Supreme Court dismisses appeal on tort liability but refers fifth ground to Plenary due to one-vote split on applicable law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding the liability of an insurance company for a traffic accident, upholding the lower court's application of Greek law. While the majority found the appellate court erred in applying Greek law instead of Albanian law due to the victim's foreign nationality, a minority held that Greek law applies because the tort occurred on Greek soil. Consequently, the court rejected the first four grounds of the appeal but referred the fifth ground to the Plenary Assembly for a final decision due to the one-vote difference.
Legislator headnote
AI generatedArticles 26, 932, 559(1) of the Civil Code; The court held that while the place of the tort generally governs liability, the determination of eligible claimants for mental distress damages requires interpreting 'family' under Greek law when the tort occurred in Greece, leading to a split decision requiring Plenary review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1847 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1847/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χρυσόστομο Βελάκη και Νικόλαο Βασιλακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6, ο οποίος ενηλικιώθηκε στις 23/8/2008 και συνεχίζει ατομικά την παρούσα δίκη, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικήτα Καλαφάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις δια των οποίων δηλώθηκε και η ενηλικίωση του υπό στοιχείο 6 αναιρεσιβλήτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/3/2007 αίτησή του, κοινοποιούμενη προς α) την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και β) την Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία ""ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 7/5/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος, κατά το οποίο θανατώθηκε ο συγγενής των εναγόντων, και την επίδραση που είχε στο θανατηφόρο τραυματισμό του η έλλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους: "Την 10η Νοεμβρίου 2001 και περί ώρα 16.30', ο ΑΑ, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγόντων, οδηγώντας το υπ' αριθ ...
δίκυκλο μοτοποδήλατο, κυριότητας του δευτέρου ενάγοντος (Ψ2) γιού του, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ...-... με κατεύθυνση προς ... . Η οδός αυτή, πλάτους 6,40 μέτρων, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας, λόγω στενότητας, ανά κατεύθυνση, στο κέντρο της οποίας υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία, λόγω της παλαιότητας, δεν ήταν εμφανώς ορατή.
Σε τρία σημεία της οδού η άνω διπλή διαχωριστική γραμμή είναι διακεκομμένη, ώστε να είναι επιτρεπτή η είσοδος των οχημάτων σε παρακείμενα συνεργεία αυτοκινήτων, που βρίσκονται αριστερά του ρεύματος πορείας που οδηγεί προς ... . Την ίδια στιγμή ομορρόπως και έμπροσθεν του μοτοποδηλάτου κινείτο το υπ' αριθ ...
ΦΙΧ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, Χ, κυριότητας της ΑΕ με την επωνυμία "Σκορδαλός Θεόφιλος ΑΤΕΒΕ", η οποία δεν είναι διάδικος, όπως έχει εκτεθεί, ήταν δε ασφαλισμένο το όχημα αυτό για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Λόγω της βραδυπορίας του φορτηγού αυτοκινήτου που προπορευόταν του μοτοποδηλάτου ο άνω οδηγός του τελευταίου, ΑΑ, επιχείρησε να προσπεράσει τούτο αναπτύσσοντας ταχύτητα, εισελθών στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αν και τούτο απαγορευόταν λόγω της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ήταν δε συνάμα και επικίνδυνο, διότι από το σημείο εκείνο εξέρχονταν αυτοκίνητα από το παρακείμενο συνεργείο, που βρίσκεται αριστερά σε σχέση με την πορεία του.
Στο ύψος του συνεργείου αυτού, όπου η διαχωριστική γραμμή είναι διακεκομμένη και ενώ η προσπέραση ήταν εν εξελίξει, ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού, αφού ανέκοψε προς στιγμή την ήδη χαμηλή ταχύτητα του οχήματός του, εντελώς ξαφνικά, χωρίς να κάνει χρήση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλάς) και ανέλεγκτα άλλαξε την πορεία του προς τα αριστερά, με σκοπό να εισέλθει στο προαναφερόμενο συνεργείο αυτοκινήτων.
Η κίνησή του αυτή είχε ως συνέπεια να ανακόψει την πορεία του μοτοποδηλάτου, το οποίο επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερά μεσαία πλευρά του φορτηγού αυτοκινήτου και να συρθεί από αυτό περίπου τρία μέτρα στο χώρο του συνεργείου αυτοκινήτων, όπου σταμάτησε το φορτηγό. Η σύγκρουση συνέβη στο μέσον περίπου του αντίθετου ρεύματος πορείας των εμπλακέντων σ' αυτή (σύγκρουση) οχημάτων και στο ύψος της εισόδου του συνεργείου αυτοκινήτων, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο ΑΑ είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας.
Αποτέλεσμα της συγκρούσεως ήταν να τραυματιστεί βαρύτατα ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, ο οποίος υπέστη ενδοεγκεφαλική αιμορραγία λόγω της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του, μετά από τέσσερις ημέρες, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Υπό τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) και των δύο οδηγών, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν να καταβάλουν, επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, κάτω από ανάλογες συνθήκες, δεν οδηγούσαν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να προβούν στους απαιτούμενους χειρισμούς.
Ειδικότερα, ο μεν εναγόμενος οδηγός επιχείρησε ανέλεγκτα και χωρίς να κάνει χρήση του δείκτη αλλαγής πορείας, να στρίψει αριστερά, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο ακινδύνως για τα όπισθεν αυτού κινούμενα οχήματα, ο δε οδηγός του μοτοποδηλάτου (θανών), διότι επιχείρησε προσπέραση εισελθών στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αν και τούτο απαγορευόταν.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε 60%, διότι αυτός κυρίως συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος, το δε θανόντα σε 40%. Όμως, στην επέλευση του θανάτου του συνετέλεσε επί πλέον κατά ποσοστό 30% και ο θανών, διότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητείται και δεδομένου ότι επλήγη στο κεφάλι, όπου δέχθηκε τα καίρια κτυπήματα.
Συνεπώς, η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού, αφενός μεν στην πρόκληση του ατυχήματος και αφετέρου στην επέλευση του θανάτου του, πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο οδηγός του φορτηγού έκανε χρήση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και αυτό κατατέθηκε και από το μάρτυρά τους, ..., πλην όμως η κατάθεση αυτή δεν είναι πειστική.
Τούτο διότι, ο παραπάνω μάρτυρας, που φέρεται ως αυτόπτης, χωρίς, πάντως, να αναγράφεται ως μάρτυρας στην έκθεση αυτοψίας, ενώ κατέθεσε ότι είδε τον εναγόμενο οδηγό να έχει "ανάψει φλάς" τη στιγμή που έστριβε, εν τούτοις αυτός δεν είδε καθόλου το μοτοποδήλατο, γιατί δεν του το επέτρεπε η θέση του (επάνω στη ράμπα του συνεργείου) και, αντιφατικά προς το τελευταίο περιστατικό, ανέφερε ότι το μοτοποδήλατο μπορεί να έτρεχε με 80 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ, όπως αποδείχθηκε, λόγω της παλαιότητάς του, δεν μπορούσε το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο να αναπτύξει αυτήν την ταχύτητα".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος με την οποία απέδιδε κακή εκτίμηση των αποδείξεων στην πρωτόδικη απόφαση σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την απόδοση υπαιτιότητας σ' αυτόν για την πρόκληση αυτού και συνυπαιτιότητας στο θύμα κατά τα ίδια ποσοστά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας από τις ανωτέρω συμπεριφορές στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του οδηγού του μοτοποδηλάτου.
Το Εφετείο περιλαμβάνει λεπτομερείς αναφορές στους λόγους που καταφάσκουν την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου για την πρόκληση του ατυχήματος (αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά χωρίς να κάνει χρήση του δείκτη αλλαγής πορείας και αποκλεισμός της πορείας του μοτοποδηλάτη) κατά το οποίο επήλθε ο τραυματισμός του θύματος έτσι ώστε υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής (υπαίτιας συμπεριφοράς) και του θανάτου του κριθέντος συνυπαιτίου θύματος.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, και το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας, η παραδοχή δε επιπλέον συνυπαιτιότητας από την παράλειψη του θύματος να φέρει κράνος αναφέρεται στην έκταση της ζημίας και όχι στην πρόκληση αυτή καθεαυτή του ατυχήματος στην οποία συντρέχει υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος.
Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ και ο πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και σε αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο 10 Ν ΓΠΝ/1911), προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράλειψη του οδηγού μοτοποδηλάτου, το οποίο ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, να φορά προστατευτικό κράνος, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 12 παρ. 6 Ν 2696/1999 (ΚΟΚ), θεμελιώνει συντρέχον αυτού πταίσμα, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις προκληθείσες σωματικές κακώσεις του. Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ, 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1253/2007).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο μετά τις παραδοχές του σχετικά με τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος και την κατάφαση της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου , καθώς και τη συνυπαιτιότητα του θύματος δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το αίτημα των εναγόντων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συγγενούς τους: "Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο θανών ΑΑ, αλβανικής υπηκοότητας, διέμενε όσο ζούσε, στο ..., ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος, ηλικίας 47 ετών, υγιής, έγγαμος με την πρώτη ενάγουσα και πατέρας του εκπροσωπούμενου απ' αυτήν ανηλίκου τέκνου τους Ψ6, όπως και του δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτης των εναγόντων.
Διαβίωναν όλοι μαζί στην οικία τους στο παραπάνω χωριό και συνδέονταν με δεσμούς αμοιβαίας αγάπης και στοργής, έχοντας αρμονικές σχέσεις μεταξύ τους. Από το θάνατο του συζύγου και πατέρα τους οι ενάγοντες δοκίμασαν αισθήματα ψυχικού πόνου και θλίψης, για την απάμβλυνση των οποίων πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Το ύψος αυτής, ενόψει του βαθμού της υπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών, των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες συνέβη το θανατηφόρο ατύχημα, του ψυχικού δεσμού του θανόντα με τους ενάγοντες, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, πλην βεβαίως της τρίτης των εναγομένων, ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 40.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα.
Με τα δεδομένα αυτά η εκκαλουμένη απόφαση δεν έσφαλε με το να καταλογίσει στον θανόντα ΑΑ συνυπαιτιότητα 40% και επί πλέον 30%, επειδή δεν έφερε κράνος , γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι εφέσεως πρέπει ν' απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Αντιθέτως, έσφαλε με το να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μικρότερη της παραπάνω επιδικασθείσας (ήτοι 20.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και τον ανήλικο Ψ6 και από 25.000 ευρώ για καθένα από τα λοιπά τέκνα του θανόντος), γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της εφέσεως των εναγόντων, ως ουσιαστικά βάσιμος".
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ αλλά και των άρθρων 914, 932 ΑΚ. Κρίνοντας έτσι όμως το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος και την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932 αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.
Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΟλΑΠ 6/2009).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και αυτών των άρθρων 914, 932 ΑΚ κατά την επιδίκαση του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες, διότι το επιδικασθέν ποσό σε καθένα από αυτούς είναι υπέρμετρα ασύνηθες υψηλό.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω ο ανωτέρω λόγος (τέταρτος) αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας και διότι δεν πρόκειται για ανεπάρκεια της αιτιολογίας, αλλά με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
IV. Το άρθρο 26 ΑΚ ορίζει ότι οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Κατά το δίκαιο που ορίζει η διάταξη αυτή κρίνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ζητήματα: Αν η συγκεκριμένη πράξη αποτελεί αδίκημα, αν η υπαιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση του αδικήματος και της υποχρεώσεως για αποζημίωση, αν και βάσει ποίων προϋποθέσεων θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος κάποιου άλλου, ποια είναι το είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης (άρθρα 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, 931 ΑΚ), πότε η πράξη είναι παράνομη, ποιος βαθμός υπαιτιότητας απαιτείται για τη θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση, αν μεταξύ της πράξεως και της ζημίας απαιτείται αιτιώδης συνάφεια, ποιες είναι οι συνέπειες του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, πότε παραγράφεται η σχετική αξίωση, αν, σε περίπτωση θανατώσεως του προσώπου τα μέλη της οικογένειάς του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υποχρέων.
Δεν είναι όμως η μόνη εφαρμοστέα διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί να καταστεί αναγκαία η προσφυγή και σε άλλη διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έτσι για την κρίση του θέματος αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή αν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα, ΑΠ 3/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το γεγονός ότι δέχεται πως ο αποβιώσας, θανατωθείς κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα που συνέβη σε ελληνικό έδαφος, είχε αλβανική υπηκοότητα, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμά του ότι οι ενάγοντες, σύζυγος και τέκνα αυτού, δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συγγενούς του εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο.
Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο και όχι τις εφαρμοστέες, κατά τις ανωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, διατάξεις του αλβανικού δικαίου, δοθέντος ότι ενόψει της αλβανικής ιθαγενείας του θανατωθέντος και των εναγόντων οικείων η διαφορά φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας που καθιστά αναγκαία την προσφυγή στις οικείες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του ΑΚ.
Έτσι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις αυτές, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης που αποδίδει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών αυτού του Δικαστηρίου και ειδικότερα του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα και της Αρεοπαγίτη Γεωργίας Λαλούση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 26 ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο του τόπου, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σχέση, που δημιουργείται με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο (ΟλΑΠ 14/1997) και επομένως σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο καθορίζεται και ποιος είναι ο δικαιούχος της αποζημίωσης. Ειδικότερα, σε περίπτωση θανάτωσης αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος από αδικοπραξία εφαρμόζεται το άρθρο 932 ΑΚ, το οποίο προβλέπει ότι μπορεί να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Ο κύκλος των προσώπων που ανήκει στην οικογένεια του θύματος έχει προσδιοριστεί νομολογιακά με ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας "οικογένεια" και μόνο η εγκυρότητα ή όχι της ύπαρξης συγγενικής σχέσης θα κριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13, 14, 17, 18, 22, 23 ΑΚ. Έτσι στην προκείμενη επίδικη περίπτωση, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, εφόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι ενάγοντες είναι αποδεδειγμένα σύζυγος και τέκνα του θανατωθέντος στο ατύχημα, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η απόφαση σχετικά με τον ανωτέρω λόγο λαμβάνεται με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει ο λόγος αυτός να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ β' ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο από τους λόγους της αναίρεσης κατά της 411/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πέμπτο λόγο της αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ