Legislator Case Law & Legislation
1847/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against aggravated sentence for organized crime membership exceeding first-instance penalty.

Case Number 1847/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Fifth Chamber of Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the appellate court violated the principle of non-aggravation by increasing the sentence for organized crime membership from five to six years, despite the total sentence remaining unchanged. The court ruled that this specific increase constituted an abuse of power under Article 470 of the Criminal Procedure Code, necessitating a remand for a new sentencing hearing on that specific count.

Legislator headnote

AI generated

Articles 470, 510, 519 of the Criminal Procedure Code; The appellate court may not aggravate the position of the convicted person by imposing a heavier penalty for a specific crime than the first-instance court, even if the total combined sentence remains identical.

Keywords

AI generated
appellate court non-aggravation principle organized crime abuse of power criminal procedure code sentence increase remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 187(1) of the Criminal Code
Article 87(5) of Law 3386/2005
Article 88 of Law 3386/2005
Article 470(a) of the Criminal Procedure Code
Article 510(1)(H) of the Criminal Procedure Code
Article 519 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1847 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1847/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευα?δη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου K. K. S. T., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1925/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13 Φεβρουαρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1622/13.2.2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 318/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ΠΚ, "Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται .... στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 87 και στο άρθρο 88 του Ν. 3386/2005 (ΦΕΚ Α' 212), όταν οι πράξεις αυτές (διευκόλυνση της παράνομης εισόδου ή εξόδου ή της παράνομης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών) τελούνται από κερδοσκοπία....".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) Η εξ αρχής δημιουργία (για την εγκληματική μορφή της "συγκρότησης") ή η προηγούμενη ύπαρξη (για την εγκληματική μορφή της "ένταξης") ομάδας με δράση διαρκή, ήτοι ενός συνόλου προσώπων, που έχει ως σκοπό την ανάπτυξη δραστηριότητας σε βάθος χρόνου και όχι με τρόπο ευκαιριακό ή παροδικό, β) η συμμετοχή κάποιου στην ίδρυση της ομάδας ή η εκ των υστέρων ένταξή του σ' αυτή, ως μέλους, γ) τα μέλη της ομάδας να είναι τουλάχιστον τρία, δ) η ομάδα να έχει εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη υποτάσσουν τη βούλησή τους στα παλιότερα ή ανώτερα και όλοι μαζί, αδιαφόρως αν αυτό επιτυγχάνεται ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής - υποταγής, διαμορφώνουν μια νέα, ενιαία βούληση, αυτή της οργάνωσης, που κατευθύνεται στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού, ε) ο κοινός σκοπός, που μπορεί να έχει οποιοδήποτε κίνητρο, οικονομικό αλλά και ιδεολογικό ή άλλο, να αναφέρεται στην τέλεση κάποιου ή κάποιων από τα κακουργήματα, που απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτή και στ) τα κακουργήματα αυτά, που δεν χρειάζεται να είναι εκ των προτέρων καθορισμένα ως προς το είδος ή τις λεπτομέρειες και, κυρίως, ως προς το αντικείμενο κάθε πράξης, να προβλέπονται με τρόπο, που η αφηρημένη επιδίωξή τους, αφενός μεν χαρακτηρίζει τη συγκρότηση ή τη λειτουργία της ομάδας, αφετέρου δε εμπίπτει στη γνώση και στη θέληση ενός εκάστου από αυτούς, που τη συγκροτούν ή εντάσσονται σ' αυτή.

Ακόμη, από την ίδια διάταξη συνάγεται, ότι για να γίνει ή να παραμείνει κάποιος μέλος της ομάδας απαιτείται και αρκεί η εκ μέρους αυτού αποδοχή του σκοπού της, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του σε επί μέρους πράξεις, οι οποίες άγουν στην επίτευξη του σκοπού. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση πρέπει να πληρούνται τρία κριτήρια, ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια δράσης).

Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του στην οργάνωση χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη, που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος, αλλά συγκροτείται για να έχει διαρκή δράση, ενώ υποκειμενικώς απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξή του στην εγκληματική οργάνωση, ήτοι απαιτείται κάθε μέλος να έχει ως σκοπό τη διάπραξη περισσότερων από ένα κακουργημάτων, από εκείνα που αναφέρονται στη διάταξη (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται ως συνολικός (ενιαίος), δηλαδή τα μέλη να έχουν προαποφασίσει, ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες κλπ των εγκλημάτων τούτων.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 5 του Ν. 3386/2005, όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό κράτος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ενώ μετά την αντικατάσταση της ως άνω διάταξης με την παρ. 3 του άρθρου 48 του Ν. 3772/10-7-2009, η συγκεκριμένη πράξη τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, σε περίπτωση δε που ο δράστης ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι ως διευκόλυνση εξόδου αλλοδαπών προσώπων, η οποία καθιερώνεται ως αυτοτελές έγκλημα, νοείται η παρεχόμενη στα πρόσωπα αυτά, που δεν έχουν το προς τούτο δικαίωμα, βοήθεια προς διέλευσή τους χωρίς έλεγχο από την οριοθετική γραμμή των συνόρων της Ελλάδας με ξένο κράτος, προς το οποίο γίνεται η έξοδός τους.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράξη περιέχουσα αρχή εκτέλεσης είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελώντας τμήμα, ολικώς ή μερικώς, της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβήτητα στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά• πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 1925/2017, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Περί τον μήνα Μάιο του έτους 2013 περιήλθαν στη Διεύθυνση Αλλοδαπών της Ασφάλειας Αττικής πληροφορίες ότι υπήρχε οργανωμένο κύκλωμα παράνομης διακίνησης μεταναστών μέσω του αεροδρομίου Ελευθέριος Βενιζέλος, με τον εφοδιασμό τους με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα και τη διευκόλυνση διάβασης αυτών από τις αρχές ελέγχου του αεροδρομίου.

Μετά από σχετικές έρευνες αστυνομικών της παραπάνω υπηρεσίας, στα πλαίσια του οποίου ο εξετασθείς μάρτυρας αστυνομικός Ι. Χ. εμφανίσθηκε μέσω τρίτου προσώπου, με το όνομα Α., εργαζόμενο σε φωτοτυπικό δίπλα στη Διεύθυνση Αλλοδαπών, στον φερόμενο κατά την πληροφορία ως αρχηγό του κυκλώματος T. M. (πρώτο κατηγορούμενο) στον οποίον παρουσιάστηκε ως άτομο που εργάζεται στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος και μπορούσε να βοηθήσει μετανάστες να διέλθουν παράνομα από τον έλεγχο, έναντι 1000 ευρώ ανά άτομο.

Ο πρώτος κατηγορούμενος δέχτηκε και συμφώνησαν ότι θα τον χρειαζόταν 2-3 φορές την εβδομάδα. Λίγο πριν τις 25 Ιουνίου ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον ως άνω αστυνομικό και του είπε ότι στις 25 Ιουνίου είχε οργανώσει δρομολόγιο με τέσσερις αλλοδαπούς που είχαν προορισμό την ... και συμφώνησαν για τις λεπτομέρειες και συγκεκριμένα ότι θα συναντούσε δικό του άνθρωπο στον σταθμό του προαστιακού για το αεροδρόμιο και συνέχεια θα συνόδευε τα άτομα που θα ήσαν μαζί με το δικό του άτομο στο αεροδρόμιο.

Στις 25 Ιουνίου στο σταθμό του Προαστιακού, όπου ανέμενε ο ως άνω αστυνομικός εμφανίσθηκε τη συμφωνημένη ώρα ο κατηγορούμενος (και μη εκκαλών) K. S., συνοδεύοντας τέσσερα άτομα. Παρέδωσε στον αστυνομικό τα ταξιδιωτικά έγγραφα που έφεραν τα στοιχεία των συγκεκριμένων τεσσάρων ατόμων, τα οποία ήσαν εμφανώς πλαστά.

Αμέσως, επενέβησαν αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τη συνάντηση και έγινε η σύλληψη όλων των παραπάνω, που οδηγήθηκαν στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα. Από την αστυνομική δε έρευνα που διενεργήθηκε στη συνέχεια προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες T. M. και K. S. μαζί με τον K. S. (μη εκκαλούντα), ενεργώντας από κοινού και με άλλους άγνωστους δράστες, με πρόθεση συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε δομημένη εγκληματική ομάδα με ιεραρχική διάρθρωση, την οποία διηύθυνε ο πρώτος τούτων (T.

M.) με σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διευκόλυνσης εξόδου από το Ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών, χωρίς να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο, έχοντας σκοπό το κέρδος και ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Για την διάπραξη δε του συγκεκριμένου κακουργήματος υπήρχε οργανωμένο σχέδιο και συγκεκριμένος τρόπος δράσης.

Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι διακινούσαν παράνομα υπηκόους τρίτων χωρών που ήσαν παράνομοι μετανάστες και ιδιαίτερα ... σε όλη την Ευρώπη, με τη διευκόλυνση εξόδου αυτών από το Ελληνικό έδαφος μέσω του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών "Ελ. Βενιζέλος", έναντι χρηματικής αμοιβής 2.000 έως 3.000 ευρώ ανά άτομο. Εξέδιδαν απευθείας τις ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης, με τις οποίες εφοδίαζαν τους παράνομους μετανάστες τις οποίες τους παρέδιδαν μαζί με τα πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα λίγο πριν την είσοδο στο αεροδρόμιο και έχοντας εξασφαλίσει και την ένταξη στην ομάδα αστυνομικού υπαλλήλου του αεροδρομίου, έναντι χρηματικής αμοιβής 1.000 ευρώ ανά άτομο, ο οποίος παρακάμπτοντας τα σημεία ελέγχου οδηγούσε τα πρόσωπα αυτά στο αεροσκάφος.

Την πράξη αυτή είχαν τελέσει πολλές φορές, όπως αποδείχτηκε και από αυτό προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Στα πλαίσια δε αυτής της εγκληματικής δραστηριότητας αποπειράθηκαν να διευκολύνουν την έξοδο από το Ελληνικό έδαφος των υπηκόων ...

S. M. του J. και της H. K., S. S. του B. και V. και των ... A. R. του I. H. και της B. B. και M. F. του M. L. και M., (είναι τα τέσσερα άτομα που συνόδευε στο σταθμό του προαστιακού ο K. S.) χωρίς αυτοί να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο ο οποίος ενεργείται από την κατά τόπο αρμόδια αστυνομική αρχή και αφού τους συνόδευαν μέχρι τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών "ΕΛ.

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ", τους προμήθευσαν με πλαστά δελτία ταυτότητας …τα οποία έφεραν φωτογραφία τους και με ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης, όπως αυτά αναλυτικά αναγράφονται στο διατακτικό, πλην όμως όταν επέδειξαν τα ως άνω έγγραφα σε αστυνομικό υπάλληλο, θεωρώντας ότι αυτός είναι αρμόδιος για το έλεγχό τους συνελήφθησαν από αστυνομικούς υπαλλήλους.

Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και της απόπειρας διευκόλυνσης εξόδου από το Ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού, όπως ειδικότερα περιγράφονται στο διατακτικό".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και το συγκατηγορούμενό του M. M. T. ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και της απόπειρας διευκόλυνσης εξόδου από το ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών από κερδοσκοπία κατ' επάγγελμα και συνήθεια από κοινού, για τις οποίες επέβαλε στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι:

I) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από ...-2010 έως ...-2012, όντας περισσότεροι των τριών και ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, με πρόθεση ενώθηκαν μεταξύ τους, συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε εγκληματική ομάδα, με δομημένη και διαρκή δράση, την οποία διηύθυνε ο εξ αυτών T.

M., επιδιώκουσα τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διευκόλυνσης της εξόδου από το Ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών, χωρίς να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο, ενεργώντας εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τα οποία (κακουργήματα) προβλέπονται από το άρθρο 57 παρ. 5 εδ. β-α Ν. 3386/2005, ενεργώντας με χαρακτηριστικό τρόπο δράσης και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, με πρόθεση συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε δομημένη εγκληματική ομάδα με ιεραρχική διάρθρωση, επιδιώκοντας, με την κάτωθι περιγραφόμενη, διαρκή και σχεδιασμένη δράση της συγκεκριμένης ομάδας, τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων διευκόλυνσης της εξόδου από το ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών, χωρίς να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο, ενεργώντας εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τα οποία (κακουργήματα) προβλέπονται από το άρθρο 87 παρ. 5 εδ.

α, β Ν. 3386/2005 και εντεύθεν, τον παράνομο πλουτισμό τους. Στα πλαίσια δε της εγκληματικής δραστηριότητας της εν λόγω ομάδας διέπραξαν από κοινού, κατά συρροή, το έγκλημα της απόπειρας διευκόλυνσης της εξόδου από το ελληνικό έδαφος των υπηκόων ... S... M... του J... και της H. K., S. S. του B... και της V... K... και των ... A... R...

του Ι... H... και της B... I... Β... και M... F... του M... L... και της M..., χωρίς αυτοί να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο ο οποίος ενεργείται από την κατά τόπο αρμόδια αστυνομική αρχή, ενεργώντας εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως η πράξη αυτή αναλυτικά περιγράφεται κατωτέρω, υπό στοιχείο Β 2, διέπρατταν δε τις εν λόγω πράξεις χρησιμοποιώντας ανά περίπτωση ένα ή περισσότερα μέλη της οργάνωσης, ο δε τρόπος δράσης τους, τον οποίο ακολουθούσαν όλοι, βάσει οργανωμένου σχεδίου, αφορούσε μεταξύ άλλων:

το σχεδίασμά του τρόπου τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων, την επιλογή των μελών της ομάδας που θα διενεργούσε αυτές, με εναλλαγή της συμμετοχικής δράσης εκάστου στην τέλεση κάθε επιμέρους πράξης, τη γνώση των τεχνικών προώθησης των παράνομων μεταναστών σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως στην ... με τρόπο που να περιορίζει στο ελάχι¬στο το βαθμό επικινδυνότητας της δράσης τους, τον εντοπισμό και τη διασύνδεσή τους με πρόσωπα που διακινούν παράνομα υπηκόους τρίτων χωρών και ιδιαίτερα ...

ανά την Ευρώπη, τη διευκόλυνση εξόδου των παράνομων μεταναστών από το ελληνικό έδαφος μέσω του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών "Ελ. Βενιζέλος", έναντι χρηματικής αμοιβής 2.000 έως 3.000 ευρώ ανά άτομο, την εξασφάλιση της συγκεκαλυμμένης δράσης τους εκδίδοντας απευθείας τις ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης, το σχέδιο ένταξης στην ομάδα αστυνομικού υπαλλήλου του αερολιμένα, έναντι χρηματικής αμοιβής 1.000 ευρώ ανά άτομο, με σκοπό την απρόσκοπτη μετάβαση των παράνομων μεταναστών στο αεροσκάφος, παρακάμπτοντας τα σημεία ελέγχου.

Στα πλαίσια αυτά, μεταξύ άλλων, ο εξ αυτών K. S. συνόδευε τους υπηκόους τρίτων χωρών στο χώρο του αεροδρομίου, τους παρέδιδε τις ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης και πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα, ο εξ αυτών T. M. διηύθυνε την εγκλη¬ματική οργάνωση, συντονίζοντας, οργανώνοντας και επιβλέποντας την παράνομη διακίνηση των μεταναστών και ο εξ αυτών K.

S. εισέπραττε το συμφωνηθέν χρηματικό ταξιδιωτικά έγγραφα και τις ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης. Η ένταξή τους στην εν λόγω εγκληματική οργάνωση διήρκεσε τουλάχιστον μέχρι την ...-2012, ημέρα της συλλήψεώς τους.

ΙΙ) Στην Αθήνα την ...-2012, από κοινού, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της διευκόλυνσης της εξόδου από το ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών, χωρίς να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο ο οποίος ενεργείται από την κατά τόπο αρμόδια αστυνομική αρχή και προβλέπεται στο άρθρο 5 Ν. 3386/2005, ενεργώντας εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, επιχείρησαν πράξη που συνιστά αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος αυτού, η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και λόγους ανεξάρτητους της θέλησής τους και, ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από κοινού, έχοντας αποφασίσει να διευκολύνουν την έξοδο από το ελληνικό έδαφος των υπηκόων ...

S... M... του J... και της H. K., S. S. του B... και της V... K... και των ... A... R... του Ι... H... και της B...I... Β... και M... F... του M... LATIF και της M..., χωρίς αυτοί να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο ο οποίος ενεργείται από την κατά τόπο αρμόδια αστυνομική αρχή, με πρόθεση τους συνόδευαν μέχρι τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών "ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ", τους προμήθευσαν με πλαστά δελτία ταυτότητας ...

τα οποία έφεραν φωτογραφία τους και με ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης και ειδικότερα προμήθευσαν τον εξ αυτών M... S... με το με αριθμ. ...484 δελτίο ταυτότητας υπό στοιχεία S... S..., τον εξ αυτών S... S... με το με αριθμ. ...118 δελτίο ταυτότητας υπό στοιχεία A... R..., τον εξ αυτών R... A... με το με αριθμ. ...97 δελτίο ταυτότητας υπό στοιχεία G...

L... και τον εξ αυτών Ρ... M... με το με αριθμ. ...97 δελτίο ταυτότητας υπό στοιχεία M...D M... και με μία ηλεκτρονική κάρτα επιβίβασης έκαστο για την πτήση ...04 της ...-2012 και ώρα αναχώρησης 14.55 με προορισμό το ... ...ς, με αριθμ. ...3S590, ...3S589, ...3S591 και ...SS602, αντίστοιχα, τον εξ αυτών δε M... S... και με ένα πλαστό δελτίο αιτήσαντος ασύλου, υπό στοιχεία S...

M..., με αριθμ. ...800 και στη συνέχεια επέδειξαν τα ως άνω έγγραφα σε αστυνομικό υπάλληλο, θεωρώντας ότι αυτός είναι αρμόδιος για τον νόμιμο έλεγχο της εξόδου των κατόχων τους από το ελληνικό έδαφος, η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε διότι συνελήφθησαν από αστυνομικούς υπαλλήλους. Την ανωτέρω πράξη ενήργησαν εκ κερδοσκοπίας και δη έναντι χρηματικής αμοιβής ποσού 2.000 έως 3.000 ευρώ για κάθε πρόσωπο, καθώς επίσης κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη, από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 187 παρ. 1 του Π.Κ.

και 87 παρ. 5 του Ν. 3386/2005. Ειδικότερα, όσον αφορά στην πράξη της απόπειρας διευκόλυνσης εξόδου από το ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών από κερδοσκοπία κατ' επάγγελμα και συνήθεια από κοινού και συγκεκριμένα στο στοιχείο της αρχής εκτέλεσης, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης αυτής (πράξης), τόσο από τη συλλογιστική των παραδοχών του σκεπτικού, όσο και από το διατακτικό, προκύπτει ότι η συνοδεία των τεσσάρων αλλοδαπών, ήτοι των S...

M... του J... και S... S... του B... (υπηκόων ...) και των A... R... του Ι... H... και M... F... του M... L... (...), η προμήθεια αυτών με τα πλαστά δελτία ταυτότητας ... και τις ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης, καθώς και η σύλληψη αυτών έγινε στον Αερολιμένα Αθηνών "ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ" και όχι στο Σταθμό του Προαστιακού και, συνεπώς, δεν υπάρχει αντίφαση για το ζήτημα αυτό μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Πλέον συγκεκριμένα, διαλαμβάνεται για το ζήτημα αυτό στο μεν σκεπτικό ότι "....Στα πλαίσια δε αυτής της εγκληματικής δραστηριότητας αποπειράθηκαν να διευκολύνουν την έξοδο από το Ελληνικό έδαφος των υπηκόων ... S. M. του J. και της H. K., S. S. του B. και V. και των ... A. R. του I. H. και της B. B. και M. F. του M. L. και M., (είναι τα τέσσερα άτομα που συνόδευε στο σταθμό του προαστιακού ο K.

S.) χωρίς αυτοί να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο ο οποίος ενεργείται από την κατά τόπο αρμόδια αστυνομική αρχή και αφού τους συνόδευαν μέχρι τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών "ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ", τους προμήθευσαν με πλαστά δελτία ταυτότητας ... τα οποία έφεραν φωτογραφία τους και με ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης, όπως αυτά αναλυτικά αναγράφονται στο διατακτικό, πλην όμως όταν επέδειξαν τα ως άνω έγγραφα σε αστυνομικό υπάλληλο, θεωρώντας ότι αυτός είναι αρμόδιος για το έλεγχό τους συνελήφθησαν από αστυνομικούς υπαλλήλους....", στο δε διατακτικό ότι "....με πρόθεση τους συνόδευαν μέχρι τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών "ΕΛ.

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ", τους προμήθευσαν με πλαστά δελτία ταυτότητας ... τα οποία έφεραν φωτογραφία τους και με ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης και ειδικότερα προμήθευσαν τον εξ αυτών M... S... με το με αριθμ. ...484 δελτίο ταυτότητας υπό στοιχεία S... S..., τον εξ αυτών S... S... με το με αριθμ. ...118 δελτίο ταυτότητας υπό στοιχεία A...

R..., τον εξ αυτών R... A... με το με αριθμ. ...97 δελτίο ταυτότητας υπό στοιχεία G... L... και τον εξ αυτών Ρ... M... με το με αριθμ. ...97 δελτίο ταυτότητας υπό στοιχεία M...D M... και με μία ηλεκτρονική κάρτα επιβίβασης έκαστο για την πτήση ...04 της ...-2012 και ώρα αναχώρησης 14.55 με προορισμό το ... ...ς, με αριθμ. ...3S590, ...3S589, ...3S591 και ...SS602, αντίστοιχα, τον εξ αυτών δε M...

S... και με ένα πλαστό δελτίο αιτήσαντος ασύλου, υπό στοιχεία S... M...T, με αριθμ. ...800 και στη συνέχεια επέδειξαν τα ως άνω έγγραφα σε αστυνομικό υπάλληλο, θεωρώντας ότι αυτός είναι αρμόδιος για τον νόμιμο έλεγχο της εξόδου των κατόχων τους από το ελληνικό έδαφος, η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε διότι συνελήφθησαν από αστυνομικούς υπαλλήλους....".

Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα προαναφερόμενα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης της απόπειρας διευκόλυνσης εξόδου από το ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτων χωρών χωρίς να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο από κερδοσκοπία κατ' επάγγελμα και συνήθεια από κοινού, ενώ ως προς την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση δεν επηρεάζεται η ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος από την ασάφεια, λόγω παράλειψης λέξεων, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (στον τελευταίο στίχο της σελίδας 15), ως προς τη σχέση αυτού (αναιρεσείοντος) με την προμήθεια, με τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τις ηλεκτρονικές κάρτες επιβίβασης, των υπηκόων τρίτων χωρών, των οποίων διευκόλυνε, μαζί με τα λοιπά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, δηλαδή τον K.

S. και τον T. M., την έξοδο από τη χώρα χωρίς να υποβληθούν στο νόμιμο έλεγχο, αφού αποδίδεται σ' αυτόν με σαφήνεια, πέραν της αναφερόμενης σ' αυτό (διατακτικό) αλλά και στο σκεπτικό λοιπής δράσης αυτού εντός της εγκληματικής οργάνωσης, και η είσπραξη του χρηματικού ποσού, το οποίο οι υπήκοοι τρίτων χωρών συμφωνούσαν να καταβάλουν σ' αυτούς για την προαναφερόμενη διευκόλυνσή τους.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω αντιφάσεων και ασάφειας ως προς τη συνδρομή στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, συνάγεται, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, διότι, έτσι, αποστερείται ο κατηγορούμενος του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι διαδικαστικά έγγραφα ή αναφέρονται διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση άσκησής της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.

Σαφείς δε και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχουν, όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι πλημμέλειες, στις οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, ανύπαρκτοι, ασαφείς και αόριστοι λόγοι, μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν λόγους άσκησης ένδικου μέσου.

Ούτε απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή αυτού (αναιρεσείοντος), το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αποδεικτικό στοιχείο κάποιας "αστυνομικής έρευνας" και ότι "....Τέτοια "αστυνομική έρευνα" δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από την καταγραφή των αναγνωσθέντων εγγράφων....".

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αόριστος, αφού το εν λόγω στοιχείο όπως περιγράφεται στο αναιρετήριο, φέρει το χαρακτήρα πραγματικού γεγονός και δεν προσδιορίζεται με ειδικό τρόπο ως έγγραφο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν αυτό περιλαμβάνεται ή όχι στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι λήφθηκε υπόψη έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο που δεν αναγνώστηκε, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος αυτή (απόφαση) δικαστηρίου, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το επί της έφεσης του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 εδ.

α' του ΚΠοινΔ, τη θέση του εκκαλέσαντος την καταδικαστική απόφαση καταδικασθέντος, τέτοια δε χειροτέρευση της θέσης του τελευταίου επέρχεται και όταν το εφετείο του επέβαλε μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που του είχε επιβληθεί με την πρωτόδικη απόφαση, καθώς και όταν, στη περίπτωση καταδίκης για περισσότερα από ένα εγκλήματα, το εφετείο του επέβαλε μεγαλύτερη ποινή για ένα από τα συρρέοντα εγκλήματα, έστω και αν η συνολική ποινή παρέμεινε ίδια.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης, 3124/2013 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκύπτει ότι στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο επιβλήθηκε πρωτοδίκως, για την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, όπως δε προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, για την ίδια πράξη, ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και, συνεπώς, χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 εδ.

α' του ΚΠοινΔ, τη θέση του αναιρεσείοντος, έστω και αν η συνολική ποινή παρέμεινε ίδια, δηλαδή κάθειρξη οκτώ (8) ετών. Κατά συνέπεια, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, που επήλθε με τη ως άνω χειροτέρευση της θέσης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τη διάταξή της, με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ποινή για την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, αναγκαίως δε και ως προς εκείνη (διάταξη), με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την απόφαση 1925/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της, με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ποινή για την πράξη της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, καθώς και ως προς εκείνη (διάταξη), με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 12-2-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13-2-2018) του K. K. S. T., κατοίκου ... για αναίρεση της ως άνω απόφασης 1925/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Αυγούστου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ