Legislator Case Law & Legislation
1847/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation, ruling no legal error occurred in court's finding of clear intent.

Case Number 1847/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Crete's final decision rejecting their claim for damages due to non-performance of a transfer order. The appellants argued that the lower court erred in interpreting a preliminary agreement, claiming the court ignored a verbal agreement for a 1/2 share versus the written 1/4 share. The court held that the lower court correctly applied general rules of interpretation because no legal vacuum or ambiguity existed in the parties' declarations of intent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 173, 200 of the Code of Civil Procedure; Articles 713 et seq. of the Civil Code: An appeal based on the violation of interpretative rules regarding declarations of intent is inadmissible if the court of first instance found no legal vacuum or ambiguity in the parties' intent.

Keywords

AI generated
contract interpretation declarations of intent legal vacuum ambiguity in intent appeal admissibility preliminary agreement property transfer

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 713 et seq. of the Civil Code
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision of 15 February 1978
Decision of 20 May 1978
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1847 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1847/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. συζ. Ι. Μ., το γένος Π., κατοίκου ... και 2. Ι. Μ. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κουβουκλιανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χήρας Μ. Χ., το γένος Α. Μ., 2. Β. Χ. του Μ. και 3. Β. Χ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κουβίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 580/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 30-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 580/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 63/3771/507/2008 οριστικής απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Με αυτήν είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειόντων για καταδίκη του αρχικώς εναχθέντος, καθολικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, σε δήλωση βουλήσεως και καταβολής αποζημιώσεως από υπαίτια μη εκτέλεση δοθείσας σ' αυτόν εντολής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ]. Πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ].

2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύµβαση και γενικά σε δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρµογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγή στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή µη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 110/2008].

Εξ άλλου ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις [ΑΠ 1473/2008].

Δεν ιδρύεται επίσης στην περίπτωση κατά την οποία η ανεπάρκεια ή η αντίφαση δεν αφορούν στα συγκροτούντα το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου περιστατικά, αλλά στην έκθεση πραγματικών επιχειρημάτων από το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της καταφατικής ή αποφατικής του κρίσεως περί της βασιμότητας ή μη αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως [ΑΠ 198/2007].

Τέλος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας, σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθές εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στη περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθούς περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά [ΟλΑΠ 2/ 2008].

3. Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς των, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του ότι από το περιεχόμενο της από 27-4-2000 επιστολής του δεύτερου αναιρεσείοντος προς τον αρχικώς εναχθέντα Μ. Χ., δεν προκύπτει η κατάρτιση μεταξύ τους συμβάσεως εντολής, παραμόρφωσε το περιεχόμενό της, δεδομένου ότι στο εν λόγω έγγραφο ρητά και με λόγο ευθύ και σαφή αναφέρεται, ότι υπήρξε σχέση εντολής του δεύτερου αναιρεσείοντος για αγορά του ενδίκου ακινήτου στο όνομα μεν του αρχικώς εναχθέντος, αλλά με τη συμφωνία να μεταβιβάσει αυτός στην σύζυγο του εντολέως του [πρώτη αναιρεσείουσα] το 1/2 ή άλλως το 1/4 με βάση τα χρήματα που του καταβλήθηκαν.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Κατά λέξιν αναφέρουν σχετικώς τα ακόλουθα: "Στο κρίσιμο αυτό σημείο της αποφάσεως δεν περιγράφονται με πληρότητα, διαύγεια και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα των άρθρων 514 και 166 ΑΚ και όχι των άρθρων 733 επ.

ΑΚ δεδομένου ότι τα ίδια πραγματικά περιστατικά δύνανται να υπαχθούν στο πραγματικό και των δύο νομικών βάσεων και συνεπώς δεν υπάρχει επάρκεια στην αιτιολογία της μίας έναντι της άλλης παραδοχής με συνέπεια η τελική παραδοχή να μην είναι το αποτέλεσμα της επιβολής της λογικής ώστε τα πραγματικά περιστατικά να υπαχθούν μονοσήμαντα στη νομική βάση του προσυμφώνου πωλήσεως.

Πρόκειται δηλαδή για την παραδοχή μιας απόψεως που όμως δεν συνιστά αιτιολογία με την έννοια της μονοσήμαντης υπαγωγικής διαδρομής από τα πραγματικά περιστατικά στο νόμο. Το στοιχείο της υπάρξεως ενός τόσο ασυνήθους και ιδιότυπου προσυμφώνου, καθώς και της ταυτόχρονης αγοράς και της συμβολαιογραφικής προσυμφωνήσεως για την πώληση του 1/2 του επίμαχου ακινήτου με παράλογη και αδικαιολόγητη αύξηση το επόμενο δευτερόλεπτο του τιμήματος κατά 50% απομένει ως κρισιμότατο αποδεικνυόμενο περιστατικό απολύτως εκτός του αιτιολογικού ειρμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

Συνεπώς πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία καθώς δεν περιγράφεται με σαφήνεια το πραγματικό εκείνο στοιχείο που επιβάλει την νομική υπαγωγή της πωλήσεως έναντι αυτής της εντολής". Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200ΑΚ με το να μην προσφύγει σ' αυτούς, παρά το γεγονός ότι διαπίστωσε, έστω κα έμμεσα, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. 4.Σχετικώς το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...

Δυνάμει του με αριθμό .../05-06-1976. Συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νομίμως ... ο αρχικός εναγόμενος Μ. Χ. [εκπροσωπούμενος νομίμως από τον πατέρα του Β. Χ.], απέκτησε αιτία πωλήσεως από τον κύριο αυτού Σ. Κ., το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου [οικοπέδου μετά του επ' αυτού ερειπωμένου σαπωνοποιείου] εμβαδού ... αντί τιμήματος 2.000.000 δραχμών που καταβλήθηκε με την παράδοση ...

Αμέσως μετά την σύνταξη του ανωτέρω συμβολαίου καταρτίσθηκε μεταξύ του ως άνω αγοραστή ... και της πρώτης εναγούσης το με αριθμό ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου του ίδιου ... Συμβολαιογράφου σύμφωνα με το οποίο ο ως άνω αγοραστής Μ. Χ. υποσχέθηκε να μεταβιβάσει την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του μόλις αποκτηθέντος δια αγοράς από αυτόν ανωτέρω ακινήτου δηλαδή του 1/4 ...

αντί τιμήματος 1.500. 000 ... Ούτε από την συμφωνηθείσα καταληκτική αυτή ημερομηνία συντάξεως του οριστικού συμβολαίου [29-12-1985], έως τον χρόνο ασκήσεως της ενδίκου αγωγής στις 31-8-2006 συντάχθηκε το οριστικό συμβόλαιο. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι ο δεύτερος εξ αυτών ο οποίος διατηρούσε ιδιαίτερη φιλική σχέση και εξ αυτής σχέση εμπιστοσύνης με τον αρχικώς εναγόμενο, λόγω του ότι αυτός ήταν χρεωμένος σε διάφορα πιστωτικά ιδρύματα με αποτέλεσμα να στερείται της δυνατότητας αποκτήσεως ακινήτου στο όνομα του εξαιτίας κινδύνου κατασχέσεως αυτού, συμβλήθηκε με τον αρχικώς εναγόμενο με προφορική σύμβαση εντολής κατά την οποία, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να αγοράσει στο όνομα του για λογαριασμό όμως της πρώτης εναγούσης (συζύγου του δευτέρου) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω περιγραφόμενου στο συμβόλαιο αγοράς ακινήτου και ακολούθως να το μεταβιβάσει σ' αυτή.

Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο (σύμβαση εντολής και αγορά του ακινήτου από τον αρχικώς εναγόμενο κατά τους κανόνες της εμμέσου αντιπροσωπεύσεως). Αντιθέτως, σύμφωνα με τα πρoαναφερόμενα προέκυψε ότι ο αρχικώς εναγόμενος, αγόρασε στο όνομα του και για λογαριασμό του, δυνάμει του προαναφερόμενου μεταγραφέντος συμβολαίου το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, καταστάς έτσι κύριος αυτού και ακολούθως υποσχέθηκε δια του ανωτέρω συμβολαιογραφικού προσυμφώνου να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως προς τη δεύτερη των εναγόντων μόνο το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου του αγορασθέντος από αυτόν ακινήτου, ήτοι το 1/4 εξ αδιαιρέτου του όλου.

Στην κρίση του το Δικαστήριο περί μη καταρτίσεως συμβάσεως εντολής άγεται από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ιδίως απ την από 27.04.2000 επιστολή του δεύτερου ενάγοντος προς τον αρχικώς εναγόμενο, η οποία συντάχθηκε σε ανύποπτο, σε σχέση με την επιδικία, χρόνο και στην οποία μεταξύ άλλων, ο δεύτερος ενάγων, αναφέρει: ... 1.

ότι τον Ιούνιο του 76 με το Συμβ. ... αγόρασες το ακίνητο κατόπιν υποδείξεως μου και συμφωνίας ότι θα πάρω το μισό αντί 2.000.000 τα 534,4/2 δηλ. 267,2 τ.μ. 2. Την ίδια μέρα διότι έτσι είχαμε συμφωνήσει μου πουλάς με προσύμφωνο το μισό δηλ. 267,2/2=δηλ. 133,6 τ.μ. αντί 1.500.000, το πρωσ. ... ... . Λοιπόν Μ. για να διατηρήσουμε τις σχέσεις μας, γιατί εγώ σε έβαλα να το αγοράσεις με την παραπάνω συμφωνία και κράτησα το μισό ...

και στην οποία (επιστολή) περαιτέρω (ο δεύτερος εναγόμενος) κάνοντας υπολογισμό των χρημάτων τα οποία κατέβαλε έναντι του τιμήματος που συμφώνησαν με το προσύμφωνο για το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που αντιστοιχεί σε 133,6 τ.μ. όπως ρητώς αναφέρει, ζητάει τελικά από τον εναγόμενο να του μεταβιβάσει 70 τμ, από την σαφή διατύπωση της οποίας [επιστολής] ευθέως προκύπτει αφενός μεν η ανυπαρξία συμβάσεως εντολής αγοράς από τον αρχικώς εναγόμενο για λογαριασμό των εναγόντων [και δη της πρώτης εξ αυτών] του αγορασθέντος ακινήτου, αφού τέτοια συμφωνία δεν αναφέρεται στην επιστολή ούτε συνάγεται από το περιεχόμενο της αφετέρου δε ότι η αγορά του ακινήτου [το ήμισυ εξ αδιαιρέτου όπως στο αναφερόμενο στη επιστολή αυτή προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας αναφέρεται] έλαβε χώραν από τον αρχικώς εναγόμενο, κατόπιν μεν υποδείξεως του ως άνω ενάγοντος πλην όμως για λογαριασμό του ιδίου του εναγομένου ...

Εξάλλου, σε περίπτωση υπάρξεως εντολής με το ανωτέρω περιεχόμενο [αγοράς του ακινήτου (1/2 εξ αδιαιρέτου) από τον αρχικώς εναγόμενο για λογαριασμό της πρώτης εναγούσης και μεταβιβάσεως προς την τελευταία όλου του αγορασθέντος από αυτόν ακινήτου, (1/2)] θα καταρτίζονταν το προσύμφωνο για την πώληση από τον εναγόμενο προς την ανωτέρω ενάγουσα ολοκλήρου του αγορασθέντος ακινήτου (1/2 εξ αδιαιρέτου) και όχι του ημίσεως αυτού (1/4 εξ αδιαιρέτου),όπως έγινε.

Τα ισχυριζόμενα από τον ενάγοντα ότι για την τήρηση της προφορικής αυτής συμφωνίας (εντολής) βασίστηκε στην ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης που τον συνέδεε με τον εναγόμενο είναι αβάσιμα, ενόψει του ότι στην περίπτωση αυτή οι διάδικοι δεν θα προέβαιναν στην σύνταξη εγγράφου και δη συμβολαιογραφικού προσυμφώνου για τη μεταβίβαση μάλιστα του ημίσεως εκ του συμφωνηθέντος ιδανικού μεριδίου του ακινήτου, εφόσον δε προέβησαν στη σύνταξη του εγγράφου αυτού με τον τύπο του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου που, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική τους συμφωνία (υπόσχεση μεταβίβασης του 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αντί του προφορικώς συμφωνηθέντος 1/2 εξ αδιαιρέτου),θα ήταν αναμενόμενο να υπογράψουν σχετικό αντέγγραφο με την πραγματική τους συμφωνία.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την από 15.02.1978 απόδειξη του αρχικώς εναγομένου και την από την 20.05.1978 επιστολή του δεύτερου ενάγοντος ....

Υπό τις παραδοχές του αυτές και ειδικότερα με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η μοναδική υποσχετική σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν εκείνη μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και του αρχικώς εναχθέντος Μ. Χ. ( δυνάμει του προδιαληφθέντα προσυμφώνου καθώς και ότι ουδέποτε είχε καταρτισθεί σύμβαση εντολής μεταξύ του προαναφερθέντος και του δεύτερου αναιρεσείοντα, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου- ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες -τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε (ανέλεγκτα) ως αποδεδειγμένα, αρκούσαν για την μη εφαρμογή τους.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος κατά το ένα μέρος του, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν αφορούν στην παράθεση των ουσιωδών περιστατικών, εκείνων δηλαδή που ανήκουν στο πραγματικό του μη εφαρμοσθέντος ουσιαστικού κανόνος δικαίου, αλλά στην έκθεση πραγματικών επιχειρημάτων προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσεως του Εφετείου, είναι απαράδεκτος. Αβάσιμοι επίσης είναι και οι λοιποί πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως. Τούτο δε, καθόσον το Εφετείο: α] Δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε απλώς, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο του με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, β] Δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στο καταρτισθέν προσύμφωνο και συνεπώς δεν συνέτρεχε λόγος να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176 ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της Ν. Μ. και του Ι. Μ. για αναίρεση της 580/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ