Supreme Court dismisses appeal on bankruptcy debt limitation agreement validity and improper consideration of arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request for cassation against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellants argued that the lower court erred in law by accepting a debt limitation agreement and considering an unproposed counter-claim for offset. The court ruled that the agreement was validly ratified and that the alleged counter-claim had been properly presented in prior proceedings, rendering the appeal arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the violated substantive rule was merely auxiliary and the court properly considered all arguments presented by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1848 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1848/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Μ. του Τ., κατοίκου ..., και 2. Π. Μ. του Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φώτιο-Δημήτριο Κρεμμύδα και Κωνσταντίνο Μπάκα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισάβετ Τζέλιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2000 ανακοπή του αρχικού διαδίκου Τ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3158/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8810/2003 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 897/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6565/2011 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-3-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 28-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την 8810/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγινε δεκτή η έφεση που είχε ασκήσει ο ανακόπτων Τ. Μ. κατά της 3158/2002 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που είχαν ασκηθεί κατά της 17520/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια απορρίφθηκε η ανακοπή στην ουσία της. Ακολούθως ασκήθηκε αναίρεση από τον ανακόπτοντα, που έγινε δεκτή με την 897/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο μετά την εισαγωγή της ενώπιον του από τους κληρονόμους του ανακόπτοντος, εξέδωσε την 6565/2011 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ανακοπή στην ουσία της. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα τελευταία απόφαση. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και πρέπει ν ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔικ].
2. Κατά το άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔικ: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική". Κατά το άρθρο 581 παρ.2 ΚΠολΔικ: "Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237".
Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ.18 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος νέος λόγος αναιρέσεως για παράβαση άλλων ουσιαστικών ή δικονομικών κανόνων, σε περίπτωση συμμόρφωσης του ουσιαστικού δικαστηρίου προς την αναιρετική απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την 897/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η 8810/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με τις ακόλουθες σκέψεις: "... Κατά το άρθρο 44 του Ν. 1892/1990: "Συμφωνίες πιστωτών και επιχείρησης, περιλαμβανομένης σε μια από τις περιπτ. α, β, γ ή δ της παρ. Ι του άρθρ.5 του Νόμ. 1386/ 1983, που ρυθμίζουν ή περιορίζουν χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές, το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης, εφόσον:
α) οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60 % του συνόλου των απαιτήσεων στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και τον ισολογισμό της τελευταίας πριν από τη σχετική συμφωνία εταιρικής χρήσης, β) συναινούν γραπτά οι εταίροι ή μέτοχοι, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης, γ) επικυρωθούν από το Εφετείο της έδρας της επιχείρησης, με απόφαση εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία των άρθρ.739 επ.
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης ή ενός τουλάχιστον από τους συμβεβλημένους πιστωτές ή το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης. Η απόφαση του Εφετείου εκδίδεται μέσα σε είκοσι ημέρες και δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης(παρ. 1).
Υφιστάμενες εγγυήσεις, υποθήκες, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και προνόμια συνδεόμενα με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης κατά την αναγκαστική εκτέλεση ή την πτώχευση, διατηρούνται υπέρ της νέας απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την κατά την πρώτη παράγραφο συμφωνία, αν ο εξασφαλιζόμενος με αυτά πιστωτής δεν συμφώνησε διαφορετικά ( παρ. 2)".
Από τις διατάξεις αυτές και την προφανή νομοθετική σκοπιμότητά τους, προκύπτει ότι, εάν η (υπερχρεωμένη) επιχείρηση συμφωνήσει με πιστωτές της τον περιορισμό των χρεών της κατά τους όρους και υπό τις προϋποθέσεις του Νόμου, επικυρωθεί δε η σχετική συμφωνία από το αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), αφενός μεν η συμφωνία δεσμεύει και τους τυχόν αντιταχθέντες σ’ αυτή και τους μη μετασχόντες στη σύμβαση και στη δίκη πιστωτές, αφετέρου δε οι αντίστοιχες απαιτήσεις των πιστωτών αποσβύνονται οριστικώς και exlege κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών.
Αναβίωση δε των απαιτήσεων, κατά το αποσβεσθέν μέρος αυτών δεν επέρχεται παρά μόνον αν στη συμφωνία για τον περιορισμό τους έχει διαληφθεί διαλυτική αίρεση η οποία στη συνέχεια πληρούται, ή αν με νόμιμο τρόπο ακυρωθεί η συμφωνία ή εξαφανισθεί η επικυρωτική αυτής δικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού αναφέρεται στη συμφωνία για μείωση των χρεών της αναιρεσείουσας κατά ποσοστό 44% και στην επικυρωτική της συμφωνίας δικαστική απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, προσθέτει και τα ακόλουθα: "Η απόφαση όμως αυτή που κοινοποιήθηκε, στην καθής στις 28-6-1996 και για την οποία η τότε πρωτοφειλέτρια απέστειλε προς αυτήν την από 10-7-1996 επιστολή της με επεξηγηματικό περιεχόμενο για ποια χρέη κάλυπτε η από 29-12-1995 συμφωνία που επικυρώθηκε από την απόφαση αυτή, κατέστη ανεφάρμοστη- ανενεργής από την ίδια την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, λόγω της αδυναμίας της να καλύψει τα χρέη της παρά τη μείωσή τους.
Γι’ αυτό άλλωστε και η ίδια με την από 29.10.1997 δήλωσή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δήλωσή της ότι αναστέλλει τις πληρωμές της, για να ακολουθήσουν πλέον οι πιστωτές της τη διαδικασία της επαλήθευσης των πιστώσεών τους και την ικανοποίηση αυτών μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας. Ενισχυτικό στοιχείο ότι η ως άνω εφετειακή απόφαση κατέστη ανενεργός με τις εντεύθεν ιδιαίτερα επιβλαβείς συνέπειες για την ΕΤΒΑ ΑΕ που ήταν η μία των συμβαλλομένων στη συμφωνία που επικύρωσε το Εφετείο Αθηνών είναι ότι η τελευταία με την από 29.11.2000 αίτησή της επιδίωξε να τεθεί πλέον η πρωτοφειλέτρια εταιρεία υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, χωρίς να προχωρήσει όμως (για δικούς της λόγους) στη συζήτηση αυτής παραιτηθείσα μόνο από το σχετικό δικόγραφο της αιτήσεως αυτής".
Υπό την παραδοχή αυτή το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα με λόγο ανακοπής ένσταση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία το προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα χρέος της πρωτοφειλέτριας κατά την 31-12-1994 ( εκ δραχμών 102.821.339) μειώθηκε εκ του νόμου κατά ποσοστό 44%, συνέπεια δε αυτού, σε συνδυασμό προς τις γενόμενες προς την δανείστρια πληρωμές, ήταν η ολοσχερής εξόφληση του προς αυτήν χρέους και εντεύθεν, η ακυρότητα της ένδικης διαταγής πληρωμής.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα του κύρους της συμβιβαστικής συμφωνίας για περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτών της πρωτοφειλέτριας κατ’ αυτής και της ισχύος της δικαστικής αποφάσεως που την επικύρωσε, ήτοι για τον νόμιμο λόγο που η αναιρεσίβλητη τράπεζα εδικαιούτο να μην περιορίσει την κατά της δανειοληπτρίας εταιρίας απαίτησή της κατά τους όρους της συμβιβαστικής συμφωνίας.
Ενόψει τούτων, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο -κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του- αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
Έτσι, μετά την ρηθείσα αναιρετική απόφαση, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο για επανεκδίκαση, με μοναδικό αντικείμενο: την αιτιολόγηση του ζητήματος, αν υπήρχε και σε καταφατική περίπτωση, ποιός ήταν ο νόμιμος λόγος με βάση τον οποίο η αναιρεσίβλητη τράπεζα εδικαιούτο να μην περιορίσει την κατά της δανειολήπτριας εταιρίας απαίτησή της κατά τους όρους της συμβιβαστικής συμφωνίας και συνακόλουθα να μην περιορίσει και την απαίτησή της κατά του ανακόπτοντος-εγγυητού.
Επί του θέματος αυτού, το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα είχε νόμιμο λόγο να μην περιορίσει την κατά της δανειολήπτριας εταιρίας [και συνακόλουθα και κατά του εγγυητή-ανακόπτοντα] απαίτησή της (σε ποσοστό 44%, που είχε επιτευχθεί στα πλαίσια του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, μεταξύ αυτής και των δανειστών της, δυνάμει της 5050/1996 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε τη σχετική συμφωνία), επειδή η συμφωνία είχε αυτοδικαίως αρθεί με την μεταγενέστερη κήρυξη σε πτώχευση της πρωτοφειλέτιδος εταιρίας, δυνάμει της με αριθμό 3268/14-11-1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με βάση σχετική δήλωση της ίδιας, ότι αναστέλλει τις πληρωμές της.
Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το δικαστήριο της ουσίας συμμορφώθηκε με την απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς το προαναφερθέν κρίσιμο ζήτημα, και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔικ, είναι αβάσιμος.
3. Με βάση όσα έγιναν δεκτά από την 897/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναβίωση των απαιτήσεων, κατά το αποσβεσθέν μέρος αυτών, δεν επέρχεται παρά μόνον αν στην συμφωνία για τον περιορισμό του έχει διαληφθεί διαλυτική αίρεση, η οποία στη συνέχεια πληρούται ή αν με νόμιμο τρόπο ακυρωθεί η συμφωνία ή εξαφανισθεί η επικυρωτική αυτής δικαστική απόφαση.
Περαιτέρω σε περίπτωση αθέτησης της συμφωνίας εκ μέρους της οφειλέτιδος εταιρίας, το άρθρο 44 του ν. 1892/1990 δεν αναφέρει κύρωση και το ζήτημα ρυθμίζεται από την παρ.9 του άρθρου 45 κατά την οποία "εάν εντός του προβλεπόμενου, κατά την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, χρονικού διαστήματος δεν επιτευχθεί η συμφωνία του προηγούμενου άρθρου [44], ή μεταγενέστερα δεν εκ πληρωθούν οι όροι της, διατάσσεται η εκκαθάριση της επιχείρησης σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 46 του παρόντος νόμου".
Αυτή μπορεί να επιτευχθεί, ακόμη και αν δεν το ζήτησαν οι πιστωτές ή και με αίτηση οιουδήποτε πιστωτή που έχει έννομο συμφέρον περί ανακλήσεως της απόφασης του Εφετείου που επικύρωσε τη συμφωνία και την υπαγωγή της επιχείρησης στην εκκαθάριση του άρθρου 46. Αν όμως ουδέν τούτων συμβεί και κηρυχθεί η εταιρία σε πτώχευση είτε με αίτηση πιστωτού είτε με δική της πρωτοβουλία, ήτοι με την υποβολή σχετικής αίτησης-δήλωσης περί αναστολής των πληρωμών της, τότε η επικυρωθείσα συμφωνία αίρεται αυτοδικαίως, αφού το γεγονός αυτό υποδηλώνει αδυναμία της οφειλέτιδος να ικανοποιήσει τους δανειστές της με βάση την συμφωνία περί περιορισμού των χρεών της, πλέον δε τούτου οι πιστωτές είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν την πτωχευτική διαδικασία για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους που θα επαληθευθούν, με βάση το αρχικό ύψος αυτών και όχι με βάση την συμφωνία, η οποία πλέον ως εκ τούτου αυτοδικαίως παύει να υφίσταται.
Εξ άλλου, με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011]. Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον λόγο της ανακοπής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτός είχε ισχυρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να συμμορφωθεί με την πιο πάνω δικαστική απόφαση που επικύρωσε την συμφωνία οφειλέτιδος και δανειστών και συνακόλουθα να διαγράψει το χρέος της πάνω από το ποσοστό του 44%, με συνέπεια τον μηδενισμό της απαίτησής της, [ένσταση εξόφλησης], άλλως περί συμψηφισμού της απαίτησής της κατά το υπερβάλλον, δεχθέν ότι η κήρυξη σε πτώχευση της οφειλέτιδος εταιρίας, αποτέλεσε νόμιμο λόγο αυτοδίκαιης άρσης της συμφωνίας που επικυρώθηκε από το δικαστήριο.
Με την παραδοχή του αυτή και με βάση τα προτεθέντα, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως προβάλλουν οι αναιρεσείοντες και, συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που με τον ίδιο λόγο πλήττεται η απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 105 παρ.3 του ν. 3588/07 "περί πτωχευτικού κώδικα" είναι απαράδεκτος, καθόσον ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν υπάρχει παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και όχι όταν ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας, αναφέρεται στην απόφαση σε αιτιολογίες πλεοναστικές και ενισχυτικές της κρίσεώς του, που δεν στηρίζουν το διατακτικό της, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
4. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ και ειδικότερα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι έχει αρθεί αυτοδικαίως η επικυρωθείσα από το Εφετείο συμφωνία περιορισμού των χρεών της οφειλέτιδος εταιρίας, μετά την κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης, έλαβε υπόψη της ισχυρισμό [αντένσταση κατά της προβληθείσας με την ανακοπή ένστασης εξόφλησης άλλως συμψηφισμού] που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτό είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης που αυτή κατέθεσε τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου, προκύπτει η νομότυπη προβολή της εν λόγω αντενστάσεως.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση των Γ. Μ. και Π. Μ. για αναίρεση της 6565/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ