Legislator Case Law & Legislation
1847/2007 AI generated

1847/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1847/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 8054/1996 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και τις από 30-11-1999 και 20-3-2002 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την από 16-5-1995 αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7052/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1714/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουνίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1847/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 296§2 ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλομένους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται αφού λήξει το έτος ή η χρήση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1847 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1847/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Καρβαγιώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 8054/1996 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και τις από 30-11-1999 και 20-3-2002 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν με την από 16-5-1995 αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7052/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1714/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουνίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 296§2 ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλομένους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται αφού λήξει το έτος ή η χρήση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την άσκηση του δικαιώματος προς ανατοκισμό, δηλαδή προς υπολογισμό και λήψη νόμιμου τόκου επί τόκων, νομίμων ή δικαιοπρακτικών, πρέπει να συντρέχουν, σωρευτικώς, οι εξής προϋποθέσεις: α) να καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι ενός τουλάχιστον έτους ή, αν πρόκειται για το Δημόσιο, μιας χρήσεως, β) να επιδοθεί εκ μέρους του δανειστού στον οφειλέτη αγωγή, περιέχουσα το περί ανατοκισμού αίτημα και γ) η επίδοση της ως άνω αγωγής να γίνει μετά τη συμπλήρωση του έτους ή της χρήσεως ανάλογα, δηλαδή αφού έχει συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μικρότερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς εφόσον υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι απαιτητοί και ληξιπρόθεσμοι τόκοι, ενός τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως.

Αίτημα δε της περί ανατοκισμού αγωγής δεν είναι η κεφαλαιοποίηση των οφειλομένων και καθυστερουμένων, τουλάχιστον ενός έτους, τόκων, ώστε του λοιπού να εισπράξουν και αυτοί τόκο, αλλά η καταψήφιση του εναγομένου στην πληρωμή των καθυστερουμένων τόκων, εντόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Και τούτο λόγω της μη αναδρομικότητος του ανατοκισμού, που σημαίνει ότι η αγωγή δεν ανατρέχει στο παρελθόν, δηλαδή στο χρόνο από τον οποίο οι τόκοι έγιναν απαιτητοί, αλλά ο ανατοκισμός αρχίζει μόνο από την επίδοση της περί ανατοκισμού αγωγής. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλομένων τόκων αγωγή, πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, εκτός των άλλων, σαφή έκθεση α) των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο οφειλέτης, β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ' ελάχιστο, περίοδος ενός έτους και γ) της ασκήσεως της αγωγής μετά την συμπλήρωση του ελαχίστου, κατά τα παραπάνω, χρονικού διαστήματος.

Περαιτέρω, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση ελεγχόμενη αναιρετικώς με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα υπό του νόμου προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε ολιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, η δε ποσοτική αοριστία του δικογράφου της, υπάρχουσα αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνος δικαίου, στο οποίο στηρίζεται το αιτητικό της, ελέγχεται αναιρετικώς με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14, σε συνδυασμό προς τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο των ενδίκων από 30.11.1999 και 20.3.2002 παρεμπιπτουσών περί ανατοκισμού αγωγών, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποκειμένων σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), ο ενάγων αναιρεσείων, αφού ισχυρίσθηκε ότι με προηγούμενη, κύρια, αγωγή ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η εναγομένη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 8.300.110 δραχμών ως ασφάλισμα λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, νομιμοτόκως από της επιδόσεώς της, εζήτησε την καταψήφισή της προς καταβολή τόκου επί των ληξιπροθέσμων και απαιτητών (δεδουλευμένων) τόκων υπερημερίας επί του προδιαληφθέντος ποσού, άλλως του επιδικασθησομένου, χωρίς όμως, οποιαδήποτε αναφορά στο αιτούμενο και εκ της κεφαλαιοποιήσεως των καθυστερουμένων τόκων κατά τον χρόνο επιδόσεως των ενδίκων αγωγών προκύπτον χρηματικό ποσό, επί του οποίου και οφείλονται για το μεταγενέστερο της επιδόσεως χρονικό διάστημα τόκοι, όχι όμως και για το προγενέστερο λόγω της μη αναδρομικής δυνάμεως του ανατοκισμού.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα οι ένδικες αγωγές είναι ποσοτικώς αόριστες, όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους στα δικόγραφα των αγωγών διαλαμβανομένους ισχυρισμούς, οι δε δεύτερος και τρίτος από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 297 ΑΚ, ως αξιώσασα για την εφαρμογή της την επίκληση στοιχείων περισσοτέρων των στην ιστορική βάση των ενδίκων αγωγών διαλαμβανομένων, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως ελέχθη, οι ένδικες αγωγές, ορθώς απερρίφθησαν λόγω ποσοτικής αοριστίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.06.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 1714/2006 του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ