1848/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1848/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ανάληψη του ασφαλιστικού κινδύνου αφορούσε το χρονικό διάστημα από 31-7-2004 μέχρι 15-9-2004 την περίοδο δηλαδή διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα και σχετικά με τις κατοικίες που θα είχε εκμισθώσει η ανακόπτουσα καθώς και τους ενοίκους αυτών των ολυμπιακών κατοικιών, κατά του κινδύνου πυρός και συμπληρωματικών κινδύνων, προσωπικού ατυχήματος και γενικής αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, αντίστοιχα.
Full text
Απόφαση 1848 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1848/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΧΙΩΤΑΚΗ Ε.Π.Ε", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης από την νόμιμο εκπρόσωπό της Σεβαστή Χιωτάκη του Ελευθερίου, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α", με έδρα στο Χαλάνδρι Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ψωμιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.10.2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 861/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5649/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-8-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 24 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 830/4.8.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 5649/30.8.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 830/4-8-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5649/30-8-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 137826/1009/13-10-2004 ανακοπή η δι' αυτής ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εδίωκε την ακύρωση των 5191-5195/2004 διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεως της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης.
Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 861/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 4181/1-5-2006 εφέσεως της καθής η ανακοπή, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 5649/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επί της ανακοπής κατ' ουσίαν κρίση, παρά το αντίθετου περιεχομένου από προφανή παραδρομή διατακτικό της ("Δέχεται την ανακοπή") με παράλληλη επικύρωση των προσβαλλόμενων διαταγών πληρωμής της, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Η καθής η ανακοπή ασφαλιστική εταιρία κατόπιν διαπραγματεύσεων και τελικά υποβολής αιτήσεως εκ μέρους της ανακόπτουσας, η οποία κατόπιν αδείας του ΕΟΤ μίσθωνε κατοικίες που τις εκμίσθωνε στην συνέχεια σε θεατές και επισκέπτες των Ολυμπιακών Αγώνων με τους όρους και τις προϋποθέσεις της Ολυμπιακής Μίσθωσης ως Ολυμπιακές κατοικίες, εξέδωσε στις 31-12-2003 τα με αριθμ. .../425810, .../48538 και .../48534 ασφαλιστήρια συμβόλαια με ημερομηνία επίδοσης και τυπικής έναρξης κατά τα προαναφερθέντα της ασφάλισης την 31-12-2003.
Η ανάληψη του ασφαλιστικού κινδύνου αφορούσε το χρονικό διάστημα από 31-7-2004 μέχρι 15-9-2004 την περίοδο δηλαδή διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα και σχετικά με τις κατοικίες που θα είχε εκμισθώσει η ανακόπτουσα καθώς και τους ενοίκους αυτών των ολυμπιακών κατοικιών, κατά του κινδύνου πυρός και συμπληρωματικών κινδύνων, προσωπικού ατυχήματος και γενικής αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, αντίστοιχα.
Τα ασφάλιστρα για τα παραπάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια καθορίστηκαν στα ποσά των 13.000,55, 18.000,01 και 36.000,01 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά σε 67.000,57 ευρώ. Ειδικότερα κατά τις προαναφερθείσες ασφαλιστικές συμβάσεις η επίδικη ασφάλιση αφορούσε κάλυψη των παραπάνω κινδύνων για μέχρι 500 Ολυμπιακές κατοικίες και για μέχρι 2000 άτομα.
Για' αυτό άλλωστε και υπάρχει ρήτρα στα παραπάνω συμβόλαια και μάλιστα στα δύο εξ αυτών με αρ..../48534 - γενικής αστικής ευθύνης τρίτων και .../48538 - προσωπικού ατυχήματος ότι η καθής η ανακοπή ασφαλιστική εταιρία δεν ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει ασφάλιστρα σε περίπτωση που δεν εξασφαλίζονταν από την ανακόπτουσα οι παραπάνω αριθμοί κατοικιών και ατόμων, δηλαδή υπήρχε πρόβλεψη για την είσπραξη ασφαλίστρων μέχρι 2.000 άτομα, ενώ σε περίπτωση εξασφαλίσεως από αυτήν περισσοτέρων κατοικιών και ενοικιαστών δηλαδή από 2001 και άνω άτομα προβλεπόταν απ' αυτά (συμβόλαια) μειωμένα ασφάλιστρα για κάθε επιπλέον άτομο και κατοικία.
Περαιτέρω ρητά προβλέφτηκε στους ειδικούς χειρόγραφους όρους των επιδίκων τριών συμβολαίων και συγκεκριμένα στις ειδικές πρόσθετες συμφωνίες αυτών ότι αυτά (ασφαλιστήρια συμβόλαια) δεν ακυρώνονται, μόνον εάν από ανωτέρα βία δεν λειτουργήσει ο κίνδυνος ή δεν πραγματοποιηθούν οι ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ θα επιστραφούν τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα.
Οι διάδικοι συνεπώς τον τελευταίο αυτό όρο που περιέχει τα εξατομικευμένα στοιχεία των επιδίκων συμβάσεων ασφάλισης, του συγκεκριμένου και μοναδικού γεγονότος για την χώρα μας, της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ειδικώς διαπραγματεύτηκαν πριν από την κατά τα παραπάνω τυπική έναρξη των συμβολαίων που υπερισχύει (όρος) οπωσδήποτε των τυχόν αντιθέτων ή και άλλων επιπλέον λόγων ακυρώσεως των συμβολαίων που προβλέπονται στους γενικούς ασφαλιστικούς όρους, στους οποίους (τελευταίους όρους) εντάσσονται όλοι οι εκ των προτέρων χωρίς διαπραγμάτευση συντεταγμένοι όροι.
Εξάλλου η ανακόπτουσα προς πληρωμή των συμφωνηθέντων ασφαλίστρων, με την απ' αυτήν παραλαβή των ασφαλιστικών συμβολαίων, παρέδωσε στην καθής τις με αριθμ. ..., ..., ..., ... και ... πέντε (5) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως της στις 31-7-2004 και σε διαταγή της καθής, πληρωτέες από την Γενική Τράπεζα, ποσού 13.400,00 ευρώ καθεμιάς, καθώς και της με αρ. ...
τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως της επίσης στις 20-8-2004 και σε διαταγή της καθής πληρωτέα από την Γενική Τράπεζα, ποσού 3.334,5 ευρώ, συνολικά δηλαδή της παρέδωσε η ανακόπτουσα με οπισθογράφηση επιταγές συνολικού ποσού 70.334.5 ευρώ (13.400 Χ5 = 67.000 + 3.334,5). Στη συνέχεια από τις εν λόγω επιταγές οι πρώτη, τέταρτη και Πέμπτη εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή από την κομίστρια αυτών καθής η ανακοπή, μετά την εκ μέρους της, λόγω μη πληρωμής τους εκ νέου ανάληψη από την Τράπεζα ΕFG Eurobank Ergasias ΑΕ στην οποία είχαν κατατεθεί στις 8-3-2004 ως αξία σε ενέχυρο, όπως αναφέρεται στις διαταγές πληρωμής, στις 4-8-2004 ωστόσο αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης πριν παρέλθει η προθεσμία εμφάνισης, της μη πληρωμής βεβαιωθείσας με τις από 4-8-2004 αντίστοιχες βεβαιώσεις της Eurobank στα σώματα των επιταγών, έπειτα από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας Τράπεζας.
Οι από τις εν λόγω επιταγές δεύτερη και τρίτη μεταβιβάστηκαν περαιτέρω με οπισθογράφηση και παραδόθηκαν η δεύτερη στην εταιρία "Geo-Young & Rubicam" και η τρίτη στην εταιρία "ΙΝΤΕR ΡΑRΤΝΕR ΑSSΙSΤΑΝCΕ", από τις οποίες εταιρίες εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή, στις 4-8-2004 και 2-8-2004 αντίστοιχα, ωστόσο αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης πριν παρέλθει η προθεσμία εμφάνισης, της μη πληρωμής βεβαιωθείσης με τις από 4-8-2004 αντίστοιχες βεβαιώσεις της Eurobank στα σώματα των επιταγών, έπειτα από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας Τράπεζας.
Στις ανακοπτόμενες με αριθμ. 5191/2004, 5192/2004, 5193/2004, 5194/2004 και 5195/2004 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διαλαμβάνεται ότι η καθής είναι νόμιμη κομίστρια των εν λόγω επιταγών εξ αναγωγής δηλαδή δικαιούχος των εξ αυτών απαιτήσεων από την ανάστροφη κυκλοφορία τους. Επίσης αναφέρεται στις διαταγές πληρωμής ότι η καθής κατέβαλε τα ποσά των επιταγών στις προαναφερόμενες κομίστριες αυτών, ώστε να μπορεί ν' ασκήσει τις αξιώσεις (εξ αναγωγής) για τις οποίες εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής.
Πρέπει να αναφερθεί ότι λόγω οικονομικών και διεθνών συγκυριών ο αριθμός των μισθωτών (θεατών και επισκεπτών) που προσδοκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να φιλοξενήσει η ανακόπτουσα στις Ολυμπιακές κατοικίες της, κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, μειώθηκε σημαντικά, προς τούτο απέστειλε στην καθής τις από 20-6-2004 και 22-6-2004, αντίστοιχα έγγραφες επιστολές της σε χρόνο δηλαδή πριν την έναρξη της ουσιαστικής κάλυψης των ασφαλιστικών κινδύνων, ζητώντας αναπροσαρμογή των συμβάσεων και μείωση των ασφαλίστρων, τούτο όμως αρνήθηκε να πράξει η καθής όπως προκύπτει από την από 22-6-2004 έγγραφη επιστολή της προς την ανακόπτουσα.
Στην συνέχεια η τελευταία κατά παράβαση των συμβατικών παραπάνω δεσμεύσεων με τους χειρόγραφους ειδικούς όρους των επιδίκων ασφαλιστηρίων συμβολαίων προέβη στην από 22-7-2004 καταγγελία των επίμαχων ασφαλιστικών συμβάσεων κάνοντας χρήση του προβλεπομένου στα άρθρα 3, 13 και 5 αντίστοιχα αυτών στους Γενικούς όρους κάθε συμβολαίου, δικαιώματος καταγγελίας για σπουδαίο λόγο των ασφαλιστικών συμβάσεων, ζητούσε ταυτόχρονα την επιστροφή των επιταγών, ισχυριζόμενη ότι με την καταγγελία αυτή λύθηκαν οι ασφαλιστικές συμβάσεις και έληξε η αιτία έκδοσης των επιταγών αυτών.
Ως σπουδαίο λόγο δε η ανακόπτουσα ανέφερε στην καταγγελία της την δραστική μείωση των αναμενόμενων μισθωτών στις Ολυμπιακές κατοικίες. Βάσει όμως των προαναφερθέντων αρχικά μεν οι ειδικοί χειρόγραφοι όροι και συμφωνίες των συμβαλλομένων μερών στα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια υπερισχύουν των αντιθέτων ή προσθέτως προβλεπομένων στους γενικούς-έντυπους όρους αυτών διότι δεν είχαν κατασκευασθεί εκ των προτέρων αλλά συμφωνηθεί ειδικά για την συγκεκριμένη υπόθεση, κατά δεύτερον δε δεν μπορεί να αναγορευθεί ως σπουδαίος λόγος της καταγγελίας των επιδίκων ασφαλιστικών συμβάσεων η μη επίτευξη του επιχειρηματικού στόχου της ανακόπτουσας, ακόμη και αν έχει γίνει επαχθής γι' αυτήν η παροχή της (καταβολής ασφαλίστρων δι' επιταγών), καθόσον σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να εκπληρώσει η ανακόπτουσα την υποχρέωση της, αποκλειόμενης της παρεκλίσεως από τα συμφωνηθέντα, εφόσον η επαχθής παροχή (επιχειρηματικός ρίσκος) ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβε η υπόχρεως ανακόπτουσα, έτσι η τελευταία είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί τα συμφωνηθέντα με τους χειρόγραφους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, εφόσον η μοναδική ουσιαστικά περίπτωση ακυρώσεως αυτών ήταν η ματαίωση των Ολυμπιακών Αγώνων που όμως δεν συνέβη.
Κατόπιν αυτών αποδείχθηκε ότι η από 21-7-2004 εξώδικη καταγγελία είναι άκυρη, γενομένων δεκτών ως και ουσιαστικά βασίμων των λόγων της κρινόμενης έφεσης". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-ανακόπτουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα: Ι. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 632 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά τους κύρους της διαταγής πληρωμής.
Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ.2 εδ.β ΚΠολΔ και ειδικότερα με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως ή της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή.
Έτσι μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων προσθέτων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή με την έφεση.
Με τους πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή της ότι εγκύρως συνομολογήθηκε με τις συνδέουσες τις διαδίκους συμβάσεις ασφαλίσεως οτι ακυρώνονται μόνον εάν από ανωτέρω βία δεν λειτουργήσει ο κίνδυνος ή δεν πραγματοποιηθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 33 παρ.1 του ν. 2496/1997 και 2 του ν. 2251/1994, κατά τους ορισμούς των οποίων (α) "Αν ο ασφαλιστικός κίνδυνος μειώθηκε ουσιαστικά, ο λήπτης της ασφάλισης δικαιούται να ζητήσει αντίστοιχη μείωση του ασφαλίστρου.
Αν ο ασφαλιστής αρνηθεί τη μείωση ή δεν απαντήσει στο σχετικό αίτημα για διάστημα πέραν του μηνός από της υποβολής του, ο λήπτης της ασφαλίσεως δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση για το υπολειπόμενο διάστημα" (άρθρο 5 παρ.1), (β) "Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη" (άρθρο 33 παρ.1) και (γ) "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι" (άρθρο 2 του ν. 2251/1994), και αξιολόγησε, ως άκυρη και μη επάγουσα έννομες συνέπειες, την από 22-7-2004 καταγγελία των συμβάσεων ασφαλίσεως στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 2496/1997.
Από την επιτρεπτή όμως, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της ανακοπής προκύπτει ότι δεν διατυπώθηκε λόγος ακυρώσεως των προσβαλλόμενων διαταγών πληρωμής θεμελιούμενος στον διατυπούμενο με το αναιρετήριο ισχυρισμό περί ακυρότητας, ως αντιβαίνοντος στις διατάξεις των άρθρων 33 παρ.1 του ν. 2496/1997 και 2 του ν. 2251/1994, του συνομολογηθέντος όρου περί ακυρότητας των συμβάσεων ασφαλίσεως μόνον αν από ανώτερη βία δεν λειτουργήσει ο κίνδυνος ή δεν πραγματοποιηθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, κατ' αποκλεισμό του παρεχόμενου από την διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του ν.2496/1997 δικαιώματος καταγγελίας επικαλούμενη αντιθέτως εγκυρότητα της καταγγελίας κατά τους όρους των συνδεουσών τις διαδίκους συμβάσεων ασφαλίσεως και ειδικότερα για τον προβλεπόμενο από τους γενικούς όρους σπουδαίο λόγο, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογούνται, προεχόντως ως αλυσιτελείς και άρα απαράδεκτα.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, το ασφαλιστήριο περιέχει τους λεγόμενους χειρόγραφους και τους έντυπους όρους.
Οι χειρόγραφοι όροι, ονομασία η οποία δεν προϋποθέτει ότι είναι στην κυριολεξία γραμμένοι δια χειρός, υπερισχύουν των εντύπων ως ειδικότεροι, με την έννοια ότι δεν έχουν προδιατυπωθεί, αλλά ειδικά συμφωνηθεί για την εξειδικευμένη περίπτωση, και επομένως σε περίπτωση αντιθέσεως τους ισχύουν οι λεγόμενοι χειρόγραφοι.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται ότι ο ειδικός χειρόγραφος όρος, που περιέχεται στις ειδικές πρόσθετες συμφωνίες των συμβληθεισών με τις επίμαχες συμβάσεις ασφαλίσεως διαδίκων (ακυρώνονται μόνον εάν από ανωτέρω βία δεν λειτουργήσει ο κίνδυνος ή δεν πραγματοποιηθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες), υπερισχύει του παρεχομένου από τους γενικούς όρους αυτών (άρθρα 3, 13 και 5) δικαιώματος καταγγελίας τους για σπουδαίο λόγο, κατ' εφαρμογή των οποίων η αναιρεσείουσα προέβη σε καταγγελία τους, παραδοχή της σε συνέπεια με την οποία ορθώς αξιολογήθηκε ως άκυρη και μη επάγουσα έννομες συνέπειες.
Επομένως η διατυπούμενη με τον απμένοντα πρός έρευνα τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ ελέγχεται ως αβάσιμη. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη άσκηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 830/4-8-2010 αίτηση για αναίρεση της 5649/30-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ