Legislator Case Law & Legislation
1847/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against state interest rate ruling, upholding public debt interest rules under Greek law.

Case Number 1847/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding public debt interest rates. The appellant argued that the state's 6% interest rate starting from the lawsuit filing violated constitutional equality and European Convention rights compared to private debtors. The court ruled that the specific statutory provision limiting state interest rates is constitutional and does not infringe upon fundamental rights or international obligations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4, 6, and 1 of the First Protocol of the ECHR; Article 1 of the International Convention on the Protection of the Right to the Enjoyment of the Highest Standard of Physical and Mental Health: The court held that a statutory cap on public debt interest rates starting from the lawsuit filing does not violate constitutional equality or international human rights standards.

Keywords

AI generated
public debt interest rates constitutional equality principle European Convention rights statutory interest caps state liability rules

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of the Constitution
Article 6(1) of the European Convention on Human Rights
Article 1 of the First Protocol to the ECHR
Article 1 of the International Convention on the Protection of the Right to the Enjoyment of the Highest Standard of Physical and Mental Health
Article 21 of the Code of Administrative Justice

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/2006
Supreme Court 7/2000
Supreme Court 11/2003
Supreme Court 23/2004
Supreme Court 17/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1847 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1847/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1829/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7164/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/7/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/11/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.

ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.

Α.Π. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων (των άρθρων 69 παρ. 1, 131 παρ. 10 και 11 του Ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εσωτερικών", που κυρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου πρώτου του ν. 2594/1998) προκύπτουν τα εξής: 1) Οι ανήκοντες στο με σχέση ιδιωτικού δικαίου βοηθητικό προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών κλητήρες δικαιούνται επιπλέον των νομίμων βασικών μηνιαίων αποδοχών τους και το επίδομα υπηρεσίας στην Αλλοδαπή. 2) Το επίδομα αυτό χορηγείται για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής στην Αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρο υπηρεσίας τους. 3) Τούτο παρέχεται σε συνάλλαγμα ανάλογα με τον κλάδο και το βαθμό κάθε υπαλλήλου και καθορίζεται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου σε χρηματικό ποσό για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό και σε ποσοστό επί του ποσού αυτού για όλους τους υπόλοιπους υπαλλήλους. 4) Με τις διατάξεις αυτές δεν καθιερώνονται αυτοτελή επιδόματα τέκνων και στέγασης, αλλά για τον προσδιορισμό του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή και τις τυχόν αναπροσαρμογές του λαμβάνονται υπόψη:

α) τα οικογενειακά βάρη κάθε συγκεκριμένου υπαλλήλου και β) οι συνθήκες στέγασης στη χώρα που υπηρετεί, και με βάση αυτά (οικογενειακά βάρη και συνθήκες εργασίας) προσαυξάνεται κατά ορισμένα ποσοστά το ανωτέρω επίδομα. 5) Τις προσαυξήσεις αυτές, που καθορίζονται εκάστοτε με Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή κατ' εξουσιοδότηση αυτού με αποφάσεις των αρμοδίων Υπουργών δικαιούνται και οι ανήκοντες στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου Βοηθητικό Προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και 6) Οι κατά την έναρξη ισχύος (24-3-1998) του νέου Οργανισμού υπηρετούντες εν λόγω υπάλληλοι της Εξωτερικής Υπηρεσίας εξακολουθούν να λαμβάνουν το επίδομα υπηρεσίας στην Αλλοδαπή και τις επ' αυτού προσαυξήσεις οικογενειακά βάρη και συνθήκες στέγασης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 - η οποία αποτελεί ουσιαστικά αναδιατύπωση της προϊσχύουσας διάταξης του άρθρου 91 παρ. 3 του ν.δ. 321/1969 - όλες οι αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλων του Δημοσίου υπόκεινται, συλλήβδην, στην ειδική βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής (Ολ ΑΠ 3/2006).

Η διάταξη αυτή, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της ισότητας αλλά και της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, όπως αυτή, συνάγεται από το άρθρο 4 παρ. 1, 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα άρθρα 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και των άρθρων 2 παρ. 3 α, β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/ 1997), δεδομένου ότι οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις αυτές δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτος όπως θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση, κυρίως, του δημοσίου συμφέροντος".

Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής κρίσιμα περιστατικά: "Δυνάμει της από 17-1 1-1992 σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου, νομίμως εκπροσωπουμένου από το Δ. Κ. Α., Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στην ΟΥΝΕΣΚΟ ο πρώτος προσλήφθηκε ως κλητήρας στην Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην ΟΥΝΕΣΚΟ που εδρεύει στο …Ήδη από 21-1-2003 έχει καταταγεί σε μόνιμη θέση του κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης, στον Ε' βαθμό.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 της προσκομιζόμενης, παραπάνω, εργασιακής σύμβασης, οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίστηκαν με βάση το μισθό εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας καθώς και το παρεχόμενο, στους υπαλλήλους του Κλάδου αυτού, επίδομα υπηρεσίας Αλλοδαπής. Το επίδομα αυτό καθορίστηκε για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-1999 σε 6.100 ΕCU το μήνα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2000 σε 6.300 ΕCU το μήνα και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 20-1-2003 σε 6.700 ευρώ το μήνα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι έγγαμος με τη Β. Γ. και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων της Α. που γεννήθηκε στις 20.1.1997 και του Ν. που γεννήθηκε στις 26-9-2000. Μέχρι τις 20.1.2003 διέμενε, λόγω της υπηρεσίας του στο …, χωρίς να έχει μισθώσει, σε βάρος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, οίκημα για τις ανάγκες στέγασης του.

Δικαιούται, επομένως, αυτός σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ενόψει του ότι με το νέο Οργανισμό του Υπ. Εξ. δεν γίνεται διάκριση μεταξύ μονίμων και μη υπαλλήλων για τη χορήγηση των επιδομάτων τέκνων και στέγασης επί του επιδόματος υπηρεσίας Αλλοδαπής, το επίδομα στέγασης και το επίδομα τέκνων. Να σημειωθεί ότι από την 1-1-2001 ισχύει η υπ' αριθμ. 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εσωτερικών, Εξωτερικών και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 390/9-4-2001 τ.

Β') η οποία καθόρισε την αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας Αλλοδαπής , και όρισε ότι το επίδομα στέγασης που αποτελεί προσαύξηση και παρακολούθημα του επιδόματος υπηρεσίας Αλλοδαπής δικαιούνται όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στην Αλλοδαπή εφόσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο.

Η εκκαλούμενη, επομένως, που δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει τα εν λόγω επιδόματα και, συνακόλουθα, απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη την αγωγή ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη και πρέπει, κατ' αποδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμου, του πρώτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να επιδικαστούν, τα επιδόματα αυτά στον ενάγοντα.

Ο τελευταίος, όμως, ενόψει του ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε, όπως συνομολογείται στις 24-6-2004, δικαιούται μόνο για το από 1-1-2002 έως 20-1-2003 χρονικό διάστημα, καθόσον οι από 1-1-1999 έως 31-12-2001 αξιώσεις του (αποδοχές) έχουν υποπέσει, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, στην ειδική βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, η οποία άρχισε από το τέλος του (κάθε) οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών.

Η άποψη αυτή δεν είναι αντίθετη, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, στην αρχή της ισότητας αλλά και της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, όπως αυτή συνάγεται από τα άρθρα 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α. (ν.δ. 53/1974) και των άρθρων 2 παρ. 3, α', β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997). Με την κρίση του αυτή, ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των αρθρ. 4 § 1, 20 παρ. 1 του Συντ., 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 2 § 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως ήδη σημειώθηκε, προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη, όπως προαναφέρθηκε, από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26.6/10.7.1944), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 109 παρ. 2 Εισ.ΝΑΚ), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.

Ως "αγωγή" νοείται εν προκειμένω η καταψηφιστική αγωγή (Ολ ΑΠ 10/2008). Aπό τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής και δεν αρκεί η υπερημερία που επήλθε με εξώδικη όχληση ή με την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπληρώσεως της χρηματικής οφειλής, ανεξάρτητα από τη φύση της ενοχής και αν αυτή πηγάζει από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου (ΑΠ 1214/2003).

Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητά του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 2, 14 παρ. 1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) και του άρθρου 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου'' που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.

ΑΠ 3/2006). Επίσης, η ρύθμιση αυτή δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τα άρθρα 341, 345, 648,649 και 655 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου (Δ/μα από 25-6/10-7-1944) που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 109 παρ. 2 Εισ.

ΝΑΚ) και ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου και ότι ο τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής" προκύπτει ότι ο τόκος υπερημερίας για τις οφειλές του Δημοσίου αρχίζει μόνο από την επίδοση της αγωγής και δεν αρκεί η υπερημερία που επήλθε με εξώδικη όχληση ή με την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής ανεξάρτητα από τη φύση της ενοχής και αν αυτή πηγάζει από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου (Ολ ΑΠ 3/2006, Ολ ΑΠ 7/2000).

Εξάλλου, η διάταξη καθόσον αφορά το ύψος τόκων υπερημερίας του Δημοσίου είναι ειδική και τελεί σε αρμονία προς τη διάταξη των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύς διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ της 4-11-1950 (Ολ ΑΠ 11/2003). Με βάση τα παραπάνω, η τοκογονία του επιδικασθέντος στον ενάγοντα ποσού πρέπει να οριστεί από την επίδοση της αγωγής και όχι τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο το κάθε μηνιαίο ποσό όπως ο ενάγων ισχυρίζεται".

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παραβίασε τις συνταγματικές διατάξεις (άρθρ. 4 παρ.1, 17 παρ. 1, 20 παρ.1, 25 παρ. 1 Συντ/τος) και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, καθώς και εκείνες της 95 Διεθνούς Συμβάσεως και του Α.Κ., που προαναφέρθηκαν, με το να δεχθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 22.646 € για επίδομα τέκνων και για επίδομα στέγασης, με τόκο υπερημερίας 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, και μάλιστα από την επίδοση της αγωγής και όχι αφότου κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, εφόσον συνέτρεχε δήλη ημέρα καταβολής των εν λόγω επιδομάτων, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2009 αίτηση του Χ. Μ. για αναίρεση της 7164/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ