηλώσει στις από Αύγουστο 1997 αιτήσεις τους προς την Κυβερνητική Εποπτεία του ΧΑΑ και εφόσον αυτές βεβαιώθηκαν από το σχετικό έλεγχο και με βάση την τιμή κλεισίματος που είχαν οι μετοχές στις 23.7.1997..." Ακολούθως το Εφετείο αφού παραθέτει τα ποσά που έλαβε καθένας εκ των εναγόντων, καταλήγει ότι οι ενάγοντες αποζημιώθηκαν πλήρως για όσες μετοχές και απαιτήσεις τους είχαν αναγγελθεί νομίμως...".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 ν. 3632/1928, 17 ν.δ. 3078/1954, 41 παρ. 1 ν. 2648/1998 τις οποίες και δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Επίσης το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα στην απόφαση, τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναιρούν την αποδιδόμενη στους αναιρεσιβλήτους υπαίτια καθυστέρηση στην εκκαθάριση των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων και συνακολούθως την αδικοπρακτική ευθύνη αυτών, και συνίστανται, κατά την απόφαση, πέραν από την ανάγκη επιβολής νομοθετικής ρυθμίσεως, στο ότι : "Τα βιβλία και στοιχεία της "..." ήσαν ελλιπή και πολλές φορές αλλοιωμένα.

Τα παραστατικά για την επαλήθευση των απαιτήσεων των επενδυτών ήσαν ελλιπή, γι’ αυτό και οι εκθέσεις της ελεγκτικής εταιρίας ήταν ελλιπείς. Πολλά απ’ αυτά τα περιστατικά προκειμένου να επαληθευθούν εισπράξεις και πληρωμές από και προς τους επενδυτές, χρειάσθηκε να αναζητηθούν σε Τράπεζες από τα όργανα εκκαθάρισης, μετά τον ορισμό τους από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, που έγινε τέλη 1998...

Τέλος, ήταν μεγάλος ο αριθμός των δανειστών....(450, από τους οποίους στον πίνακα περιλήφθηκαν 220) και μεγάλο το ύψος των απαιτήσεών του (προφανώς μεγαλύτερο των 1.110.684 δρχ. που διανεμήθηκε στους 220) που έπρεπε να ελεγχθούν...". Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη (Ολ. ΑΠ. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύοντα τις απαιτήσεις των εκ των αναιρεσειόντων Ε.

Λ., Π. Λ. και Μ. Τ. και ειδικότερα την από 17-7-1997 αίτηση-καταγγελία της αναιρεσείουσας Ε. Λ. προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς , την από 13-9-2006 απόδειξη παραλαβής χρεωγράφων της ..., και τις από 24-8-1995, 18-10-1995, 13-9-1995 και 6-7-1995 αποδείξεις εισπράξεως της ... για ποσά 4.750.000, 6.000.000, 6.000.000 και 7.500.000 δραχμών αντιστοίχως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, οι οποίες περιέχονται στην υπ’ αριθμ. ...

εισηγητική έκθεση και όλα ανεξαιρέτως τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα και από τις παραδοχές της αποφάσεως ιδιαιτέρως δε τις αναγόμενες στους ισχυρισμούς της αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων προβάλλονται τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα έγγραφα αυτά.

Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι ενώ η συμπροσβαλλομένη (προδικαστική) απόφαση έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ως προς κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας ήταν αόριστη, και ορθώς είχε απορριφθεί ως τοιαύτη από την πρωτόδικη απόφαση, την οποία δεν εξαφάνισε ως προς την διάταξή της αυτή, η επακολουθήσασα (οριστική) προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, στο σύνολο της συμπεριλαμβανομένου δηλαδή και του απορριφθέντος ως απαραδέκτου ως άνω κεφαλαίου της, καθιστώντας έτσι χείρονα την θέση των αναιρεσειόντων και υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 5, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ..

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων, η απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβασίμου της αγωγής αφορά την ένδικη αγωγή ως προς το κριθέντα παραδεκτά και νόμιμα κονδύλιά της της θετικής ζημίας και της ηθικής βλάβης, όχι δε και το περί αποθετικής ζημίας τοιούτο, το οποίο κρίθηκε από την συμπροσβαλλομένη απόφαση αόριστο ως προς την εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής και μη νόμιμο ως προς την εγγυητική ευθύνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου Εγγυητικού Κεφαλαίου.

Η κρίση δε αυτή άλλωστε και η αντίστοιχη διάταξη της συμπροσβαλλομένης αποφάσεως αποτελεί, κατά τα ήδη εκτεθέντα, και το αντικείμενο των δύο πρώτων λόγων της κρινομένης αιτήσεως.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι παραστάντες αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Α)Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την αίτηση αναιρέσεως των παρισταμένων αναιρεσειόντων, δηλαδή των 1) α. Σ. συζύγου Α. Γ. του Κ., β. Γ. Γ. του Α., γ. Ε. Γ. του Α., ως κληρονόμων του Α. Γ., 2) Κ. Ι. Κ., 3) Ι. Ν. Μ., 4) Α. Δ. Ν., 5) Ν. Ι. Μ., 6) Φ. Π., συζύγου Κ. Κ., 7) Κ. Χ. Π., 8) Μ. Ε. Τ., 9) Κ. Χ. Π., 10) Ε. Η. Ψ. ατομικά και ως κληρονόμου του Η. Ε. Ψ., 11) α. Ε. χήρας Σ. Λ., β. Π. Σ. Λ., γ.Μ. συζύγου Χ. Τ., το γένος Σ. Λ., 12) Ε. Γ. Π., 13) α.Σ. Π. του Α., β. Σ. Π. του Α., γ. Π. Π. του Α., ως κληρονόμων του Α. Π. και του Χ. Π. και 14) Α. Α. Σ. ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Σ. Κ..

Β) Θεωρεί ματαιωθείσα τη συζήτηση ως προς τους μη παραστάντες αναιρεσείόντες, δηλαδή τους 1) α. Α. συζ. Δ. Α., το γένος Φ. Μ., β. Κ. συζ. Α. Ψ., το γένος Φ. Μ., γ. Φ. Δ. Α. ατομικά και ως κληρονόμων της Ε. χας Φ. Μ., 2) Θ. Δ. Δ., 3) α.Α. χήρα Η. Ψ., β Ο. Η. Ψ., 4) Ι. Μ. Σ., 5) Μ. Ι. Σ., 5) Ε. Κ. συζύγου Μ. Σ. ως προς τους μη παραστάντες αναιρεσιβλήτους Ε. Ξ. και Σ. Κ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18 Σεπτεμβρίου 2009 αιτήσεως για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 1163/2007 και 9047/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ως προς τους μη παραστάντες ως άνω αναιρεσείοντες σε σχέση με τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτους 1)νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." και 2) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε". απορροφηθείσα ήδη από την ενεργούσα ως καθολική διάδοχο αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...".

Απορρίπτει την ίδια ως άνω αίτηση των παρισταμένων ως άνω αναιρεσειόντων (υπό στοιχείο Α) για αναίρεση των ίδιων ως άνω αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών με αριθμ. 1163/2007 και 9047/2001, ως προς τους ως άνω παραστάντες πρώτο και δεύτερη αναιρεσιβλήτους 1)νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." και 2) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε". απορροφηθείσα ήδη από την ενεργούσα ως καθολική διάδοχο αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...".

Επιβάλλει στους ίδιους ως άνω παρόντες αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των ιδίων ως άνω παρόντων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης και του αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως αποχωρησάντων από την υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ