Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of formal withdrawal of lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the single-member Court of Appeal's judgment regarding overtime compensation. The appellant argued the lower court failed to account for specific working hours and travel time, while the opposing party contended the decision was procedurally sound. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court decision had been formally withdrawn prior to the appeal, rendering the legal remedy void.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; If a decision is withdrawn before the exercise of a legal remedy, the remedy is inadmissible due to lack of legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1847 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1847/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "... (πρώην ΒΗΤΑ ΠΙ ΑΕΒΕ Αντιπροσωπείες - Διανομές - Εμπόριο) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωκράτη Πάρσανο, ο οποίος ανακάλεσε την από 25/11/2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως, δήλωσε ότι έχει τροποποιηθεί η επωνυμία της αναιρεσίβλητης σε "ARIVIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/8/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 431/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/12/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεως του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κωδικός αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.
Η αποδοχή δε της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ. (Ολ.ΑΠ. 15/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω αποδοχής της αποφάσεως που δεν έγινε με τον τύπο του άρθρου 297 Κ.Πολ.Δ.
μπορεί να προταθεί από τον αναιρεσίβλητο, μόνο με τις έγγραφες προτάσεις του που καταθέτει είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο(ΑΠ 394/2021, ΑΠ 1253/2017, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 175/2011, ΑΠ 63/2009). Κατ` ακολουθίαν η ένσταση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης περί απαραδέκτου της προκείμενης αίτησης αναιρέσεως του ενάγοντος λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα, πριν από την άσκηση της με την είσπραξη του τελεσιδίκως επιδικασθέντος ποσού χωρίς επιφύλαξη είναι απαράδεκτη, διότι προβάλλεται με τις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Αρείου Πάγου μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ήτοι στις 27-11-2019 και όχι είκοσι ημέρες πριν από αυτή όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Με την από 06-12-2018 και αριθ. κατάθ. 70/7.12.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), υπ` αριθ. 48/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση απορρίφθηκαν ως κατ` ουσία αβάσιμες η από 13 -2-2015 με αριθ. κατάθ. 285/26.2.2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και η από 8-1-2016 με αριθ.κατάθ.37/15.1.2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθ. 431/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 6-8-2013 και αριθ. κατάθ.721/29.8.2013 αγωγή για εργατικές αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ` αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠΟΛΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τον αναιρετικό έλεγχο προκύπτουν τα ακόλουθα: Με από 6.8.2013 (αρ.κατ. 721/2013) αγωγή του ο ενάγων - εκκαλών -εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι στις 23.9.1991 προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως διευθυντής υποκαταστήματος - σούπερ μάρκετ, που αυτή διατηρούσε στην Λάρισα καθώς και ως υπεύθυνος της κεντρικής αποθήκης και περιφερειακός διευθυντής καταστημάτων λιανικής χοντρικής πώλησης στην περιοχή της Θεσσαλίας με τις νόμιμες αποδοχές των σσε των υπαλλήλων εμπορικών καταστημάτων.
Ότι το 1995 μετά την εξαγορά της ... από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ... συνέχισε να εργάζεται σε αυτή με την ίδια ειδικότητα. Ότι την 1.1.2011 υπέγραψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη, θυγατρική της ..., η οποία αποδέχθηκε ότι η εργασιακή σχέση του μαζί της υφίστατο από 23/9/1991 με μηνιαίο μισθό 1900 ευρώ πέραν των καταβαλλομένων ανελλιπώς διατακτικών από 237,71 ευρώ και συνολικά 2.137,71, προκειμένου να απασχοληθεί ως περιφερειακός διευθυντής για το τμήμα επιθεώρησης πωλήσεων Β-Π Τρικάλων.
Ωστόσο μολονότι κατά την υπογραφείσα από 1/1/2011 σύμβαση, έπρεπε να απασχολείται μόνο στα Τρίκαλα ως περιφερειακός διευθυντής για το τμήμα επιθεώρησης Β- Π Τρικάλων, αυτός απασχολείτο και ως πωλητής με περιοχή εποπτείας και δραστηριοτήτων στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο, όπως εργαζόταν ήδη από το 2003, επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα συμπεριλαμβανομένων όλων των Σαββάτων, εκτός Κυριακής επί δώδεκα ώρες ημερησίως.
Ότι τον μισθό των 2.137,71 ευρώ, του κατέβαλε η εναγομένη μέχρι την 2/5/2012, οπότε επικαλούμενη την οικονομική κρίση μείωσε με συμφωνία του ενάγοντος τις αποδοχές του κατά ποσοστό 12% και έτσι οι μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 1881,19 ευρώ. Ότι την άνοιξη του 2013 η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να αποδεχθεί περαιτέρω μείωση των αποδοχών του κατά 20% αμειβόμενος έκτοτε με 1504,96 ευρώ μηνιαίως καθώς και να αναλάβει την επέκταση των αρμοδιοτήτων του στην Αιτωλοακαρνανία, στα Ιωάννινα και την Λευκάδα, με αποτέλεσμα αυτός να πραγματοποιεί πλέον δύο διανυκτερεύσεις την εβδομάδα, μία στη Αιτωλοακαρνανία και μία στο νομό Ιωαννίνων, ενώ μέχρι τότε πραγματοποιούσε μία διανυκτέρευση κάθε δέκα πέντε ημέρες στα Ιωάννινα.
Ότι μετά την άρνησή του να αποδεχθεί την πρόταση της εναγομένης, που συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, η τελευταία στις 16/7/2013 τον απέλυσε καταβάλλοντάς του αποζημίωση απόλυσης από 36,336,66 ευρώ. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη: 1)διότι έγινε καταχρηστικά από την εναγομένη για λόγους εκδίκησης μετά την μη παραδοχή από αυτόν της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, που του προτάθηκε, 2)διότι του καταβλήθηκε μέρος της αποζημίωσης απόλυσης,3)διότι αν και έγινε επίκληση οικονομικοτεχνικών λόγων δεν τηρήθηκαν από την εναγομένη τα νόμιμα αντικειμενικά κριτήρια επιλογής του ενάγοντος ως απολυτέου σε σχέση με τον συνάδελφό του Β.
Σ., ο οποίος ασκούσε τα ίδια με αυτόν καθήκοντα στην περιοχή της Θεσσαλίας. Ζήτησε δε με την ως άνω αγωγή του, όπως περιορίσθηκε με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, να αναγνωρισθεί για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και με απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, α) να του καταβάλει το ποσό των 5.344,27 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας από το χρόνο απόλυσης (16-7-2013) μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013, β) το ποσό των 50.754 ευρώ που αντιστοιχεί σε αμοιβή του για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες, όπως κάθε ειδικότερο κονδύλιο αναφέρεται στην αγωγή και γ) το ποσό των 24.393 ευρώ , που αφορούσε την εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου κατά τους ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή χρόνους.
Επικουρικά δε, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία, ζητούσε να του καταβληθεί από την εναγομένη εις ολόκληρο με το νόμιμο εκπρόσωπό της Α. Φ., το ποσό των 17.591,28 ευρώ , που αφορούσε τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης και της καταβληθείσας σε αυτόν μικρότερης αποζημίωσης απολύσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 431/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς τον Α.
Φ., απέρριψε κατ` ουσία την αγωγή ως προ την κύρια βάση της, ενώ την δέχθηκε κατ` ουσία εν μέρει ως προς την επικουρική βάση και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 973,58 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλόμενης αποζημίωσης, με το νόμιμο τόκο από τις 16-7-2013 μέχρι την εξόφληση. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 13-2-2015 (αρ.
κατ.46/2015) έφεσή του η δε εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την από 8-1-2016 (αρ. κατ.7/2016) έφεσή της, μετά την συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 48/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ` ουσία οι εφέσεις.
Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη 48/2018 απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω: Δυνάμει της από 1-1-2011 έγγραφης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο εκκαλών -εφεσίβλητος(ενάγων και ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε στην ανώνυμη με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", ως Περιφερειακός Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Πωλήσεων Β-Π Τρικάλων, με ασφάλιση στο Ι.Κ.Α.
Προηγουμένως είχε εργασθεί , συνεχώς από τις 23.9.1991, σε ανώνυμες εμπορικές εταιρείες στη θέση των οποίων υποκαταστάθηκε ως εργοδότρια η ως άνω εταιρεία, η οποία αναγνώρισε εξ αρχής και ρητώς ως ημεροχρονολογία πρόσληψης του εκκαλούντος -εφεσίβλητου(ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος) την 23-9-1991, με όλες τις επακόλουθες έννομες συνέπειες (προϋπηρεσία, επιδόματα, δικαιούμενη αποζημίωση απόλυσης, κ.λ.π.), ενώ στη συνέχεια και η ίδια ως άνω εταιρεία μετέβαλε την επωνυμία της σε "...".
Το αντικείμενο εταιρικής δραστηριότητας της εταιρείας είναι εκτός των άλλων η αγορά και πώληση ειδών διατροφής και λοιπών ειδών ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ, o εφοδιασμός καταστημάτων λιανικής πώλησης και η αποθήκευση των ειδών αυτών σε αποθηκευτικούς χώρους της εταιρείας και γενικώς η εμπορία ειδών και η παροχή οποιωνδήποτε άλλων υπηρεσιών σχετικών με τα καταστήματα κατηγορίας Σούπερ Μάρκετ.
Ο μηνιαίος μισθός του εκκαλούντος-εφεσίβλητου ορίσθηκε στο ποσό των 1.900 ευρώ, ο οποίος συμφωνήθηκε ότι ήταν ανώτερος των προβλεπόμενων από τις οικείες σ.σ.ε. λόγω της φύσης των υπηρεσιών που προσέφερε ο εκκαλών-εφεσίβλητος και επί πλέον η εφεσίβλητη-εκκαλούσα (εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη) του παρείχε μισθό σε είδος, με τη μορφή διατακτικών αξίας 237,71 ευρώ μηνιαίως, με χρήση των οποίων μπορούσε να αγοράζει προϊόντα από οποιοδήποτε κατάστημα με το οποίο συνεργαζόταν η εφεσίβλητη-εκκαλούσα.
Επίσης, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα του παρείχε κινητό τηλέφωνο, φορητό υπολογιστή για διαβίβαση των παραγγελιών, τα καύσιμα κίνησης επιβατικού αυτοκινήτου και τα έξοδα για μετάβασης διαμονής και διατροφής στη διάρκεια της εκτός έδρας απασχόλησής του. Ο τόπος παροχής εργασίας συμφωνήθηκε κατ' αρχήν ότι θα είναι τα Τρίκαλα αλλά η εργοδότρια επιφυλάχθηκε και αντιστοίχως ο εκκαλών -εφεσίβλητος αποδέχθηκε να εργασθεί σε οποιοδήποτε τμήμα ή υπηρεσία της, ανάλογα με τις ανάγκες της (όρος 4ος του συμφωνητικού) Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι από το έτος 2012 κύριος τόπος απασχόλησης του εκκαλούντος - εφεσίβλητου ορίσθηκε η Λάρισα, όπου η εφεσίβλητη εκκαλούσα διατηρούσε μισθωμένες αποθήκες, στο 10ο χιλιόμετρο της Επαρχιακής Οδού Λάρισας-Αγιάς, από όπου εξυπηρετούσε το δίκτυο πελατών της στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο .
Τα καθήκοντα του εκκαλούντος -εφεσίβλητου ήταν η εποπτεία και ο συντονισμός των υφισταμένων πωλητών (που ήταν τρεις στον αριθμό οι Β. Σ., Ν. Κ. και Ε. Μ.) η λήψη και διαβίβαση παραγγελιών από τους πελάτες της εφεσίβλητης -εκκαλούσας (καταστήματα λιανικής πώλησης, τύπου μίνι μάρκετ), η εξεύρεση νέων πελατών και η υποβοήθηση στην οργάνωση των καταστημάτων τους και η διαβίβαση αιτημάτων των ιδιοκτητών καταστημάτων στη διοίκηση της εταιρείας.
Το πελατολόγιο, δηλαδή ο κατάλογος πελατών τους οποίους εξυπηρετούσε ο εκκαλών - εφεσίβλητος, περιλάμβανε 17 επιχειρήσεις διεσπαρμένες στη Λάρισα, στα Τρίκαλα, στην Καρδίτσα, στο Βόλο, στο Πήλιο, στη Σκιάθο, στην Ελασσόνα και στον Νομό Γρεβενών. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι με τροποποιητική σύμβαση που καταρτίσθηκε εγγράφως στις 2-5-2012 o μηνιαίος μισθός του εκκαλούντος-εφεσίβλητου συμπεριλαμβανομένου του ποσού διατακτικών , ενώ ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 2.137,71 ευρώ, μειώθηκε κατά 12% και ορίσθηκε στο ποσό των 1.881, 19 ευρώ, υπερβαίνοντας τα νόμιμα κατώτατα όρια.
Ειδικότερα σύμφωνα με την από 26-7-2012 εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της Χώρας" ο κατώτατος μισθός για εργαζόμενο με προϋπηρεσία 28 ετών όπως ήταν ο εκκαλών -εφεσίβλητος συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων γάμου και 10ετίας στον ίδιο εργοδότη ανήλθε στο συνολικό ποσό των 1.612,10 ευρώ.
Η μείωση αυτή προτάθηκε στον εκκαλούντα -εφεσίβλητο λόγω της μείωσης του κύκλου εργασιών και της κερδοφορίας της εφεσίβλητης-εκκαλούσας (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης) όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες επισήμως δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες o κύκλος εργασιών της εφεσίβλητης εκκαλούσας ανήλθε το 2010 στο ποσό των 103.404.632,24 ευρώ, το 2011στο ποσό των 90.218.256,40 ευρώ και το 2012 στο ποσό των 64.086.428,23 ευρώ και αντιστοίχως οι ζημίες ανήλθαν το 2011 στο ποσό του 1.580.054,30 ευρώ και το 2012 στο ποσό των 4.140.814,65 ευρώ .
Για την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών, αποφασίσθηκε μείωση προσωπικού και συγκεκριμένα, από τους 202 εργάτες και υπαλλήλους που απασχολούσε η εφεσίβλητη-εκκαλούσα την 1-4-2012, έφθασε, ύστερα από καταγγελίες, οικειοθελείς αποχωρήσεις και συνταξιοδοτήσεις να απασχολεί στις 31.3.2014 μόλις 65 εργαζομένους .
Εκτός αυτού, με την από 28-6-2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης - εκκαλούσας αποφασίσθηκε η διακοπή λειτουργίας του υποκαταστήματος Λάρισας, η οποία υλοποιήθηκε στις 30-6-2013. Στη συνέχεια εξαιτίας της πλήρους διακοπής λειτουργίας του υποκαταστήματος στο οποίο απασχολήθηκε ο εκκαλών -εφεσίβλητος, καθώς και την εκ μέρους του άρνηση ως ασύμφορης της πρότασης που του έγινε για συνέχιση απασχόλησης με επέκταση των περιοχών ευθύνης στην Αιτωλοακαρνανία και στη Λευκάδα, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 16-7-2013 εγγράφως και με καταβολή αποζημίωσης απόλυσης ποσού 36.336,66 ευρώ.
Ενόψει των παραπάνω αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης έγινε μόνο για οικονομικοτεχνικούς λόγους, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης των εγκαταστάσεων της εφεσίβλητης - εκκαλούσας και διακοπής λειτουργίας του υποκαταστήματος στη Λάρισα και όχι από λόγους εκδίκησης του εκκαλούντος -εφεσίβλητου, όπως ο τελευταίος αβάσιμα ισχυρίζεται.
Επίσης, δεν ήταν δυνατή η λήψη υπόψη αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η αρχαιότητα, η απόδοση, η οικογενειακή κατάσταση, η ηλικία και η δυσχέρεια ανεύρεσης άλλης θέσης εργασίας από τον εκκαλούντα -εφεσίβλητο, σε σχέση με τα αντίστοιχα στοιχεία των άλλων εργαζομένων, διότι δεν υπήρχε αντίστοιχη θέση και συγκρίσιμος εργαζόμενος στη Λάρισα.
Επομένως, οι λόγοι ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης που αναφέρονται στην καταχρηστικότητα λόγω εκδίκησης και στη μη τήρηση της ορθής διαδικασίας επιλογής απολυτέου εργαζομένου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, όσον αφορά την επικαλούμενη μη καταβολή πλήρους της αποζημίωσης απόλυσης αποδείχθηκε ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του εκκαλούντος εφεσίβλητου ανέρχονταν συνολικά κατά το χρόνο απόλυσης στο ποσό των 1.881,19 ευρώ , μετά δε την προσαύξηση κατά 1/6 για την αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας , ανέρχονταν στο ποσό των 2.194,72 ευρώ Ο εκκαλών -εφεσίβλητος είχε αναγνωρισμένη προϋπηρεσία στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα από τις 23-9-1991 δηλαδή συμπληρωμένα 21 έτη και συνεπώς λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς προειδοποίηση, εδικαιούτο αποζημίωση ίση με τις τακτικές αποδοχές 17 μηνών, δηλαδή ποσό (17Χ2.194,72 ευρώ =37.310,24 ευρώ).
Έναντι του ποσού αυτού, η εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατέβαλε ποσό 36.336,66 ευρώ που υπολείπεται του οφειλομένου κατά 973,58 ευρώ Η καταβολή αυτή στηρίχθηκε σε εσφαλμένο υπολογισμό, ενόψει δε του ότι, αφ`ενός πρόκειται περί μικρής ποσοτικής απόκλισης λόγω εσφαλμένου τρόπου υπολογισμού, και αφ`ετέρου η εφεσίβλητη-εκκαλούσα κατέβαλε εφ' άπαξ ολόκληρο το ελλιπές ποσό, όπως εσφαλμένα το υπολόγισε, ενώ είχε το δικαίωμα να καταβάλει την αποζημίωση τμηματικώς σε διμηνιαίες δόσεις ισόποσες με δύο μηνιαίους μισθούς (4.389,44 ευρώ) τον Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Νοέμβριο 2013 και τον Ιανουάριο, Μάρτιο, Μάϊο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο 2014 και μία τελευταία δόση ποσού 2.194,72 ευρώ το Νοέμβριο 2014, οι οποίες συνεπώς δεν θα είχαν ακόμη καταστεί όλες ληξιπρόθεσμες κρίνεται, με βάση την καλή πίστη, ότι η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης δεν καθιστά άκυρη την καταγγελία και πρέπει να απορριφθεί το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας, το οποίο στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας.
Όμως, πρέπει να γίνει δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής και να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη-εκκαλούσα (εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη) να καταβάλει στον εκκαλούντα εφεσίβλητο(ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα) το υπόλοιπο ποσό των 973,58 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από το χρόνο απόλυσης (16-7-2013). Επίσης, όσον αφορά τα κονδύλια υπερεργασίας, παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και εργασίας Σαββάτων αφού τα απέρριψε ως αβάσιμα κατ` ουσία με τις παραδοχές που αναφέρονται παρακάτω, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αφού απέρριψε κατ` ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, "(422 § 1:) ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα".
Και (424:) "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ.
α` ΕισΝΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) εφαρμόζονται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του. Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.
Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ` ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη (ανυπόστατη) ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 927/2017).
Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι` αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.
Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007).
Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, 1461/2013, ΑΠ 481/ 2013) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 26/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την από τον άρθρο 559 αρ.11 εδ.γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο και συγκεκριμένα κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 339, 340, 438, 439, 442 και 443 ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη της ,χωρίς να αποκρουσθεί από το Εφετείο κατ` άρθρο 529 παρ.2 ΚΠολΔ, την με αριθ. 1021/4-11-2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λάρισας των μαρτύρων αυτού Ι.
Κ., Ν. Μ. και Ρ. Κ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, με τις ενώπιον του προτάσεις του μετά από κλήση και γνωστοποίηση των μαρτύρων προς την εναγομένη- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την επίσης επικληθείσα και προσκομισθείσα με αριθμό .../31-10-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μ.
Γ. - Γ. ,προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του ότι αφενός η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε για λόγους έχθρας και εμπάθειας αφετέρου ότι αυτός εργαζόταν υπερωριακά . Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 11-11-2016 προτάσεων του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτός επικαλέστηκε (σελίδες 3,4,5και 6) και προσκόμισε για πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που διαλάμβανε τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων, οι οποίες λήφθηκαν μετά την πρωτοβάθμια δίκη, ύστερα από την μνημονευόμενη κλήτευση της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης , με τη μνεία της οικείας εκθέσεως επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μ.
Γ. - Γ., ενώ ανέφερε και το περιεχόμενο της, ήδη δε ο αναιρεσείων προσκομίζει και στην παρούσα δίκη, όπως απαιτείται, την επίμαχη ένορκη βεβαίωση με την παραπάνω έκθεση επίδοσης καθώς και την από 27-10-2016 κλήση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη για την λήψη της ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων. Στην επιδοθείσα όμως προς την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη από 27-10-2016 κλήση δεν αναφέρεται το επάγγελμα των μαρτύρων καθώς και η διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα Ν.
Μ., το επώνυμο του οποίου προφανώς από παραδρομή στην κλήση αναγράφεται ως Μ., με αποτέλεσμα η παραπάνω ένορκη βεβαίωση να αποτελεί ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, επειδή δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω κατ` άρθρο 422 ΚΠολΔ προϋποθέσεις νόμιμης λήψης της, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Επομένως, ορθά το Εφετείο δεν έλαβε όψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, (χωρίς ωστόσο, να κάνει ρητή αναφορά), όπως βάσιμα η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης για την από το άρθρο 559 αρ.11 εδ.γ ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 17/2018, 1731/2010) ΑΠ26/2020) Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 359/2020, ΑΠ 258/2019, 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).
Περαιτέρω επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν` αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 297/1996). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών, ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.
Ελέγχονται, όμως, από τα δικαστήρια αφ` ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ` ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Συγκεκριμένα οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).
Επίσης οφείλει να προτείνει στον μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο, υπό απόλυση, μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή να προτείνει σε αυτόν ν` απασχοληθεί με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004) υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των, κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά τον νόμο, ελαχίστων ορίων.
Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθ. 652 του ΑΚ ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι` αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή, εκ μέρους του μισθωτού, των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της, με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ) και κυρίως εάν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002 σχετ.
και ΑΠ 922/2010). Δηλαδή η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθ. 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στον μισθωτό, ως ηπιότερο μέτρο από την καταγγελία, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από τον μισθωτό (ΑΠ 1199/2002) και κατά τούτο δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από τον μισθωτό.
Εάν, αντιθέτως, δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομοτεχνικοί λόγοι ή οι συνδεόμενοι με το πρόσωπο του μισθωτού άλλοι λόγοι, η, εκ μέρους του εργοδότη, καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε ν` αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου για τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας με μείωση των αποδοχών του, ελέγχεται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009).
Ειδικότερα, στις απολύσεις αυτές ο δικαστικός έλεγχος για τη διερεύνηση της καταχρηστικής ή όχι άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας από τον εργοδότη γίνεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο, ελέγχεται αν πραγματικά συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη, οικονομικής ή τεχνικής φύσεως, λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οι λόγοι αυτοί είναι υπαρκτοί και όχι προσχηματικοί ερευνάται αν η καταγγελία μπορεί να αποτραπεί με τη λήψη άλλων, ηπιότερων μέτρων.
Τέτοια λιγότερο επαχθή σε σχέση με την απόλυση μέτρα συνιστούν η εκ μέρους του εργοδότη παροχή της δυνατότητας στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, για την απασχόλησή του σε άλλη κενή θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή η πρόταση σε αυτόν ν` απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 595/2015) ή με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.
Επομένως στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθ. 652 του ΑΚ) μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι` αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεων του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ) και κυρίως ελέγχεται εάν η αξίωση του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002 σχετ.
ΑΠ 922/2010). Και τούτο διότι ο εργαζόμενος έχει ένα άξιο προστασίας δικαίωμα για τη διατήρηση των όρων εργασίας που έχει συμφωνήσει (pacta sunt servanda), το οποίο υποχωρεί οσάκις συντρέχουν λόγοι ικανοί να θεμελιώσουν από πλευράς εργοδότη ένα αντικειμενικό συμφέρον για τη μεταβολή του περιεχομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Διαφορετικά η τροποποιητική καταγγελία θα λειτουργούσε ανεξέλεγκτα ως ένα μέσο απαλλαγής του εργοδότη από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Κριτήριο του γενομένου κατά το στάδιο αυτό, δικαστικού ελέγχου αποτελεί η διαπνέουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων, για την ικανοποίηση των επιδιωκομένων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 279/1996).
Κατά το δεύτερο στάδιο χωρεί ο έλεγχος της ορθής ή μη επιλογής του απολυτέου με βάση κριτήρια, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων. Ειδικότερα, κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, θα ληφθούν υπόψη από τον εργοδότη, τα επιβαλλόμενα από το καθήκον πρόνοιας κριτήρια της αποδοτικότητας, αρχαιότητας, ηλικίας, οικογενειακών βαρών, οικονομικής κατάστασης και της δυνατότητας εξεύρεσης απ` αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002), για τα οποία έχει υποχρέωση να πληροφορηθεί ο εργοδότης, έτσι ώστε να εξακολουθήσουν να απασχολούνται στη συμφωνημένη εργασία αυτοί που πλεονεκτούν κατά τη σύγκριση και συνακόλουθα, να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση αυτού για τον οποίο η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1322/2020, ΑΠ 1162/2020, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 1435/2018).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι σχετικό με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή με αλυσιτελή ισχυρισμό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ1385/2014), ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιαδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Επίσης δεν αποτελούν "πράγμα" και οι αιτιολογημένες αρνήσεις των λυσιτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 667/2020, ΑΠ749/2020, ΑΠ 939/2020, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 87/2013).
Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ.8β ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του, τον οποίο με σχετικό λόγο της έφεσης του κατά της 431/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας πρότεινε παραδεκτά για πρώτη φορά στο Εφετείο κατ` άρθρο 527 εδ.2 ΚΠολΔ , επειδή αυτός(ουσιώδης ισχυρισμός) γεννήθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι δηλαδή η απόλυσή του δεν έγινε στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης της εναγομένης για την αντιμετώπιση της μείωσης της κερδοφορίας της και τους επικαλούμενους από αυτή (εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη) οικονομικοτεχνικούς λόγους, αλλά η αναδιοργάνωση της εναγομένης εντασσόταν στο σχέδιο της μητρικής εταιρίας ΕΛΓΕΚΑ ΑΕ να καταργήσει τον κλάδο του χονδρικού εμπορίου προκειμένου να μειώσει τις ζημίες του ομίλου, γεγονός που επέβαλε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ως θυγατρική την κατάργηση του υποκαταστήματος στην Λάρισα.
Τα παραπάνω προέκυπταν από τους προσκομιζόμενους και επικαλούμενους με τις προτάσεις του ενοποιημένους ισολογισμούς της μητρικής εταιρίας, που εμφάνιζαν κέρδη κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2014, μετά την διακοπή της χονδρεμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. τα οποία (αποδεικτικά στοιχεία) δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη και αν ελάμβανε υπόψη της θα δεχόταν ότι η απόλυσή του δεν στηριζόταν σε οικονομικοτεχνικούς λόγους αλλά σε λόγους εκδίκησης προς αυτόν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο, διότι αφ` ενός τα παραπάνω επικαλούμενα με τον σχετικό λόγο της έφεσης πραγματικά περιστατικά ως προς την μη ύπαρξη των οικονομικοτεχνικών λόγων κατά τα ισχυριζόμενα από τον αναιρεσίοντα- εκκαλούντα- ενάγοντα δεν αποτελούν "πράγμα" αλλά αιτιολογημένη άρνηση των οικονομικοτεχνικών λόγων, αφετέρου δεν αποτελούν "πράγμα", με την παραπάνω έννοια, τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα επικαλούμενα έγγραφα - ισολογισμοί της μητρικής εταιρίας ΕΛΓΕΚΑ ΑΕ , η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθ. 8 εδ.
β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο ( ΑΠ 939/2020 ,ΑΠ 135/2017). Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προσάπτεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται ποια δικονομικού δικαίου διάταξη παραβιάσθηκε και σε τι συνίσταται η παραβίαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντιστρόφως εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ` αυτόν. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1555/2018).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ` όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 219/2020, ΑΠ 1261/2018). Οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ` αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο.
Τέλος, οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή για έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά στην πραγματικότητα (υπό το πρόσχημα είτε ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) να πλήττουν αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1350/2018).
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων -ενάγων προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 669 παρ.2, 361, 281, 651, 657, 658, 660, 281, 200 και 288 ΑΚ, 1 ν.2112/1920, 1 και 5 ν.3198/1955, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ουσιώδους βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας του, της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής για λόγους εκδίκησης καθώς και λόγω μη λήψης των αντικειμενικών κριτηρίων κατά την επιλογή του ως απολυτέου για οικονομικοτεχνικούς λόγους.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο :1)κατά το μέρος που απέρριψε την βάση της αγωγής: α) για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη τήρησης των αντικειμενικών κριτηρίων κατά την επιλογή αυτού ως απολυτέου σε σχέση με τον συνάδελφο του Β.
Σ. για λόγους οικονομικοτεχνικούς, μετά τη διακοπή της λειτουργίας του υποκαστήματος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης στην Λάρισα, κύριο τόπο απασχόλησης του αναιρεσείοντος από το 2012, καθώς και β) για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής για λόγους εκδίκησης ,επειδή δεν δέχθηκε την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, με επέκταση των περιοχών ευθύνης του και περαιτέρω μείωση, πέραν του νομίμου, των αποδοχών του Και τούτο διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν υπήρχε δυνατότητα για τη συνέχιση της εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος αντίστοιχη κενή θέση στην Λάρισα, τα καθήκοντα του οποίου ήταν, εκτός των άλλων, η εποπτεία και ο συντονισμός των υφισταμένων τριών πωλητών μεταξύ των οποίων και ο Β.
Σ. και συνακόλουθα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι δεν ήταν αρκετή η λήψη από την εναγονένη και ήδη αναιρεσίβλητη των ηπιότερων μέτρων της θέσης του ενάγοντος σε εκ περιτροπής εργασία - μερική απασχόληση ή σε διαθεσιμότητα(ΑΠ652/2009), τα οποία (ηπιότερα μέτρα) σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσείων -ενάγων διηγηματικά αναφέρει στην αγωγή του.
Επίσης η αναιρεσίβλητη - εναγομένη στο πλαίσιο της πραγματικής αναδιάρθωσης της επιχείρησης της για λόγους οικονομικοτεχνικούς μετά τη διακοπή της λειτουργίας του υποκαταστήματος της στην Λάρισα, κύριο τόπο απασχόλησης τους αναιρεσείοντος- ενάγοντος, πρότεινε σε αυτόν, προς αποφυγή του έσχατου μέτρου της απόλυσης την συνέχιση της απασχόλησής του, έστω και με διαφορετικούς όρους, με επέκταση των περιοχών ευθύνης του στην Αιτωλοακαρνανία και Λευκάδα, ενώ σύμφωνα με τον 4ο όρο της από 1-1-2011 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο αναιρεσείων -ενάγων αποδέχθηκε να εργασθεί σε οποιοδήποτε τμήμα ή υπηρεσία της αναιρεσίβλητης- εναγομένης ανάλογα με τις ανάγκες της, γεγονός που καθιστά την πρόταση αυτή αντικειμενικά δικαιολογημένη.
Μετά δε την μη αποδοχή από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα της πρότασης της αναιρεσίβλητης - εναγομένης για συνέχιση της απασχόλησης του με επέκταση των περιοχών ευθύνης του στην Αιτωλοακαρνανία και στη Λευκάδα κατήγγειλε εγγράφως στις 16-7-2013 τη σύμβαση εργασίας του όχι για λόγους εκδίκησης, αλλά για οικονομικοτεχνικούς λόγους, στο πλαίσιο αναδιάρθωσης των εγκαταστάσεών της και διακοπής λειτουργίας του υποκαταστήματος στη Λάρισα ,με την καταβολή αποζημίωσης από 36.336,66 ευρώ.
Στις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αναφέρεται ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη, πριν την τροποιητική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος στις 16-7-2013, πρότεινε σε αυτόν περαιτέρω μείωση των αποδοχών του κατά 20% δηλαδή στο ποσό των 1504,96 ευρώ από το ποσό των 1881,19 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των διατακτικών από 237,71 ευρώ μηνιαίως, που του κατέβαλε από 2-5-2012 με την υπό ίδια ημερομηνία έγγραφη τροποποιητική σύμβαση, με την οποία με τη συμφωνία του αναιρεσείοντος -ενάγοντος μειώθηκαν κατά 12% οι μέχρι τότε καταβαλλόμενες σε αυτόν αποδοχές από 1900 ευρώ μηνιαίως πλέον των διατακτικών από 237,71 ευρώ μηνιαίως(1900 ευρώ +237,71 ευρώ).
Οι καταβαλλόμενες από 2-5-2012 μηνιαίες αποδοχές από 1881,19 ευρώ δεν ήταν κατώτερες των νομίμων, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη. Τούτο διότι από 1-8-2012 ίσχυσε η από 26-7-2012 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ΕΚΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας" (Πράξη κατάθεσης 13/31-7-2012), της οποίας η διάρκεια ισχύος έληξε την 31-7-2013, μη κηρυχθείσα υποχρεωτική, σύμφωνα με την οποία οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, έγγαμου, ανέρχονταν με το επίδομα το επίδομα γάμου 10%- άρθρο 5 της ΣΣΕ 18-5-1990 5%, καθώς και το επίδομα 10ετούς υπηρεσίας 5% στον ίδιο εργοδότη (άρθρο 4 της ΣΣΕ 29-5-89 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ.2 της από 20-5-1999 ΣΣΕ βλ.
ΔΕΝ 2008, σελ.1314 επ.) στο ποσό των 1612,30 ευρώ (1402 ΕΥΡΩ (βασικός μισθός) + 140,20 ΕΥΡΩ (επίδομα γάμου 10%) +70,10 (επίδομα 10ετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη).Στο ποσό των 1612,30 ευρώ αφού προστεθεί και το ποσό 208,89 ευρώ , που αντιστοιχεί στις μηνιαίες διατακτικές από 208,89 ευρώ μετά την συμφωνηθείσα μείωση στις 2-5-2012 κατά 12% των από 237,41 αρχικών διατακτικών (237,41-28,52=208,89), προκύπτει ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας , οι νόμιμες αποδοχές του αναιρεσείοντος ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 1821,20 ευρώ, ενώ του καταβαλλόταν το υπέρτερο ποσό των 1881,19 ευρώ.
Επίσης η αιτιολογία της προσβαλλόμενης δεν είναι ανεπαρκής επειδή δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη τι ωφελήθηκε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη από το κλείσιμο του υποκαταστήματός της στην Λάρισα με βάση συγκεκριμένη οικονομικοτεχνική μελέτη, ούτε είναι αντιφατική η παραδοχή ότι η εναγομένη αποφάσισε την επέκταση της δραστηριότητάς της στις περιοχές της Αιτωλοακαρνανίας και της Λευκάδας για την αντιμετώπιση της μείωσης της κερδοφορίας, ενέργεια που κατά τα αναφερόμενα για πρώτη φορά στο αναιρετήριο δεν αποδεικνύουν μείωση των εργασιών αλλά αύξηση του κύκλου εργασιών, εφόσον η εν λόγω απόφαση της εναγομένης δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο .Πέραν αυτού ο αναιρεσείων - ενάγων στην αγωγή του σχετικά με την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης να προσφύγει στην οφειλόμενη σε οικονομικοτεχνικούς λόγους καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα, κατ` αυτόν, ηπιότερα μέτρα έπρεπε να λάβει η επιχείρηση για την αντιμετώπιση της μείωσης της κερδοφορίας της και ποια θα ήταν η ενδεχομένη ή μη αποτελεσματικότητά τους.
Συνεπώς δεν περιέχει η προσβαλλόμενη ανεπαρκείς αιτιολογίες επειδή δεν αιτιολογεί κατά τον αναιρεσείοντα αν ήταν δυνατόν ενδεχομένως να αντιμετωπισθεί η οποιαδήποτε υποτιθέμενη μείωση της κερδοφορίας και των ζημιών της αναιρεσίβλητης -εναγομένης με την μείωση άλλων δαπανών της, τις οποίες και δεν προσδιορίζει στην αγωγή και ποια θα ήταν η ενδεχόμενη ή μη αποτελεσματικότητά τους.
Ούτε η απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες επειδή δεν προσδιορίζει γιατί παρά την μείωση του προσωπικού της λόγων των οικονομικών προβλημάτων της, από 202 σε 65 για το διάστημα από 1-4-2012 έως 31-3-2014 και την μείωση των δαπανών μισθοδοσίας με τις τροποποιητικές συμβάσεις από τις 2-5-2012, δεν επήλθε ανόρθωση των κερδών, τι άλλου είδους αναδιοργάνωση είχε απομείνει να κάνει η εναγομένη εργοδότρια, αν στα σχέδια της ήταν η πρόσληψη νέων κάτω των 25 ετών εργαζομένων και γιατί ήταν απαραίτητη η περαιτέρω μείωση των αποδοχών του ενάγοντος κατά 20% και το κλείσιμο του υποκαταστήματος Λάρισας.
Και τούτο διότι ως προς την περαιτέρω μείωση των αποδοχών του κατά 20% η αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι ,όπως προαναφέρθηκε στην προσβαλλόμενη δεν περιέχεται παραδοχή για περαιτέρω μείωση των αποδοχών του κατά 20%, ως προς δε την πρόσληψη νέου προσωπικού αλυσιτελής, διότι υποθετικά αναφέρεται για πρώτη φορά στο αναιρετήριο, ενώ η απόφαση της επιχείρησης για τη διακοπή της λειτουργίας του υποκαταστήματος της Λάρισας δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια, εφόσον η απόφαση (επιλογή) της εναγομένης εργοδότριας να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στην διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης της δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια, ενώ η στάθμιση των μέτρων που θα ληφθούν ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς.
Τέλος στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης πρέπει να αναφέρεται τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε, ενώ κατά τα λοιπά με τους τρίτο και τέταρτο λόγους πλήττεται απαράδεκτα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι απορριπτέοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων -ενάγων προσάπτει στην προσβαλλόμενη, κατ` εκτίμηση του δικαστηρίου, τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 παρ.1 και 2 Ν.435/1976, του άρθρου 6 της από 14-2-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., του άρθρου 9 της απόφασης 1/1982 ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπουργική απόφαση 11245/1982 που κυρώθηκε με το άρθρο 29 Ν.1346/1983 του άρθρου 5 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/1975, του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, του άρθρου 4 Ν. 2874/2000(όπως ίσχυσε μέχρι 30-9-2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 Ν.3385/2005 σε συνδυασμό με την παράβαση των άρθρων 2 παρ.1,4 παρ.1, 5 παρ.1, 17 αριθ.1, 20 παρ.1 22 παρ.5 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, 281, 288 ΑΚ., 1 παρ.1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., δεχόμενη:1) ότι δεν πραγματοποίησε υπέρβαση του νομίμου χρόνου απασχόλησής του, αν και αυτός εργαζόταν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, επί 12 ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως και Σάββατο, 2) ότι δεν εργαζόταν κατά τα Σάββατα και δη επί 12 ώρες απορρίπτοντας περαιτέρω τα αιτήματά του για επιδίκαση υπερεργασίας, παράνομες υπερωρίες και αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατο ως έκτη ημέρα του ισχύοντος για αυτόν πενθημέρου συστήματος εργασίας του.
Ειδικότερα προσάπτει στην προσβαλλόμενη αντιφατικές αιτιολογίες ότι ενώ δέχεται ότι δεν προέκυψαν υπερβάσεις του ημερήσιου ή εβδομαδιαίου ωραρίου εντός του οποίου διεκπεραίωνε την εργασία του και ότι δεν ήταν αναγκαία η αυτοπρόσωπη μετάβασή του σε όλα τα καταστήματα ευθύνης του για τη λήψη παραγγελιών που μπορούσαν να γίνουν τηλεφωνικά ή με την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων δεν διευκρινίζει , αν και διαπίστωσε τον καθημερινό χρόνο απασχόλησής του για τις τηλεφωνικές ή με ηλεκτρονικά μηνύματα παραγγελίες των πελατών, ότι υπολόγισε αυτόν ως χρόνο εργασίας του, πέραν του νομίμου ωραρίου του.
Το Εφετείο ως προς τον πέμπτο λόγο αναίρεσης δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω: "...αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-εφεσίβλητος είχε ευέλικτο ωράριο και το διαμόρφωνε ανάλογα με τις ανάγκες των επισκέψεων στα διάφορα καταστήματα των 17πελατών στις περιοχές τις οποίες είχε υπό την επίβλεψή του αλλά δεν προέκυψαν υπερβάσεις του ημερήσιου ή εβδομαδιαίου ωραρίου. Αντιθέτως, από όλα τα έγγραφα που προσκόμισε ανταποδεικτικώς η εφεσίβλητη-εκκαλούσα (καταστάσεις αποζημιώσεων για τα έξοδα μεταβάσεων, διαμονής και διατροφής εκτός έδρας της επίδικης χρονικής περιόδου), αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-εφεσίβλητος διεκπεραίωνε την εργασία εντός του ωραρίου του και σε καμμία περίπτωση δεν έφθανε σε μόνιμη βάση σε καθημερινή δωδεκάωρη απασχόληση. Δεν είναι εξάλλου αληθές ότι ήταν αναγκαία η αυτοπρόσωπη μετάβασή του σε όλα τα καταστήματα για λήψη παραγγελιών, διότι αυτές μπορούσαν να γίνουν και τηλεφωνικώς. Τέλος, παρ' ότι ο εκκαλών-εφεσίβλητος κατείχε ιδιαίτερη, αν και όχι διευθυντική, υπαλληλική θέση στο οργανόγραμμα της εφεσίβλητης εκκαλούσας και βρισκόταν σε άμεση επικοινωνία με τη διοίκησή της, μέχρι την απόλυσή του δεν διαμαρτυρήθηκε για μη καταβολή αμοιβών υπερεργασίας, παράνομης υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας ημερών Σαββάτου.
Συνεπώς, ενόψει του ότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποδεικνύεται η υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου του εκκαλούντος-εφεσίβλητου, τα σχετικά κονδύλια είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων - ενάγων είχε ευέλικτο ωράριο που διαμόρφωνε ο ίδιος ανάλογα με τις ανάγκες των επισκέψεων στα διάφορα καταστήματα των 17πελατών στις περιοχές τις οποίες είχε υπό την επίβλεψή του, χωρίς όμως να προκύψουν υπερβάσεις του ημερήσιου ή εβδομαδιαίου ωραρίου καθώς και εργασία του κατά τα Σάββατα, συνυπολογίζοντας, κατά τις παραδοχές του στο νόμιμο ωράριο εργασίας του και το χρόνο που αυτός απασχολείτο για τις τηλεφωνικές ή με ηλεκτρονικά μηνύματα παραγγελίες των πελατών.
Επίσης, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελή στηριζόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη, επειδή δεν προσκομίσθηκε από την εναγομένη στο εφετείο το βιβλίο υπερωριών της, δεν συνυπολόγισε στο σύνολο των εργασιακών του ωρών και τις ώρες εκτέλεσης εργασίας διά τηλεφώνου ή με ηλεκτρονικά μηνύματα, εφόσον κατά τα προαναφερθέντα συνυπολόγισε, κατά τις παραδοχές του στο νόμιμο ωράριο εργασίας του και το χρόνο που αυτός απασχολείτο για τις τηλεφωνικές ή με ηλεκτρονικά μηνύματα παραγγελίες των πελατών.
Ως επιχείρημα δε, που δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, το Εφετείο για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων- ενάγων δεν υπερέβη το νόμιμο ημερήσιο ωράριο του αναφέρει ότι "δεν είναι εξάλλου αληθές ότι ήταν αναγκαία η αυτοπρόσωπη μετάβασή του σε όλα τα καταστήματα για λήψη παραγγελιών , διότι αυτές μπορούσαν να γίνουν και τηλεφωνικώς" .
Ούτε επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας ήταν αναγκαίο να αναφέρεται πότε ο αναιρεσείων -ενάγων άρχιζε και πότε τελείωνε την εργασία του, λόγω της φύσης της εργασίας του και της δυνατότητας ευέλικτου ωραρίου κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου. Επίσης η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε ως χρόνο εργασίας του τον χρόνο μετάβασης του και επιστροφής στην Θεσσαλία και στην Ήπειρο για την ανεύρεση του χρόνου απασχόλησης του και πρόσθετης αμοιβής υπερεργασίας είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον δεν υπάρχει τέτοια παραδοχή στην προσβαλλόμενη, πέραν του ότι στην αγωγή του ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τον παραπάνω χρόνο για την μετάβαση και επιστροφή του στην Θεσσαλία και Ήπειρο και τι είχε συμφωνηθεί για αυτόν, ενώ στην προσβαλλόμενη πρέπει να αναφέρεται τι αποδείχθηκε και τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Κατά τα λοιπά με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσβάλλεται απαράδεκτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο από τους άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.12.2018 αίτηση για αναίρεση της 48/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ