Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment regarding car accident damages and permanent disability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment awarding compensation for car accident damages and permanent disability. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of evidence regarding the victim's permanent disability and failed to address specific grounds for appeal. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sound and the appeal arguments vague and legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to substantiate alleged errors in the lower court's evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1846 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1846/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα - Μαρία Ζέρβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-2-2018 και 30-5-2018 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1401/2019 εν μέρει οριστική και 232/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1837/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-9-2022 και με γεν. αρ. καταθ. 6744/8-9-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1837/7-4-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1837/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Δ.Δ. και της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." α) την από 12-2-2018 και με αρ. εκθ. καταθ. 14624/747/2018 αγωγή και β) την συμπληρωματική αυτής από 30-5-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 55817/2727/2018 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Δ.
Δ. οδηγώντας το ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη -ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, ΙΧΕ αυτοκίνητο, προκάλεσε από υπαιτιότητά του υλικές ζημίες και τον τραυματισμό του υπό τις συνθήκες, που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε, δε, μετά την παραίτηση του ως προς τον πρώτο εναγόμενο και τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, α) με την μεν πρώτη αγωγή το συνολικό ποσό των 86.146,35 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και β) με την δεύτερη αγωγή το συνολικό ποσό των 176.000 ευρώ ως αποζημίωση για θετική ζημία, αποζημίωση κατ'αρθρο 931ΑΚ, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 1401/2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη και ακολούθως (εκδόθηκε ) η με αριθμό 232/2021 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι ασκηθείσες κατά τα άνω αγωγές και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά.
Μετά την άσκηση εφέσεων τόσο από τον ενάγοντα, όσο και την εναγόμενη, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι ασκηθείσες εκατέρωθεν εφέσεις, απορρίφθηκε η έφεση της εκκαλούσας-εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση του εκκαλούντα -ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου.
Στη συνέχεια, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και έγιναν δεκτές εν μέρει οι αγωγές . Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα, κατά την έννοια της αυτής της διάταξης, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης . Δεν αποτελούν "πράγματα", οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης , ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 114/2024, ΑΠ 79/2023, ΑΠ 312/2022,ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανέλεγκτα, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 79/2023 ,ΑΠ 312/2022, ΑΠ 34/2016, 76/2016).
Δεν στοιχειοθετείται, επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 353/2020, 195/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, υπό το παρόν σκέλος του (ΑΠ 289/2017).
Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, και ειδικότερα από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδ. β και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ . Ειδικότερα : α) με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της ισχυρισμούς που προτάθηκαν με την έφεσή της προσάπτοντας την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο παρέλειψε να δικάσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα επί του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου , πέμπτου , έκτου και έβδομου λόγου της από 19-3-2021 έφεσής της, με τους οποίους ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης αναφορικά με τα κονδύλια, που επιδίκασε η τελευταία (εκκαλούμενη απόφαση ) και δη 1) το κονδύλιο το αφορών την πλασματική αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου το οποίο είναι, όπως κατά λέξη αναφέρει, ¨εξωπραγματικό", 2) την αποζημίωση για τη μελλοντική επισκευή και μείωση της αξίας της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντα, που επιδικάσθηκε πάρα την ύπαρξη μαρτυρικής κατάθεσης, σύμφωνα με την οποία η ως άνω μοτοσικλέτα είχε ήδη πουληθεί, 3) τα νοσήλια και τις αμοιβές ιατρών , που επιδικάσθηκαν, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, 4) την αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδήματος, που επιδικάσθηκε πάρα το ότι ο ενάγων ήταν άνεργος, 5) την χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρο 931 ΑΚ το ύψος της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρει, "εξωπραγματικό", 6) την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ'αρθρο 932 ΑΚ, η οποία αφενός μεν δεν επιδικάσθηκε ενιαία και αφετέρου υπερβαίνει καταφανώς το συνήθως επιδικαζόμενο ποσό σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Με τον ίδιο λόγο και δη με του δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, αν και με την έφεσή της ζήτησε την κατ εξαίρεση επιδίκαση των τυχόν απαιτήσεων του αντιδίκου με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και όχι με τον τόκο επιδικίας, εν τούτοις η απόφαση παρέλειψε πλήρως να εξετάσει τον λόγο αυτόν υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο προπαρατεθείς λόγος αναίρεσης κατά τα ως άνω σκέλη του, κρίνεται απορριπτέος. Ειδικότερα 1) όσον αφορά τις ως άνω υπο στοιχ. 1,2,3,4,5,6 αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα ισχυρισμοί (με λόγους έφεσης) δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια της προρρηθείσας διάταξης, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, υπό την επίφαση ,δε, της αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς, προβάλλεται αιτίαση για τη, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση. 2) Όσον αφορά την ως άνω αιτίαση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης , ο λόγος κρίνεται είναι αβάσιμος .
Διότι :Κατά το προηγούμενο του νόμου 4055/2012 νομικό καθεστώς είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ σχετικά με τους τόκους υπερημερίας και επιδικίας, ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδάφ. α', 221 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΟλΑΠ 23-24/2004, ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010).
Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας.
Στη προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες οι ένδικες αγωγές και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 50.305,64 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής .
Με την παραδοχή αυτή το Δικαστήριο επιδίκασε τόκους επιδικίας, κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, και επομένως απέρριψε το αίτημα της εκκαλούσας- εναγόμενης . Για την απόρριψη αυτή δεν απαιτείτο ρητή μνεία και αιτιολογία και επομένως το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ .
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του (ΑΠ 303/2023, ΑΠ 1563/2022, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 158/2016, 361/2016).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 22/2023, ΑΠ 1204/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 768/2020, ΑΠ 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 22/2023,ΑΠ 525/2021, ΑΠ 1210/2020, ΑΠ 170/2020).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ ( ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 823/2023 ΑΠ 858/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1303/2020).
Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1003/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 934/2020, ΑΠ 642/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα ,δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της πρόσθετης αποζημίωσης κατ'άρθρο 931 ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου κατ άρθρο 932 ΑΚ , κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό των αντίστοιχων ποσών δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "......ο ενάγων, στις 22-4-2017, διακομίστηκε με ΕΚΑΒ στο ΤΖΑΝΕΙΟ νοσοκομείο Πειραιά διαγνώστηκε με συντριπτικό κάταγμα κνημιαίων κονδύλων δεξιά, και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 3-5-201,7 οπότε και εξήλθε οικεία βουλήσει, προκειμένου να εισέλθει αυθημερόν στο Θεραπευτήριο ......, όπου υποβλήθηκε σε ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση και εξήλθε στις 8/5/2017, ήτοι πέντε ημέρες μετά, με οδηγίες για αφαίρεση ραμμάτων σε 15 ημέρες, βάδιση χωρίς φόρτιση, με τοποθέτηση ειδικού νάρθηκα και χορήγηση αναρρωτικής άδειας ενός μηνάς.
Σύμφωνα με την από 30-5-2017 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού του ενάγοντος, Δ. Χ., Ορθοπεδικού Χειρουργού, η μετεγχειρητική πορεία του ενάγοντος ήταν χωρίς προβλήματα και ο ασθενής εξήλθε με οδηγίες για την αποκατάστασή του, η οποία αναμένεται να διαρκέσει περίπου οκτώ (8) μήνες, προσθέτοντας ότι στο αμέσως επόμενο διάστημα θα χειρουργηθεί εκ νέου για να αφαιρεθούν τα υλικά της οστεοσύνθεσης καθώς και ότι λόγω της βαρύτητας της κάκωσης αλλά και όπως αποδεικνύεται από τη διεθνή βιβλιογραφία αλλά και τη δική του εμπειρία, αυτού του τύπου οι κακώσεις οδηγούν στο μέλλον στην ανάπτυξη αρθρίτιδας στην τραυματισμένη άρθρωσή για την οποία ενδεχομένως να χρειαστεί περαιτέρω θεραπευτική παρέμβαση.
Στις 11-7- 2017, ο ενάγων επανεισήχθη στο άνω θεραπευτήριο, λόγω φλεγμονής επί εδάφους χειρουργηθέντος κατάγματος και υποβλήθηκε σε αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης και επιμελή έκπλυση, εξήλθε δε στις 18-7-2017, με οδηγίες για αλλαγή τραύματος κάθε δύο -τρεις ημέρες, αφαίρεση ραμμάτων σε 15 ημέρες, βάδιση με βακτηρίες και αντιθρομβωτικές κάλτσες και σύσταση για αναρρωτική άδεια ενός μηνός.
Σύμφωνα με την από 14-9-2017 ιατρική γνωμάτευση του ιδίου ως άνω ορθοπεδικού χειρουργού, η μετεγχειρητική πορεία ήταν χωρίς προβλήματα και ο ασθενής εξήλθε με οδηγίες για την αποκατάστασή του η οποία αναμένεται να διαρκέσει περίπου δώδεκα (12) μήνες. Παράλληλα δε, με την, από 19-9-2017 ιατρική γνωμάτευση του ιδίου ως άνω ιατρού, η πάθηση του ενάγοντας χαρακτηρίζεται μέσου σταδίου και, όπως ρητά αναγράφεται, δεν έχει καταστεί χρόνια.
Επιπρόσθετα, με την από 3-10-2017 ιατρική του γνωμάτευση ο ίδιος ως άνω ιατρός αναφέρει ότι είναι πολύ πιθανόν στο μέλλον να χρειαστεί να γίνει νέα επέμβαση στο γόνατο (αρθροπλαστική γόνατος) λόγω μετατραυματικής αρθρίτιδας που θα αναπτυχθεί, με το εκτιμώμενο κόστος αυτής να ανέρχεται στο ποσό των 8.000 ευρώ.
Τέλος, με την από 19-4-2018 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ, γνωματεύεται μετατραυματική δυσκαμψία δεξιού γόνατος του ενάγοντος, επί εδάφους βαριάς οστεοαρθρίτιδας συνεπεία κατάγματος κνημιαίων" κονδύλων χειρουργηθέντος στις 3-5- 2017 και νέας χειρουργικής επέμβασης αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης, στις 11-7-2017, με το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του να ανέρχεται σε ποσοστό 25% κατά ιατρική πρόβλεψη από 1-3-2018 έως 28-2-2019.
Ο ενάγων λόγω του τραυματισμού, πλέον βαδίζει με έκδηλη χωλότητα και με το δεξί γόνατο σε παραμόρφωση. Η κινητικότητα του γόνατος είναι επώδυνη, με σόγκαμψη 10° και κάμψη 120°, ενώ οι πρόσφατες σκηνογραφίες κατέδειξαν σαφείς αλλοιώσεις οστεοαρθίτιδας και πρακτικώς καταστροφή της αρθρώσεως. Η ως άνω κατάσταση του γόνατος του ενάγοντος τον καθιστά ανάπηρο σε βαθμό 25% και τον εμποδίζει από την εκτέλεση εργασιών και αθλημάτων που συνεπάγονται καταπόνηση της άρθρωσης.
Εξάλλου, η υποβολή του ενάγοντος στο μέλλον σε χειρουργική επέμβαση (ολική αρθροπλαστική όπου αντικαθίσταται η φθαρμένη άρθρωση με μεταλλική πρόθεση), θα επιδράσει θετικά στην κατάσταση της υγείας του, αναφορικά με τη μείωση της χωλότητας και του πόνου, δεν θα αποκαταστήσει όμως τη λειτουργία του γόνατος.........
Εκτός, όμως, από την αποζημίωση λόγω της περιουσιακής του ζημίας, θα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα, που κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 39 ετών και καλής υγείας, ως χρηματική ικανοποίηση,, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των 7.000 ΕΥΡΩ το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο σταθμίζοντας τις συνθήκες του ατυχήματος τη βαρύτητας της αμέλειας του Δ.
Δ., οδηγού του IX επιβατικού αυτοκινήτου, το είδος των σωματικών βλαβών, της ταλαιπωρίας και της συν υπαιτιότητας του ενάγοντος και τη κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων. .....Περαιτέρω, αναφορικά με την β' αγωγή...... ......... στην προκειμένη περίπτωση από την εν λόγω αναπηρία το μέλλον του ενάγοντα καθίσταται οδυνηρό, αφού η κατάστασή του αυτή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, επηρεάζει και οπωσδήποτε επιδρά δυσμενώς, έως και καταλυτικός, στον περαιτέρω (μελλοντικό) επαγγελματικό-οικονομικό και προσωπικό του βίο, ειδικότερα δε έχει πληγεί το επαγγελματικό του μέλλον, καθόσον αδυνατεί να ασκήσει το επάγγελμα του ιδιωτικού υπαλλήλου, με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που είχε τη δυνατότητα να μετέρχεται, έστω και περιστασιακά, πριν την τέλεση σε βάρος του της επίδικης αδικοπραξίας, επαγγελματική δραστηριότητα που απαιτεί ικανότητα αυτόνομης κίνησης, την οποία δεν έχει πλέον, λόγω της άνω αναπηρίας του, αλλά και οποιαδήποτε εργασία, που απαιτεί δυνατότητα αυτόνομης κίνησης και συνεπώς μειονεκτεί και υστερεί έναντι των λοιπών προς πρόληψη προσώπων και προς παροχή οποιοσδήποτε εργασίας ενδιαφερομένων, γεγονός που υποβαθμίζει ποιοτικά το μέλλον του, αφού στερείται της δυνατότητας να αναπτύξει την προσωπικότητά του δια της εργασίας του., αποδείχθηκε ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος, είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ισόβια ανάπηρος σε βαθμό 25% η δε ως άνω αναπηρία του ενάγοντος, η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 39 ετών και λόγω της απουσίας εξειδίκευσης εργαζόταν μόνον για δύο μήνες το καλοκαίρι ως ναυαγοσώστης, σε συνδυασμό και με την ανεργία που επικρατεί στην Ελλάδα, λόγω της συνεχόμενης οικονομικής κρίσης, επιδρά στο οικονομικό μέλλον του, καθώς τον αποκλείει από αρκετά επαγγέλματα που απαιτούν ένταση εργασίας και τον καθιστά λιγότερο ανταγωνιστικό σε σχέση με άλλα άτομα ίδια ηλικίας και προσόντων.
Για το λόγο αυτό θα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα ειδική αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ύψους 15.000 ΕΥΡΩ. Εκτός, όμως, από την αποζημίωση λόγω της περιουσιακής του ζημίας, θα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα, που κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 39 ετών και καλής υγείας, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο σταθμίζοντας τις συνθήκες του ατυχήματος, τη βαρύτητας της αμέλειας του Δ.
Δ., οδηγού του IX επιβατικού αυτοκινήτου, το είδος των σωματικών βλαβών, της ταλαιπωρίας και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και τη κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων...". Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.α και 19 του ΚΠολΔ και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του ΑΚ αιτιάται παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, παρά το ότι συνεκδίκασε τις δυο αγωγές που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, επιδίκασε σε αυτόν για την ίδια αξίωση, ήτοι για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, ,δυο ποσά ήτοι τα ποσά των 7.000 και 15.000 ευρώ, τα οποία είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, χωρίς να αιτιολογήσει τα συγκεκριμένα στοιχεία που έλαβε υπόψη και την διαφοροποίηση του ύψους αυτών των ποσών.
β) την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι: "δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι η απόφαση έλαβε υπόψη της τα υπ'αριθμ. 1401/2019 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 4-2-2020 ιατρική γνωμάτευση του νομίμως διορισθέντος τεχνικού συμβούλου, χειρουργού ορθοπεδικού Γ.
Κ., την από 19-9-2017 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού Δ. Χ. και την υπ'αριθμ. 91/2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού Β. Μ.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αναφορικά με το επιδικασθέν κονδύλιο από την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να προσάψει στην προσβαλλόμενη αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.α 10, 12 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, προς θεμελίωση όλων των ως άνω πλημμελειών ισχυρίζεται, ενιαία για όλες τις αιτιάσεις, τα εξής: 1) ότι ο αντίδικος δεν απέδειξε:
α) αφενός την ύπαρξη ισόβιας και σε συγκεκριμένο ποσοστό αναπηρίας και αφετέρου τα γεγονότα εκείνα που επιβεβαιώνουν συγκεκριμένη προσωπική, κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική ζημία που υπέστη και θα υποστεί στο μέλλον εξ αιτίας της αναφερόμενης ισόβια αναπηρίας, β) ότι πριν το επίδικο συμβάν ασκούσε το επάγγελμα του ναυαγοσώστη και ότι το ένδικο ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με την πραγματική οικονομική κατάσταση του , γ) ότι μέχρι την ηλικία των 39 ετών προσπάθησε να ασκήσει κάποιο μόνιμο σταθερό και συγκριμένο επάγγελμα, το οποίο λόγω του ένδικου ατυχήματος δεν μπορεί να ασκήσει πλέον ή ότι σε κάθε περίπτωση διαθέτει τα επαγγελματικά προσόντα, τα οποία δεν μπορεί σήμερα να εκμεταλλευθεί λόγω του ένδικου τραυματισμού, δ) ότι δεν εργάζεται σήμερα και δεν αποκομίζει εισόδημα ικανό να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, 2) η προσβαλλόμενη δέχθηκε, χωρίς απόδειξη ότι ο αντίδικος αντιμετωπίζει ισόβια αναπηρία, 3) όλως αντιφατικά το Εφετείο δέχεται ότι ο ενάγων πρόκειται να υποβληθεί σε ολική αρθροπλαστική γόνατος, η οποία θα αποκαταστατήσει το κινητικό του πρόβλημα, ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι το πρόβλημα στο γόνατο θα επηρεάσει οδυνηρά το μέλλον του χωρίς να αναλύει και τους λόγους για τους οποίους επηρεάστηκε το μέλλον του και την αιτιώδη συνάφεια της βλάβης στο γόνατο με την μέχρι το ένδικο συμβάν ανεργία του αντιδίκου και την πλήρη απουσία οικονομικού, προσωπικού και οικονομικού προφίλ, 4) δεν καθίσταται σαφές το είδος και το ποσοστό αναπηρίας που ασκεί επιρροή στην άσκηση του επαγγέλματος του δημοσίου υπαλλήλου, το οποίο ουδέποτε μέχρι την ηλικία των 39 ετών άσκησε ο ενάγων και σε ποιο βαθμό η κινητικότητα στο γόνατο τον εμποδίζει να ασκήσει δουλειά γραφείου, γραμματέα , χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή κλπ , 5) αν και δέχεται ότι πριν το ένδικο ατύχημα ασκούσε περιστασιακά το επάγγελμα του ναυαγοσώστη, εν τούτοις χωρίς καμία αναφορά σε επίσημη ιατρική βεβαίωση δεν εξειδικεύει ποια ιδιαίτερα προσόντα, που είχε αποκτήσει.
απώλεσε εξ αιτίας του τραυματισμού του, ώστε να αδυνατεί να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα, 6) ενώ αναφέρεται στην από 19-9-2017 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού Δ. Χ., με την οποία χαρακτηρίζεται μέσου σταδίου η πάθηση του ενάγοντα, εν τούτοις, χωρίς αντίστοιχη ιατρική διαβεβαίωση, προσδίδει σε αυτήν διαφορετικό περιεχόμενο και δέχεται αναιτιολόγητα ότι αδυνατεί να ασκήσει το καθιστικό επάγγελμα του δημοσίου υπαλλήλου και δεν αιτιολογεί σε τι συνίσταται η υστέρησή του αυτή, 7) ενώ δέχεται την έλλειψη επαγγελματικής εξειδίκευσης του ενάγοντα, εν τούτοις επιχειρεί χωρίς νόμιμη αιτιολογία να συνδέσει την πλήρη έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού με την συνεχόμενη οικονομική κρίση , χωρίς να αναλύει τα προσόντα του ενάγοντα, τα οποία αναπτύχθηκαν κατά την διάρκεια της ανεργίας του έως την ηλικία των 39 ετών, 8) δεν αναφέρεται σε κανένα νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο προκειμένου να κρίνει ότι ο τραυματισμός είναι σοβαρός .
Παρά τα ως άνω 9) το Εφετείο καθόρισε με ανεπαρκείς αιτιολογίες την πρόσθετη αποζημίωση κατ άρθρο 931 ΑΚ και μάλιστα σε ύψος δυσανάλογα υψηλό. Οι ως άνω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως εξής : 1) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του κρίνεται αβάσιμος, διότι με τις προπαρατεθείσες παραδοχές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον ιστορούμενο τραυματισμό του τον οφειλόμενο στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του Δ. Δ. οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αναφέρεται ρητά στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, στην συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 60% του προαναφερόμενου οδηγού, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους της (προσβαλλόμενης) εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.
Επιπρόσθετα, σχετικά με την κατά τα άνω επιδίκαση των ποσών των 7.000 και 15.000 ευρώ και συνολικά των 22.000 ευρώ το Εφετείο δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ α και 19 ΚΠολΔ και η μερικότερη σχετική αιτίαση πέραν του ότι είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθώς δεν παρατίθεται σε τι ακριβώς συνίσταται η πλημμέλεια προσδιορίζοντας το νομικό σφάλμα, είναι αβάσιμη διότι η επιδίκαση των ως άνω δυο ποσών σύμφωνα με τα αντίστοιχα αιτήματα των υπο κρίση αγωγών δεν αποτελεί ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, σχετικά με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης : Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 696/2020, ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 292/2011).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθώς από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά κατά λέξη αναφέρει: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος του ενάγοντα των υπό στοιχείων Α. και Β, ένδικων αγωγών, που λήφθηκε νομοτύπως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου [βλ.
δημοσία πρακτικά, την υπ' αριθμόν 91/20- 7-2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, και από τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για μερικά των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, μεταξύ των οποίων οι υπ'αριθμ. 5.322 και 5.324/24-10-2018 ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν, επιμελεία του ενάγοντος......., χωρίς όμως να παραληφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όσα εκτιμώνται ελεύθερα στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια (σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.." ,σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.
Η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 2) αναφορικά με τις αναφερόμενες στον τρίτο λόγο αναίρεσης πλημμέλειες:
α) οι προπαρατεθείσες με στοιχ. 1 και 2 πλημμέλειες εκτιμώνται ως πλημμέλειες από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, δηλαδή ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.
Συντρέχει, δε, ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 144/2024,ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Στην ερευνώμενη περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα ως μη αποδειχθέντα δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.
β) όσον αφορά τις προπαρατεθείσες υπο στοιχ. 3,4,5,6,7,8 και 9 αιτιάσεις του ίδιου (τρίτου) λόγου, με αυτές η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Πλην όμως το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του αρκούσαν για την εφαρμογή αυτής και την αποδοχή του σχετικού αιτήματος, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω εφαρμοσθείσας από αυτό διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Ειδικότερα, στην απόφαση, εκτός από την αναφορά των, κατά το χρόνο του ατυχήματος, προσωπικών περιστάσεων του παθόντος αναιρεσείοντος (ηλικία, επάγγελμα, προσωπική κατάσταση), επισημαίνεται η, βάσει των αναφερόμενων ιατρικών διαγνώσεων, κατά ποσοστό 25%,πιστοποιηθείσα από το ΙΚΑ, αναπηρία του αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-3-2018 έως 28-2-2019, ως απότοκος του είδους και της έκτασης του τραυματισμού που υπέστη από το ένδικο ατύχημα.
Επιπλέον, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι σαφές, πλήρες και χωρίς αντιφάσεις, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατεθούν στην προσβαλλομένη πρόσθετες αιτιολογίες. Ουδεμία δε αντίφαση περιέχει η προσβαλλομένη, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της μονιμότητας ή μη της αναπηρίας του αναιρεσίβλητου, όπως με τον ίδιο αναιρετικό λόγο και δη την ως άνω υπο στοιχ. 3 μερικότερη αιτίαση, αιτιάται αυτήν η αναιρεσείουσα.
Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη αναφέρεται ότι είναι πολύ πιθανόν στο μέλλον να χρειαστεί να γίνει νέα επέμβαση στο γόνατο (αρθροπλαστική γόνατος) για αντικατάσταση της φθαρμένης άρθρωσης με μεταλλική πρόθεση λόγω μετατραυματικής αρθρίτιδας που θα αναπτυχθεί ,αυτή όμως θα επιδράσει μεν θετικά στην κατάσταση της υγείας του αναφορικά με τη μείωση της χωλότητας και του πόνου αλλά όμως δεν θα αποκαταστήσει τη λειτουργία του γόνατος.
Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις είναι προεχόντως αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και με την προβολή τους, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτου το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή πλαγίως την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ και τα αντιθέτως προβαλλόμενα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν. Τέλος, απαράδεκτοι είναι και οι από τους αριθμούς 12 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, λόγω της αοριστίας τους καθόσον αναφέρονται μόνο αριθμητικά χωρίς περαιτέρω καθορισμό των προβαλλόμενων αιτιάσεων.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ,λόγω της ήττας της, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-9-2022 και με γεν. αρ. καταθ. 6744/8-9-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1837/7-4-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.2
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ