Legislator Case Law & Legislation
1848/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on collective dismissal legality and costs.

Case Number 1848/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Athens Mapmaking A.E. against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a collective dismissal. The appellants argued the dismissal violated EU directives and Greek constitutional principles, while the laborers and the General Confederation of Greek Workers contended the procedure was lawful. The court rejected these claims, ruling that the lower court's dismissal of the specific legal arguments regarding proportionality and good faith was correct and did not require further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) and 3 of the Constitution; Articles 281 and 288 of the Civil Code; Articles 176, 182, and 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument challenging the legality of a collective dismissal based on EU directives and constitutional principles is inadmissible if the lower court has already rejected the specific legal claim as unlawful without entering into the substantive merits.

Keywords

AI generated
collective dismissal proportionality principle good faith admissibility of appeal labor law dispute costs of litigation EU directives

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) and 3 of the Constitution
Articles 281 and 288 of the Civil Code
Articles 176, 182 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1848 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1848 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Καλαβρό και Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1. Λ. Π. του Α., κατοίκου …, έως και 223. Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ελισσάβετ Διβανίδου-Βρακά και Αντώνιο Βάγια.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης-Σωματείου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, οι συνήγοροι των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσαν ότι ο υπό στοιχείο 137 αναιρεσίβλητος Ν. Κ. του Γ. απεβίωσε στις 10/12/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Δράμας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. Κ. του Ν. και β) Ε. Κ. του Ν., κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους ως άνω δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 577/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι με την από 7/7/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1372/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 577/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 317/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/9/2012 αίτησή της και τους από 19/12/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 10/5/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11/9/2012 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 19/12/2012 πρόσθετων λόγων αυτής.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104, 105 και 576 παρ.1, 2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο καταχωριζομένη στα πρακτικά, ενώ επί εργατικών διαφορών, ήδη, η πληρεξουσιότητα αυτή μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή (άρθρ. 665 παρ.2 εδ.

γ' Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρ. 15 παρ.6 Ν. 4055/2012, σε συνδ. με άρθρ. 65 παρ.2 Ν. 4139/2013), εάν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του θεωρούνται δικονομικώς απόντες, ως μη νομίμως παριστάμενοι. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ.1 και 498 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς ή μη προσηκόντως παραστάς (όπως είναι και ο μη νομίμως εκπροσωπούμενος) αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.- Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 317/2012 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, φέρονται προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-5-2013) μετ' αναβολή από τη δικάσιμο της 26-2-2013, για την οποία είχαν προσδιορισθεί αρχικά, κατά το άρθρ. 568 παρ.2 και 3 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι εκ των αναιρεσιβλήτων Γ. Μ. του Κ., Χ. Μ. του Κ., Σ. Μ. του Κ., Μ. Ν. του Κ., Α. Ν. του Κ., Ε. Ν. του Κ., Κ. Π. του Θ. και Φ. Π. του Θ. εκπροσωπήθηκαν από τους δικηγόρους Ελισάβετ Διβανίδου-Βρακά και Αντώνιο Βάγια, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται, ότι χορήγησαν σχετική πληρεξουσιότητα στους εν λόγω δικηγόρους.

Περαιτέρω, από τις εκθέσεις επιδόσεως με αριθ. ...'/20-12-2012, ...'/11-1-2013, ...'/20-12-2012, ...'/11-1-2013, ...'/20-12-2012, .../11-1-2013 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας …, .../19-12-2012, .../15-1-2013, .../19-12-2012, ...'/15-1-2013, ...'/19-12-2012, ...'/15-1-2013, .../21-12-2012, .../15-1-2013, .../21-12-2012 και ...'/15-1-2013 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 26-2-2013, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως για εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, για την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευση των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, σε καθένα από τους ως άνω αναιρεσιβλήτους, που δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.

Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, νομίμως συνεχίζεται η δίκη, κατά τα άρθρα 286 επ. Κ.Πολ.Δ., από τους Α. Κ. του Ν. και Ε. Κ. του Ν., ως νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος μετά την άσκηση της αναιρέσεως, στις 10-12-2012, 137ου των αναιρεσιβλήτων, Ν.

Κ. του Γ..

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους και όχι εναντίον εκείνων, που δεν ήταν διάδικοι στην εν λόγω δίκη, ως προς τους οποίους η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, αφού, ως προς αυτούς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση, εκτός αν διέλαβε κάποια διάταξη υπέρ αυτών, που να τον βλάπτει.- Σύμφωνα με αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως μετά των πρόσθετων λόγων αυτής, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των α) Α.

Μ. του Ν., Σ. Μ. του Δ., Ε. Μ. του Δ. (αναιρεσιβλήτων με αύξοντα αριθ. 125 α, β, γ), β) Χ. Π. του Μ., Α. Π. του Α., Χ. Π. του Α. (αναιρεσιβλήτων με αύξοντα αριθ. 168 α, β, γ), γ) Ε. Μ. του Γ., Α. Μ. του Γ., Α. Μ. του Γ., Ι. Μ. του Γ., Ν. Μ. του Γ. (αναιρεσιβλήτων με αύξοντα αριθ. 176 α, β, γ, δ, ε), δ)Κ. Χ. του Κ. (αναιρεσίβλητης με αύξοντα αριθ. 177), ε) Μ.

Π. του Σ., Σ. Π. του Ν., Α. Π. του Ν. (αναιρεσιβλήτων με αύξοντα αριθ. 209 α, β, γ) και στ) Α. Μ. του Γ., Σ. Μ. του Γ., Χ. Μ. του Γ. (αναιρεσιβλήτων με αύξοντα αριθ. 220 α, β, γ), οι οποίοι στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκαν νόμιμα αλλά δεν ήταν διάδικοι -και, επομένως, αντίδικοι της αναιρεσείουσας- στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 317/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης, αφού η από 9-9-2011 κλήση, με την οποία εισήχθη προς συζήτηση (με επιμέλεια των εφεσιβλήτων-εναγόντων και ήδη λοιπών αναιρεσιβλήτων) η υπόθεση ενώπιον του ανωτέρω Εφετείου, μετά από αναίρεση της προεκδοθείσας 577/2009 αποφάσεως του ίδιου Εφετείου, δεν ασκήθηκε από αυτούς (βλ.

και τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Εφετείου Θράκης), πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη ευνοϊκή γι' αυτούς, η οποία να την βλάπτει.

Στην παρούσα δίκη παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων, με την από 22-4-2013 πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας" (Γ.Σ.Ε.Ε.), της οποίας όλοι οι αναιρεσίβλητοι είναι μέλη δια των επαγγελματικών σωματείων τους (πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων) με τις επωνυμίες "Σωματείο Υπαλλήλων και Εργατοτεχνικών της Α.Ε. Αθηναϊκής Χαρτοποιίας Δράμας" και "Δραμινό Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Προσωπικού Εργοστασίου Δράμας της Αθηναϊκής Χαρτοποιίας ΑΕ", που εδρεύουν στη Δράμα και είναι μέλη της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Δράμας", που είναι μέλος της προσθέτως παρεμβαίνουσας. Η παρέμβαση αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς (άρθρ. 675Α Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρ. 9 παρ.1 Ν. 3189/2003 και 669 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και νομίμως, λόγω εννόμου συμφέροντος της παρεμβαίνουσας από τις γενικότερες ενδεχόμενες συνέπειες της αποφάσεως στις εργασιακές σχέσεις των μελών της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, στην περίπτωση αγωγής μισθωτού με αίτημα την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., αναγκαία στοιχεία της βάσεως αυτής είναι η σύμβαση εργασίας, το ύψος του μισθού και η μη αποδοχή από τον εναγόμενο εργοδότη των συμφωνημένων υπηρεσιών, που προσηκόντως προσέφερε ο ενάγων.

Η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως από τον εργοδότη, που επιφέρει τη λύση της και την άρση της υποχρεώσεως καταβολής του μισθού, προτείνεται με ένσταση από τον εναγόμενο. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η καταγγελία είναι άκυρη δεν αποτελεί, κατ' αρχήν, στοιχείο της βάσεως της αγωγής, αλλ' αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί και με το δικόγραφο της αγωγής καθ' υποφορά.

Ο ενάγων, σε κάθε περίπτωση, έχει τη δυνατότητα να περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνωρίσεως της καταγγελίας ως άκυρης, υποχρεούμενος τότε να διαλάβει στο δικόγραφο και τα στοιχεία της επικαλούμενης ακυρότητας. Περαιτέρω, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ακύρως, καθίσταται από μόνο αυτό το λόγο υπερήμερος και οφείλει να καταβάλλει τον προσήκοντα μισθό στον εργαζόμενο, ο οποίος δεν υποχρεούται, σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350, 656 Α.Κ., σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται αυτονοήτως και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυομένου.

Ο εργοδότης, που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία, μπορεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648, 656, 669 παρ.2 Α.Κ., 1, 2, 5 Ν. 3198/1955, 1, 3 Ν. 2112/1920, να άρει την υπερημερία με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση, ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως, η οποία, λόγω της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, διατηρήθηκε ενεργός.

Εξάλλου, από το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα καλύπτει, όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα (την έννομη σχέση που διαγνώστηκε), αλλά και την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό, που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου).

Αυτά ισχύουν και όταν η τελεσιδίκως διαγνωσθείσα έννομη σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) επίδικης αξιώσεως. Ειδικότερα, όταν από το μισθωτό ζητούνται μισθοί υπερημερίας, εξαιτίας ακυρότητας της καταγγελίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο, για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο, παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα, που ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, όπως για την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και την υπερημερία του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, καθώς και ως προς τις ενστάσεις, που προτάθηκαν, καθώς και εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 2248/2009, Α.Π.1613/1997, Α.Π. 364/1995).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, οι αναιρεσίβλητοι, μισθωτοί, άσκησαν εναντίον της αναιρεσείουσας, εργοδοτρίας τους, την από 18-11-2002 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με αιτήματα να αναγνωριστεί, ότι η γενόμενη από την τελευταία από 23-8-2002 καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων, που τους συνέδεαν με αυτήν, ήταν άκυρη, λόγω μη τηρήσεως από την πλευρά της των προϋποθέσεων του Ν. 1387/1983, περί ομαδικών απολύσεων και να τους επιδικασθούν εις βάρος της μισθοί υπερημερίας για το αμέσως μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα από 24-8-2002 έως 24-3-2003.

Επί της αγωγής εκείνης αρχικά εκδόθηκε η 84/2003 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που δέχτηκε την αγωγή και ως προς τα δύο κεφάλαια και αιτήματά της και στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την εναγομένη, η 130/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Μετά από άσκηση αναιρέσεως κατά της τελεσίδικης αυτής αποφάσεως εκ μέρους της εκκαλούσας-εναγομένης, εκδόθηκε τελικώς η 3/2008 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφενός μεν απορρίφθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι, που απέδιδαν στην άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες σχετικά με την κρίση της περί ακυρότητας των καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων και κρίθηκε, δεσμευτικά για κάθε Δικαστήριο, που ασχολείται με την ίδια υπόθεση (άρθρ. 580 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), ότι, ενόψει της ακυρότητας των καταγγελιών αυτών, η αναιρεσείουσα εταιρία, όπως κατά λέξη διαλαμβάνεται στην εν λόγω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, "περιήλθε σε υπερημερία, ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών των εναγόντων και οφείλει σε αυτούς αποδοχές υπερημερίας" (βλ.

σελ. 24 της άνω αποφάσεως, στο τέλος), αφετέρου δε αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση (130/2004) κατά το καταψηφιστικό της αίτημα λόγω αοριστίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το μέρος τούτο στο Εφετείο Θράκης, το οποίο, υπό διαφορετική σύνθεση, συμμορφούμενο, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, προς την αναιρετική απόφαση, απέρριψε την προμνημονευόμενη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας,και, κατά το κεφάλαιό της περί μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24-8-2002 έως 24-3-2003.

Μετά από αυτά, όπως προκύπτει από την εδώ προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο Θράκης, κρίνοντας επί της ένδικης από 18-4-2005 μεταγενέστερης αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, περί επιδικάσεως σ' αυτούς μισθών υπερημερίας για το επακολουθήσαν χρονικό διάστημα από 25-3-2003 έως 25-4-2006, δέχτηκε, ότι από το πλέγμα των προμνημονευόμενων αποφάσεων παράγεται δεδικασμένο, ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων μισθωτών (ήδη αναιρεσιβλήτων) και της εντεύθεν υπερημερίας της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) περί την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων κατά τον αμέσως μετά την καταγγελία χρόνο, "εκτός βέβαια αν συνέτρεξε κάποιος λόγος άρσης της υπερημερίας", όπως κατά λέξη διαλαμβάνεται στην εν λόγω απόφαση, ακολούθως δε, αφού ερεύνησε και απέρριψε τις υποβληθείσες από την αναιρεσείουσα-εναγομένη καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις περί άρσεως της υπερημερίας αυτής, για τις οποίες γίνεται λόγος στις επόμενες παραγράφους της παρούσας, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή της μετά των πρόσθετων λόγων αυτής, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (104/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας), που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων για μισθούς υπερημερίας του προεκτεθέντος χρονικού διαστήματος (από 25-3-2003 έως 25-4-2006).

Με την κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο, διότι, ενόψει των εκτεθέντων στην προηγηθείσα νομική σκέψη και των προαναφερόμενων παραδοχών της εν λόγω αποφάσεως, το Εφετείο, αφενός μεν ορθά αναφέρθηκε στις προεκτεθείσες δεσμευτικές κρίσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με τα νομικά ζητήματα, που επέλυσε αυτή επί της ιδίας υποθέσεως, αφετέρου δε σύμφωνα με το νόμο δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς το προκριματικό για τις επίδικες αξιώσεις (των μισθών υπερημερίας) ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων, αναγκαία συνέπεια της οποίας (ακυρότητας της καταγγελίας) αποτελεί η υπερημερία του εργοδότη αλλά μόνο για τον αμέσως μετά την καταγγελία χρόνο, ενώ, κατόπιν, ορθά, χωρίς να αρκεσθεί στο κατά τα άνω δεδικασμένο (που καλύπτει το προαναφερόμενο προκριματικό ζήτημα), για τη διάγνωση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων προς επιδίκαση μισθών υπερημερίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπό την έννοια της εξακολουθήσεως της υπερημερίας της αναιρεσείουσας εργοδότριας κατά τη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος, ερεύνησε όλες τις ανατρεπτικές της υπερημερίας ενστάσεις, που προβλήθηκαν εκ μέρους εκείνης, τις οποίες απέρριψε κατ' ουσίαν και έτσι, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 648, 656 και 669 παρ.2 Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εργοδότης, που έχει καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας, περίπτωση που συντρέχει και όταν προβαίνει σε ομαδικές απολύσεις, οι οποίες γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του Ν.1387/1983, όπως ορίζεται με το άρθρο 6 παρ.1 του νόμου αυτού, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται στην καταβολή των μισθών του μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση ή προσκαλέσει το μισθωτό να επαναλάβει την εργασία του.

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.

Ανώτερη βία, με τη συνδρομή της οποίας ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας στον εργαζόμενο, κατά το προμνημονευόμενο άρθρο 656 του Α.Κ., συνιστά κάθε τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός, που δεν μπορεί να αποτραπεί, ακόμη και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Με βάση τα παραπάνω, ανώτερη βία δεν συντρέχει στην περίπτωση, που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα του κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και, συνεπώς, να αντιμετωπιστούν μεταξύ άλλων και με έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.

Περαιτέρω, η νομολογία των δικαστηρίων συμβάλλει μεν στη διάπλαση του δικαίου αλλά δεν αποτελεί άμεση πηγή δικαίου, η δε δυνατότητα μεταστροφής της αποτελεί στοιχείο της καθιερούμενης και προστατευόμενης από το Σύνταγμα (άρθρ. 87 παρ.1) λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή. Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πάγια νομολογία και η πρόσφατη μεταστροφή αυτής, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1387/1983, περί ομαδικών απολύσεων, υπό το πρίσμα της 75/129 Οδηγίας Ε.Ο.Κ., που μεταφέρθηκε με τον ανωτέρω νόμο στην ελληνική έννομη τάξη, δεν συνιστά περιστατικό ανώτερης βίας, δηλαδή γεγονός απρόβλεπτο και τυχαίο, που δεν μπορεί να αποτραπεί και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, αφού η νομολογιακή μεταβολή επί νομικού ζητήματος, του οποίου η λύση προϋποθέτει την ερμηνεία κανόνων δικαίου, είναι αντικειμενικώς πάντοτε ενδεχόμενη, ανεξαρτήτως της τυχόν διαφαινόμενης παγίωσης συγκεκριμένης ερμηνευτικής γνώμης.

Ακόμη, η μη τήρηση των προβλεπόμενων από τον άνω νόμο διατυπώσεων για τις ομαδικές απολύσεις τότε μόνο δεν επάγεται ακυρότητα της καταγγελίας (και συνακόλουθα υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας), όταν ο εργοδότης όχι από αμέλεια, αλλά από εύλογη αμφιβολία και συγγνωστή πλάνη πιστεύει, ότι υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις του Ν. 1387/1983.

Τέτοια δε συγγνωστή πλάνη υφίσταται, όταν ο εργοδότης, κατά τον προ της απολύσεως χρόνο, κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια για τη διαπίστωση της αληθούς έννοιας της καθιερούσας την εξαίρεση διατάξεως (Ολ. Α.Π. 1414/1984) και δεν αρκεί για το σκοπό αυτό η επίκληση μόνο της επικρατούσας κατά το χρόνο των ομαδικών απολύσεων νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων, η οποία ούτως ή άλλως δεν είχε παγιωθεί με σειρά αποφάσεων του Αρείου Πάγου και η μεταβολή της οποίας ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, πάντοτε ενδεχόμενη (ως αφορώσα ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου) αλλά και προβλέψιμη από τον επιμελή εργοδότη, ενόψει και του γεγονότος, ότι η νομολογία αυτή ήταν αντίθετη προς την παγιωθείσα ήδη από το έτος 1985 νομολογία του Δ.Ε.Κ. (όπως αναφέρεται και στην από 7-9-2006 απόφασή του), στην οποία διευκρινίζεται (σκέψεις 25 και 40), ότι ήδη από της εκδόσεως της από 28-3-1985 προγενέστερης αποφάσεώς του (Επιτροπή κατά Βελγίου) δεν υφίσταται πλέον καμία αμφιβολία, ως προς την έννοια της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 1 παρ.2 στοιχ.

δ' της Οδηγίας 75/129. Για τους ίδιους λόγους, η μεταστροφή της ελληνικής νομολογίας δεν θεμελιώνει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου. Με βάση τα ανωτέρω, η επίκληση από την αναιρεσείουσα, εργοδότρια, της διακοπής της λειτουργίας, με πρωτοβουλία της ιδίας, του εργοστασίου της στη Δράμα, όπου απασχολούνταν οι αναιρεσίβλητοι, των οποίων οι εργασιακές συμβάσεις καταγγέλθηκαν ομαδικά εκ μέρους της χωρίς να τηρηθεί πλήρως η προβλεπόμενη διαδικασία, δεν συνεπάγεται άρση της υπερημερίας αυτής, λόγω ανώτερης βίας, διότι τα περιστατικά που συγκροτούν τον εν λόγω ισχυρισμό δεν συνιστούν ανώτερη βία, αφού ανάγονται στον κύκλο της επαγγελματικής της δραστηριότητας και στη σφαίρα του επιχειρηματικού της κινδύνου, οπότε μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη από αυτήν, ως κατά την κοινή πείρα ενδεχόμενα και, συνεπώς, να αντιμετωπιστούν μεταξύ άλλων και με έγκυρη και νόμιμη καταγγελία εκ μέρους αυτής των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων (Α.Π. 868/2010).

Αλλά και οι επικαλούμενες μεταστροφή της νομολογίας και οικονομική επιβάρυνση της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας από την καταβολή αποδοχών υπερημερίας στους αναιρεσιβλήτους δεν θεμελιώνουν παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 Α.Κ., η πρώτη των οποίων απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος, η δε δεύτερη επιβάλλει την τήρηση της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών κατά την εκπλήρωση παροχής, όπως δεν θεμελιώνει τέτοια παραβίαση και η επίκληση των λόγων που οδήγησαν την αναιρεσείουσα στην απόφασή της για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη Δράμα (Α.Π. 1067-1070/2010).- Επομένως οι, υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι 1) η αναιρεσείουσα δεν περιήλθε σε υπερημερία και, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται σε καταβολή μισθών υπερημερίας, διότι η μη τήρηση της διαδικασίας για τις ομαδικές απολύσεις οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας και ειδικότερα στην εύλογη αμφιβολία της και τη συγγνωστή νομική πλάνη της, ενόψει της πάγιας, κατά το χρόνο των επίδικων απολύσεων, νομολογίας ότι επί οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως δεν εφαρμόζεται η θεσπιζόμενη από το Ν. 1387/1983 διαδικασία και της πρόσφατης μεταστροφής της νομολογίας (δεύτερος λόγος), 2) κατά κατάχρηση δικαιώματος και κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου, οι αναιρεσίβλητοι ασκούν τις επίδικες αξιώσεις τους (τρίτος λόγος) και 3) η διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου της αναιρεσείουσας στη Δράμα αποτελεί ανώτερη βία, συνεπαγόμενη αδυναμία αποδοχής των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων, καθώς και αδυναμία παροχής της εργασίας τους (πέμπτος και έκτος λόγοι), είναι αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την προκύπτουσα από αυτήν κρίση της, ότι δεν είναι νόμιμες οι ανωτέρω καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις περί άρσεως της υπερημερίας της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 656 Α.Κ.

σε συνδυασμό με το άρθρ. 6 παρ.1 Ν.1387/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε εκείνες των άρθρων 281 και 288 Α.Κ., τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους επί του προκειμένου. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ο προβλεπόμενος από αυτό λόγος για αναίρεση αποφάσεως, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση (εκ πλαγίου παράβαση κανόνα δικαίου), ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια, η δε απόφαση, για να έχει επαρκείς αιτιολογίες, που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων και, συνακόλουθα, τον αποκλεισμό εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., πρέπει να εξειδικεύει (με την παραδοχή αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών), ότι ο αξιών τους μισθούς υπερημερίας ενάγων δεν απέφυγε με τη θέλησή του, αδικαιολόγητα και κακόβουλα, να φροντίσει για ανεύρεση εργασίας, προκειμένου να ζημιώσει τον εργοδότη του, εισπράττοντας μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται, ενώ, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζονται συγκεκριμένοι εργοδότες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα), στους οποίους θα ήταν δυνατό να εργασθεί ή άλλες δραστηριότητες, τις οποίες θα μπορούσε να μετέλθει, ώστε να εξασφαλίζει την ίδια περίπου αμοιβή, την οποία λάμβανε από τον εργοδότη, που κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή του σύμβαση.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά το επίδικο διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν όλες τις ευκαιρίες απασχόλησης σε τρίτους, που υπήρχαν, είτε μέσω μικρών αγγελιών στον τοπικό τύπο ή γενικά στον τύπο, καθώς και στο διαδίκτυο και αφορούσαν θέσεις εργασίας κοντά στον τόπο διαμονής τους (Νομός Δράμας), καθώς και τις ατομικές δυνατότητες για πορισμό εισοδήματος, που υπήρχαν για τον καθένα τους.

Πιο συγκεκριμένα, άλλοι από τους ενάγοντες προσπάθησαν να εργασθούν σε μισθωτές υπηρεσίες, άλλοι να δραστηριοποιηθούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες, άλλοι να απασχοληθούν επαγγελματικά, όπως απασχολούντο κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, πριν την απόλυσή τους από την εναγομένη, άλλοι να ασχοληθούν με την εκμετάλλευση ατομικών επιχειρήσεων και άλλοι να ενταχθούν σε ειδικά προγράμματα, που κατάρτισε αποκλειστικά γι' αυτούς το Ελληνικό Κράτος, ώστε να εξασφαλίσουν το βιοπορισμό τους.

Όμως, οι προσπάθειές τους αυτές, παρόλο που ήταν επίμονες, επίπονες και ειλικρινείς, δεν απέφεραν παρά πενιχρά αποτελέσματα, δεδομένου και του ότι η εξεύρεση άλλης εργασίας από τους ενάγοντες και μάλιστα στο Νομό Δράμας, που παρουσίαζε και παρουσιάζει έντονο πρόβλημα ανεργίας, συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι στον αριθμό των ανέργων προστέθηκαν οι 400 περίπου απολυθέντες από την εναγομένη, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και από πουθενά δεν προκύπτει, ότι στους ενάγοντες προσφέρθηκε εργασία από τρίτους ή ότι είχαν περαιτέρω δυνατότητες για πορισμό εισοδήματος από άλλες πηγές και ότι αυτοί δολίως απέφυγαν να εργασθούν, με το να αποκρούσουν ή να εγκαταλείψουν χωρίς κανένα λόγο ανάλογη ανευρεθείσα ή προσφερθείσα εργασία ή να πορισθούν εισόδημα με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.

Στη συνέχεια, το Εφετείο έκρινε, όπως κατά λέξη εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "εφόσον, επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες από κακοβουλία και οκνηρία παρέμειναν σκόπιμα άνεργοι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και απέφυγαν αδικαιολόγητα και ηθελημένα να επιδιώξουν την ανεύρεση εργασίας, για να ζημιώσουν την εναγομένη, εισπράττοντας μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζονται" η σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων προς είσπραξη μισθών υπερημερίας, την οποία αυτή είχε υποβάλει παραδεκτά πρωτοδίκως και επανέφερε ενώπιόν του με λόγο εφέσεως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν πλήρως το συμπέρασμα, στο οποίο, κατά τα άνω, κατέληξε, αφού αναφέρεται σ' αυτήν, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν ευχερώς να εργασθούν σε άλλη εργασία ή να μετέλθουν άλλη ενασχόληση κατά το επίδικο διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας ούτε ότι αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφυγαν να επιδιώξουν την ανεύρεση εργασίας, για να ζημιώσουν την τελευταία, εισπράττοντας μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζονται.

Ο μη ακριβής προσδιορισμός του αντικειμένου της εργασίας ή άλλης ενασχόλησης, την οποία επιδίωξαν να εξεύρουν οι αναιρεσίβλητοι, δεν συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εξειδίκευση αυτή δεν είναι απαραίτητη, επί του προκειμένου, για τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι "από πουθενά δεν προκύπτει, ότι στους ενάγοντες προσφέρθηκε εργασία από τρίτους ή ότι είχαν περαιτέρω δυνατότητες για πορισμό εισοδήματος από άλλες πηγές" δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή της ιδίας, ότι "προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν όλες τις ευκαιρίες απασχόλησης σε τρίτους, που υπήρχαν, είτε μέσω μικρών αγγελιών στον τοπικό τύπο ή γενικά στον τύπο, καθώς και στο διαδίκτυο και αφορούσαν θέσεις εργασίας κοντά στον τόπο διαμονής τους (Νομός Δράμας)", διότι από αυτές σαφώς προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του χωρίς να δημιουργείται σύγχυση, αφού η πρώτη από τις ανωτέρω παραδοχές αναφέρεται στην ανυπαρξία προσφοράς εργασίας από τρίτους προς τους αναιρεσιβλήτους και στην αδυναμία πορισμού εισοδήματος των τελευταίων από άλλες πηγές, ενώ η δεύτερη από αυτές αναφέρεται στην εκ μέρους των ίδιων των αναιρεσιβλήτων αναζήτηση εργασίας.

Τέλος, η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι προσπάθειες των αναιρεσιβλήτων, παρόλο που ήταν επίμονες, επίπονες και ειλικρινείς, "δεν απέφεραν παρά πενιχρά αποτελέσματα", ως προς την ανεύρεση εργασίας, δεν ενέχει ασάφεια ούτε αντίφαση αλλ' αποτελεί διαπίστωση, που υποδηλώνει, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι εκείνοι μπορούσαν ευχερώς να εξεύρουν άλλη παρόμοια εργασία, στοιχείο απαραίτητο, κατά τα προεκτεθέντα, για την ευδοκίμηση της ενστάσεως, για την οποία γίνεται λόγος.

Ενόψει τούτων, σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ποια περιστατικά δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ως μη αποδειχθέντα, η μη συνδρομή των οποίων στη συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείει την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και στηρίζει, χωρίς ενδοιασμούς, το διατακτικό αυτής.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως (του κύριου δικογράφου), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.2 και 527 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι τα συνιστώντα την ιστορική βάση της ενστάσεως πραγματικά περιστατικά προτείνονται κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτής προβολής τους σε μεταγενέστερη συζήτηση ή στην κατ' έφεση δίκη, οπότε πρέπει να γίνεται συνάμα επίκληση του λόγου, που επιτρέπει την κατ' εξαίρεση μεταγενέστερη προβολή, διαφορετικά προβάλλονται απαραδέκτως (Α.Π. 1024/2006, Α.Π. 35/2000).

Τέτοια περίπτωση, κατ' εξαίρεση παραδεκτής προβολής στο Εφετείο μη προταθείσας πρωτοδίκως ενστάσεως, με επίκληση συγχρόνως και του λόγου που επιτρέπει τη βραδεία προβολή της, συντρέχει και όταν οι ισχυρισμοί, που τη θεμελιώνουν αποδεικνύονται εγγράφως (άρθρ. 527 περ.3 σε συνδ. με άρθρ. 269 παρ.2 περ. γ' Κ.Πολ.Δ.).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνάγεται από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), η αναιρεσείουσα-εκκαλούσα προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τον πέμπτο λόγο του δικογράφου της από 29-9-2008 εφέσεώς της, την εκ του άρθρου 656 εδ.

τελευτ. ένσταση περί εκπτώσεως των αλλαχού κερδηθέντων και ζήτησε, για το λόγο αυτό, την απόρριψη της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων εναντίον της, περί επιδικάσεως σ' αυτούς μισθών υπερημερίας εξαιτίας άκυρης καταγγελίας εκ μέρους της των εργασιακών τους συμβάσεων, η οποία (ένσταση), κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αποδεικνυόταν εγγράφως, χωρίς, όμως, να επικαλεσθεί ενώπιον του Εφετείου τη συνδρομή της συγκεκριμένης εξαιρέσεως, που θα καθιστούσε παραδεκτή τη βραδεία προβολή της.

Το Εφετείο, επομένως, που απέρριψε, ως απαράδεκτη, την ένσταση αυτή, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε περί του αντιθέτου έβδομος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Η πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνεται και αν εφαρμόστηκε ανίσχυρος κανόνας δικαίου, όπως είναι αυτός, που αντίκειται σε συνταγματικές διατάξεις. Περαιτέρω, η αναλογικότητα, ως γενική αρχή του δικαίου, αναγνωριζομένη παγίως από τη νομολογία των δικαστηρίων, ως απορρέουσα εκ των διατάξεων των άρθρων 5 παρ.1 και 25 παρ.1, 3 του Συντάγματος 1975, αλλά και των άρθρων 6 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παρ.2 και 10 παρ.2 της Ε.Σ.Δ.Α., διέπει την όλη δημόσια δράση και δεσμεύει το νομοθέτη, το δικαστή και τη διοίκηση.

Όλα τα μέσα ασκήσεως της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήριά της, να είναι δηλαδή α) κατάλληλα, ήτοι πρόσφορα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και, τέλος, γ) εν στενή εννοία αναλογικά, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης εξ αυτών βλάβης (Ολ.Α.Π. 43/2005).

Η άνω αρχή της αναλογικότητας, σε επίπεδο ιδιωτικού δικαίου, εξειδικεύεται με τα άρθρα 281 και 288 Α.Κ., τα οποία, αφενός απαγορεύουν την άσκηση των δικαιωμάτων, αν υπερβαίνουν τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός τους και αφετέρου επιβάλλουν την εκπλήρωση της παροχής, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Εξάλλου, σκοπός της 75/129 Οδηγίας Ε.Ο.Κ. είναι η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως εντός της Κοινότητας. Με την Οδηγία δεν θίγεται η ελευθερία του εργοδότη να προβεί ή να μην προβεί σε ομαδικές απολύσεις, αλλά μοναδικός στόχος της είναι οι απολύσεις αυτές να πραγματοποιούνται κατόπιν διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και ενημερώσεως της αρμόδιας αρχής.

Θεσπίζονται, δηλαδή, οι ελάχιστες κοινές προϋποθέσεις για την ακολουθητέα διαδικασία, που αφορά την προστασία των εργαζομένων από ομαδικές απολύσεις, ενώ παράλληλα διατηρείται η ευχέρεια των κρατών - μελών να εφαρμόζουν περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους διατάξεις. Ακόμη, όταν κοινοτική Οδηγία δεν προβλέπει ειδική κύρωση σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεών της ή παραπέμπει για το ζήτημα αυτό στις εθνικές, νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ.

επιβάλλει στα κράτη - μέλη να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η εφαρμογή και η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Προς τούτο, μολονότι διατηρούν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν, ώστε να προβλέπονται κυρώσεις για τις παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας, υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις ανάλογες προς τις ισχύουσες για παραβιάσεις παρόμοιας φύσεως και σημασίας του εθνικού δικαίου και σε κάθε περίπτωση προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ.

σκέψη 40 της από 8-6-1994 αποφάσεως Δ.Ε.Κ., υπόθεση 383/1992 - Επιτροπή κατά Ην. Βασιλείου Μ. Βρετανίας και Β. Ιρλανδίας). Ο Ν. 1387/83, που μετέφερε την Οδηγία 75/129 στην ελληνική έννομη τάξη, προς το σκοπό ενίσχυσης της προστασίας των εργαζομένων, προέβλεψε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 6 παρ.1 αυτού, ότι "οι ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες".

Η κύρωση αυτή, η οποία έχει θεσπιστεί στα πλαίσια της ευχέρειας των κρατών - μελών να εφαρμόζουν ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους διατάξεις, είναι ανάλογη προς τις ισχύουσες στο ελληνικό δίκαιο κυρώσεις για παρόμοιες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και μάλιστα ήσσονος σημασίας, όπως είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας χωρίς έγγραφο ή χωρίς αποζημίωση.

Σε κάθε δε περίπτωση, η προβλεπόμενη κύρωση (ακυρότητα καταγγελίας και ακόλουθα υπερημερία εργοδότη) αποτελεί το πλέον κατάλληλο και αποτελεσματικό μέτρο, για να αποτραπεί ο εργοδότης από τη μη τήρηση της διαδικασίας των ομαδικών απολύσεων, που είναι απολύτως αναγκαίο για την προστασία των εργαζομένων και την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας και συνιστά θεμιτό και συνήθη στο δίκαιο της καταγγελίας περιορισμό της κατοχυρωμένης από το κοινοτικό δίκαιο επιχειρηματικής (οικονομικής) ελευθερίας, χάριν προστασίας του επίσης διασφαλιζόμενου από το κοινοτικό δίκαιο δικαιώματος εργασίας.

Ο πυρήνας, όμως, της επιχειρηματικής ελευθερίας του εργοδότη δεν θίγεται, αφού η, επί ποινή ακυρότητας των ομαδικών απολύσεων, υποχρέωσή του να τηρήσει και τη διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης, δεν σημαίνει απαγόρευση των ομαδικών απολύσεων ούτε εμποδίζει τη λήψη αποφάσεως για διακοπή της λειτουργίας της επιχειρήσεως ή για μεταφορά της σε άλλη χώρα.

Άλλα τυχόν "ηπιότερα" μέτρα (εύλογη αποζημίωση, διοικητικό πρόστιμο κ.λπ.) θα αφαιρούσαν σε μεγάλο βαθμό από την κύρωση την πρακτική της αποτελεσματικότητα και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της (βλ. και σκέψη 42 της από 8-6-1994 αποφάσεως Δ.Ε.Κ., ο.π.) (Α.Π. 1067-1070/2010).- Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο υποστηρίζεται, ότι η κύρωση του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 1387/83 σε συνδ.

με το άρθρ. 656 Α.Κ. (δηλ., επί του προκειμένου, η επιδίωξη και επιδίκαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων μισθών υπερημερίας χωρίς τη δυνατότητα απασχολήσεώς τους, ως κύρωση για την παραβίαση της προμνημονευόμενης κοινοτικής Οδηγίας) παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 281, 288 Α.Κ.

και τις κοινοτικές αρχές της αναλογικότητας, της οικονομικής ελευθερίας, της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων εντός της Ε.Ε. και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την κρίση της περί αβασίμου του λόγου της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονείτο αυτή για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, είναι αβάσιμοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται σε σκέψη της αποφάσεως, με την οποία κάποιος αυτοτελής ισχυρισμός, επιθετικός ή αμυντικός (όπως αγωγή ή ένσταση), κρίθηκε απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αόριστος ή μη νόμιμος, χωρίς το Δικαστήριο της ουσίας να υπεισέλθει στην ουσιαστική του έρευνα και χωρίς να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα γι' αυτόν.- Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά το δεύτερο (επικουρικό) σκέλος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την ορθή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της αναλογικότητας, της καλής πίστεως και της απαγορεύσεως καταχρήσεως δικαιώματος, είναι απαράδεκτοι, διότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί παραβιάσεως των ανωτέρω αρχών πλήττει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, δεν συνδέεται με την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επ' αυτού δεν έχει διατυπωθεί αποδεικτικό πόρισμα, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πιο πάνω απόφασή του, απέρριψε, ως μη νόμιμο, τον ανωτέρω ισχυρισμό, οπότε η σχετική πλημμέλεια δεν ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει, δεκτής καθισταμένης της πρόσθετης παρεμβάσεως της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας" (Γ.Σ.Ε.Ε.) υπέρ των αναιρεσιβλήτων, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των νομίμως εκπροσωπηθέντων αναιρεσιβλήτων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας (άρθρα 176, 182 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-9-2012 αίτηση της ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑΣ Α.Ε., καθώς και τους από 19-12-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 317/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των νομίμως εκπροσωπηθέντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, καθώς και της υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαίνουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ