Supreme Court partially allowed appeal on damages, remanding case for retrial on income loss and disability compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding personal injury damages. The appellant argued the lower court failed to consider specific medical evidence proving his severe injury and permanent disability. The court rejected this claim as the lower court explicitly stated it had considered all submitted documents, including the disputed medical reports. Consequently, the judgment was annulled only regarding compensation for lost income and disability, with the case remanded for retrial on these specific issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lower court's failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court's reasoning explicitly confirms the consideration of all submitted documents, and the case must be remanded for retrial only on the annulled portions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1848 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1848/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στεφανάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "MARKE TRENDS INSURANSE ΕΛΛΑΣ (πρώην ΓΑΛΑΞΙΑΣ Α.Ε.) ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Μανουσάκης, ο οποίος δήλωσε ότι ειδικός διάδοχος της ως άνω εταιρίας, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, για παράβαση νόμου, με την υπ' αριθμ. Κ3-9129/25-7-2006 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, είναι το Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο ίδιος και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-1-2001 και 23-7-2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1290/2002 προδικαστική, 5097/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6159/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 19 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 640/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 3/5/2007 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 11/5/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος, ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την κατ' άρθρο 286 στοιχ. β' του ΚΠολΔ βίαιη διακοπή της δίκης, που επήλθε με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Marke Trends Insurance (πρώην ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΑΕ) ΑΕΓΑ", νομίμως ήδη συνεχίζεται η δίκη ως προς αυτή ύστερα από δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 4 του Ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986, υποκατέστησε την ως άνω αναιρεσίβλητη εταιρία στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της.
Εξάλλου, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ....., ....., ....., ....., .....και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αναίρεσης με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 6-2-2008 βεβαιώσεις του Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, από την οποία προκύπτει ότι αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 1-2-2008 για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, καθώς και σχετική κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους Ψ1 και Ψ2.
Όμως αυτοί δεν εφμανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 929 ΑΚ, που σύμφωνα με το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, συνάγεται ότι ο τραυματισθείς στην Ελλάδα από αδικοπραξία αλλοδαπός, που δεν είναι υπήκοος χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, έχει δικαίωμα, εφόσον εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία, να αξιώσει από τον υπόχρεο αποζημίωση νια την απώλεια των εισοδημάτων που, κατά τη διάρκεια της ανικανότητας του, θα αποκόμιζε από την επαγγελματική ή βιοποριστική δραστηριότητα, την οποία θα ασκούσε, έστω και χωρίς τη λήψη της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 1975/1991 άδειας της αρμόδιας διοικητικής αρχής, δηλαδή στο πλαίσιο συμβάσεως άκυρης ως αντικείμενης στη δημόσιας τάξεως ως άνω απαγορευτική διάταξη.
Και τούτο, διότι κρίσιμο στοιχείο για τη γένεση της εκ του άρθρου 298 ΑΚ απορρέουσας αξιώσεως δεν είναι το κύρος της συμβάσεως, μέσω της οποίας αποκτώνται τα εισοδήματα, αλλά η πραγματική δυνατότητα πορισμού αυτών, με εξαίρεση την επίτευξη εισοδημάτων κατά παραβίαση νόμιμης απαγορεύσεως που αφορά σ' αυτή καθεαυτή τη δραστηριότητα.
Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση που για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας απαιτείται κατά νόμο η χορήγηση άδειας της αρμόδιας διοικητικής αρχής, όπως για την απασχόληση στην Ελλάδα αλλοδαπού εκτός χώρας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (βλ. ήδη άρθρα 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 53 παρ. 4 ν. 2910/2001). Το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος, περί επιδικάσεως σ' αυτόν αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα εξαιτίας του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα και της εκείθεν ανικανότητάς του προς εργασία, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων, υπήκοος Πολωνίας η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεν μπορούσε να απασχοληθεί νομίμως ως ελαιοχρωματιστής, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης κατά το άρθρο 23 του ν 1975/1991 άδειας εργασίας, γεγονός που αποκλείει τη γέννηση του αξιούμενου δικαιώματος αποζημιώσεως.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, και ως εκ τούτου ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που πραξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίος κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά και τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσονπροκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως η αναπηρία η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από τηνεπέλευση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.
Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδράση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενόςαυτοτέλους εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τουςσχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της Α.Κ. 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη σύμφωνα με την οποίαπροβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την Α.Κ. 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την Α.Κ. 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την Α.Κ. 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την Α.Κ. 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε, αναφορικά με την προκληθείσα σ' αυτόν εξαιτίας του ατυχήματος αναπηρία και τα εξής : 'Οντας ηλικίας 42 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος, υπέστη εξάρθρυμα αριστερού ισχύου με κάταγμα κοτύλης και νάρκωση (πάρεση) του περονιαίου νεύρου, εξαιτίας δε των τραυμάτων αυτών εμφανίζει πλήρη παράλυση κατά τη ραχιαία κάμψη του αριστερού άκρου ποδός, αισθητικοκινητική με ατροφίες πρόσθιων κνημιαίων μυών και ηλεκτρομυογραφικώς δεν υπάρχει κανένα σημείο αρχόμενης επανανεύρωσης των μυών.
Λόγω της βλάβης του αυτής, η οποία, μη επιδεχόμενη χειρουργική ή άλλη θεραπεία, είναι μόνιμη, θα πρέπει να φέρει μόνιμο κηδεμόνα άκρου ποδός, ενώ δεν είναι σε θέση στο μέλλον να απασχοληθεί ως ελαιοχρωματιστής ή σε άλλη σοβαρή χειρωνακτική εργασία. 'Εχει μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 67%, η δε παραμόρφωση του σώματος του είναι εμφανέστατη και προκαλεί αισθήματα αποστροφής και οίκτου στους τρίτους.
Η ισόβια αναπηρία του (ήδη βαδίζει με βακτηρία χωλαίνοντας) δεν του επιτρέπει να επιλέξει επαγγέλματα της δραστηριότητας του, για τα οποία απαιτούνται σωματική ακεραιότητα και επίπονη εργασία, ούτε να αναπτύξει δραστηριότητες σχετικές με οποιαδήποτε επαγγελματική του εξέλιξη, όπως δημόσιες σχέσεις, γνωριμίες, κοινωνικές συναναστροφές, ταξίδια κ.λ.π.
Αν δεν είχε τραυματισθεί, θα διηύρυνε τους επαγγελματικούς και κοινωνικούς του κύκλους, θα απεκόμιζε περισσότερη πείρα και τεχνική στον τομέα της εργασίας του ως ελαιοχρωματιστή και θα ανελάμβανε εργολαβίες. Γι' αυτό ζήτησε να του επιδικασθεί ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ για τον χρόνο μέχρι την πιθανή συνταξιοδότησή του, δηλαδή για τα προσεχή 24 έτη, ποσό 5.760.000 δρχ.
για την πρώτη οκταετία, 11.250.000 δρχ. για τη δεύτερη και 23.040.000 δρχ. για την τρίτη και συνολικά ποσό 42.320.000 δρχ. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ως προς την ανωτέρω αξίωση ήταν σαφής και ορισμένη, διότι περιείχε όλα τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία (άρθρα 931 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ως αόριστο, γιατί ο αναιρεσείων (ενάγων) δεν εξέθετε στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, πέραν εκείνων που ορίζουν τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ, ώστε να προκύπτουν η επίδραση της αναπηρίας τους το μέλλον, οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι εξαιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του ενάγοντος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, διότι για την εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ αξίωσε στοιχεία περισσότερα απ' όσα ο νόμος απαιτεί, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγο αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
IV. Το δεδικασμένο, που προκύπτει από τελεσίδικηδικαστική απόφαση, η οποία επιδικάζει στον παθόνταχρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, λόγω βλάβης τηςυγείας του (ΑΚ 929), δε κωλύει την επιδίκαση πρόσθετηςχρηματικής ικανοποιήσεως πάλι. για ηθική βλάβη, εφόσονπρόκειται για απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του(μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες, επιπλοκές), δηλαδήστηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στοπαρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν ναληφθούν υπόψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί αυτά δενήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευση τους δενήταν προβλεπτή.
Εξάλλου η περί του προβλεπτού ή μη τηςμέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας τουπαθόντος κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτουσααπό τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεταιαναιρετικώς (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 9, 14, 16 και 19 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο ότι με το να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της από 23-7-2001 αγωγής περί επιδικάσεως σ' αυτόν πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως εκ δραχμών 40.000.000 για ηθική του βλάβη, υπέπεσε στις εξής πλημμέλειες:
α) παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 932 ΑΚ, β) δεν έλαβε υπόψη το προταθέν από αυτόν γεγονός της αναπηρίας του σε ποσοστό 67%, γ) άφησε αδίκαστο το άνω αίτημα, δ) παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο το ίδιο αίτημα, ε) δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το άνω ποσοστό αναπηρίας του και στ) διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Όπως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, σε σχέση με το επίμαχο αίτημα, δέχθηκε τα ακόλουθα: εξαιτίας του ατυχήματος ο αναιρεσείων υπέστη τις αναφερόμενες πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του δεύτερου λόγου σωματικές βλάβες, δεν ανέκυψαν όμως, κατά την άσκηση της από 23-7-2001 αγωγής του, μεταγενέστερες επιπλοκές στην εξέλιξη της υγείας του, οι οποίες να μην ήταν αναμενόμενες εξαρχής, δηλαδή κατά την άσκηση της πρώτης από 20-1-2001 αγωγής του, η οποία έγινε δεκτή εν όλω, ως προς το αίτημα περί επιδικάσεως σ' αυτόν του ποσού των 5.000.000 δραχμών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης.
Αντιθέτως, η σοβαρότητα του άνω τραυματισμού του, εξαιτίας της οποίας, όπως ο ίδιος δέχεται με την αρχική αγωγή του, είχε καταστεί παντελώς ανίκανος προς εργασία επί τουλάχιστον έξι μήνες, δεν μπορούσε να αποκλείσει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τη μόνιμη αναπηρία του, την οποία επικαλείται με τη δεύτερη αγωγή του, ενώ εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι από την αρχική έως την άσκηση της δεύτερης αγωγής μεσολάβησαν συγκεκριμένα έκτακτα περιστατικά, αναφορικώς με την εξέλιξη της υγείας του.
Κατόπιν τούτων, το εφετείο έκρινε ότι ορθώς με την πρωτόδικη απόφαση απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της δεύτερης αγωγής για την επιδίκαση του ποσού των 40.000.000 δραχμών ως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής του βλάβης, επιπλέον του ποσού των 5.000.000 δραχμών, που για την ίδια αιτία είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως, κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματος της πρώτης αγωγής.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο: α) δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 932 ΑΚ, β) έλαβε υπόψη την κατά ποσοστό 67% μόνιμη αναπηρία του αναιρεσείοντος, παρόλο που το ποσοστό αυτό δεν μνημονεύεται ρητώς στην απόφασή του, γ) δεν άφησε αδίκαστο το κρίσιμο αγωγικό αίτημα, αφού απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως ως ουσιαστικά αβάσιμο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων ενάγων δεν δικαιούται πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δ) δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο το ίδιο αίτημα ε) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με το ποσοστό της αναπηρίας του αναιρεσείοντος, πρωτίστως διότι αυτός δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι η ένσταση περί δεδικασμένου είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας σε κάθε σε περίπτωση, διότι κατά τα προεκτεθένα, δέχθηκε το ποσοστό αναπηρίας, στο οποίο αφορά το δεδικασμένο και στ) διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 8, 9, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το μέρος που αποδίδεται στην εν λόγω απόφαση αιτίαση από το εδάφιο 16 του ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ απορριπτέος ως αόριστος, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος.
V. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335-338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παραβίαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ήδεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και στην αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την κρίση του δικαστηρίου, μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με το αίτημά του για επιδίκαση σ' αυτόν πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που ο ίδιος προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς απόδειξη του βαρύτατου τραυματισμού και της εξ αυτού μόνιμης αναπηρίας του, ήτοι: α) την ..... έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού ....., β) την από 21-5-2001 έκθεση του νευροχειρουργού ....., γ) τη ..... γνωμάτευση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α. και δ) την ..... βεβαίωση του αρμόδιου ιατρού του Ι.Κ.Α. Όμως, από τη βεβαίωση του εφετείου ότι για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη "και όλα τα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα" σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της αποφάσεώς του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση και των άνω εγγράφων, ενώ εξάλλου ρητώς μνημονεύεται η 96/2002 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VI. 'Υστερα από τα παραπάνω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα, μόνο κατά τα κεφάλαια που έχουν σχέση : α) με την αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων του αναιρεσείοντος, εξαιτίας της ανικανότητός του για εργασία και β) την επιδίκαση σ' αυτόν, λόγω της αναπηρίας του, ευλόγου χρηματικού ποσού κατ ' άρθρο 931 ΑΚ. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει ως προς τον αναιρεσείοντα την 6159/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ