Legislator Case Law & Legislation
1847/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in traffic accident compensation case due to lack of legal grounds and factual error in lower court.

Case Number 1847/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Single Court of Appeal. The appellant argued for a retrial based on alleged procedural irregularities and factual errors regarding the traffic accident. The court rejected these claims, finding the lower court's finding of exclusive liability for the appellant's vehicle to be legally sound and free from the specific errors cited.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if filed within the prescribed period and based on grounds that affect the legal or factual basis of the decision, and if such grounds are not found, the appeal is rejected.

Keywords

AI generated
cassation appeal traffic accident liability exclusive fault procedural time limit civil procedure code judicial costs single court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 561, number 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1847 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1847/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε.Δ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντοκατζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ.Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... (...)", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βακουφάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 2-7-2014 αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ... και με την 7184/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... παραπέμφθηκε να εκδικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19364/2017 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και 12721/2019 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και 278/2022 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-2-2022 με αριθμ.καταθ.2124/19-7-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.278/9-2-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη προσβαλλόμενη με αριθμό 278/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι Α) το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... (...)" άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...

την από 2-7-2014 και με αριθμ. καταθ. 9967/2014 αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Ε.Δ. οδηγώντας το ιδιοκτησίας της και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτ... εναγόμενη (και μη διάδικο στη παρούσα δίκη) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." ΙΧΕ αυτοκίνητο προκάλεσε από υπαιτιότητά της υλικές ζημίες στο αναφερόμενο αστικό αρθρωτό λεωφορείο, που του ανήκει κατά κυριότητα.

Ζήτησε, δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, Β) η ήδη αναιρεσείουσα Ε.Δ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 19-10-2015 και με αριθμ. καταθ. 19946/19-10-2015 αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσίβλητων Κ.Κ.

και του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... (...)" και κατά του αλληλασφαλιστικού Ταμείου του ... ..., με την οποία ζητούσε να της καταβάλουν οι ανωτέρω, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τις υλικές ζημίες και τον τραυματισμό που υπέστη, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος που από υπαιτιότητά του προκάλεσε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του αρθρωτού αστικού λεωφορείου κυριότητας του δεύτερου εναγόμενου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη εναγόμενη.

Συζητηθείσης της άνω υπο στοιχ. Α αγωγής, αντιμωλία των διαδίκων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 7184/2015 απόφαση με την οποία παραπέμφθηκε η αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., προκειμένου να συνεκδικαστεί με την ως άνω υπο στοιχ. Β αγωγή. Οι δυο αγωγές συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο με τη με αριθμό 19364/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του α) αφού απέρριψε τη με αριθμ.

καταθ. 19946/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως προς το τρίτο εναγόμενο Αλληλοασφαλιστικό Ταμείο ως απαράδεκτη,δέχθηκε εν μέρει ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα τη με αριθμ. καταθ. 9967/2014 (ως άνω υπο στοιχ. Α) αγωγή του ενάγοντα και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... " και υποχρέωσε τις εναγόμενες με αυτές να καταβάλουν , εις ολόκληρον η κάθε μία , στον ενάγοντα το ποσό των 1159,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας (ως άνω υπό στοιχ.

Β) ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα ως προς τα αναφερόμενα κονδύλια για θετική και αποθετική υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ζημία του οχήματός της και γ) κατά τα λοιπά ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τις ειδικότερες αξιώσεις αποζημίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για τη δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου και για τις αξιώσεις τις στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ διατάσσοντας τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης.

Μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης η υπόθεση επαναφέρθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο με τη με αριθμό 12721 /2019 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας (ως άνω υπό στοιχ. Β) εν μέρει ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 55.980,06 ευρώ και δη το ποσό των 980,06 ευρώ για δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου, το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το ποσό των 25.000 ευρώ ως αποζημίωση κατ άρθρο 931ΑΚ.

Κατά των ως άνω αποφάσεων άσκησαν εφέσεις : 1) ο Κ.Κ. ως πρώτος εναγόμενος (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) στην ως άνω υπο στοιχ. Β αγωγή, 2) το ΝΠΙΔ ... ως δεύτερο εναγόμενο (και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) στην υπο στοιχ. Β αγωγή και ως ενάγον της υπο στοιχ. Α αγωγής, 3) η ήδη αναιρεσείουσα ως ενάγουσα στην υπο στοιχ.

Β αγωγή. Επίσης, η δεύτ... εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ( μη διάδικος στην παρούσα δίκη) της ως άνω υπο στοιχ. Α αγωγής άσκησε αντέφεση. Ακολούθως, οι ως άνω εφέσεις και αντέφεση συνεκδικάσθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν η μεν αντέφεση ως απαράδεκτη , η δε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατ ουσίαν , ενώ έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσίβλητων και το Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε τις ως άνω αποφάσεις (του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

κράτησε και συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του δεύτερου αναιρεσίβλητου. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 607/2023, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 85/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 223/2023, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 68/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΟλΑΠ15/2006, ΑΠ 1331/2023, ΑΠ 1072/2023, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 632/2017).

Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1331/2023, ΑΠ 1072/2023, ΑΠ 2/0, ΑΠ 632/2017).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120).

Στη προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ.278/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα αναφορικά με συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων το ένδικο ατύχημα:

Στις 28.06.2013 και περί ώρα 11.40' περίπου, η ενάγουσα της, από 19.10.2015, αγωγής, Ε.Δ. ....οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλ. ...-3433 ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, , που ανήκε στην κυριότητά της και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτ... εναγόμενη της, από 02.07.2014, αγωγής του Οργανισμού Αστικών Λεωφορείων ... "..." (ως κατωτέρω θα αναφέρεται), ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...." και κινούνταν στην περιοχή της ..., αρχικά, επί της οδού ..., η οποία, μετά τη διασταύρωσή της με την κείμενη αριστερά της, οδό ..., συνεχίζει πλέον ως οδός ..., που οδηγεί προς την οδό ....

Στην, εν λόγω, διασταύρωση υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα ΣΤΟΠ (Ρ-2) στην πορεία των οχημάτων που κινούνται στην οδό ..., η οποία είναι μονόδρομος, υπό την έννοια ότι επιτρέπεται μόνον η έξοδος από αυτήν οχημάτων, έτσι ώστε να συνεχίσουν την πορεία τους επί της αποτελούσας συνέχεια αυτής, οδού ..., χωρίς, αντίθετα, να επιτρέπεται η είσοδος οχημάτων σε αυτήν.

Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, ενώ, επί του οδοστρώματος υπάρχει κατά μήκος διαγράμμιση, αποτελούμενη από διπλή διακεκομμένη λευκή γραμμή..., η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 5 §3α του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), σημαίνει διαχωρισμό των λωρίδων αντίθετης κατεύθυνση και, σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου, απαγορεύεται στους οδηγούς των οχημάτων να την διαβαίνουν, υποχρεωμένων αυτών να κινούνται στην αριστερή πλευρά της.

Στο ρεύμα πορείας της οδού ... που, εκκινώντας από τη διασταύρωση των οδών ... και ..., οδηγεί προς την οδό ..., υπάρχει μεγάλη κλειστή, δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, στροφή, η ύπαρξη της οποίας επισημαίνεται με προειδοποιητική πινακίδα Κ1δ (άρθρο 4 §2 του ΚΟΚ), η οποία εφιστά την προσοχή των οδηγών για την ύπαρξη επικίνδυνης δεξιάς στροφής, ενώ, στο αυτό ρεύμα πορείας και προς την πλευρά του συνοδηγού των κινούμενων οχημάτων υφίσταται, στο ίδιο επίπεδο με την οδό, ακάλυπτος οικοπεδικός χώρος.

Το αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού ..., αυτό, δηλαδή, που έχει κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... και τη διασταύρωσή της με την οδό ... (κατά τα ήδη λεχθέντα, τα κινούμενα σε αυτό οχήματα δεν μπορούν να εισέλθουν στην οδό ..., επειδή είναι μονόδρομος, δυνάμενα μόνο να συνεχίσουν την πορεία τους επί της οδού ... ......, στο οποίο κινούνταν, με τον τρόπο που κατωτέρω θα περιγραφεί, το υπ' αριθ.

κυκλ. ...-6805 δημοσίας χρήσης αστικό αρθρωτό λεωφορείο, εργοστασίου κατασκευής ... ιδιοκτησίας του ενάγοντα "...", είναι ευθεία μέχρι και το πέρας των εγκαταστάσεων του Εθνικού ..., που βρίσκονται στη δεξιά του πλευρά και της πύλης εισόδου - εξόδου σε αυτές. Στο ύψος δε των εγκαταστάσεων αυτών και απέναντι, στο ρεύμα, δηλαδή, πορείας από ...

προς ..., όπου κινείτο η Ε.Δ., συμβάλλει κάθετα στην εν λόγω οδό, διασταυρώνεται, δηλαδή, μαζί της, χωρίς να συνεχίζει, η οδός ... η οποία διαχωρίζεται σε δύο κλάδους από την υπάρχουσα στο σημείο της διασταύρωσης, σε τριγωνικό σχήμα, νησίδα. Πρόκειται δε για μία μεγάλου πλάτους διασταύρωση, αν υπολογιστεί το συνολικό πλάτος των κλάδων της, των 11,2 μέτρων και αυτό της διαχωριστικής .....Παραπλεύρως των εγκαταστάσεων του Εθνικού ...

και μετά από αύλιο ασφαλτοστωμένο χώρο άλλου οικήματος, βρίσκεται, σε επαφή με τον τελευταίο, ο αύλιος, υπό τη μορφή αλάνας, χώρος του τερματικού σταθμού αστικών λεωφορείων ..., εντός του οποίου εισέρχονται τα αστικά λεωφορεία μετά το τέλος της διαδρομής τους, στα οποία και μόνο επιτρέπεται η είσοδος και, αντιστοίχως, εξέρχονται από αυτόν, από άλλο σημείο (επί της οδού ...), κατά την εκκίνηση της διαδρομής.....

Σε όλο το μήκος των εγκαταστάσεων του Εθνικού ... επί της οδού ... και παραπλεύρως του ρεύματος πορείας της από ... προς ... - ..., υπάρχει πεζοδρόμιο, διαμορφωμένο με πλάκες πεζοδρομίου, πλάτους 3 μέτρων, το οποίο σταματά ακριβώς πριν την πύλη εισόδου - εξόδου/ των άνω εγκαταστάσεων, όχι σε κάθετη ως προς την οδό ευθεία γραμμή αλλά σε διαγώνια ......

Το ρεύμα πορείας της οδού ..., από την οδό ... προς την οδό ..., όπου κινείτο η ενάγουσα Ε.Δ., έχει πλάτος οδοστρώματος 9,50 μέτρα και το ρεύμα πορείας αυτής, από ... προς ... - ..., όπου κινείτο το αστικό αρθρωτό λεωφορείο, έχει πλάτος οδοστρώματος 9 μέτρων. Μετά το πέρας των, παρακείμενων του ρεύματος πορείας του αστικού αρθρωτού λεωφορείου, εγκαταστάσεων του Εθνικού ...

και το πέρας της, κείμενης έναντι αυτών διασταύρωσης της οδού με την κάθετη οδό ... (που αμφότερα βρίσκονται στο ίδιο ύψος της οδού), υπάρχει κλειστή, αριστερή σε σχέση με την πορεία αυτή, στροφή, η ύπαρξη της οποίας επισημαίνεται με προειδοποιητική πινακίδα Κ1α (άρθρο 4 §2 του ΚΟΚ), που εφιστά την προσοχή των οδηγών για την ύπαρξη επικίνδυνης αριστερής στροφής.

Η μεγάλη, κλειστή δεξιά στροφή, που προαναφέρθηκε και βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού ..., από την οδό ..., δηλαδή, προς την οδό ..., όπου κινείτο η ενάγουσα Ε. Δ., εκκινεί σε πολύ μικρή απόσταση, σχεδόν αμέσως μετά την είσοδο σε αυτό των οχημάτων που έρχονται από την οδό ... και διαγράφει μία μεγάλη καμπύλη, που, το μέγιστο σημείο της καμπυλότητάς της, το οποίο αποτελεί την κορυφή της στροφής, κείται ακριβώς στο ύψος της εισόδου του τερματικού σταθμού των αστικών λεωφορείων.

Κατόπιν τα, επ' αυτού του ρεύματος πορείας, κινούμενα οχήματα εξέρχονται της στροφής και εισέρχονται προς το ευθύγραμμο τμήμα της οδού, το οποίο, για τον κινούμενο στο ρεύμα αυτό, εκκινεί μετά την έξοδο από την στροφή και πριν την έναρξη των εγκαταστάσεων του Εθνικού Γυμναστηρίου και της άνω κάθετης διασταύρωσής της με την οδό ...

συνεχίζοντας η οδός ... να είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση. Αντίστοιχα, η επίσης μεγάλη, κλειστή αριστερή στροφή που προαναφέρθηκε και βρίσκεται στο ρεύμα πορείας της οδού ..., από ... προς ... - ..., όπου κινείτο το αστικό αρθρωτό λεωφορείο, εκκινεί μετά το τέλος της πύλης εισόδου - εξόδου των εγκαταστάσεων του Εθνικού Γυμναστηρίου και μετά το ύψος της, στα αριστερά της συμβολής της οδού με την κάθετη οδό ...

με το σημείο εισόδου στην στροφή να κείται πλησίον του ασφαλτοστρωμένου χώρου που υπάρχει πριν τον χώρο του τερματικού σταθμού των αστικών λεωφορείων, μεταξύ αυτού και του τέλους των εγκαταστάσεων του Γυμναστηρίου. Η εν λόγω στροφή, το μήκος της, το μέγιστο σημείο της καμπυλότητάς της, κείμενο έμπροσθεν του τερματικού σταθμού των αστικών λεωφορείων ..., το σημείο έναρξής της και εισόδου σε αυτήν των οχημάτων που εισέρχονται στην επίμαχη οδό ...

από την οδό ..., όπως το όχημα της ενάγουσας Ε. Δ., το σημείο εξόδου από την στροφή για τα κινούμενα στο ρεύμα αυτό οχήματα και το σημείο έναρξής της και εισόδου σε αυτήν των οχημάτων που κινούνται στο αντίθετο ρεύμα, ερχόμενα από το προηγούμενο ευθύγραμμο τμήμα της οδού, όπως το αστικό αρθρωτό λεωφορείο, απεικονίζονται με σαφήνεια στις ήδη αναφερθείσες αεροφωτογραφία και δορυφορική φωτογραφία.

Εξάλλου, η έναρξη της αριστερής, σε σχέση με την πορεία του αστικού αρθρωτού λεωφορείου, στροφής και η είσοδος σε αυτήν μετά το πέρας των εγκαταστάσεων του Εθνικού Γυμναστηρίου, του παρακείμενου παραπλεύρως αυτών πεζοδρομίου και της πύλης εισόδου - εξόδου τους προκύπτει και από τη φωτογραφία που ενσωματώνεται στη σελίδα 6, της πραγματογνωμοσύνης του Γ.Τ., ενώ, το γεγονός ότι το μέγιστο σημείο της καμπυλότητας της επίμαχης στροφής κείται στο ύψος της εισόδου στον τερματικό σταθμό αστικών λεωφορείων της ...

προκύπτει από τη φωτογραφία που ενσωματώνεται στη σελίδα 7, στην ίδια πραγματογνωμοσύνη (στο σημείο αυτό, όπως ειδικότερα κατωτέρω θα αναφερθεί, επιχειρεί εν τέλει να τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων η ενάγουσα Ε. Δ., η ασφαλιστική εταιρεία του σχήματός της και ο άνω πραγματογνώμονας).

Περαιτέρω, το ανώτατο όριο ταχύτητας των οχημάτων που κινούνται στην επίμαχη οδό ... καθορίζεται σε 40 χλμ/ώρα, με ρυθμιστικές πινακίδες Ρ-32, που βρίσκονται και στα δύο ρεύματα πορείας της. Κατά τον άνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, υπήρχε φυσικός φωτισμός (ημέρα), η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.

Η Ε.Δ., παρά την ύπαρξη στην πορεία της, στο σημείο όπου τελειώνει η οδός ..., από την οποία ερχόταν και διασταυρώνεται, από αριστερά, με την οδό ..., της ρυθμιστικής πινακίδας ΣΤΟΠ (Ρ-2), δεν διέκοψε την πορεία της, όπως όφειλε, προκειμένου να ελέγξει την τυχόν είσοδο οχημάτων από την οδό ... και να παραχωρήσει σε αυτά προτεραιότητα, αλλά συνέχισε την πορεία της και εισήλθε στην οδό ...

με αυξημένη ταχύτητα, ανερχόμενη, τουλάχιστον, στα 70 χλμ./ώρα, παρά το γεγονός ότι στην πορεία της υπήρχε η ήδη αναφερθείσα πινακίδα Κ1δ, που προειδοποιεί για την ύπαρξη επικίνδυνης δεξιάς στροφής και πινακίδα (Ρ-32), που καθορίζει το ανώτατο όριο ταχύτητας σε 40 χλμ./ώρα και εξακολούθησε να κινείται με την ίδια ταχύτητα και ενόσω διερχόταν τη στροφή.

Έτσι, έχοντας ήδη αναπτύξει προηγουμένως την αυξημένη ταχύτητά της, εισήλθε με το αυτοκίνητό της στη δεξιόστροφη, ως προς την πορεία της, στροφή, κινούμενη όμως, όχι στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας της, αλλά, αντιθέτως, έχοντας υπερβεί με το όχημά της τη διπλή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και καταλαμβάνοντας και μέρος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, του οποίου, ωστόσο, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί το εύρος κατάληψης, οδηγώντας δε κατ' αυτό τον τρόπο, συνέχισε να κινείται και κατά την έξοδό της από την προηγηθείσα στροφή, η οποία, έξοδος, κείται πριν τη διασταύρωση της οδού ...

με την οδό .... Κατά τον ίδιο χρόνο, το οδηγούμενο από τον εναγόμενο Κ.Κ. αστικό αρθρωτό λεωφορείο, στην οδήγηση του οποίου αυτός είχε προστηθεί από τον έχοντα την κυριότητα του οχήματος "...", το οποίο έχει μήκος 18 μέτρα, πλάτος 2,5 μέτρα, ύψος 3,05 μέτρα, βάρος, χωρίς να είναι φέρει κόσμο, 28.500 κιλά και αποτελείται από δύο τμήματα διαχωριζόμενα από την ενδιάμεση "φυσούνα", έχοντας ελάχιστους επιβάτες, όχι περισσότερους από πέντε (5), ενόψει του ότι πλησίαζε στο τέρμα της διαδρομής του, αφού πραγματοποιούσε το δρομολόγιο με αριθμό 5 (...), κινούνταν στην ίδια οδό ..., στο αντίθετο, όμως, ρεύμα πορείας, ερχόμενο από την κατεύθυνση της οδού ..., έχοντας καταλάβει το δεξιό, ως προς την πορεία του, τμήμα του οδοστρώματος και βαίνοντας παράλληλα με το πεζοδρόμιο.

Ενώ το αστικό αρθρωτό λεωφορείο κινείτο στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού, παραλλήλως των εγκαταστάσεων του Εθνικού ... και του έμπροσθεν αυτών υπάρχοντας πεζοδρομίου και πριν να φθάσει στο ύψος της πύλης εισόδου - εξόδου αυτών (εγκαταστάσεων) και στο πέρας της προαναφερθείσας, κείμενης στα αριστερά του, διασταύρωσης της επίμαχης οδού με την κάθετη οδό ...

ο οδηγός του αντιλήφθηκε το όχημα της Ε.Δ., το οποίο έχει μήκος 4,48 μέτρα, πλάτος 1,73 μέτρα, ύψος 1,42 μέτρα και βάρος 1.415 κιλά, να κινείται εξερχόμενο από την προπεριγραφείσα στροφή και έχοντας καταλάβει τμήμα του δικού του (του λεωφορείου) ρεύματος πορείας. Βλέποντας την παντελώς ανέλεγκτη κίνηση του επιβατικού οχήματος, η οδηγός του οποίου δεν διατηρούσε τον έλεγχό του, ενόψει της ταχύτητάς της και της επικίνδυνης στροφής από την οποία είχε διέλθει, ο οδηγός του αστικού αρθρωτού λεωφορείου επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, κινούμενος προς το απώτατο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του, προς την πύλη εισόδου - εξόδου των εγκαταστάσεων του Εθνικού ..., χωρίς, όμως, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, αλλά και της ανυπαρξίας οποιοσδήποτε αντίδρασης της οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου, να αποφευχθεί η σύγκρουση.

Αποτέλεσμα αυτών ήταν το επιβατικό αυτοκίνητο, κινούμενο με τη μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, τουλάχιστον, των 70 χλμ/ώρα, η οποία υπερέβαινε, τουλάχιστον, κατά 30χλμ/ώρα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 40 χλμ/ώρα, διανύοντας μεν την κλειστή, ως προς αυτό, δεξιά στροφή, καταλαμβάνοντας, όμως, τμήμα του αντίθετου ως προς αυτό ρεύματος πορείας, να συγκρουστεί με το αντιθέτως κινούμενο λεωφορείο εντός του ρεύματος πορείας του τελευταίου, με το σημείο σύγκρουσης να εντοπίζεται σε μικρή απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή.

Η άνω απόσταση δεν καταγράφεται στο συνταχθέν από την Τροχαία πρόχειρο σχεδιάγραμμα, αλλά ο πραγματογνώμονας Χ. Γ. υπολογίζει αυτήν σε μήκος 1,30 μέτρων. Ειδικότερα, το επιβατικό όχημα επέπεσε με μεγάλη σφοδρότητα με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του λεωφορείου, στο ύψος του προφυλακτήρα και των άνωθεν αυτού φώτων, χτυπώντας και στο προστατευτικό πλαίσιο του εμπρόσθιου παραθύρου (παρμπρίζ) του λεωφορείου προκαλώντας τη θραύση του στο ακριβώς άνωθεν αριστερό του τμήμα, Ακολούθως, εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης, το επιβατικό όχημα, που υπέστη ισχυρότατες στρεβλώσεις στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του και υποχώρηση των αντίστοιχων μηχανικών τμημάτων της πλευράς αυτής, προσέκρουσε, ενόψει και της δεξιάς κίνησης του οδηγού του λεωφορείου, στην πλάγια εμπρόσθια αριστερή πλευρά του τελευταίου, εξ ου και υπάρχουν και εκεί ίχνη πρόσκρουσης μέχρι τον πρώτο αριστερό τροχό του λεωφορείου και μέχρι το ύψος της πόρτας του οδηγού του (ενόψει του χαμηλού ύψους του επιβατικού και του υψηλού ύψους του λεωφορείου), εν συνεχεία περιστράφηκε γύρω από τον άξονά του, έσπασε ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός του, εξετράπη προς τα πίσω και διαγώνια συρόμενο, καταλείποντας για τους λόγους αυτούς χαραγές επί του οδοστρώματος, συνολικού μήκους επτά (7) μέτρων και, εν τέλει, κατέληξε σε διαγώνια θέση μεταξύ του δεξιού άκρου του δικού του ρεύματος πορείας, με το εμπρόσθιο τμήμα του να βρίσκεται επί του οδοστρώματος με φορά προς το αντίθετο ρεύμα πορείας και του μετά από αυτό οικοπεδικού ακάλυπτου χώρου, σε ελάχιστη απόσταση από το σημείο της διασταύρωσης της επίμαχης οδού ...

με την κάθετη οδό ... .....Το αστικό λεωφορείο ακινητοποιήθηκε στο ύψος της πύλης εισόδου - εξόδου των εγκαταστάσεων του Εθνικού ..., με το εμπρόσθιο δεξιό του μέρος να έχει καταλάβει σχεδόν τον εξωτερικό της χώρο και να βρίσκεται σε απόσταση περί τα πενήντα (50) εκατοστά του μέτρου από το πεζοδρόμιο που, όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει παραπλεύρως του ρεύματος πορείας του, στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού και τελειώνει στο ύψος της άνω πύλης, έχοντας ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός του προσκολληθεί στην προς το οδόστρωμα άκρη του πεζοδρομίου, ενώ, το οπίσθιο τμήμα του, το μετά τη φυσούνα δηλαδή, ακινητοποιήθηκε ευθυγραμμισμένο, πάντα εντός του ρεύματος πορείας του και παράλληλα της διπλής διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής.

Η θέση που ακινητοποιήθηκε το αστικό λεωφορείο, το οποίο μεταφέρθηκε από τον τόπο του ατυχήματος πολύ αργότερα του συμβάντος, με τη συνδρομή των οχημάτων εφόδου του "...", ενώ, η λεωφορειακή γραμμή No 5 παρέμεινε σε εκτροπή μέχρι την 13:36:00 ......καταδεικνύεται με πλήρη σαφήνεια από τις ληφθείσες φωτογραφίες τόσο του τόπου του ατυχήματος όσο και των συγκρουσθέντων οχημάτων, από τον εξετασθέντα πρωτοδίκως μάρτυρα του "...", Α.Κ., προϊστάμενο του τμήματος ατυχημάτων αυτού, που μετέβη άμεσα στον τόπο του ατυχήματος, τις οποίες αποδέχονται όλοι οι διάδικοι.

Οι εν λόγω δε φωτογραφίες λήφθηκαν άμεσα μετά το ατύχημα, αφού, πλην των δυο οχημάτων, απεικονίζονται το όχημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας που εκλήθη για να απεγκλωβίσει την οδηγό του επιβατικού αυτοκινήτου, πράγμα που έπραξε κόβοντας τον ουρανό του οχήματος (η οδηγός, ενόψει των έντονων στρεβλώσεων στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα και την υποχώρηση των αντίστοιχων μηχανικών τμημάτων του αυτοκινήτου της, εγκλωβίστηκε στη θέση του οδηγού), τα οχήματα εφόδου του "..." και διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και αστυνομικοί της επιληφθείσας Τροχαίας.

Από την τελική αυτή θέση του λεωφορείου, που δεν δύναται να αμφισβητηθεί (ουδείς μπορεί να υποστηρίξει, ενόψει του μεγάλου όγκου και μήκους του λεωφορείου, ότι αυτό, μετά τη σύγκρουση, ακινητοποιήθηκε σε άλλη θέση και μεταφέρθηκε μεταγενέστερα στη θέση που απεικονίζεται στις φωτογραφίες) και αποτυπώνεται με μεγάλη πιστότητα και στο άνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα, προκύπτει με πλήρη σαφήνεια ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα ενώ το λεωφορείο κινείτο ακόμη στο ευθύγραμμο τμήμα της επίμαχης οδού ..., πριν να διαβεί εξ ολοκλήρου τις εγκαταστάσεις του Εθνικού Γυμναστηρίου και την πύλη εισόδου - εξόδου αυτών, πριν, δηλαδή, από αυτήν, στο ύψος της οδού, περί το πέρας της διασταύρωσής της, στο αντίθετο ρεύμα της, με την οδό ...

έχοντας φθάσει το επιβατικό αυτοκίνητο στην έξοδο από τη δεξιά στροφή που υπήρχε προηγουμένως στην πορεία του και προσεγγίζοντας το ευθύγραμμο τμήμα της οδού. Κυρίως, όμως, καταδεικνύεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα και εξελίχθηκε χωρίς το αστικό λεωφορείο να έχει προσεγγίσει καν στην είσοδο της επικείμενης, αριστερής, ως προς την πορεία του, στροφής, αφού, όπως ήδη λέχθηκε, η έναρξη αυτής βρίσκεται μετά την πύλη εισόδου - εξόδου των εγκαταστάσεων του Εθνικού ...

και έμπροσθεν του παραπλεύρως κείμενου αύλιου ασφαλτοστρωμένου χώρου, πολύ δε περισσότερο να έχει προσεγγίσει το καμπύλο τμήμα αυτής, που κείται ακόμη μακρύτερα και δη, έμπροσθεν του χώρου του τέρματος των αστικών λεωφορείων. Επιβεβαιώνεται πλήρως, επομένως, τόσο ο οδηγός του αστικού λεωφορείου (και εκκαλών - εφεσίβλητος) που, ως κατηγορούμενος για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια στη διεξαχθείσα, ενώπιον του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...ς, στις 27.03.2019, ποινική δίκη (κατηγορία για την οποία αθωώθηκε με την 2881/2019 απόφαση του άνω ποινικού Δικαστηρίου) κατέθεσε ότι το δικό του όχημα δεν εισήλθε, προ της σύγκρουσης, στην επίμαχη αριστερή, ως προς την πορεία του, στροφή (κατέθεσε επί λέξει "δεν μπήκα στη στροφή, έγινε πριν τη στροφή, κόντεψα"), όσο και ο ανωτέρω μάρτυρας Α.Κ., που υποστήριξε ακλόνητα, καθ' όλη την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι το αστικό λεωφορείο, που κατευθυνόταν προς τον τερματικό σταθμό της ..., ο οποίος, όπως λέχθηκε, βρίσκεται σε μικρή απόσταση και δεξιά της πορείας του, στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν είχε πρόθεση να διασχίσει όλη τη στροφή (κατέθεσε σχετικά "το λεωφορείο κατευθυνόταν προς το τέρμα της ..., δηλαδή, από το κέντρο της πόλεως πήγαινε προς το τέρμα της ...), κατά τη στιγμή της σύγκρουσης με το αντιθέτως κινούμενο επιβατικό όχημα, δεν είχε εισέλθει καν στην αριστερή στροφή, αλλά προσέγγιζε προς αυτήν, κινούμενο ακόμη στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού ...

και πριν την πύλη εισόδου - εξόδου στις εγκαταστάσεις του Εθνικού .... Ακριβώς στο συγκεκριμένο ύψος της οδού τοποθετεί και η Τροχαία, στο συνταχθέν, από 28.06.2013, σχεδιάγραμμα, το σημείο σύγκρουσης (με την ένδειξη "Σ"), χωρίς να ταυτίζει το σημείο αυτό με την τελική θέση του αστικού λεωφορείου, όπως αβάσιμα επιχειρούν να υποστηρίξουν η Ε.

Δ. και η ασφαλιστική εταιρεία του οχήματος της. Και τούτο διότι το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τη μεν τελική θέση του λεωφορείου τοποθετεί με το εμπρόσθιο τμήμα του να βρίσκεται μετά το πέρας του πεζοδρομίου, στον παρακείμενο χώρο της πύλης εισόδου - εξόδου των εγκαταστάσεων του Γυμναστηρίου, το δε σημείο σύγκρουσης το τοποθετεί χωρικά προγενέστερα, στο ύψος περίπου της νοητής ευθείας που εκκινεί από την αριστερή άκρη του τέλους του πεζοδρομίου, πριν την άνω πύλη και στο ύψος της νοητής ευθείας που εκκινεί από την αντίθετη πλευρά από το ύψος του πέρατος της πολλαπλώς αναφερθείσας συμβολής στην επίμαχη οδό της κάθετης οδού ....

Επιβεβαιώνεται, επομένως, πλήρως ο ίδιος άνω μάρτυρας, που έχει προσωπική γνώση των θέσεων των οχημάτων και των ιχνών που κατέλειπαν κατά τη σύγκρουση, ότι το λεωφορείο, μετά τη σύγκρουση και πριν ακινητοποιηθεί στην τελική του θέση, διάνυσε μικρή απόσταση 3 έως 5 μέτρων. Το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης δεν βρίσκεται εντός του ρεύματος πορείας της Ε.Δ., όπως η ίδια υποστηρίζει, ούτε στο μέσον του οδοστρώματος, όπως δέχθηκαν οι εκκαλούμενες αποφάσεις, αλλά εντός του ρεύματος πορείας του αστικού λεωφορείου, όπως υποστηρίζουν ο οδηγός αυτού και ο έχων την κυριότητά του "...", καταδεικνύεται από τα ακόλουθα στοιχεία: 1) εντός του ρεύματος αυτού και μέχρι το σημείο της δεύτ...ς ρόδας της αριστερής πλευράς του αστικού λεωφορείου βρίσκεται η απόλυτη πλειοψηφία των θραυσμάτων γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων των συγκρουσθέντων οχημάτων, 2) εντός του ρεύματος αυτού εκκινούν οι δύο (διπλές παράλληλες) χαραγές, μήκους επτά (7) μέτρων, που προκλήθηκαν στο οδόστρωμα αποκλειστικά από το επιβατικό αυτοκίνητο, μετά τη θραύση του ελαστικού του αριστερού τροχού του και το σύρσιμό του, διαγωνίως και με οπίσθια φορά, στο αρχικό ρεύμα πορείας του.

Οι δύο παράλληλες χαραγές, ξεκινώντας από εκεί, ακολουθούν διαγώνια οπίσθια πορεία και εισέρχονται εντός του ρεύματος πορείας του επιβατικού, πορεία που εξηγείται καθόσον, το άνω όχημα, αφού προσέκρουσε και στην πλάγια εμπρόσθια αριστερή πλευρά του λεωφορείου, κινήθηκε διαγώνια και προς τα πίσω, επιστρέφοντας συρόμενο στο δικό του ρεύμα πορείας.

Αποτέλεσμα δε αυτής της πορείας του, αλλά και των ενεργειών απεγκλωβισμού της οδηγού, είναι η ύπαρξη ορισμένων εκ των θραυσμάτων εντός του ρεύματος πορείας του επιβατικού αυτοκινήτου και 3) εντός του ρεύματος αυτού και μέχρι τη δεύτ... ρόδα της αριστερής πλευράς του αστικού λεωφορείου εντοπίζεται το αρχικό σημείο των υγρών (λαδιών, νερού), που χύθηκαν από το επιβατικό όχημα (το αστικό λεωφορείο δεν αποδείχθηκε ότι προσβλήθηκε σε μηχανικά μέρη έτσι ώστε να χυθούν και από αυτό υγρά), τα οποία διέρρευσαν πέριξ της διαχωριστικής γραμμής και εντός του ρεύματος πορείας του, αλλά χύθηκαν και εντός αυτού, λόγω της μετά τη σύγκρουση διαγώνιας, οπίσθιας πορείας που το όχημα αυτό διένυσε επιστρέφοντας στο δικό του ρεύμα πορείας, οπότε συνέχισαν να καταπίπτουν λάδια και υγρά.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις ίδιες ως άνω φωτογραφίες, που καταδεικνύουν το οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας του αστικού λεωφορείου να κατακλύζεται από τα καταληφθέντα ίχνη και από αυτό να εκκινούν οι δύο χαραγές, επιβεβαιώνονται απόλυτα από τον έχοντα προσωπική γνώση της κατάστασης της οδού και των οχημάτων αμέσως μετά τη σύγκρουση εξετασθέντα μάρτυρα Α.

Κ. και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Χ.Γ.. Συνακόλουθα, η επιληφθείσα του ατυχήματος Τροχαία ορθά σημείωσε το σημείο σύγκρουσης εντός του ρεύματος πορείας του αστικού λεωφορείου, οπότε απορριπτέος είναι ο αντίθετος αβάσιμος ισχυρισμός της Ε. Δ. και της ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου επιβατικού οχήματος.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι η Ε.Δ. κινούνταν με την αυξημένη ταχύτητα των 70 χλμ./ώρα, χωρίς να έχει διακόψει την πορεία της προ της πινακίδας ΣΤΟΠ που υπάρχει στο σημείο εξόδου της από τον μονόδρομο της οδού ..., επιβεβαιώνεται από το στοιχείο ότι με αυτήν την ταχύτητα και όχι με μικρότ... θα μπορούσε να διανύσει την απόσταση των 120 μέτρων περίπου από το άνω σημείο μέχρι το σημείο της σύγκρουσης (η ίδια στην, από 19.03.2014, προανακριτική της κατάθεση υπολογίζει ότι διένυσε απόσταση 100 μέτρα), ενώ, ο ισχυρισμός της ότι έβαινε με ταχύτητα περί τα 40 χλμ./ώρα αναιρείται από τη φωτογραφία του πίνακα οργάνων του αυτοκινήτου της μετά την ακινητοποίησή του, όπου ο δείκτης του μετρητή ταχύτητας έχει σταματήσει στα τα 50 χλμ./ώρα και όχι στα 48 χλμ./ώρα, όπως υποστηρίζει στην έκθεσή του ο Γ.Τ., εξάγοντας το συμπέρασμά του στηριζόμενος αποκλειστικά στην ίδια φωτογραφία (επισημαίνεται ότι η άνω διάδικος, εξεταζόμενη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του προαναφερθέντος ποινικού δικαστηρίου, συνέχισε να υποστηρίζει ότι κινούνταν με την ταχύτητα των 40 χλμ./ώρα και αρνήθηκε ότι η άνω φωτογραφία απεικονίζει το κοντέρ του αυτοκινήτου της) και το στροφόμετρο έχει σταματήσει στις 6.500 στροφές.

Η αυξημένη της ταχύτητα επιβεβαιώνεται ακόμη από την ίδια τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, την έκταση των ζημιών του αυτοκινήτου της, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς και τη συμπεριφορά του σχήματός της μετά τη σύγκρουση, ενώ, περί της κίνησης αυτού με ταχύτητα τουλάχιστον ανερχόμενη περί τα 70 χλμ./ώρα κατέθεσε ο ίδιος μάρτυρας Α.Κ..

Εξάλλου, στην υπ' αριθ. 209050/12.11.2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, ο Χ.Γ. υπολογίζει την ταχύτητα του επιβατικού αυτοκινήτου, με βάση τις εκτεταμένες βλάβες και τις στρεβλώσεις του, αλλά και το σύρσιμό του επί επτά (7) μέτρα, αρχικά σε 81,34 χλμ./ώρα και, εν τέλει, στη σελίδα 14 της έκθεσης, σε 75 χλμ./ώρα. Πρέπει δε στο σημείο αυτό να παρατηρηθεί ότι ο προαναφερθείς, διορισθείς εκ μέρους της παθούσας Ε.

Δ. πραγματογνώμονας, Χ.Τ., αρκείται να ομιλεί περί ταχύτητας 48 χλμ./ώρα με βάση μόνο τη ληφθείσα, εκ μέρους του άνω μάρτυρα Α.Κ., φωτογραφία του κοντέρ (την οποία επομένως αποδέχεται ως αληθινή σε αντίθεση με την εντολέα του), χωρίς να υπολογίζει την ταχύτητα της εντολέως του με βάση τα αντικειμενικά ευρήματα (πχ την ταχύτητα που προκύπτει από τις παραμορφώσεις που υπέστη το αυτοκίνητό της ή από τη μετά τη σύγκρουση συμπεριφορά του και το σύρσιμό του μέχρι την ακινητοποίησή του).

Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια της Ε. Δ., η οποία δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος (άρθρο 330 ΑΚ).

Ειδικότερα, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή της (παράβαση του άρθρου 12 του ΚΟΚ - Ν 2696/1999), αλλά, αντίθετα, έπραττε τούτο δίχως να έχει τον πλήρη έλεγχο του σχήματός της, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παράβαση άρθρου 19 §1 του ΚΟΚ), όπως είχε υποχρέωση, αναπτύσσοντας ταχύτητα υπέρτ...

τόσο του προβλεπόμενου ανωτάτου ορίου ταχύτητας, όσο και αυτής που επέβαλαν οι περιστάσεις, ενόψει της ύπαρξης στην πορεία της επικίνδυνης δεξιάς στροφής που επισημαινόταν με πινακίδα (Κ-1δ) και της ύπαρξης διπλής διαχωριστικής γραμμής (την οποία, κατά τα ήδη λεχθέντα, απαγορεύεται στους οδηγούς των οχημάτων να υπερβαίνουν, υποχρεούμενοι, αντίθετα, να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής όταν η διαγράμμιση διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις όπως, εν προκειμένω).

Εξαιτίας της άνω αμελούς οδικής συμπεριφοράς της, κατά τη διέλευση του σχήματός της και την έξοδό του από την επικίνδυνη, κλειστή δεξιά στροφή, την οποία, λόγω της αφηρημένης και αδέξιας οδήγησης, δεν πραγματοποίησε, κατά το δυνατόν, κλειστά (κινούμενη εντελώς δεξιά αυτής) και με ανάλογη, για την επικινδυνότητά της, ταχύτητα, κατώτ..., σε κάθε περίπτωση, του προβλεπόμενου ανωτάτου ορίου, υπερέβη τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας καταλαμβάνοντας μέρος του οδοστρώματος που προορίζεται για την αντίθετη, με την κατεύθυνσή της, κυκλοφορία (παράβαση άρθρου 16 §4 του ΚΟΚ), με συνέπεια να επιπέσει με σφοδρότητα, συνάδουσα με την αυξημένη ταχύτητά της, επί του αστικού αρθρωτού λεωφορείου, που κινείτο εντός του ρεύματος πορείας του, στο ευθύγραμμο τμήμα της επίμαχης οδού ..., χωρίς καν να έχει εισέλθει στην αριστερή, ως προς την πορεία του, στροφή.

Ο οδηγός του, Κ.Κ., καίτοι αιφνιδιάστηκε από την ανέλεγκτη κίνηση της άλλης οδηγού, πραγματοποίησε, προκειμένου να αποφύγει μεγαλύτ...ς έκτασης και περισσότερο μετωπική σύγκρουση, ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, κινούμενος μέχρι το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, πλησιάζοντας με το εμπρόσθιο τμήμα του λεωφορείου, σε μηδαμινή απόσταση το εκεί υπάρχον πεζοδρόμιο και ακινητοποιώντας, σε ελάχιστα μέτρα, το μακρύ όχημά του, ελιγμό που ευχερώς μπορούσε να πράξει ενόψει του ότι μετέφερε ελάχιστους επιβάτες.

Σε σχέση δε με την ταχύτητα του τελευταίου, πρέπει να επισημανθεί ότι η ταχύτητα των αστικών λεωφορείων του "...", σε όλη την τροχιά που ακολουθούν κατά την εκτέλεση ενός δρομολογίου, καταγράφεται από την τηλεματική υπηρεσία του Οργανισμού με στίγματα κίνησης που δίνονται (με τη χρήση GPS) ανά 20 δευτερόλεπτα.

Όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο του οικείου, από 28.06.2013, εγγράφου της τηλεματικής υπηρεσίας του "Ο.Α.Σ.Θ.", που αφορά το συγκεκριμένο δρομολόγιο του αστικού λεωφορείου, κατά την κίνησή του, ήδη, από την οδό ..., μέχρι και την ακινητοποίησή του επί της οδού ..... το λεωφορείο εισήλθε στην οδό ... στις 11:40:52, με ταχύτητα 22 χλμ/ώρα, κινήθηκε επί αυτής στις 11:41:00, με ταχύτητα 33 χλμ/ώρα, εισήλθε στρίβοντας στην επίμαχη οδό ...

στις 11:41:14, με ταχύτητα 11 χλμ./ώρα και κινούμενο στο ευθύγραμμο τμήμα αυτής, πριν το σημείο σύγκρουσης, έβαινε στις 11:41:36, με ταχύτητα 47 χλμ./ώρα, στη θέση δε όπου ακινητοποιήθηκε μετά τη σύγκρουση στις 11:41:56, η ταχύτητά του μηδενίστηκε και έκτοτε παρέμεινε μηδενική. Μεταξύ αυτών των σημείων του ευθύγραμμου τμήματος της επίμαχης οδού ..., αυτού, δηλαδή, που το λεωφορείο βρισκόταν στις 11:41:36 και κινείτο με ταχύτητα 47 χλμ./ώρα και αυτού που ακινητοποιήθηκε στις 11:41:56, με μηδενική πλέον ταχύτητα, μεσολάβησε μία απόσταση την οποία η ίδια τηλεματική υπηρεσία υπολογίζει σε 120 μέτρα.

Λαμβάνοντας υπόψη και το στοιχείο της ταχύτητας του λεωφορείου, δεχόμενο το Δικαστήριο ότι διατηρεί την ταχύτητα των 47 χλμ./ώρα, που έχει στις 11:41:36, καθώς διασχίζει το ευθύγραμμο τμήμα της οδού ... μέχρι και το σημείο σύγκρουσης (ενόψει αυτού του στοιχείου καταρρίπτεται ο ισχυρισμός της Ε. Δ. περί υπερβολικής και σημαντικά ανώτ...ς του ανωτάτου ορίου ταχύτητας του λεωφορείου, την οποία, καταθέτοντας ως πολιτικώς ενάγουσα στην άνω ποινική δίκη, προσδιορίζει σε 50-60 χλμ./ώρα), δεν αποδεικνύεται αμελής συμπεριφορά του οδηγού του αστικού λεωφορείου, η οποία να δύναται να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ενόψει και της νομικής παραδοχής που εκτίθεται στην ανωτέρω, υπό στοιχείο IV, μείζονα σκέψη, ότι η παράβαση διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν, 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αφού θα πρέπει η παράβαση να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευσή του.

Και τούτο διότι ο οδηγός του λεωφορείου κινείτο στο ρεύμα πορείας του, αριστερά της διπλής διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής, έχοντας την προσοχή του τεταμένη και διατηρώντας τον έλεγχο του οχήματος του, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, στη θέα της ανέλεγκτης κίνησης του επιβατικού αυτοκινήτου, καθ' υπέρβαση της διαχωριστικής γραμμής και καταλαμβάνοντας ικανό τμήμα του δικού του ρεύματος πορείας, διενήργησε αμέσως ορθό αποφευκτικό, της επικείμενης σύγκρουσης, ελιγμό προς τα δεξιά, κατορθώνοντας να οδηγήσει το λεωφορείο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, σε σχεδόν άμεση επαφή με την άκρη του πεζοδρομίου και να ακινητοποιήσει το ογκώδες όχημά του μετά από ελάχιστα μέτρα, αποφεύγοντας έτσι μία μεγαλύτ...ς έκτασης μετωπική σύγκρουση.

Εξάλλου, η οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου ουδόλως αντέδρασε στη θέα του λεωφορείου είτε με τροχοπέδηση είτε με διενέργεια δεξιού, ως προς την πορεία της, ελιγμού, προκειμένου να επαναφέρει το όχημά της καθ' ολοκληρίαν στο ρεύμα πορείας του, όπως ευχερώς θα μπορούσε να πράξει, αφενός, λόγω του καταφανώς μικρότερου όγκου και μεγέθους του σε σχέση με το λεωφορείο και, ως εκ τούτου, της δυνατότητάς του πραγματοποίησης ευχερέστερα αποφευκτικών ελιγμών, αφετέρου, εφόσον δεν κινούνταν με την άνω αυξημένη για τις περιστάσεις και κατά πολύ υπέρτ...

του ανωτάτου ορίου ταχύτητα των 70 χλμ./ώρα, καθώς και αν είχε τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και διατηρούσε τον έλεγχο του οχήματος της, αντίθετα, συνεχίζοντας την αμελή συμπεριφορά της ως οδηγός επέπεσε με σφοδρότητα στην αριστερή εμπρόσθια γωνία του αστικού λεωφορείου. Η άνω συμπεριφορά της Ε.Δ., όπως αυτή περιγράφηκε, η εγγύτατη απόσταση του ζημιογόνου επιβατικού αυτοκινήτου της από το λεωφορείο και η μη διενέργεια οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού από αυτήν ήταν οι παράγοντες που συνέβαλαν αποκλειστικά στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ενώ, η υπέρβαση από το αστικό λεωφορείο του ανώτατου ορίου ταχύτητας μόλις κατά 7 χλμ./ώρα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο, υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα, δεν θα αποτρέπονταν ακόμα και αν δεν υπήρχε αυτή η αμελητέα υπέρβαση.

Η Ε.Δ. και η ασφαλιστική της εταιρεία (ως εναγόμενη η τελευταία στην αγωγή του "....") επιχειρούν να θεμελιώσουν μία άλλη εκδοχή του ένδικου συμβάντος, τόσο κατά την έναρξή του όσο και κατά την εξέλιξη του. Ειδικότερα, αμφισβητώντας το σημείο σύγκρουσης όπως το τοποθετεί η Τροχαία στο σχεδιάγραμμά της και υποστηρίζοντας ότι το ταυτίζει με την τελική θέση του λεωφορείου (πράγμα αβάσιμο κατά τα ήδη λεχθέντα), ισχυρίζονται, κυρίως, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ακολούθως και με τα δικόγραφά τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το ατύχημα συνέβη όχι στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού ..., αλλά σε διαφορετικό σημείο της οδού, επικαλούμενοι ότι η σύγκρουση των οχημάτων έλαβε χώρα ενώ το αστικό λεωφορείο είχε ήδη εισέλθει στην αριστερή, κατά την πορεία του, στροφή και την διένυε με μεγάλη ταχύτητα, κινούμενο προς το μέσον της οδού ("παίρνει κλειστά", δηλαδή, τη στροφή λόγω της ταχύτητάς του), υπερβαίνοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή, με το εμπρόσθιο τμήμα του να εισέρχεται διαγωνίως εντός του ρεύματος πορείας του επιβατικού αυτοκινήτου, που κινείτο με ταχύτητα 40 χλμ./ώρα και έτσι επήλθε η σύγκρουση εντός αυτού του ρεύματος πορείας.

Ακολούθως, θέλοντας να δικαιολογήσουν την τελική θέση του λεωφορείου, που αδιάψευστα αποδεικνύεται από τις φωτογραφίες, την ύπαρξη της απόλυτης πλειοψηφίας των θραυσμάτων εντός του ρεύματος πορείας του λεωφορείου, την έναρξη εκεί των δύο παράλληλων χαραγών επί του οδοστρώματος που άφησε το επιβατικό αυτοκίνητο μετά τη θραύση του ελαστικού του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του και την οπίσθια και διαγώνια κίνησή του και την πτώση εκεί των υγρών από αυτό, υποστηρίζουν ότι, αφού η πρώτη επαφή των οχημάτων έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του επιβατικού αυτοκινήτου στο σημείο που υποστηρίζουν, αυτό εγκλωβίστηκε κάτωθεν της αριστερής εμπρόσθιας γωνίας του λεωφορείου και κατά τον ελιγμό που πραγματοποίησε ο οδηγός του λεωφορείου προς τα δεξιά, για να επανέλθει στο δικό του ρεύμα πορείας, έσυρε μαζί το επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο, εν συνεχεία, απεγκλωβίστηκε και, αφού προσέκρουσε εκ νέου στο εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό τμήμα, περιστράφηκε περί τον άξονά του και εκτινάχθηκε, εν τέλει, στο άκρο δεξιό του αρχικού του ρεύματος πορείας.

Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Αρχικά, η Ε.Δ. στην αγωγή της περιγράφει ως ακολούθως το ατύχημα: 1) Ότι, η ίδια με το όχημά της προσέγγισε στο ύψος της οδού ..., όπου αριστερά, σε σχέση με την πορεία της, βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του Εθνικού ... και δεξιά, σε σχέση με την πορεία της, και έναντι της πύλης των εγκαταστάσεων συμβάλλει επί της άνω οδού κάθετα η οδός ... 2) Ότι, η δεξιά σε σχέση με την πορεία της, απότομη και κλειστή, στροφή, που ξεκινά από το σημείο της διασταύρωσης της οδού ..., από την οποία ερχόταν, με την οδό ..., ολοκληρώνεται στο ύψος των άνω εγκαταστάσεων και της κάθετης διασταύρωσης της οδού ...

με την οδό ... 3) Ότι, καθώς το αυτοκίνητό της "ολοκλήρωνε τη διέλευσή του" από την άνω στροφή και "προσέγγιζε προς το ευθύ τμήμα της οδού ..., το δε ογκώδες αστικό λεωφορείο του ... προσέγγιζε στην είσοδο της εν λόγω αριστερής, κατά την πορεία του, στροφής και επίκειτο τοιουτοτρόπως η παράπλευρη διέλευση των δύο αντιρρόπως κινούμενων οχημάτων", ο οδηγός του από αμέλεια "προσέδωσε στο όχημα που οδηγούσε υπερβολική και σημαντικά ανώτ...

του επιτρεπομένου ορίου των 40 Χ/Ω ταχύτητα, με αποτέλεσμα, κατά τον χρόνο της εισόδου του στην προπεριγραφείσα αριστερή στροφή, να πραγματοποιήσει αυτήν πολύ "κλειστή" και να εισέλθει, δια του εμπρόσθιου τμήμα του αρθρωτού λεωφορείου που οδηγούσε, εντός του ΑΝΤΙΘΕΤΟΥ ρεύματος" και μάλιστα, σε βάθος 1,5 περίπου μέτρων, οπότε επήλθε "η σύγκρουση της εμπρόσθιας αριστερής γωνίας του λεωφορείου επί της αριστερής μετωπικής και πλάγιας εμπρόσθιας πλευράς του αυτοκινήτου μου, το οποίο εγκλωβίστηκε στο κάτω τμήμα του λεωφορείου, λαβούσης της συγκρούσεως χώρα εντός του προς οδό ...

άγοντος ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ...", όπου αυτή κινούνταν. Ακολούθως, αναφέρει τα όσα προαναφέρθηκαν για τον απεγκλωβισμό του αυτοκινήτου της, την μετέπειτα πορεία του και την τελική του κατάληξη και για την τελική θέση του λεωφορείου αναφέρει ότι αυτό "ακινητοποιήθηκε στο άκρο δεξιό του αρχικού ρεύματος πορείας του(προς την οδό ...

άγοντος), έχοντος του εμπρόσθιου τμήματός του φορά ελαφρώς διαγώνια προς τα δεξιά, προς την πύλη του ανωτέρω γυμναστηρίου". Με τις άνω αγωγικές αναφορές της παραδέχεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ύψος της οδού ..., όπου από τη μία πλευρά βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του Εθνικού Γυμναστηρίου και η πύλη εισόδου- εξόδου προς αυτές και από την άλλη πλευρά η διασταύρωση της οδού με την κάθετη οδό ....

Αυτό το σημείο όμως, όπως προκύπτει ακόμη και από την αεροφωτογραφία που η ίδια προσκομίζει με επίκληση (όπως έπραξε και πρωτοδίκως) και ενσωματώνεται, ως φωτογραφία 3 στη σελίδα 8, στην, από 12.12.2015, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την ίδια πραγματογνώμονα Χ. Τ., από τη δορυφορική φωτογραφία που ενσωματώνεται, ως φωτογραφία 2, στη σελίδα 8 της πραγματογνωμοσύνης του Χ.

Γ., και τις λοιπές φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, κείται στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού ... που βαίνει παράλληλα με τις εγκαταστάσεις του Εθνικού Γυμναστηρίου και συνεχίζει μέχρι και το πέρας της διασταύρωσης της οδού με την κάθετη οδό .... Η ίδια δε διάδικος παραδέχεται ότι, πριν τη σύγκρουση, είχε ολοκληρώσει τη δεξιά προς την πορεία της στροφή και "προσέγγιζε" το ευθύ τμήμα της οδού ..., ενώ, η επιβεβαιωθείσα και από την ίδια τελική θέση του αστικού λεωφορείου, καταδεικνύει με απόλυτη σαφήνεια ότι αυτό ακινητοποιήθηκε με το εμπρόσθιο τμήμα του να βρίσκεται μετά το πέρας του υφιστάμενου, κατά μήκος των άνω εγκαταστάσεων, πεζοδρομίου, επί του οποίου έχει σχεδόν προσκολληθεί ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός του, στον παρακείμενο χώρο της πύλης εισόδου - εξόδου των εγκαταστάσεων του Γυμναστηρίου και με το οπίσθιο, μετά τη φυσούνα, τμήμα του να είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο εντός του ρεύματος πορείας του και παραλλήλως των εγκαταστάσεων του Εθνικού Γυμναστηρίου.

Προδήλως, επομένως αποδεικνύεται ότι, πριν τη σύγκρουση, το αστικό λεωφορείο δεν είχε εισέλθει καν, στην αριστερή, ως προς την πορεία του, στροφή, πολύ περισσότερο δεν είχε προσεγγίσει ούτε διερχόταν από το καμπυλωτό της τμήμα, ενώ, αντιθέτως, το επιβατικό αυτοκίνητο είχε διανύσει (με τη μεγάλη ταχύτητα που προαναφέρθηκε) όλη τη δεξιά, ως προς την πορεία του, στροφή και εξήλθε από αυτήν.

Επιβεβαιώνονται έτσι τα ίδια που υποστήριξε ο οδηγός του αστικού λεωφορείου, τόσο κατά την ποινική προδικασία, στην, από 24.12.2013, ένορκη εξέτασή του, όσο και κατά την κύρια ποινική διαδικασία, ως κατηγορούμενος στην ποινική δίκη ενώπιον του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., καθώς και τα όσα ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ήδη αναφερθείς μάρτυρας Α.

Κ., ο οποίος, απαρέγκλιτα και χωρίς καμία αντίφαση, κατέθεσε ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού ..., αυτού που κείται έμπροσθεν των εγκαταστάσεων του Γυμναστηρίου και ότι το λεωφορείο δεν είχε εισέλθει στην αριστερή στροφή. Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι σε κανένα άλλο σημείο του οδοστρώματος της χ επίμαχης οδού, πλην του σημείου σύγκρουσης όπως αυτό προπεριγράφηκε και ορθά αποτυπώνεται στο συνταχθέν από την Τροχαία σχεδιάγραμμα, δεν υπάρχουν ίχνη (θραύσματα, χαραγές, υγρά) που να καταδεικνύουν ότι εκεί έλαβε χώρα η σύγκρουση των αυτοκινήτων Περαιτέρω, ο διορισθείς από την Ε.

Δ. πραγματογνώμονας Χ.Τ., στην ήδη αναφερθείσα, από 12.12.2015, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, για τη σύνταξη της οποίας, όπως αναγράφει στη σελίδα 2 της έκθεσής του, έλαβε τη σχετική εντολή στις 19.12.2014 (οπότε καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του, κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι μετέβη στον τόπο του ατυχήματος "μερικές μέρες" μετά το συμβάν, τον οποίο επιχειρεί στη συνέχεια να διορθώσει υποστηρίζοντας ότι έπραξε τούτο στα πλαίσια προφορικής εντολής που του είχε δοθεί, χωρίς, όμως, να διευκρινίζει ποιο πρόσωπο του έδωσε την προφορική εντολή, ενόψει του γεγονότος ότι η εντολέας του νοσηλεύθηκε από τις 28.06.2013 έως 30.06.2013 στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στο Γενικό Νοσοκομείο ... "ΑΧΕΠΑ" και ακολούθως, από τις 30.06.2013 έως 16.07.2013, στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Αναισθησιολογίας του ίδιου νοσοκομείου, ούσα υπό καταστολή και μη έχοντας τις αισθήσεις της), επιχειρεί να προσδιορίσει το σημείο σύγκρουσης με την ενσωμάτωση δύο φωτογραφιών, αυτής με αριθμό 1 και αυτής με αριθμό 2, στις σελίδες 6 και 7 της έκθεσής του.

Στις εν λόγω φωτογραφίες, όμως, δεν απεικονίζεται καθόλου το ευθύγραμμο τμήμα της οδού ..., το βαίνον παράλληλα με τις εγκαταστάσεις του Εθνικού Γυμναστηρίου, δεν απεικονίζονται ούτε αυτές ούτε το έναντι αυτών κείμενο σημείο συμβολής στην άνω οδό της κάθετης οδού ... αλλά, αντίθετα, απεικονίζεται η, μετά την πύλη εισόδου - εξόδου στις άνω εγκαταστάσεις, έναρξη της αριστερής στροφής, στο ύψος της έναρξης του αύλιου χώρου, που κείται πριν τον τερματικό σταθμό " των αστικών λεωφορείων, καθώς και το καμπύλο τμήμα της στροφής που βρίσκεται έμπροσθεν του άνω αύλιου χώρου και του χώρου του τερματικού σταθμού.

Η τοποθέτηση εκεί του σημείου σύγκρουσης, που καταρρίπτεται από τα ήδη αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, γίνεται προκειμένου να δοθεί βασιμότητα στη θέση του πραγματογνώμονα (αλλά και της άνω διαδίκου) ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας του επιβατικού της αυτοκινήτου πριν να εξέλθει αυτό από τη δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, στροφή και ενώ το αστικό λεωφορείο έχει όχι μόνο εισέλθει στην αριστερή, ως προς την πορεία του, στροφή, αλλά διέρχεται αυτής, όπως αναφέρει, ως διαπίστωση, στη σελίδα 5 της έκθεσής του.

Αυτή δε η θέση του διατρέχει όλη την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία υποστηρίζει ότι η σύγκρουση των οχημάτων έλαβε χώρα πιο μπροστά κατά την πορεία του επιβατικού αυτοκινήτου, εντός του ρεύματος πορείας όπου αυτό κινείτο, καθώς και ότι η σύγκρουση έγινε στην είσοδο της αριστερής στροφής στην οποία είχε εισέλθει στο λεωφορείο και τη διέσχιζε, χωρίς, όμως, σε κανένα σημείο της κατάθεσής του να προσδιορίζει χωρικά το κατά τον ίδιο ακριβές σημείο σύγκρουσης, αρκούμενος να καταθέτει αορίστως ότι έγινε "πιο μπροστά, πολύ πιο μπροστά", κατά την πορεία του επιβατικού, πριν τις χαραγές που προαναφέρθηκαν και χωρίς να δίδει καμία εξήγηση για το γεγονός ότι σε κανένα άλλο σημείο της οδού, πλην αυτού όπου στις φωτογραφίες απεικονίζονται τα ίχνη της σύγκρουσης (εντός του ρεύματος πορείας του λεωφορείου και παραπλεύρως της αριστερής πλάγιας πλευράς του εμπρόσθιου τμήματός του), δεν απεικονίζονται τέτοια ίχνη.

Εξάλλου, αν πράγματι το σημείο της σύγκρουσης ήταν πριν να ολοκληρώσει το επιβατικό αυτοκίνητο τη διέλευσή του από τη δεξιά, ως προς την πορεία του, στροφή και κατά τη διέλευσή του από αυτήν και εντός του ρεύματος πορείας του, δηλαδή, χωρικά προγενέστερα, σε σχέση με την πορεία ου και χωρικά μεταγενέστερα, σε σχέση με την πορεία του λεωφορείου, αφού αυτό αναγκαστικά θα είχε υπερβεί το ευθύγραμμο τμήμα της οδού ..., θα είχε εισέλθει και θα κινούνταν εντός της αριστερής, ως προς την πορεία του στροφής, τότε, αφού τα υγρά (λάδια, υγρά ψυγείου κλπ) κατέπεσαν, όπως και ο ίδιος ο άνω μάρτυρας - πραγματογνώμονας, παραδέχεται μόνο από το επιβατικό αυτοκίνητο, θα έπρεπε αναγκαίως στο σημείο αυτό και όχι στο σημείο που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, να υπάρχουν τα ίχνη της απώλειας αυτής, στο ίδιο δε σημείο θα έπρεπε να υπάρχουν τα λοιπά ίχνη (θραύσματα και χαραγές) από τη σύγκρουση.

Η αβασιμότητα της εκδοχής αυτής γίνεται περισσότερο έκδηλη όταν αντιπαραβληθεί με την τελική θέση του αστικού λεωφορείου, που, όπως πολλαπλώς ήδη αναφέρθηκε, είναι στο ύψος των εγκαταστάσεων του Εθνικού ... και πριν το ύψος τη πύλης εισόδου - εξόδου σε αυτές, αλλά και του επιβατικού αυτοκινήτου, που, όπως επίσης λέχθηκε, κατέληξε σε ελάχιστη απόσταση από το σημείο της διασταύρωσης της επίμαχης οδού ...

με την κάθετη οδό .... Και τούτο διότι δεν εξηγείται πως "επέστρεψε" το αστικό λεωφορείο προς τα πίσω σε σχέση με την πορεία του, έτσι ώστε να ακινητοποιηθεί το εμπρόσθιο τμήμα του στο προγενέστερο χωρικά σημείο έμπροσθεν της πύλης εισόδου - εξόδου στις εγκαταστάσεις του γυμναστηρίου, ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός του να προσκολληθεί επί του πεζοδρομίου που διακόπτεται προ της πύλης και το οπίσθιο, μετά τη φυσούνα, τμήμα του να ακινητοποιηθεί εντός του ευθύγραμμου τμήματος της οδού, παράλληλα από τη μια πλευρά με τις εγκαταστάσεις του γυμναστηρίου και από την άλλη πλευρά με τη διαχωριστική γραμμή, αλλά και πώς "μετακινήθηκε", στη θέση που κατέληξε, το επιβατικό αυτοκίνητο, αφού αυτό, υπό την ανωτέρω αβάσιμη εκδοχή, θα έπρεπε να έχει ακινητοποιηθεί σε σημείο με μεγαλύτ...

απόσταση από την ανωτέρω διασταύρωση. Δεν θα πρέπει περαιτέρω να διαλάθει της προσοχής ότι ο άνω- πραγματογνώμονας, ενώ επιχειρεί να υποστηρίξει ένα τελείως διαφορετικό σημείο σύγκρουσης των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων και αμφισβητεί, όπως και η εντολέας του, το συνταχθέν από την Τροχαία πρόχειρο σχεδιάγραμμα και δεν προβαίνει στη σύνταξη ενός δικού του σχεδιαγράμματος που θα αποτυπώνει τις κινήσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων από την αρχή της σύγκρουσης μέχρι την κατάληξης της, όπως ευχερώς θα μπορούσε να πράξει ενόψει της ιδιότητάς του.

Τη θέση του άνω πραγματογνώμονα επιχειρεί να υποστηρίξει και η Ε.Δ. όταν καταθέτει ως πολιτικώς ενάγουσα στην προαναφερθείσα ποινική δίκη. Ειδικότερα, αφού αντιφάσκοντας με την αγωγή της, όπου ιστορούσε τον "πλήρη αιφνιδιασμό της" στη θέα "του αντιθέτως κινούμενου και εκτραπέντος στο ρεύμα κυκλοφορίας της" λεωφορείου, καταθέτει ότι, ενώ ήταν εντός της δεξιάς στροφής και είχε ορατότητα, είδε το λεωφορείο του "..." να έχει εκτραπεί στο δικό της ρεύμα πορείας και προσπάθησε να το αποφύγει με ελιγμό προς το δεξιά (καταθέτει "έκοψα δεξιά"), επιχειρώντας έτσι να "μεταφέρει" τη σύγκρουση πριν την έξοδό της από τη δεξιά στροφή, ακολούθως υποστηρίζει ότι το ατύχημα έλαβε χώρα 25 ή 20 μέτρα πριν, προς τη δική της πορεία, από το σημείο όπου τοποθετεί τη σύγκρουση το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας (και αποδέχεται το παρόν Δικαστήριο), καταθέτοντας επί λέξει: "Η θέση του ατυχήματος έγινε 25 μέτρα πιο πίσω", "Η σύγκρουση έγινε 20-25 μέτρα πιο πίσω", χωρίς και αυτή να δίδει καμία πειστική εξήγηση γιατί δεν υπήρξαν, στο έτερο αυτό σημείο, ίχνη της σύγκρουσης, αφού καταθέτει σχετικά "Τα περισσότερα θραύσματα έγιναν όταν με απεγκλώβισαν, δεν ξέρω αν υπάρχουν πιο πίσω".

Η παραδοχή της δε, περί της προέλευσης θραυσμάτων από τον απεγκλωβισμό της επιβεβαιώνει, έτι περαιτέρω, την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ύπαρξη θραυσμάτων και στο αρχικό ρεύμα πορείας της, οφείλεται, εκτός του συρσίματος του αυτοκινήτου επί επτά (7) μέτρα και στο γεγονός ότι στο άκρο δεξιό τμήμα αυτού του ρεύματος, όπου κατέληξε το όχημά της διενεργήθηκε ο απεγκλωβισμός από την πυροσβεστική υπηρεσία.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που αντίθετα με τις παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα της Ε.Δ., ως οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου και του Κ.Κ., ως οδηγού του αστικού αρθρωτού λεωφορείου, προσδιορίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας έκαστου σε 60% και 40%, αντιστοίχως, απορρίπτοντας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της Ε.Δ., που πρόβαλε ο "..." ως ενάγων με την, από 12.07.2014, αγωγή του, αλλά και ως δεύτερος εναγόμενος της, από 19.10.2015, αγωγής της αντιδίκου του, καθώς και ο Κ.Κ.

ως πρώτος εναγόμενος αυτής και έκανε μερικά δεκτή την ένσταση συνυπαιτιότητας του τελευταίου, που η Ε.Δ. και η ασφαλιστική εταιρεία "...." πρόβαλαν ως εναγόμενοι της άνω αγωγής του "...", σε ακολουθία δε αυτής της κρίσης του και της κρίσης του περί μερικής ουσιαστικής βασιμότητας των ασκουμένων αξιώσεων, έκανε μερικά δεκτές ως κατ' ουσία βάσιμες αμφότερες τις αγωγές, το μεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που στην, υπό στοιχείο IV', νομική σκέψη διαλαμβάνονται, το δε πλημμελώς εκτίμησε και αξιολόγησε το προσαχθέν ενώπιον αυτού αποδεικτικό υλικό.

Συνακόλουθα των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο πρώτος (1ος) λόγος της, υπό στοιχείο Β', έφεσης της Ε.Δ., με τον οποίο αυτή παραπονείται πως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφαινόμενο περί της συνυπαιτιότητας των δύο εμπλακέντων οδηγών στην πρόκληση του τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, απέρριψε τον ισχυρισμό της περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αντιδίκου της, Κ.Κ., οδηγού του αστικού λεωφορείου στη συντέλεση αυτού (ατυχήματος).

Μετά ταύτα, αφού σημειωθεί ότι, κατόπιν της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου, παρέλκει ως άνευ αντικειμένου πλέον η, εξέταση όλων των υπόλοιπων θεμάτων, που άγονται ενώπιον αυτού, με τους λοιπούς λόγους της Β' έφεσης (που άπτονται των παραπόνων της εκκαλούσας ως προς το ύψος των επιδικασθέντων σε αυτήν ποσών για τη θετική ζημία της και τη χρηματική ικανοποίησή της λόγω ηθικής βλάβης), πρέπει η τελευταία (Β' έφεση), που άσκησε η Ε.Δ., να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως ουσία αβάσιμη........".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας -εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας στην επέλευση του ατυχήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β ΑΚ και 5 παρ. 8, 16 παρ. 1 του ΚΟΚ (N. 2696/1999) και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν και επομένως ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ειδικότερα: 1) Αναφέρονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της οδού στην οποία έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα ήτοι: α) οδός διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας και με διαγράμμιση αποτελούμενη από διπλή διακεκομμένη γραμμή για το διαχωρισμό των λωρίδων αντίθετης κατεύθυνσης , όπως και το πλάτος του οδοστρώματος ήτοι του μεν ρεύματος πορείας της ενάγουσας 9,50 μέτρα ,του δε αντίθετου ρεύματος στο οποίο κινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του αστικού αρθρωτού λεωφορείου 9 μέτρα , β) η ύπαρξη δεξιάς σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας μεγάλης κλειστής στροφής με πλήρη περιγραφή του σημείου έναρξης , του μήκους αυτής ,του μεγαλύτερου σημείου πλάτους και σημείου τέρματος αυτής και αντίστοιχα η ύπαρξη μεγάλης κλειστής αριστερής σε σχέση με τη πορεία του αστικού αρθρωτού λεωφορείου με οδηγό τον πρώτο αναιρεσίβλητο και ακριβή περιγραφή του σημείου έναρξης αυτής , του μήκους αυτής και του σημείου τέρματος αυτής, γ) ακριβής περιγραφή του ευθύγραμμου τμήματος της ίδιας οδού και του σημείου της μέγιστης καμπυλότητάς της στροφής, 2) παρατίθενται με σαφήνεια οι συνθήκες κυκλοφορίας, ήτοι η ύπαρξη προειδοποιητικών πινακίδων Κ1α και στα δυο ρεύματα κυκλοφορίας για την ύπαρξη της στροφής και ρυθμιστικών πινακίδων Ρ-32 για το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 40 χλμ/ώρα και στα δυο ρεύματα πορείας, 3) περιγράφεται με πλήρη σαφήνεια η οδηγική συμπεριφορά α) της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της, ώστε να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς λαμβάνοντας υπόψη και τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, και η οποία οδηγώντας με ταχύτητα τουλάχιστον 70 χλμ /ώρα εισήλθε στη δεξιόστροφη προς τη πορεία της στροφή και εξήλθε από αυτήν κινούμενη όχι στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας της, αλλά έχοντας υπερβεί με το όχημά της τη διπλή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και καταλαμβάνοντας και μέρος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με σφοδρότητα με το αντιθέτως κινούμενο λεωφορείο και εντός του ρεύματος του τελευταίου και β) του οδηγού του αστικού αρθρωτού λεωφορείου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου , καθώς αυτός, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, δεν είχε εισέλθει στην αριστερή προς την πορεία του στροφή, αλλά προσέγγιζε προς αυτήν κινούμενος στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού και έχοντας καταλάβει το δεξιό ως προς τη πορεία του τμήμα του οδοστρώματος και βαίνοντας παράλληλα με το πεζοδρόμιο (που επίσης ακριβώς περιγράφεται), 4) περιγράφεται το ακριβές σημείο της σύγκρουσης που έλαβε χώρα στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού, ήτοι πριν την έναρξη της αριστερής σε σχέση με την πορεία του λεωφορείου στροφή και αντίστοιχα μετά το τέρμα της δεξιάς σε σχέση με την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου στροφής και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του οδηγού του λεωφορείου, 5) περιγράφεται με ακρίβεια η τελική θέση των εμπλακέντων οχημάτων, το εντός του ρεύματος κυκλοφορίας σημείο εκκίνησης των χαραγών που προκλήθηκαν από το επιβατικό αυτοκίνητο και η κατεύθυνση αυτών , η ύπαρξη εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του λεωφορείου της πλειοψηφίας των θραυσμάτων γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων των συγκρουσθέντων οχημάτων , το αρχικό σημείο υγρών (λαδιών και νερού) που προήρχοντο από το επιβατικό όχημα, καθώς το λεωφορείο δεν υπέστη μηχανική βλάβη.

Από το σύνολο, δε, των επανειλημμένων πλήρων και λεπτομερών παραδοχών, αναφορικά με την οδηγική συμπεριφορά τόσο του οδηγού του αστικού αρθρωτού λεωφορείου, σύμφωνα με τις οποίες αυτός κινείτο εντός του ρεύματος πορείας του στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού, όσο και της οδηγικής συμπεριφοράς της οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου, σύμφωνα με τις οποίες η τελευταία είχε εισέλθει στο αντίθετο σε σχέση με τη πορεία της ρεύμα κυκλοφορίας ,αφού κινούμενη με ταχύτητα τουλάχιστον 70 χλμ /ώρα υπερέβη με το όχημά της τη διπλή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή, σε συνδυασμό με την λεπτομερειακή αντίκρουση των αντίθετων ισχυρισμών της ενάγουσας, προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα το αποδεικτικό πόρισμα περί της αποκλειστικής της υπαιτιότητας, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των ως άνω εφαρμοσθέντων διατάξεων, από την εκ προφανούς παραδρομής αναφορά σε ένα σημείο της απόφασης ότι ο οδηγός του αστικού αρθρωτού λεωφορείου κινείτο αριστερά της διπλής διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ,λόγω της ήττας της, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2022 με αριθμ. καταθ.2124/19-7-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.278/9-2-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ