Supreme Court partially allows appeal, dismissing second appeal attempt and remanding sentencing for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a five-member court of Athens, remanding the sentencing portion for a new trial before the same judges. The appellant had previously filed a second appeal request which the court deemed inadmissible because a prior judgment on the first appeal had not yet been rendered. Consequently, the court rejected the second appeal request while overturning the deprivation of political rights and dismissing the conviction for forgery due to the defendant's lack of intent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 589 para. 3 K.Poind; Art. 514 K.Poind: A second appeal request against the same decision is prohibited unless a judgment on the first request has preceded it; if no such judgment exists, the second request is admissible as supplementary to the first.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1846 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1846/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χουρσόγλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.99/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Φεβρουαρίου 2019 και 8 Απριλίου 2019 κρινόμενες (2) αιτήσεις, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση που επιδόθηκαν, αμφότερες, στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 21 Φεβρουαρίου 2019, η πρώτη και 8 Απριλίου 2019, η δεύτερη και έλαβαν, αντίστοιχα, αριθμούς πρωτοκόλλου, 2362/2019 και 4265/2019, και οι από 25 Ιουλίου 2019 πρόσθετοι λόγοι αυτών, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 529/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλου δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του Ν.ΚΠοινΔ, "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του εδ. γ' του άρθρου 514 του καταργηθέντος ΚΠοινΔ, που διατηρήθηκε με την ίδια διατύπωση στο ίδιο εδάφιο στο ταυτάριθμο άρθρο του παρόντος ΚΠοινΔ, "δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης δεν επιτρέπεται". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής προϋπόθεση για την απαγόρευση άσκησης δεύτερης αίτησης αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης.
Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε εμπροθέσμως με την από 11-2-2019 δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-2-2019, πρώτη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 99/2019 (2573/2018) καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ακολούθως άσκησε επίσης εμπροθέσμως με την από 8-4-2019 δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν, δεύτερη αίτηση αναίρεσης στρεφόμενος κατά της ίδιας ως άνω σε βάρος του εκδοθείσας απόφασης.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει εισέτι κριθεί η πρώτη από τις παραπάνω δύο αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, κάμπτεται η από το άρθρο 514 εδ. γ' ΚΠοινΔ απαγόρευση άσκησης της δεύτερης από αυτές και θεωρείται, ότι το περιεχόμενο αμφοτέρων συνιστά ενιαίο κείμενο, που ερευνάται από το επιλαμβανόμενο της εκδίκασής τους δικαστήριο και πρέπει, εφόσον είναι παραδεκτές, να συνεκδικασθούν μετά των επ' αυτών από 25-07-2019 προσθέτων λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα [29-07-2019] και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις [άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ], λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν αποτελεί αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξης τους.
Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ.460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ., "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Στις διατάξεις περί πλαστογραφίας, απάτης και απόπειρας απάτης του καταργηθέντος Ποινικού κώδικα ορίζονταν τα ακόλουθα: i) "Πλαστογραφία - Άρθρο 216 - 1.
Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3.
Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. (εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ)". [Το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ με την παρ. 1 περ.
β' του άρθρου 25 Ν. 4055/2012, ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012 με έναρξη ισχύος 2 Απριλίου 2012]. ii) "Απάτη - Άρθρο 386 - 1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 3.
Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ)" [Το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ της περίπτωσης α' της παραγράφου 3 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με την παρ. 2 περ.
δ' άρθρου 24 Ν. 4055/2012, ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012 με έναρξη ισχύος από 2 Απριλίου 2012] "ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των [είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών"] "εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000)ευρώ". [Το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ με την παρ. 1 περ.
ιδ' άρθρου 24 Ν.4055/2012,ΦΕΚ Α 51/12.3.2012 με έναρξη ισχύος από 2 Απριλίου 2012]. iii) Έννοια και ποινή απόπειρας - Άρθρο 42 "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). iv) Απρόσφορη απόπειρα - Άρθρο 43 "1.
Όποιος επιχείρησε να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση των εγκλημάτων αυτών τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό". Περαιτέρω, με το άρθρο 462 του ισχύοντος από την 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (άρθρο 461 Ν. 4619/2019) καταργήθηκε ο Ν. 1608/1950, που ίσχυε από την 1-1-1950, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό.
Στις περιπτώσεις πλαστογραφίας ή απάτης στρεφόμενης κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονταν στο άρθρο 263Α' του Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σ' αυτά υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρα 4 παρ. 3 του Ν. 2488/1996 και 5 περ. 7 του Ν. 2943/2001), τότε, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 (όπως τροπ.
με το άρθρο 36 παρ. 1 Ν. 2172/1993, 24 παρ. 3 Ν. 2298/1995 και 4 παρ. 3 περ. α` Ν. 2408/1996) και ανεξάρτητα από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παρ. 3 των άρθρων 216 και 386 του Π.Κ., επιβαλλόταν η ποινή της κάθειρξης (5-20 έτη - άρθρο 52 παρ. 3 Π.Π.Κ.), και, αν συνέτρεχαν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, επιβαλλόταν η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
Σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η επέλευση της ζημίας (αρκούσε η απειλή ζημίας) και, όταν επρόκειτο για έγκλημα κατ' εξακολούθηση, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε, καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβανόταν υπόψη το συνολικό περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 2576/1953, η οποία αφορούσε μόνο τα εγκλήματα του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950, δεν είχε καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από καμία διάταξη νόμου και, ως ειδική, κατίσχυε της νεότερης και γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ., που είχε προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προέκυπταν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβανόταν συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό.
Επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, επί του οποίου είχε εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 δεν ανέκυπτε ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού, σ' αυτή την περίπτωση, ίσχυε και μετά τη θέσπιση του Ν. 2721/1999 η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 2576/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ.. Ήδη, με τον ισχύοντα από 1ης Ιουλίου 2019 νέο ποινικό κώδικα αναφορικά με την πλαστογραφία, όπου παραμένει η τυποποίηση, ως βασικών πλαστοποιητικών πράξεων, της "κατάρτισης", που περιγράφει την εξαρχής "κατασκευή" ενός πλαστού εγγράφου, της "νόθευσης", που περιγράφει την αλλοίωση της υποµνηµατιστικής λειτουργίας ενός γνήσιου εγγράφου, και της χρήσης του πλαστού, η οποία όµως δεν αποτελεί πλέον "επιβαρυντική περίσταση" αλλά αυτοτελή πράξη, που συρρέει φαινοµενικά, όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια και απορροφάται από αυτήν (παρ. 1 και 2), τιμωρείται με την παρ. 3 µε κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηµατική ποινή ο υπαίτιος των πράξεων της κατάρτισης πλαστού ή της νόθευσης γνησίου και της χρήσης του, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζηµία υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ και με την παρ. 4 (ιδιαιτέρως διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της πλαστογραφίας) τιµωρείται µε κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηµατική ποινή έως χίλιες ηµερήσιες µονάδες ο υπαίτιος των ίδιων πράξεων (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης και της χρήσης του), όταν αυτές στρέφονται άµεσα κατά του νοµικού προσώπου του Ελληνικού Δηµοσίου, των Νοµικών Προσώπων Δηµοσίου Δικαίου ή των Οργανισµών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και το αντικείµενό τους υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
Η πράξη αυτή, όπως και όλες οι άλλες αντίστοιχου περιεχοµένου, παραγράφεται µετά είκοσι έτη. Αναφορικά με την απάτη, στην παρ. 2 του άρθρου 386 του Ν.Π.Κ. (ιδιαιτέρως διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της απάτης) ορίζεται, ότι "2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες.
Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη". Έτσι και η εν λόγω κακουργηματική μορφή στηρίζεται στην αξία του αντικειμένου ή της ζημίας, που παρέχει ασφάλεια δικαίου. Επίσης, στο άρθρο 42 παρ. 1 του Ν.Π.Κ. ορίζεται, ότι "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83).
Έτσι προσδιορίζεται ειδικότερα µε µεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόµενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήµατος, ώστε να είναι πλέον σαφές, ότι το έγκληµα µπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε απόπειρα µόνο, όταν έχει πραγµατωθεί ένα τµήµα της αντικειµενικής του υπόστασης. Με τον τρόπο αυτό η ποινή της απόπειρας συναρτάται µε την πράξη που έχει τελεστεί και όχι µε τον δόλο του υπαιτίου.
Η πραγµάτωση των όρων της αντικειµενικής υπόστασης δεν είναι νοητή, εξάλλου, µόνο στις περιπτώσεις που στον νόµο περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης, όπως συµβαίνει και στο έγκλημα της απάτης. Στις περιπτώσεις αυτές ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόµενη στον νόµο πράξη, όταν έχει εξαπολύσει κατά του εννόµου αγαθού την ενέργεια, η οποία, κατά την συνήθη πορεία των πραγµάτων, είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόµενο τυχαίο γεγονός.
Η διαφορά της πρόσφορης από την απρόσφορη απόπειρα έγκειτο στο ότι στην πρώτη η παράσταση των γεγονότων "εν νω του δράστη" ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ενώ τούτο δεν συνέβαινε στην απρόσφορη απόπειρα και επιπλέον στην απρόσφορη απόπειρα η πράξη επιχειρείτο με μέσα ή κατ' αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε η τέλεσή της να αποβαίνει αδύνατη.
Η διάταξη του άρθρου 43 Π.Π.Κ., που αφορούσε στην απρόσφορη απόπειρα, καταργήθηκε με το αντίστοιχο άρθρο του Ν. Π.Κ. Ο δράστης μιας απρόσφορης απόπειρας τιµωρείτο, επειδή πίστευε ότι τελεί έγκληµα, ενώ στην πραγµατικότητα δεν δηµιουργούσε κίνδυνο για κανένα έννοµο αγαθό. Η επιβολή ποινής για την πράξη αυτή συνηρτάτο εποµένως αποκλειστικά µε τον δόλο και για τον λόγο αυτό αντέκειτο στις βασικές αρχές του νομοθέτη του νέου Π.Κ.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η πράξη παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας ή της απρόσφορης απόπειρας δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Το ζήτημα, αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά από το δικαστήριο της ουσίας αποτελούν απόπειρα, είναι νομικό και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο η υπαγωγή.
Αναφορικά με τις διατάξεις του εγκλήματος της πλαστογραφίας, όπως αυτές διατυπώνονται στο άρθρο 216 του Ν.Π.Κ., οι τελευταίες αποβλέπουν ομοίως, όπως και στον Π.Π.Κ., στην προστασία της δημόσιας πίστης περί τα υπομνήματα και της ασφάλειας των εγγράφων συναλλαγών (και όχι της περιουσίας ή άλλων αγαθών) και για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασής του απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου, που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου.
Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνήσιου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του.
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως της πλαστογραφίας απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του (εξαρχής) πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα.
Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση. Κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 2 του Ν.Π.Κ, χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στο σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε.
Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη κατά τον χρόνο της χρήσης των εξής στοιχείων: α) γνώση ότι το έγγραφο είναι πλαστό, β) συνείδηση (επίγνωση) ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και γ) σκοπός του δράστη να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον πλάνη ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου και μέσω αυτής να επιτύχει συμπεριφορά του τελευταίου που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Η πλαστογραφία τελειώνεται, όταν ο δράστης, έχοντας το σκοπό παραπλάνησης άλλου, καταρτίζει ή νοθεύει το έγγραφο ή το χρησιμοποιεί, χωρίς να είναι ανάγκη να επιτευχθεί και ο άνω σκοπός του, διότι το έγκλημα είναι τυπικό, δηλαδή έγκλημα συμπεριφοράς, όπου το αποτέλεσμα, δηλαδή η μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο, επέρχεται αμέσως με τη δράση του ενεργητικού υποκειμένου.
Απόπειρα στο παραπάνω έγκλημα δεν είναι νοητή, διότι η πράξη έχει ολοκληρωθεί μόλις ο δράστης αναπτύξει την περιγραφόμενη στην αντικειμενική υπόσταση συμπεριφορά και δεν απαιτείται κάποιο ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Εν συνεχεία, αναφορικά με το έγκλημα της απάτης, όπως αυτό διαμορφώνεται στο άρθρο 386 παρ. 1 του Ν.Π.Κ., ως υπαλλακτικώς μικτό, για την στοιχειοθέτησή του απαιτούνται:
α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.
Στο ως άνω έγκλημα της απάτης, η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικώς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και από τους οποίους οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, με την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου.
Η παραπλάνηση, γενόμενη είτε με πράξη είτε με παράλειψη, πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση πλάνης σε άλλον ή στη διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία όμως δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ' αυτόν από τον δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους στη διάταξη τρόπους τέλεσης της απάτης. Άλλωστε, ως διατήρηση πλάνης, δεν εννοείται κατ' ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά η παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο παραπλανώμενος θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί.
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 98 του Π. Κ. προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου).
Στο έγκλημα της απάτης υπάρχει απόπειρα, όταν η πράξη δεν ολοκληρώθηκε, αλλ' άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής της υπόστασης, με σκοπό αθέμιτου περιουσιακού οφέλους, με οποιαδήποτε εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών κ.λπ., που ως επακόλουθο θα είχε τη βλάβη της ξένης περιουσίας. Ειδικότερα, απόπειρα υπάρχει από τη στιγμή που αρχίζει η επενέργεια στις παραστάσεις ενός άλλου, ενώ περιλαμβάνει και πράξεις που σχετίζονται με την επενέργεια αυτή, δηλαδή εκείνες που, αν συνεχισθούν χωρίς απρόοπτα εμπόδια, θα καταλήξουν σε πραγματοποίηση της αντικειμενικής υπόστασης.
Χρόνος τέλεσης της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνα ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος.
Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξης της περιουσιακής διάθεσης, στην οποία προέβη ο πλανηθείς θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα τns πλάνης και της οφειλόμενης σ' αυτή πράξης της περιουσιακής διάθεσης. Έτσι το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεστεί και με τη μορφή απόπειρας, τόσο όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστη τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο.
Για τη στοιχειοθέτηση της απόπειρας απάτης απαιτείται να συντρέχει πλήρως και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλ. ο δράστης πρέπει να έχει γνώση ως προς το ψευδές των παραστάσεων και να επιδιώκει την επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Η πράξη ολοκληρώνεται με την επέλευση βλάβης, έστω και κατά ένα μέρος μόνο, τούτο δε ισχύει και όταν η περιουσιακή διάθεση γίνεται με παράλειψη.
Δεν είναι ανάγκη να επιτευχθεί και το περιουσιακό όφελος.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμό 99/2019 (2573/2018), απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά, εκτός της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση άνω των 150.000 € σε βάρος του Δημοσίου (για την οποία κηρύχθηκε αθώος), αναφορικά με τις πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 €, της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 € και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης [άρθρα 1, 13 α', γ', 14, 26 παρ. 1α', 26 παρ. 1α', 27, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 3 εδ.
α', 1, 220 παρ. 2, 386 παρ. 3 εδ. β', 1 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 Ν. 1738/1987 και τροπ. με άρθρο 2 Ν. 1877/1990], που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης: "Στις 2-6-06, υπεβλήθη από τον κατηγορούμενο Θ. Χ., ως νόμιμο εκπρόσωπο της Α.Ε. με την επωνυμία "...Α.Ε., ...'', προς τη Δ25 - 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, - αίτημα για την παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, με σκοπό τη ρύθμιση των υφισταμένων δανείων - οφειλών της.
Η ως άνω αίτηση έλαβε αριθ. πρωτοκόλλου εισερχομένου εγγράφου στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους 2/...60/2-6-06. Στις 28-12-06 ο κατηγορούμενος υπέβαλε προς την αυτή διεύθυνση (Δ25) του Γενικού Λογιστηρίου τον Κράτους, υπό την ιδιότητά του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρίας, με την οποία ζήτησε τη σύμπραξη - συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου, για την υπαγωγή στη διαδικασία του άρθρου 44 ν. 1892/90, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 37 του ν. 3458/2005 και τις διατάξεις της αποφάσεως του Υπ.
Οικονομικών 2/9605/0025/19-1-06. Η διαδικασία που ακολουθείται από την 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών τον Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για τη σύνταξη και διακίνηση εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων είναι εκείνη που αναφέρεται στον Κανονισμό Επικοινωνίας δημοσίων Υπηρεσιών (ΚΕΔΥ) του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Συγκεκριμένα ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης, αφού παραλάβει τα έγγραφα από τη Γραμματεία, όπου έχουν πρωτοκολληθεί, τα χρεώνει στον προϊστάμενο του κάθε αρμοδίου τμήματος, ο οποίος στη συνέχεια τα χρεώνει σε εισηγητές. Μετά ταύτα ο καθέκαστος προϊστάμενος τα παραδίδει στη Γραμματεία της Διεύθυνσης, όπου ο αρμόδιος υπάλληλος καταχωρεί στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο της Υπηρεσίας το όνομα του εισηγητή.
Ακολούθως, ο εισηγητής προβαίνει στη σύνταξη του σχεδίου απαντητικού εγγράφου για κάθε εισερχόμενο έγγραφο που του έχει χρεωθεί. Στο επάνω αριστερό μέρος του εγγράφου κάτω από το εθνόσημο και την αναγραφή της Υπηρεσίας τίθενται τα στοιχεία επικοινωνίας του εκδότη, ενώ στο επάνω δεξιό μέρος κάτω από την ημερομηνία και τον αριθμό πρωτοκόλλου του εγγράφου, αναγράφεται ο ή οι παραλήπτες-αποδέκτες του εγγράφου.
Αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου, ο συντάκτης υπάλληλος συλλέγει τις πληροφορίες και τα στοιχεία που κρίνει απαραίτητα, μπορεί να συζητήσει με τον προϊστάμενο του Τμήματος το θέμα ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας και προχωρεί στη σύνταξη απαντητικού εγγράφου. Σε περίπτωση διαφωνίας, ο συντάκτης υπάλληλος οφείλει να συμμορφωθεί και να ακολουθήσει τις εντολές και τις οδηγίες του άμεσα Προϊσταμένου του, διατυπώνοντας εγγράφως τις αντιρρήσεις του, σύμφωνα με το αρθρ. 25 ν. 3528/07.
Ακολούθως, ο συντάκτης θέτει τη μονογραφή του μαζί με ημερομηνία επί του σχεδίου απαντητικού εγγράφου και προωθεί το σχέδιο στον προϊστάμενο του Τμήματος, ώστε εν συνεχεία το σχέδιο να προωθηθεί στις επόμενες βαθμίδες της διοικητικής ιεραρχίας και να φθάσει μέχρι αυτόν, που βάσει των οικείων διατάξεων, έχει την αρμοδιότητα της τελικής υπογραφής.
Μετά την υπογραφή του τελικώς υπογράφοντος, το σχέδιο επιστρέφεται στο συντάκτη υπάλληλα, προκειμένου να ακολουθήσει η διαδικασία της εξαγωγής των ακριβών αντιγράφων αυτού. Κατά τη διαδικασία αυτή ο συντάκτης υπάλληλος συντάσσει αντίγραφα του σχεδίου εξερχόμενου εγγράφου, αφού προηγουμένως ενσωματώσει τυχόν διορθώσεις, διαγραφές, προσθήκες και λοιπές παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί εγγράφως και έχουν επικυρωθεί από τον τελικώς υπογράφοντα.
Στη συνέχεια προβαίνει σε παραβολή μεταξύ του περιεχομένου του σχεδίου εγγράφου και των εξαχθέντων ακριβών αντιγράφων αυτού, προκειμένου να διασφαλισθεί η απόλυτη ταύτιση ως προς το περιεχόμενό τους και αναγράφει παραπλεύρως στο πάνω αριστερό μέρος του εγγράφου τη λέξη "παρεβλήθη" θέτοντας τη μονογραφή του και την ημερομηνία της παραλαβής.
Στη συνέχεια, ο συντάκτης υπάλληλος παραδίδει το σχέδιο του εξερχόμενου εγγράφου, μαζί με τα ακριβή αντίγραφα αυτού στη Γραμματεία της 25ης Διεύθυνσης. Ο υπάλληλος της Γραμματείας καταχωρεί στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο τον αριθμό και την ημερομηνία του εξερχομένου εγγράφου και διαβιβάζει, μέσω κλητήρα, τα έγγραφα (σχέδιο και ακριβή αντίγραφα αυτού) στο Γραφείο Διεκπεραίωσης του Γ.Λ.Κ (…..).
Εκεί ο αρμόδιος υπάλληλος υπογράφει και σφραγίζει τα ακριβή αντίγραφα αυτών. Ακολούθως το σχέδιο σφραγίζεται με τη λέξη "ΑΠΕΣΤΑΛΗΣΑΝ" και τίθεται με σφραγίδα η ημερομηνία της αποστολής, ενώ τα ακριβή αντίγραφα αποστέλλονται στους παραλήπτες αυτών. Κατόπιν, το Γραφείο Διεκπεραίωσης διαβιβάζει το έγγραφο του εξερχόμενου εγγράφου και ένα ή περισσότερα αντίγραφα αυτού στη Γραμματεία της 25ης Διεύθυνσης.
Η τελευταία παραδίδει τα σχέδια μετά των ακριβών αντιγράφων αυτών σε κάθε τμήμα προς αρχειοθέτηση. Ειδικότερα η διαδικασία που ακολουθείται στην 4η Διεύθυνση, στο Γραφείο Διεκπεραίωσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, διέπεται από γενικό θεσμικό πλαίσιο επικύρωσης των αντιγράφων και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής, που ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 2690/99 και για το Υπουργείο Οικονομικών η διαδικασία εξειδικεύεται με την υπ' αριθ. 1069539/775/0006Δ/27-7-2006 εγκύκλιο της Διεύθυνσης Οργάνωσης του Υπουργείου αυτού.
Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών έχουν οριστεί να επικυρώνουν αντίγραφα εγγράφων εξερχόμενων από την Κεντρική Υπηρεσία του Γ.Λ. του Κράτους και να θεωρούν το γνήσιο της υπογραφής ορισμένοι υπάλληλοι του Γραφείου Διεκπεραίωσης της Δ4. Τα προς επικύρωση έγγραφα αποστέλλονται στη Δ4 με επιμελητή ή σε επείγουσες περιπτώσεις με υπάλληλο της ενδιαφερόμενης Διεύθυνσης.
Ο υπάλληλος που θεωρεί τα αντίγραφα, ύστερα από την παραβολή που γίνεται στο σχέδιο του εγγράφου με τα αντίγραφα, τα επικυρώνει και τα αποστέλλει στους αποδέκτες. Το Γραφείο Διεκπεραίωσης της Δ4 έχει επικοινωνία με το κοινό για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής των πολιτών και την επικύρωση των αντιγράφων αυτών.
Όσον αφορά τη Δ4 στρογγυλή σφραγίδα της Υπηρεσίας υπάρχει στο Γραφείο Διεκπεραίωσης, στο Γραφείο Αδειών και στα Γραφεία των Προϊσταμένων των δύο Τμημάτων. Οι σφραγίδες που φέρουν τον τίτλο του ακριβούς αντιγράφου και φωτοαντιγράφου υπάρχουν στο Γραφείο Διεκπεραίωσης και στο Γραφείο του αρμοδίου Προϊσταμένου τον Β' Τμήματος, όλες δε οι σφραγίδες μετά τη λήξη του ωραρίου φυλάσσονται κλειδωμένες σε ασφαλές μέρος.
Στη προκειμένη περίπτωση η πρώτη από 2-6-06 επιστολή της εταιρείας "... Α.Ε." έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου εισερχομένου εγγράφου 2/...60/2-6-2006, η δε δεύτερη από 28-12-2006 επιστολή έλαβε αριθμό εισερχομένου εγγράφου 2/...36/9-5-07. Εισηγήτρια της υπόθεσης ορίστηκε η προϊσταμένη του Δ' τμήματος της 25ης Διεύθυνσης Β. Π.. Κατά την 25η Συνεδρίαση της 21-2-2007 το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου συμφώνησε στον περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου για την επίτευξη συμφωνίας των πιστωτών και την υπαγωγή της επιχείρησης στο άρθρο 44 του ν. 1892/90, ομόφωνα, όσον δε αφορά την παροχή εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο προς την επιχείρηση ύφους 8.000.000 Ε, κατά πλειοψηφία.
Η Β. Π., η οποία κατά την προαναφερόμενη διαδικασία ήταν αρμόδια για την επεξεργασία του θέματος, την εισήγηση προς τον Υφυπουργό, τη συμμόρφωση του κειμένου, σύμφωνα με τις υποδείξεις του τελευταίου και στη συνέχεια την εξαγωγή αντιγράφων, συνέταξε εγγράφως την εισήγηση της άνω επιστολής με αριθμό πρωτοκόλλου ΑΠ 2/....25/5-6-2007, σχετ. ...60/06 με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, η οποία υπεβλήθη προς τον τότε αρμόδιο υφυπουργό οικονομίας και οικονομικών κ.
Π. Δ., ο τελευταίος αποφάσισε θετικώς μεν ως προς την συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου στον περιορισμό των απαιτήσεών του για την επίτευξη συμφωνίας των πιστωτών και την υπαγωγή της επιχειρήσεως στο άρθρο 44 του ν. 1892/1990, δηλαδή ως προς το αίτημα που υπεβλήθη με το από 28-12-2006 έγγραφο, αρνητικώς δε ως προς την παροχή εγγυήσεων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς την συγκεκριμένη επιχείρηση, ύψους 8.000.000 Ε, δηλ.
ως προς το αίτημα που υπεβλήθη με τo από 2-6-2006 έγγραφο. Η θέση αυτή του Υφυπουργού Οικονομικών αποτυπώθηκε με ενυπόγραφη χειρόγραφη σημείωση αυτού επί του εγγράφου της γενομένης σχετικής εισηγήσεως, η οποία είχε επί λέξει το ακόλουθο περιεχόμενο "δεν συμφωνώ με την παροχή εγγύησης 8 εκ. ε. Το ποσό αυτό φαίνεται υπερβολικό για το μέγεθος της εταιρίας.
Οκ για το 44. Να βρουν ιδιωτικά κεφάλαια'' (βλ. το έγγραφο με την ένδειξη "σχετικό 1''). Λόγω της δεσμευτικότητας της αποφάσεως του ως άνω αρμοδίου Υφυπουργού επί των συγκεκριμένων αιτημάτων, που ήταν και ο τελικώς υπογράφων το επ' αυτών συναφές έγγραφο, το τελευταίο, που αποτέλεσε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία το πρωτότυπο σχέδιο, επεστράφη στην Δ25 στη συντάξασα υπάλληλο Β.
Π., η οποία προέβη σπη διαδικασία της εξαγωγής ακριβών αντιγράφων αυτού, τα οποία θα αποστέλλοντο στον αιτούντα. Προς τούτο προσάρμοσε το περιεχόμενο του νέου εγγράφου, στις προεκτεθείσες χειρόγραφες και ενυπόγραφες παρατηρήσεις του υφυπουργού, απαλείψασα τα συναπτόμενα με την παροχή, προς την αιτούσα, εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα το πρωτότυπο σχέδιο του υπ' αριθ. 2/...36/0025/5-6-2007 εγγράφου, φέρον την ένδειξη "σχετικό 1" έχει ως εξής: "...Σε απάντηση των από 2-6-06 και από 9-5-07 επιστολών σας και με βάση τα στοιχεία που παρατέθηκαν και με τα οποία αναλώθηκαν οι υπάρχουσες δυνατότητες της εταιρίας το Συμβούλιο - Διαχείρισης και Αξιολόγησης Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (25η συνεδρίαση της 21-2-07) συμφώνησε στη συναίνεση του Eλληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 3458/06.
Για τον περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου κατά ποσοστό 60%, στην περίπτωση που επιτευχθεί συμφωνία πιστωτών, σύμφωνα με το υποβαλλόμενο σχέδιο επιχειρηματικής εξυγίανσης της εταιρίας, εφόσον αποδεχθούν τα πιστωτικά ιδρύματα να περιορίσουν τις απαιτήσεις τουλάχιστον κατά 60% και οι λοιποί πιστωτές τουλάχιστον κατά 90% (σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις 31-12-06).
Εφόσον η εταιρία υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1892/90, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% για την χρηματοδότησή της από πιστωτικό ίδρυμα, με το ποσό των 8.000.0000 Ε θα εξασφαλισθεί με ισόποση υποθήκη σε ποσοστό 120% επί του επιχειρηματικού ακινήτου στη ..., εμπορικής αξίας 12.000.000 € ...
Εσωτερική Διανομή Δ25 - Δ' .. . Ο Υφυπουργός Π. Δ. (χειρόγραφη σημείωση του Υφυπουργού) δεν συμφωνώ με την παροχή εγγύησης 8.000.000 €. Το ποσό φαίνεται υπερβολικό για το μέγεθος της Εταιρείας. Ο.κ. για το 44. Να βρουν ιδιωτικά κεφάλαια ... Το έγγραφο αυτό είναι εσωτερικό έγγραφο της υπηρεσίας, προοριζόμενο για εσωτερική κυκλοφορία και χρήση μόνο.
Το νέο έγγραφο, όπως διαμορφώθηκε μετά τις ως άνω έγγραφες παρατηρήσεις του αρμοδίου υφυπουργού, το οποίο φέρει επ' αυτού την χειρόγραφη ένδειξη "σχετικό 5", με αριθ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-07, έχει το ακόλουθο περιεχόμενο "...Σε απάντηση των από 2-6-2006 και από 9-5-2007 επιστολών σας και με βάση τα στοιχεία, που παρατέθηκαν και με τα οποία αναγνώσθηκαν οι υπάρχουσες δυνατότητες της εταιρείας, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (25η συνεδρίαση της 21-8-2007) συμφώνησε στη συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 3458/06.
Για τον περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου κατά ποσοστό 60%, στην περίπτωση που επιτευχθεί συμφωνία πιστωτών σύμφωνα με υποβαλλόμενο σχέδιο επιχειρηματικής εξυγίανσης της εταιρείας, εφόσον αποδεχθούν τα πιστωτικά ιδρύματα να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους τουλάχιστον κατά 60% και οι λοιποί πιστωτές τουλάχιστον κατά 90% (σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις 31-12-06) εσωτερική διανομή Δ25 - Δ...
Ο Υφυπουργός Π. Δ....". Το έγγραφο αυτό τυγχάνει το τελικώς επί του θέματος διαμορφωθέν γνήσιο έγγραφο της υπηρεσίας, προοριζόμενον για εξωτερική κυκλοφορία και απευθυνόμενο προς την υποβαλούσα τα αιτήματα επιχείρηση. Το έγγραφο αυτό μετά του πρωτοτύπου σχεδίου, φέροντος την ενυπόγραφη χειρόγραφη παρατήρηση του ως άνω υφυπουργού τηρηθείσης της προαναφερόμενης διαδικασίας σχετικά με την σύνταξη και διακίνηση των εισερχομένων εγγράφων, διαβιβάστηκε στο Γραφείο Διεκπεραίωσης του Γ.Λ.Κ., στην οδό …., όπου ο αρμόδιος και ορισθείς για την επικύρωση αντιγράφων υπάλληλος Μ.
Θ., υπέγραψε και σφράγισε το έγγραφο με την ένδειξη στη δικογραφία ως ''σχετικό 5", ως ακριβές αντίγραφο, απευθυνόμενο προς την αιτούσα εταιρία, ακολούθως δε σφράγισε το σχέδιο με τη λέξη "ΑΠΕΣΤΑΛΗΣΑΝ" και έθεσε σφραγίδα με την ημερομηνία αποστολής 6 ΙΟΥΝ 07. Το ακριβές αντίγραφο απεστάλη στην αιτούσα εταιρία, το δε πρωτότυπο σχέδιο επεστράφη στη Γραμματεία της 25ης Διεύθυνσης προς αρχειοθέτηση μαζί με άλλα αντίγραφα.
Επακολούθησε η από 11-8-07 αίτηση της εταιρίας για επικύρωση της συμφωνίας πιστωτών, προς υπαγωγή της επιχείρησης στο άρθρο 44 ν. 1892/90, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Τριμ.Εφ.Θρακ., δικάσιμος της οποίος ορίσθηκε η 26-10-07. Το Τριμ.Εφ.Θρακ. παρεμβαίνοντας κυρίως και του Ελληνικού Δημοσίου με την 747/4-12-07 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση λόγω ελλείψεως συναινέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και μη προσκομίσεως σχετικής απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
Ενόψει ασκήσεως αιτήσεως ανακλήσεως από την επιχείρηση, ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, του νομίμου εκπροσώπου της, με την από 25-1-08 επιστολή του ζήτησε την επαναφορά του θέματός της στο Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του άρθρου 44 ν. 1892/90, σε συνδυασμό με τις διατάζεις του άρθρου 3 του ν. 3458/06, προκειμένου το Συμβούλιο να επιβεβαιώσει με γνωμοδότησή του, ότι η συμφωνία πιστωτών, όπως καταρτίστηκε, αποτελεί πλήρη εφαρμογή των οριζομένων στο 2/...36/0025/5-6-07 έγγραφο του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών του Π.
Δ. και να παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την εξόφληση των απαιτήσεων που θα διαμορφωθούν μετά την υπαγωγή της εταιρίας στις διατάξεις του άρθρου 44 ν. 1892/90. Περαιτέρω, αιτήθηκε την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου στα πλαίσια της απόφασης του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για τη χρηματοδότηση αυτής (από πιστωτικό ίδρυμα για την εξόφληση των απαιτήσεων του συνόλου των πιστωτών της, όπως αυτές θα διαμορφωθούν μετά την έκδοση της σχετικής εφετειακής απόφασης περί υπαγωγής στο άρθρο 44 ν. 1892/90.
Το αίτημα αυτό της επιχείρησης εξετάστηκε από το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου στις 6-2-08 και το Συμβούλιο γνωμοδότησε ομοφώνως για την υπαγωγή της εταιρίας στο άρθρο 44 ν. 1892/90 και κατά πλειοψηφία για την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χρηματοδότηση της εταιρίας από πιστωτικό ίδρυμα, με το ποσό των 8.000.000 Ε, για την εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών της.
Μετά ταύτα, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, 25η διεύθυνση με το 2/...1/0025/21-4-08 έγγραφό του, απηύθυνε ερώτημα στο Ν.Σ.Κ, σχετικό με τη δυνατότητα υπαγωγής ή όχι της προαναφερόμενης εταιρίας στο άρθρο 44 v. 1892/90, δεδομένης της έναρξης ισχύος του Νέου Πτωχ.Κωδ. (ν. 3588/07), ήδη από 15-9-07. To Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την αριθ. 236/08 γνωμοδότησή του κατά τη συνεδρίαση της 13-5-08 γνωμοδότησε, ότι με την απόρριψη της αίτησης για επικύρωση της συμφωνίας πιστωτών από το Εφ.θρακ.
η διαδικασία έπαυσε να είναι εκκρεμής, δεν ρυθμίζεται από τις προϊσχύσασες διατάξεις του ΠτωχΚωδ και κατά νομική ακολουθία έπαυσε η νόμιμη δυνατότητα του Δημόσιου και των οργάνων του να εξετάζουν το απορριφθέν με την εφετειακή απόφαση αίτημα υπαγωγής της εταιρίας στη ρύθμιση του άρθρου 44 ν. 1892/90. Η γνωμοδότηση αυτή έγινε αποδεκτή από τον τότε Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Ν.
Λ. (βλέπε σχετική γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ). Στη συνέχεια η πιστώτρια της επιχείρησης "....ι ΑΕ" εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" άσκησε την 1-7-08 τριτανακοπή κατά της 747/07 απόφασης του Εφ.θρακ., η οποία προσδιορίσθηκε αρχικά για την 19-9-08, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7-11-08, όπου και ματαιώθηκε. Η ως άνω εταιρία επανήλθε με την από 23-11-08 τριτανακοπή της, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της ως άνω αποφάσεως του ΕφΘρακ και την επικύρωση της συμφωνίας των πιστωτών (βλ.
το από Νοεμβρίου 2012 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους). Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος στις 24-8-08 υπέβαλε, με την ως άνω ιδιότητά του, του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "....ι Α.Ε.", το με ίδια ημερομηνία σημείωμα - αίτημα προς τον τότε αρμόδιο υφυπουργό οικονομικών Ν. Λ. και ενόψει της συζητήσεως της από 1-7-08 τριτανακοπής κατά τη δικάσιμο της 19-9-08, επικαλείται, ότι την 21-2-07, η 25η Συνεδρίαση του Συμβουλίου Διαχειρίσεως και Αξιολογήσεως της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου εισηγήθηκε προς τον υφυπουργό κ.
Π. Δ., σε σχέση με την προαναφερθείσα εταιρεία του κατηγορουμένου τον περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και την παροχή εγγυήσεως ύψους 8.000.000 Ε, ισχυριζόμενος εν γνώσει του ψευδώς, ότι η ανωτέρω εισήγηση έγινε δεκτή, δήθεν από τον Π. Δ. με το αριθ. Πρωτ. 2/...56/002 5/5-6-07, έγγραφο και ζήτησε, όπως ο υφυπουργός Ν.
Λ., προς τον οποίον απευθυνόταν, με έγγραφό του, που επέχει θέση αποφάσεως: α) Eπαναλάβει και επιβεβαιώσει τα ανωτέρω και μάλιστα ότι "το Ελληνικό Δημόσιο με την 2/...36/0025/5-6-07 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία έγινε αποδεκτή η από 21-2-07 (25η Συνεδρίαση) εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, έχει συναινέσει στην υπαγωγή της επιχείρησης με την επωνυμία "... ....
ΑΕ" στη διαδικασία εξυγιάνσεως κατ' άρθρο 44 ν. 1892/90 και στην παροχή εγγυήσεως υπό αυτού υπέρ της εταιρίας αυτής σε ποσοστό 80% χρηματοδοτήσεως της από πιστωτικό ίδρυμα ποσού 8.00.000 Ε για την εξόφληση όλων των πιστωτών περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών οργανισμών (ΙΚΑ κλπ), για τις απαιτήσεις τους, όπως αυτές διαμορφώνονται και ρυθμίζονται μετά την υπαγωγή της εταιρείας αυτής στις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1892/90, σύμφωνα με την από 10-7-07 συμφωνία μεταξύ πιστωτών Ελληνικού Δημοσίου και εταιρίας αυτής, την οποία έχει υπογράφει νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.
α' και παρ. 8 του ν. 2322/95, ως η παρ. 8 προστ. με το άρθρο 37 ν. 3458/06, σε συνδ. με την Υ.Α. Οικονομίας και Οικονομικών 2/19605/0025/19-4-06 (ΦΕΚ Β'579/9-5-06) και β) να δοθεί εντολή στο δικαστικό αντιπρόσωπο …… να ζητήσει με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της άνω τριτανακοπής ενώπιον τον Εφ.θρακ. την 19-9-08 την αποδοχή της τριτανακοπής αυτής και της αρχικής αιτήσεως για την επικύρωση της συγκεκριμένης συμφωνίας.
Επίσης, ενόψει της εκδικάσεως της άνω τριτανακοπής, κατά τη δικάσιμο της 19-9-08, ο κατηγορούμενος με την από 2-9-08 αίτησή του προς τον τότε υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Ν. Λ. και την Δ25 του Γ.Λ.Κ. αναφέρει εν γνώσει του ψευδώς, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, με την 2/...36/0025/5-6-07 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, κατ' αποδοχή της από 21-2-07 εισηγήσεως του Συμβουλίου Διαχειρίσεως και Αξιολογήσεως της Εγγυητικής Ευθύνης του Δημοσίου, έχει συναινέσει στην υπαγωγή της εταιρίας στο άρθρο 44 του ν. 1892 και την παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της εταιρίας, ποσού 8.000.000 Ε και ζήτησε την παρέμβαση του ως άνω αρμοδίου Υφυπουργού προς το δικαστικό αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ.
στην Κομοτηνή, προκειμένου ο τελευταίος "να ζητήσει με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της ως άνω τριτανακοπής ενώπιον του Εφετείου Θράκης την 19-9-2008 την αποδοχή της τριτανακοπής αυτής, και της αρχικής αιτήσεως για την επικύρωση της συγκεκριμένης συμφωνίας, καθόσον τούτο αποτελεί λογική και επιβαλλόμενη ενέργεια σας, με δεδομένο το ανωτέρω γεγονός".
Επειδή ο τότε υφυπουργός Ν. Λ. μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. δεν προέβαινε σε ικανοποίηση του αιτήματός του επί των επιστολών της 24-08-2008 και της 2-9-2008, η Δ25, με το αριθ. 2/...09/2-9-2008 έγγραφό της, απέστειλε στον κατηγορούμενο το υπ' αριθ. 2/...36/0025/5-6-07 γνήσιο έγγραφο του Υφυπουργού οικονομικών που περιείχε δηλαδή τη συμφωνία του Δημοσίου για υπαγωγή της επιχείρησης στο άρθρο 44 ν. 1892/1990 ως το αριθ. 2/...09/0025/12-9-2008 ισχύον σχετικώς.
Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος υπέβαλε την 3-12-08, με αριθ. πρωτ. 2...3/9-12-2008 αίτησή του προς την Δ25, με θέμα "Διευκρίνιση περιεχομένου εγγράφου υπ' αριθ. 2/...36/0025/5-6-07 σχετ. ...60/06 τ. Υφυπουργού κ. Π. Δ., στην οποία αναφέρει, ότι "εξετάζοντας τον εις χείρας μου φάκελο υπαγωγής άνω εταιρίας στις διατάξεις του άρθρου 44 ν. 1892/90 παρατηρώ ότι το έγγραφο του θέματός μου έχει δοθεί εκ μέρους σας με δύο μορφές ...
στην πρώτη με αναφορά της συμφωνίας του Συμβουλίου Διαχείρισης ... για τη συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου ... για τον περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου ... στη δε άλλη και με την προσθήκη της παραδοχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου υπό τον όρο υπαγωγής της εταιρίας στις διατάξεις του άρθρου 44 ν. 1892/90, όπως εκεί αναφέρεται (βλ.
συνημμένες φωτοτυπίες των δύο μορφών του εγγράφου, που μου έχουν δοθεί). Επειδή κατανοώ ότι προφανώς πρόκειται για γραφειοκρατική παραδρομή κατά την αντιγραφή, σας ενημερώνω σχετικά για το θέμα και παρακαλώ για την εκ μέρους σας διευκρίνιση''. Τα ως άνω δύο έγγραφα που είχε στα χέρια του ο κατηγορούμενος, είχαν μεν το ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου 2/...36/0025/5-6-07, αλλά διαφορετικό περιεχόμενο.
Το μεν ένα έγγραφο είναι το τελικώς διαμορφωθέν επίσημο έγγραφο της υπηρεσίας μετά την απάλειψη των συναπτομένων με την παροχή προς την αιτούσα εταιρία εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, κατά προσαρμογή στις ως άνω χειρόγραφες και ενυπόγραφες παρατηρήσεις του υφυπουργού Π. Δ. επί του σχεδίου της εισηγήσεως και το οποίο φέρει την χειρόγραφη ένδειξη ''σχετικό 5".
To δε άλλο έγγραφο, με τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου και το οποίο φέρει στη δικογραφία τη χειρόγραφη ένδειξη "σχετικό 6" έχει επί λέξει το ακόλουθο περιεχόμενο ''...Σε απάντηση των από 2-6-06 και από 9-5-07 επιστολών σας και με βάση τα στοιχεία που παρατέθηκαν και με τα οποία αναλύθηκαν οι υπάρχουσες δυνατότητες της εταιρίας, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (25η συνεδρίαση) της 21-2-07 συμφώνησε στη συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 3456/2006.
Για τον περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου κατά ποσοστό 60%, στην περίπτωση που επιτευχθεί συμφωνία πιστωτών, σύμφωνα με το υποβαλλόμενο σχέδιο επιχειρηματικής εξυγίανσης της εταιρίας, εφόσον αποδεχθούν τα πιστωτικά ιδρύματα να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους τουλάχιστον κατά 60% και οι λοιποί πιστωτές τουλάχιστον κατά 90% (σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις 31-12-06.
Εφόσον η εταιρία υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1892/90) σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% για την χρηματοδότηση από πιστωτικό ίδρυμα, με το ποσό των 8.000.000 Ε για την εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών της, όπως αυτές θα διαμορφωθούν μετά την υπαγωγή της εταιρίας στις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1892/90, και γα ένα κεφάλαιο κίνησης μονιμότερου χαρακτήρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της Υπ.
Απ. ο/ο 2/19605/0025/19-4-2006. Το ως άνω ποσό των 8.000.000 Ε θα εξασφαλισθεί με ισόποση υποθήκη σε ποσοστό 120% επί του επιχειρηματικού ακίνητου στη ..., εμπορικής αξίας 12.000.000 Ε .... εσωτερική Διανομή Δ25 - Δ' ... Ο Υφυπουργός Π. Δ. ....", χωρίς τη χειρόγραφη σημείωση - άρνηση εγγυοδοσίας του Υφυπουργού. Το τρίτο αυτό έγγραφο έφερε σφραγίδα της Δ25 στην οποία αναγράφεται "Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Ακριβές Φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο που βρίσκεται στο φάκελο 31-10-07, Ο βέβαιων Μ.
Θ.''. Από την αντιπαραβολή των δύο αυτών εγγράφων προκύπτει ότι το δεύτερο ως άνω με την ένδειξη "σχετικό 6" έγγραφο προέρχεται από νόθευση του ΑΠ 2/...36/0025/5-6-07 Σχετικό ...60/06 πρώτου ως άνω γνησίου εγγράφου της υπηρεσίας απευθυνόμενο προς την ".... ΑΒΕΕ", όπως διαμορφώθηκε κατά περιεχόμενο μετά τις επί της εισηγήσεως ενυπόγραφες χειρόγραφες παρατηρήσεις του αρμοδίου Υφυπουργού Οικονομικών Π.
Δ.. Με την νόθευση προσδόθηκε στο πλαστό έγγραφο, το περιεχόμενο της εισηγήσεως, όπως αυτή είχε πριν από τις ενυπόγραφες παρατηρήσεις επ' αυτής του Υφυπουργού με αποτέλεσμα να εμφανίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, ότι δήθεν παρείχε υπέρ της συγκεκριμένης επιχειρήσεως και εγγύηση προς τα πιστωτικά ιδρύματα πράγμα όμως που δεν συνέβαινε και δεν εμπεριείχετο στο γνήσιο έγγραφο.
Το πρόσωπο που προέβη στη νόθευση του ως άνω εγγράφου δεν εξακριβώθηκε, καθόσον η υπάλληλος Β. Π., η οποία χειρίσθηκε την υπόθεση και στην οποία αποδόθηκε η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, αθωώθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση. Και από τη διαδικασία προέκυψε, ότι πρόσβαση στο φάκελο είχαν και άλλα πρόσωπα.
Με την υποβολή της άνω από 4-12-08 αιτήσεως προς την 25η Διεύθυνση (Δ25) και την επισύναψη σ' αυτή του υπ' αριθ. 2/...36/0025/5-6-07, σχετ. 38060/2006 και υπό τις δύο μορφές του, τόσο τη γνήσια, όσο και την πλαστή, ο κατηγορούμενος επεδίωκε, εμφανίζοντας τη διφυή υπόσταση του εγγράφου σε γραφειοκρατική δήθεν παραδρομή, την επικράτηση εντός της 25ης Διεύθυνσης (Δ5) της άποψης περί δήθεν γνησιότητας του πλαστού εγγράφου και την καταχώρηση αυτής στις διευκρινήσεις προς τον αιτούντα, όπως αυτός ζήτησε με την αίτησή του.
Η επιδίωξη όμως του κατηγορουμένου δεν τελεσφόρησε, δεδομένου ότι η Δ25 του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με το 2...3/0025/12-12-2008 έγγραφό της προς τον κατηγορούμενο, σε απάντηση της από 3-12-08 αιτήσεώς του, απέστειλε προς αυτόν ακριβές αντίγραφο του 2/...36/0025/5-6-07 γνησίου εγγράφου του υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών Π.
Δ., ως του μόνου ισχύοντος. Παρά όμως τη σαφή απάντηση που του εδόθη από την άνω υπηρεσία, για το περιεχόμενο του γνησίου εγγράφου, εκ περισσού, καθότι το γνώριζε, συνέχισε, επικαλούμενος και ισχυριζόμενος ότι έχει δοθεί δήθεν εγγυοδοσία του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της εταιρίας του, ποσού 8.000.000 Ευρώ, να προβαίνει σε παραστάσεις και ενέργειες και ειδικότερα: 1) Κατόπιν της συναφούς με τον προεκτεθέντα ισχυρισμό επιστολής του προκάλεσε το υπ' αριθμό πρωτ. 5423/9-3-09 έγγραφο του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με το οποίο εζητούντο από την Δ25 διευκρινίσεις σχετικά με το περιεχόμενο του υπ' αριθμό πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007 εγγράφου, οι οποίες και παρασχέθηκαν με το αριθμό πρωτ. 2/2.../0025/2-4-09 έγγραφο της Δ25 του Γ.Λ.Κ.
Σύμφωνα με το τελευταίο έγγραφο, που κοινοποιήθηκε και προς τον κατηγορούμενο, έγινε γνωστό ότι, όπως προκύπτει από την πρόσθετη επισημειωματική πράξη του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, στο επίδικο έγγραφο (επισυνάπτεται αντίγραφο του τηρούμενου στην Υπηρεσία σχεδίου) έχει δοθεί η συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 ν. 3458/06, για την υπαγωγή της επιχείρησης "....ΑΒΕΕ" στις διατάξεις του άρθρου 44 ν. 1892/90 με περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου κατά ποσοστό 60%, και ότι αντιθέτως δεν εγκρίθηκε η παροχή της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης από πιστωτικό ίδρυμα, με το ποσό των 8.000.000 Ε, για την εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών της, όπως αυτές θα διαμορφωθούν μετά την υπαγωγή της εταιρίας στις διατάξεις του άρθρου 44 ν. 1892/90 και για ένα κεφάλαιο κίνησης μονιμότερου χαρακτήρα, με το αιτιολογικό, ότι το ποσό φαίνεται υπερβολικό για το μέγεθος της εταιρίας και ότι θα πρέπει η ίδια να βρει ιδιωτικά κεφάλαια.
Στο τέλος μάλιστα του άνω εγγράφου σημειώνεται ότι επί των άνω ερωτημάτων η Δ25 είχε ήδη λάβει θέση με τα αριθμ. πρωτ. 2/70936/0025/13-11-2011 και 2/...09/12-9-08 έγγραφα. 2) Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος με το …..70/19-1-2010 έγγραφό του προς τον τότε Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Κ. Σ., που είχε διαδεχθεί τον κ. Ν. Λ., επικαλείται εκ νέου, ότι με την 2/...36/0025/5-6-07 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών Π.
Δ. έχει παρασχεθεί από το Ελληνικό Δημόσιο η συναίνεση για την υπαγωγή της εταιρίας στο άρθρο 44 ν. 1892/90 και την παροχή εγγυήσεως ποσού 8.000.000 Ευρώ και ζητεί την έκδοση υπουργικής απόφασης, ως ορθής επαναλήψεως ή ως επιβεβαιώσεως των ανωτέρω υπ' αυτού επικαλουμένων, δηλ., υπουργικής αποφάσεως που να εγκρίνει μεταξύ άλλων την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 8.000.000 Ε. 3) Με την από 13-1-2011 αίτησή του ζήτησε να του επιδειχθεί το πρωτότυπο του εγγράφου 2/...36/0025/5-6-07 σχετ. ...60/06, που φέρει την πρωτότυπη υπογραφή του Υφυπουργού Π.
Δ. και να του χορηγηθεί ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο. Προς ικανοποίηση του άνω αιτήματος έγινε επίδειξη του σχεδίου του 2/...36/0025/5-6-07 εγγράφου που έφερε την ιδιόχειρη ενυπόγραφη σημείωση του υφυπουργού Π. Δ. προοριζόμενο για εσωτερική κυκλοφορία και χρήση της υπηρεσίας και στη συνέχεια του χορηγήθηκε επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου, όπως διαμορφώθηκε μετά την απάλειψη από το σχέδιο των σχετικών με την παροχή προς την επιχείρηση εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, που προοριζόταν για εξωτερική κυκλοφορία, από τον τότε προϊστάμενο της 25ης Διεύθυνσης Θ.
Σ.. Στη συνέχεια όμως ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου - Μαρτίου του 2011 εμφανίσθηκε ενώπιον του ως άνω υπαλλήλου του Γ.Λ.Κ. Θ. Σ., συνοδευόμενος από άτομο που δήλωσε, ότι είναι ο νομικός του σύμβουλος και ζήτησε την επικύρωση φωτοαντιγράφου του 2/...36/0025/5-6-07 εγγράφου, το οποίο είχε επικυρωθεί ως ακριβές αντίγραφο από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους την 31-10-2007, ζήτησε δηλ., την επικύρωση, ως δήθεν γνησίου, του πλαστού νοθευμένου εγγράφου, που φέρει στη δικογραφία "σχετικό 6".
Από την αντιπαραβολή όμως του προσκομισθέντος εγγράφου με τα υπάρχοντα στο φάκελο δύο έγγραφα, ήτοι με το πρωτότυπο εσωτερικό της υπηρεσίας έγγραφο με την ένδειξη "σχετικό 1" και το έγγραφο με την ένδειξη "σχετικό 5", δημιουργήθηκαν υπόνοιες περί της πλαστότητας του προσκομισθέντος προς επικύρωση εγγράφου, γεγονός που εξανάγκασε τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει χωρίς να επιμείνει στο αίτημα για επικύρωση του φωτοαντιγράφου, 4) Ακολούθως, με την υπό ημερομηνία 6-4-2011 επιστολή του προς τη Δ25 του Γ.Λ.Κ., επανέφερε το ίδιο ακριβώς θέμα και με το αριθ.
πρωτ. 2/.../0025/6-4-2011 έγγραφό της η Δ25, για μια ακόμη φορά του διευκρίνισε ότι δεν ενεκρίθη η παροχή εγγυήσεως ποσού 8.000.000 Ε του Ελληνικού Δημοσίου, η ίδια δε απάντηση απευθύνεται από την Δ25 του Γ.Λ.Κ. και προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, Δικαστικό Γραφείο Κομοτηνής, κατόπιν του υπ' αρ. πρωτ. 703/Φ4536/4-4-2011 εγγράφου του τελευταίου και κοινοποιείται στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ., Σχηματισμός πολιτικών δικαστηρίων, ενόψει της συζητήσεως της τριτανακοπής, κατά τη δικάσιμο της 8-4-2011, 5) Παρά όμως την σαφή ως άνω απάντηση της Δ25 του Γ.Λ.Κ, ο κατηγορούμενος με το υπό ημερομηνία 28-9-20I2 έγγραφό του, που απευθύνεται προς τον τότε πρωθυπουργό και τον αναπληρωτή υπουργό οικονομικών, κοινοποιείται δε παραλλήλως προς τη Δ25 του Γ.Λ.Κ, αφενός μεν αιτείται την έκδοση υπουργικής αποφάσεως, υπό την έννοια της ορθής επαναλήψεως του 2/...36/0025/5-6-2007 εγγράφου, αφετέρου δε να δοθεί εντολή στο δικαστικό αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου στη Θράκη, να μην ασκήσει κυρία παρέμβαση και να αποδεχθεί την τριτανακοπή της εταιρίας που εκκρεμούσε εισέτι προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Θράκης.
Ειδικότερα, με το ως άνω έγγραφο ζητούσε από τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, όπως ξαναδιατυπώσει και επικυρώσει το έγγραφο υπό τη μορφή αποφάσεως και επαναλήψεως ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει συναινέσει για την υπαγωγή της εταιρίας σύμφωνα με την εισήγηση από 21-2-2007 της 25ης Συνεδρίασης και της επαναληφθείσης 63ης της 6-2-2008 του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, επισημαίνοντας ότι εφόσον το Εφετείο Θράκης επικυρώσει την συμφωνία πιστωτών τότε η 25η Διεύθυνση θα παραχωρήσει στην εταιρία την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτά διατυπώνονται και στις δύο εισηγήσεις του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου.
Επιχειρεί δηλ. με τα ανωτέρω να πείσει τους αποδέκτες των άνω εγγράφων, ότι ο Υπουργός Οικονομικών είχε συναινέσει στην παροχή εγγυήσεως του Δημοσίου υπέρ της εταιρίας, ύψους 8.000.000 Ε". Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος Θ. Χ. στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, κατ' εξακολούθηση και με περισσότερες πράξεις τέλεσε εγκλήματα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα:
A) Στην …., την 4η Δεκεμβρίου 2008 προέβη σε χρήση πλαστού εγγράφου, εν γνώσει της πλαστότητάς του με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν και σε άλλον, διά βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου, με ύψος σκοπουμένου και επιδιωχθέντος οφέλους αλλά και προξενηθείσας ή οπωσδήποτε απειληθείσας σε βάρος του Δημοσίου ζημίας υπέρ το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000).
Ειδικότερα δε, κατά τον προεκτεθέντα τόπο και χρόνο, υπέβαλε, προς την Δ25, Τμήμα Δ' του Γ.Λ.Κ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 2...3/4-12-2008 από 3-12-2008, αίτησή του, στην οποία επισύναψε ως συνημμένο και το προαναφερθέν νοθευμένο έγγραφο σκόπευε δε με την ενέργειά του αυτή να προσπορίσει στον εαυτό του και στην εταιρεία του με την επωνυμία "...
Α.Β.Ε.Ε." περιουσιακό όφελος, δι' αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων ευρώ (8.000.000) ισόποσο, δηλαδή, του ύψους της εγγυήσεως, που, κατά το χρησιμοποιηθέν νοθευμένο έγγραφο, παρείχε, δήθεν, το Ελληνικό Δημόσιο στην εταιρεία τούτου. B) Στην …., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, στους κατωτέρω αναφερόμενους, χρόνους, έχοντας αποφασίσει την τέλεση του κακουργήματος της απάτης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του και στην ως άνω εταιρεία του, παράνομο περιουσιακό όφελος, διά βλάβης της περιουσίας του Δημοσίου, υπέρ το ποσό των 150.000 ευρώ, επιχείρησε πράξεις περιέχουσες τουλάχιστον αρχήν εκτελέσεως του ως άνω εγκλήματος, αποτυχών εν τέλει του σκοπού του, εκ λόγων εξωτερικών και ανεξάρτητων της βουλήσεώς του.
Πλέον δε συγκεκριμένα: 1) την 24η Αυγούστου 2008, με "ΣΗΜΕΙΩΜΑ - ΑΙΤΗΜΑ" που υπέβαλε προς τον τότε αρμόδιο υφυπουργό Οικονομικών κ. Ν. Λ., επικαλείται ότι την 21-2-2007, η 25η Συνεδρίαση του Συμβουλίου Διαχειρίσεως και Αξιολογήσεως της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, εισηγήθηκε, προς τον προηγούμενο υφυπουργό κ.
Π. Δ., σε σχέση με την προαναφερθείσα εταιρεία τούτου (κατηγορουμένου) τον περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και την παροχή εγγυήσεως ύψους οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ, ισχυριζόμενος, εν γνώσει του ψευδώς, ότι η ανωτέρω εισήγηση έγινε δεκτή, δήθεν, από τον Π. Δ., με το, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, παραπάνω νοθευμένο έγγραφο και αιτείται όπως, ο προς ον απευθύνεται αρμόδιος υφυπουργός Ν.
Λ.ς, με έγγραφό του που επέχει θέση αποφάσεως, α) επαναλάβει και επιβεβαιώσει τα ανωτέρω και δη ότι "Το Ελληνικό Δημόσιο με την, υπ' αριθμ. 2/...36/0025/5-6-2007, απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών", δηλαδή με το προαναφερθέν νοθευμένο έγγραφο, "με την οποίαν έγινε αποδεκτή η, από 21-2-2007 (25η Συνεδρίαση) εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου έχει συναινέσει στην υπαγωγή της επιχείρησης με την επωνυμία "... ...
Α.Ε." στη διαδικασία της εξυγιάνσεως, κατ' άρθρον 44 του ν. 1892/1990 και στην παροχή εγγυήσεως υπ' αυτού, υπέρ της εταιρείας αυτής σε ποσοστό 80% χρηματοδοτήσεώς της, από πιστωτικό ίδρυμα ποσού 8.000.000 Ευρώ, διά την εξόφληση όλων των πιστωτών περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών οργανισμών (Ι.Κ.Α. κ.τ.λ..) για τις απαιτήσεις τους, όπως αυτές διαμορφώνονται και ρυθμίζονται μετά την υπαγωγή της εταιρείας αυτής στις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, σύμφωνα με την, από 10-7-2007, Συμφωνία μεταξύ πιστωτών Ελληνικού Δημοσίου και Εταιρείας αυτής, την οποίαν και έχει υπογράψει νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.
α' και παρ. 8 του ν. 2322/1995, ως η παρ. 8 προσετέθη με το αρθρ. 37 ν. 3458/2006, σε συνδυασμό με την Υ.Α. Οικονομίας και Οικονομικών 2/19605/0025/19-4-2006 (ΦΕΚ Β' 579/9-5-2006) και β) Να δοθεί εντολή στο δικαστικό αντιπρόσωπο Κομοτηνής να ζητήσει με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της ως άνω τριτανακοπής ενώπιον του Εφετείου Θράκης, την 19η-9-2008, την αποδοχή της τριτανακοπής αυτής και της αρχικής αιτήσεως για την επικύρωση της συγκεκριμένης συμφωνίας". 2) Εν όψει της εκδικάσεως της υποθέσεως της υπαγωγής της εταιρείας του κατηγορουμένου, στο καθεστώς του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 στο Εφετείο Θράκης και ειδικότερα εν όψει της δικασίμου της 19ης-9-2008, όταν και θα εκδικαζόταν η άνω τριτανακοπή με την, από 2-9-2008, αίτησή του προς τον τότε υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών κ.
Ν. Λ. και την Δ25 του Γ.Λ.Κ., αναφέρει και ισχυρίζεται, εν γνώσει του ψευδώς, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, με την, υπ' αριθμ. 2/...36/0025/5-6-2007, απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δηλαδή με το ένδικο νοθευμένο έγγραφο, κατ' αποδοχή της από 21-2-2007, εισηγήσεως του Συμβουλίου Διαχειρίσεως και Αξιολογήσεως της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου, έχει συναινέσει στην υπαγωγή της εταιρείας στο άρθρο 44 του ν. 1892/1990 και στην παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της εταιρείας, ποσού οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ και αιτείται την παρέμβαση του τότε αρμοδίου υφυπουργού προς το δικαστικό αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ.
στην Κομοτηνή, προκειμένου ο τελευταίος "να ζητήσει με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της ως άνω τριτανακοπής ενώπιον του Εφετείου Θράκης την 19η-9-2008, την αποδοχή της τριτανακοπής αυτής και της αρχικής αιτήσεως για την επικύρωση της συγκεκριμένης συμφωνίας, καθ' όσον τούτο αποτελεί λογική και επιβαλλόμενη ενέργειά σας, με δεδομένο το ανωτέρω γεγονός". 3) Υπέβαλε την, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2...3/4-12-2008, από 3-12-2008, αίτησή του προς την Δ25 του Γ.Λ.Κ. με θέμα "Διευκρίνιση περιεχομένου εγγράφου, υπ' αριθμ. 2/...36/0025/5-6-2007, σχετ. ...60/2006, τ. Υφυπουργού κ. Π. Δ.", και ενήργησε όσα ειδικότερα αναφέρονται και εκτίθενται παραπάνω υπό στοιχ. Β' της παρούσης απόφασης. Εν γνώσει του ψευδώς και παρά τη σαφή απάντηση που του εδόθη, ως εκ περισσού, καθ' ότι το γνώριζε, με το, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2...3/0025/12-12-2008, έγγραφο της Δ25 του Γ.Λ.Κ., περί του περιεχομένου του, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, Σχετ. ...60/2006, εγγράφου, συνέχισε επικαλούμενος και ισχυριζόμενος ότι έχει χορηγηθεί, δήθεν, εγγυοδοσία του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της εταιρείας του, ποσού 8 εκατομμυρίων ευρώ, προβαίνοντας σε παραστάσεις και ενέργειες και δη:
α) Κατόπιν συναφούς, με τον προεκτεθέντα ισχυρισμό του, επιστολής του, προκάλεσε το, υπ' αριθμ. πρωτ. 5423/9-3-2009, έγγραφο του Γραφείου του νομικού συμβούλου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με το οποίο ζητούντο από την Δ25 του Γ.Λ.Κ. σχετικές επί του ζητήματος διευκρινίσεις, που παρασχέθηκαν με το, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2/2.../0025/2-4-2009, έγγραφο της Δ25 του Γ.Λ.Κ. β) Με το, υπ' αριθμ. ….70/19-1-2010 έγγραφό του προς τον τότε υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Κ. Σ., που είχε διαδεχθεί τον κ. Ν. Λ., επικαλείται και πάλι ότι με την, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, απόφαση του υφυπουργού Οικονομικών κ. Π. Δ., δηλαδή με το ένδικο νοθευμένο έγγραφο, έχει παρασχεθεί από το Ελληνικό Δημόσιο η συναίνεση για την υπαγωγή της εταιρείας του στο άρθρο 44 του ν. 1892/1990 και την παροχή εγγυήσεως ποσού οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ και αιτείται την έκδοση, υπουργικής αποφάσεως, ως ορθής επαναλήψεως ή ως επιβεβαιώσεως, ήτοι υπουργικής αποφάσεως, η οποία να διαθέτει περιουσία του Δημοσίου, γ) Με, υπό ημερομηνία 6-4-2011, επιστολή του προς την Δ25 του Γ.Λ.Κ., επαναφέρει το ίδιο ακριβώς θέμα και λαμβάνει την, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2/.../0025/6-4-2011, απάντηση της Δ25, με την οποίαν, για μίαν ακόμη φορά, διευκρινίζεται σε αυτόν, ότι δεν ενεκρίθη η παροχή εγγυήσεως ποσού οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ, παραλλήλως, η ίδια απάντηση απευθύνεται, από την Δ25 του Γ.Λ.Κ., προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, Δικαστικό Γραφείο Κομοτηνής, κατόπιν του, υπ' αριθμ.
πρωτ. ...536/4-4-2011, εγγράφου του τελευταίου και κοινοποιείται στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ., Σχηματισμός πολιτικών δικαστηρίων. δ) Με, υπό ημερομηνία 8-9-2012 έγγραφό του, που απευθύνεται, προς τον τότε Πρωθυπουργό και τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών, αλλά και κοινοποιείται στην Δ25 του Γ.Λ.Κ., αφ' ενός μεν αιτείται την έκδοση Υπουργικής Αποφάσεως, υπό την έννοια της ορθής επαναλήψεως του, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, εγγράφου, αφ' ετέρου δε να δοθεί εντολή στον δικαστικό αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου στη Θράκη, να μην ασκήσει κυρία παρέμβαση και να αποδεχθεί την τριτανακοπή, που εκκρεμούσε, προς συζήτηση, ενώπιον του Εφετείου Θράκης, αρχικά για την 19η-9ου-2008 και έχοντας προσδιορισθεί εκ νέου για μεταγενέστερη της 8-9-2012 δικάσιμο.
Σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, ο εν λόγω κατηγορούμενος, αν και προέβη εις αρχήν εκτελέσεως του εγκλήματος της, εις βάρος του Δημοσίου, κακουργηματικής απάτης, απέτυχε εν τέλει του επιδιωκομένου υπ' αυτού εγκληματικού σκοπού εκ λόγων εξωτερικών και ανεξαρτήτων της βουλήσεώς του, καθ' όσον οι, προς ους, απευθύνονταν οι αιτήσεις - έγγραφα - επιστολές του, υπηρεσιακοί παράγοντες και αντίστοιχες υπηρεσίες δεν παραπείσθηκαν και δεν υιοθέτησαν το, επιμόνως και εξακολουθητικώς, υπό τούτου προβαλλόμενο και υποστηριζόμενο, περί δήθεν παροχής, εγγυήσεως του Δημοσίου, ύψους οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ, υπέρ της εταιρείας του, ποσό κατά το οποίον και θα βλαπτόταν η περιουσία του Δημοσίου, εάν οι απατηλές ενέργειές του ευδοκιμούσαν, προς ίδιον αυτού και της εταιρείας του παράνομο περιουσιακό όφελος, και Γ) Στην ….α, κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2011 και σε μη επακριβέστερα προσδιορισθείσα ημερομηνία, έχοντας αποφασίσει την τέλεση του πλημμελήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, επιχείρησε πράξη περιέχουσα τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, απέτυχε όμως του σκοπού του εκ λόγων εξωτερικών και ανεξαρτήτων της βουλήσεώς του, πλέον δε συγκεκριμένα, κατά τον ρηθέντα τόπον και χρόνο, ενεφανίσθη ενώπιον του υπαλλήλου του Γ.Λ.Κ., Θ.
Σ. και εζήτησε την επικύρωση- φωτοαντιγράφου του, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, εγγράφου, το οποίον είχε επικυρωθεί ως ακριβές αντίγραφο, κατά τα ειδικότερα μνημονευόμενα παραπάνω, ζήτησε, δηλαδή, την επικύρωση, ως δήθεν γνησίου, του πλαστού - νοθευμένου εγγράφου, που προαναφέρθηκε, απέτυχε όμως του σκοπού του καθ' όσον, στους αρμοδίους υπαλλήλους του Γ.Λ.Κ., ηγέρθησαν αμέσως υπόνοιες περί της πλαστότητας του προσκομισθέντος προς επικύρωση εγγράφου, γεγονός όπερ εξανάγκασε τον κατηγορούμενο σε αποχώρηση από το Γ.Λ.Κ., χωρίς να αναμένει την αιτηθείσα ως άνω επικύρωση.
Όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδείχθηκαν από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα: 1) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π. Δ. πρώην υφυπουργού Οικονομικών, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος αναφέρει, ότι είχε συναινέσει μόνο στην υπαγωγή της επιχείρησης του κατηγορουμένου στο άρθρο 44 Ν. 1892/1990 και ότι το έγγραφο που παρουσίασε ο κατ/νος με το οποίο φέρεται να παρέχει δήθεν υπέρ του συγκεκριμένου επιχειρηματία και εγγύηση προς τα πιστωτικά ιδρύματα είναι νοθευμένο με την προσθήκη της σχετικής παραγράφου περί παροχής εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, 2) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Θ.
Σ., τότε Προϊσταμένου της 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όσον και ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος αναφέρει, ότι ο κατ/νος μετά την απόρριψη της αίτησής του για υπαγωγή στο άρθρο 44 Ν. 1894/1990 της επιχείρησής του εμφανιζόταν κατά συχνά χρονικά διαστήματα στην 25η Διεύθυνση, καταθέτοντας διάφορα υπομνήματα και αναφορές σχετικά με την υπόθεσή του, ότι κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου - Μαρτίου εμφανίστηκε συνοδευόμενος από νομικό σύμβουλο και ζήτησε την επικύρωση φωτοαντιγράφου του εγγράφου της δικογραφίας με ένδειξη "σχετικό 6", το οποίο περιείχε συμφωνία του Δημοσίου τόσο για την υπαγωγή της επιχειρήσεως στο άρθρο 44 Ν. 1892/1990, όσο και για την παροχή εγγυήσεως προς τα πιστωτικά ιδρύματα.
Ότι όμως κατά την αντιπαραβολή του προσκομισθέντος εγγράφου με τα έγγραφα που υπήρχαν στο σχετικό φάκελλο, και μάλιστα τόσο το σχέδιο στο οποίο υπήρχε η ενυπόγραφη χειρόγραφη παρατήρηση του υπουργού όσο και εκείνο με την ένδειξη "σχετικό 5" που διαμορφώθηκε μετά τις παρατηρήσεις του υφυπουργού, που προορίζετο για εξωτερική κυκλοφορία, ηγέρθησαν αμέσως υπόνοιες περί της πλαστότητας του προσκομισθέντος προς επικύρωση εγγράφου και ο κατηγορούμενος αποχώρησε μετά ταύτα χωρίς να επιμείνει στην επικύρωση.
Και ότι το ως άνω προσκομισθέν έγγραφο ήταν νοθευμένο καθώς αποτελούσε αποτέλεσμα "κολάζ", 3) από την ένορκη κατάθεση τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όσο και ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του μάρτυρα Γ. Μ. υπαλλήλου στο Τμήμα διεκπεραίωσης του Γ.Λ.Κ., ο οποίος αναφέρει ότι σύμφωνα με τη διαδικασία που τηρείται στο εν λόγω τμήμα για την κίνηση και διεκπεραίωση των εξερχομένων εγγράφων, αποστέλλονται από την 25η Διεύθυνση το σχέδιο υπογεγραμμένο μαζί με τα προς επικύρωση αντίγραφα και ότι μόνο ένα αντίγραφο αποστέλλεται στον καθ' έκαστο αιτούντα, καθώς και ότι στην προκειμένη περίπτωση γνήσιο σχέδιο είναι εκείνο που φέρει και ενυπόγραφη σημείωση του Υφυπουργού Π.
Δ., 4) την από 8-1-2013 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Κ. Π. Γενικού Διευθυντή της Δ/νσης θησαυροφυλακίου και προϋπολογισμού του Γ.Λ.Κ. ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών Λ. Β., η οποία αναγνώστηκε χωρίς αντίρρηση της συνηγόρου του κατηγορουμένου, ο οποίος αναφέρει, ότι με αφορμή την από 28-9-2012 αίτηση του κατηγορουμένου για επαναδιατύπωση του εγγράφου με αριθ.
πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, διενεργήθηκε έλεγχος και διαπιστώθηκε, ότι είχαν αποσταλεί στην εταιρία με τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου δύο έγγραφα διαφορετικού περιεχομένου, ότι γνήσιο σχέδιο ήταν αυτό που έφερε την ιδιόχειρη σημείωση του υφυπουργού Π. Δ. και ότι η αλλοίωση του δεύτερου εγγράφου ήταν σκόπιμη, προκειμένου να διευκολυνθεί ο κατηγορούμενος και να πετύχει την χρηματοδότηση της εταιρίας του από πιστωτικό ίδρυμα, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Τα ως άνω ενισχύονται από όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και ειδικότερα: 1) τα αριθ. πρωτ. 2/...09/0025/12-9-2008, 2...3/0025/12-12-2008, 2/.../0025/2-4-2009 και 2/.../0025/6-4-2011 έγγραφα του Γ.Λ.Κ. προς τον κατηγορούμενο, στα οποία σαφώς διευκρινίζεται ότι ο υφυπουργός Π. Δ. συνήνεσε μόνο στην υπαγωγή της επιχείρησης στο άρθρο 44 Ν. 1892/1990 και ότι δεν εγκρίθηκε η παροχή εγγύησης, καθώς και ότι το γνήσιο με αριθ.
πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007 έγγραφο, που του είχε κοινοποιηθεί από την υπηρεσία, ήτοι εκείνο το οποίο περιείχε μόνο τη συναίνεση του υφυπουργού για υπαγωγή της εταιρίας στο άρθρ. 44 Ν. 1892/1990, 2) την από 3-12-2008 αίτηση - υπόμνημα του κατηγορουμένου προς την 25η Διεύθυνση, στην οποία επικαλείται και επισυνάπτει το ως άνω έγγραφο με δύο μορφές, ήτοι τόσο τη γνήσια, όσο και τη νοθευμένη, αποδίδοντας όμως τη διφυή υπόστασή του σε γραφειοκρατική παραδρομή.
Με την επισύναψη του ως άνω εγγράφου με τη νοθευμένη του μορφή έκανε χρήση αυτού, με σκοπό την επικράτησή του ως δήθεν γνησίου και την παροχή έτσι εγγυήσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου. Τα ως άνω δεν αναιρούνται από το υπ' αριθ. πρωτ. 2/...95/0025/4-12-2013 (έγγραφο) του Γ.Λ.Κ. προς τον Εισαγγελέα του Οικονομικού Εγκλήματος, στο οποίο σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν επισύναψε στην ως άνω αίτηση - υπόμνημα δύο εκδοχές του αριθ.
πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007 εγγράφου, αλλά αντίθετα προσκόμισε το ακριβές αντίγραφο του ως άνω εγγράφου, όμοιο του οποίου τηρείται στο αρχείο της υπηρεσίας. Το ως άνω έγγραφο έχει την έννοια ότι ο κατηγορούμενος δεν επισύναψε δύο γνήσια έγγραφα με αντίθετο περιεχόμενο που να τηρούνται και τα δύο στο αρχείο της υπηρεσίας, αλλά μόνο ένα γνήσιο έγγραφο, επισύναψε όμως και το πλαστό, όπως επικαλείται ο κατηγορούμενος άλλωστε στην αίτησή του.
Αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή δεν επισύναψε το πλαστό έγγραφο, δεν συνάδει με το προγενέστερο έγγραφο - υπόμνημα, όπου ο ίδιος ο κατηγορούμενος επικαλείται, ότι επισυνάπτει δύο έγγραφα με διαφορετικές μορφές. 3) Το υπ' αριθ. πρωτ. 7565/12-3-2014 έγγραφο, του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται, ότι όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.
πρωτ. 2/...80/0025/4-12-2013 έγγραφο της Δ25 κατά το χρονικό διάστημα από 2007 μέχρι 2012 ο κατηγορούμενος αιτήθηκε και έλαβε από τον τηρούμενο στην εν λόγω υπηρεσία φάκελο αντίγραφο του υπ' αριθ. 2/...36/0025/5-6-2007 επίδικου εγγράφου μόνο μία φορά και συγκεκριμένα με την προαναφερόμενη από 13-1-2011 αίτηση - υπόμνημα, εξαιτίας της οποίας του χορηγήθηκε από τον υπάλληλο Θ.
Σ. επικυρωμένο αντίγραφο του γνησίου εγγράφου, του προορισμένου για εξωτερική κυκλοφορία και χρήση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται: 1) ότι δεν είχε δόλο για την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, διότι το φερόμενο ως πλαστό έγγραφο του είχε κοινοποιηθεί από την 25η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. με τις δύο μορφές του, ότι με τις άνω ενέργειές του ζητούσε διευκρινίσεις από την αρμόδια εκδότρια του εγγράφου Υπηρεσία, τα πρόσωπα της οποίας γνώριζαν σε κάθε περίπτωση την άρνηση του Υφυπουργού για την παροχή εγγυήσεως, προσπαθώντας να διασώσει την επιχείρησή του, 2) ότι η εξακολουθητική απόπειρα απάτης ήταν απολύτως απρόσφορη, καθόσον οι ενέργειές του λάμβαναν χώρα εμφανώς, ενώ το φερόμενο ως νοθευμένο έγγραφο, ουδέποτε παρουσιάσθηκε σε τράπεζα, σε κάθε δε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ούτε το αδίκημα της απρόσφορης απάτης, διότι οι ως άνω ενέργειές του δεν αρκούσαν, ούτε σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση, ούτε σύμφωνα με την παράστασή του να προκαλέσουν πλάνη, καθόσον ουδέποτε υπήρξε παραπλάνηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά την εξακολουθητική τέλεση από αυτόν των άνω ενεργειών, αφού τα όργανα του δημοσίου απαντούσαν άμεσα και κάθετα σε όλα τα αιτήματά του, με πλήρη απόρριψη, 3) ότι η αίτηση - υπόμνημα προς παροχή διευκρινίσεων με ημερομηνία 3-12-2008, δεν συνιστά χρήση πλαστού, αφού δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα, καθόσον από μόνη την υποβολή αιτήσεως προς παροχή διευκρινίσεων δεν παράγεται ουδεμία συνέπεια και 4) δεν στοιχειοθετείται ούτε η απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, αφού ο αρμόδιος υπάλληλος, στον οποίο επιδείχτηκε το προς επικύρωση έγγραφο αντιλήφτηκε άμεσα ότι "κάτι δεν πήγαινε καλά" και αυτός (κατηγορούμενος) αποχώρησε από το γραφείο του.
Οι ως άνω ισχυρισμοί όμως του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, όπως έγινε ανωτέρω δεκτό, το επίδικο έγγραφο με την ένδειξη "σχετικό 6", που προσκόμισε ο κατηγορούμενος ήταν νοθευμένο, πράγμα που αυτός γνώριζε, αφού: 1) ήταν το πρόσωπο που ωφελείτο αμέσως από τη νόθευσή του δεδομένου ότι με το νοθευμένο αντίγραφο το Δημόσιο εμφανίζετο ως εγγυητής, δήθεν, προς τα πιστωτικά ιδρύματα, των υποχρεώσεων της επιχείρησης του κατηγορουμένου από χρηματοπιστοδότηση ύψους 8.000.000 ευρώ, 2) μία μόνο φορά, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε νομίμως αντίγραφο, με την από 19-1-2011 αίτησή του.
Ο κατηγορούμενος έχοντας στην κατοχή του το εν λόγω πλαστό έγγραφο από την 31-10-2007, οπότε και επικυρώθηκε από τον Μ. Θ. με τις επανειλημμένες αιτήσεις και επιστολές, που υπέβαλε προς την Υπηρεσία της Δ25 διεύθυνσης αλλά και προς τους άλλους ως άνω υπηρεσιακούς παράγοντες, ενόψει μάλιστα της εκδικάσεως της τριτανακοπής ενώπιον του Εφετείου Θράκης, επεδίωκε να παραπεισθούν οι υπηρεσιακοί παράγοντες και να υιοθετήσουν τον ισχυρισμό του περί συναινέσεως του Ελληνικού Δημοσίου στην παροχή εγγυήσεως, ούτως ώστε μετά την αποδοχή της τριτανακοπής από το ως άνω Εφετείο και την υπαγωγή της επιχείρησης στο άρθρο 44 του 1892/1990 να εμφανίσει το πλαστό έγγραφο και να τύχει χρηματοδοτήσεως από τις τράπεζες με την εγγύηση του Δημοσίου.
Ενδεικτικό δε του δόλου του είναι ότι παρά τις σαφείς απαντήσεις που του εδίδοντο από τη Διεύθυνση Δ25, ότι δηλ. ο αρμόδιος υφυπουργός δεν είχε συναινέσει και στην παροχή εγγυήσεως: 1) με επιμονή επανέφερε το ίδιο θέμα με νέες αιτήσεις και επιστολές, 2) ενεφανίσθη ενώπιον του υπαλλήλου του Γ.Λ.Κ. Θ. Σ. και ζήτησε την επικύρωση φωτοαντιγράφου του επιδίκου εγγράφου με τη νοθευμένη του μορφή, ως δήθεν γνησίου, 3) εμφάνισε τεχνηέντως στην από 4-12-2008 αίτηση - υπόμνημά του την ύπαρξη των δύο εγγράφων με διαφορετικό περιεχόμενο, ως οφειλόμενη δήθεν σε γραφειοκρατική παραδρομή κατά την αντιγραφή, επιδιώκοντας έτσι την επικράτηση του πλαστού εγγράφου, ως δήθεν γνησίου, με τη βεβαίωση της δήθεν γνησιότητας στις διευκρινίσεις της Διεύθυνσης Δ25 προς αυτόν.
Οι ως άνω ενέργειες του κατηγορουμένου λόγω του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και με την εμφάνιση πλαστού εγγράφου ως γνησίου από την φύση τους αντικειμενικά ήταν πρόσφορες και απολύτως ικανές να προκαλέσουν πλάνη στους αρμοδίους υπηρεσιακούς παράγοντες και να επιφέρουν το επιδιωκόμενο από τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, και συνιστούν πράξη αρχής εκτελέσεως απόπειρας εξακολουθητικής απάτης και απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως.
Ήταν δε ικανές να επιφέρουν βλάβη στο Ελληνικό Δημόσιο, ανεξάρτητα του ότι, όπως αναγραφόταν στο πλαστό έγγραφο, το ποσό των 8.000.000 ευρώ θα εξασφαλιζόταν με ισόποση υποθήκη σε ποσοστό 120% επί του επιχειρηματικού ακινήτου στη ..., εμπορικής αξίας 12.000.000 ευρώ, διότι όπως προκύπτει από τη συμφωνία των πιστωτών που αναγνώστηκε, το ως άνω ακίνητο ήταν βεβαρημένο με υποθήκες υπέρ τραπεζών και τρίτων εταιριών, για ποσό 8.968.232,60 ευρώ.
Περαιτέρω, όσον αφορά την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και ειδικότερα, ότι στις 31-7-2007 με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον Μ. Θ., υπάλληλο του Γ.Λ.Κ., στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση η σύνταξη δημοσίων εγγράφων να βεβαιώσει εκ προθέσεως ψευδώς, ότι εκδοθέν φωτοαντίγραφο του ως άνω νοθευμένου εγγράφου ήταν δήθεν ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του υφισταμένου στο αρχείο της Υπηρεσίας Δ25 του Γ.Λ.Κ.
γνησίου πρωτοτύπου του αριθ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007 εγγράφου, ενώ πράγματι το γνήσιο αυτό πρωτότυπο ήταν διαφορετικό κατά το κείμενο αυτό, με σκοπό να προσπορίσει στον κατηγορούμενο αθέμιτο περιουσιακό όφελος με βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, με ύψος σκοπουμένου και επιδιωχθέντος οφέλους, αλλά και προξενηθείσας ή οπωσδήποτε απειληθείσας ζημίας σε βάρος του Δημοσίου, άνω των 150.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος.
Και τούτο διότι από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας δεν βεβαιώθηκε, αν αυτός ήρθε σε προσωπική επαφή με τον Μ. Θ. και τον έπεισε να προβεί στην επικύρωση του πλαστού εγγράφου, εν γνώσει της πλαστότητάς του, εκ μέρους του επικυρούντος ή αν το προς επικύρωση πλαστό έγγραφο διακινήθηκε ενδοϋπηρεσιακώς, με την εσωτερική διαδικασία και την αποστολή του από κάποιο υπάλληλο της Διεύθυνσης Δ25, ή άλλου που είχε πρόσβαση στον φάκελο, χωρίς τη μεσολάβηση του κατηγορουμένου στη διαδικασία της επικύρωσης και να το εξέλαβε ο επικυρών υπάλληλος ως γνήσιο.
Επίσης ο κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της μερικότερης πράξης της απόπειρας απάτης με την υποβολή της, υπ' αριθ. πρωτ. 2...3/4-12-2008, από 3-12-2008 αίτησής του προς την Δ23 του Γ.Λ.Κ., διότι η πράξη αυτή απορροφάται από τη χρήση του πλαστού εγγράφου, καθόσον σύγκεινται από τα ίδια περιστατικά (...). Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος: 1) της χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 ευρώ, 2) της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης σε βάρος του Δημοσίου για τις λοιπές μερικότερες πράξεις από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 150.000 ευρώ και 3) απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως".
ΙV. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, αφού αθώωσε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση άνω των 150.000 € σε βάρος του Δημοσίου, κήρυξε ένοχο αυτόν για τις αξιόποινες πράξεις: α) της χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 €, β) της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 € και γ) της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για τις οποίες του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης εννιά (9) ετών και τριών (3) μηνών, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, εκ προθέσεως ενεργώντας, κατ' εξακολούθηση και μη, δια πλειόνων και μη πράξεων, τέλεσε εγκλήματα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό του νόμου δια πρόσκαιρων στερητικών της ελευθερίας ποινών, πλέον δε συγκεκριμένα:
Α) Στην ….., την 4η Δεκεμβρίου 2008, προέβη σε χρήση πλαστού εγγράφου, εν γνώσει της πλαστότητάς του, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν και σε άλλον, διά βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου, με ύψος σκοπουμένου και επιδιωχθέντος οφέλους αλλά και προξενηθείσας ή οπωσδήποτε απειληθείσας σε βάρος του Δημοσίου ζημίας υπέρ το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000).
Ειδικότερα δε, κατά τον προεκτεθέντα τόπο και χρόνο, υπέβαλε, προς την Δ25, Τμήμα Δ' του Γ.Λ.Κ., την υπ' αριθμ. πρωτ. 2...3/4-12-2008, από 3-12-2008, αίτηση του, στην οποία επισύναψε ως συνημμένο και το προαναφερθέν νοθευμένο έγγραφο, σκόπευε δε με την ενέργεια του αυτή να προσπορίσει στον εαυτό του και στην εταιρεία του με την επωνυμία "...
Α.Β.Ε.Ε." περιουσιακό όφελος, δι' αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου, υπερβαίνουσα το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000) και μάλιστα ανερχόμενο στο ποσό των οκτώ εκατομμυρίων ευρώ (8.000.000), ισόποσο, δηλαδή, του ύψους της εγγυήσεως, που, κατά το χρησιμοποιηθέν νοθευμένο έγγραφο, παρείχε, δήθεν, το Ελληνικό Δημόσιο στην εταιρεία τούτου.
Β) Στην …., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, έχοντας αποφασίσει την τέλεση του κακουργήματος της απάτης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του και στην ως άνω εταιρεία του, παράνομο περιουσιακό όφελος, διά βλάβης της περιουσίας του Δημοσίου, υπέρ το ποσό των 150.000 ευρώ, επιχείρησε πράξεις περιέχουσες τουλάχιστον αρχήν εκτελέσεως του ως άνω εγκλήματος, αποτυχών εν τέλει του σκοπού του, εκ λόγων εξωτερικών και ανεξάρτητων της βουλήσεως του.
Πλέον δε συγκεκριμένα: 1) Την 24η Αυγούστου 2008, με "ΣΗΜΕΙΩΜΑ - ΑΙΤΗΜΑ", που υπέβαλε προς τον τότε αρμόδιο υφυπουργό Οικονομικών κ. Ν. Λ., επικαλείται ότι την 21-2-2007 η 25η Συνεδρίαση του Συμβουλίου Διαχειρίσεως και Αξιολογήσεως της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου εισηγήθηκε προς τον προηγούμενο υφυπουργό κ.
Π. Δ., σε σχέση με την προαναφερθείσα εταιρεία τούτου (κατηγορουμένου) τον περιορισμό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και την παροχή εγγυήσεως ύψους οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ, ισχυριζόμενος, εν γνώσει του ψευδώς, ότι η ανωτέρω εισήγηση έγινε δεκτή, δήθεν, από τον Π. Δ., με το, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, παραπάνω νοθευμένο έγγραφο και αιτείται όπως, ο, προς ον, απευθύνεται αρμόδιος υφυπουργός Ν.
Λ., με έγγραφό του που επέχει θέση αποφάσεως: α) επαναλάβει και επιβεβαιώσει τα ανωτέρω και δη ότι "Το Ελληνικό Δημόσιο με την, υπ' αριθμ. 2/...36/0025/5-6-2007, απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών", δηλαδή με το προαναφερθέν νοθευμένο έγγραφο, "με την οποίαν έγινε αποδεκτή η, από 21-2-2007 (25η Συνεδρίαση) εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, έχει συναινέσει στην υπαγωγή της επιχείρησης με την επωνυμία "... ...
Α.Ε." στη διαδικασία της εξυγιάνσεως, κατ' άρθρον 44 του ν. 1892/1990 και στην παροχή εγγυήσεως υπ' αυτού, υπέρ της εταιρείας αυτής σε ποσοστό 80% χρηματοδοτήσεώς της, από πιστωτικό ίδρυμα ποσού 8.000.000 Ευρώ, διά την εξόφληση όλων των πιστωτών περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών οργανισμών (Ι.Κ.Α. κ.λπ.) για τις απαιτήσεις τους, όπως αυτές διαμορφώνονται και ρυθμίζονται μετά την υπαγωγή της εταιρείας αυτής στις διατάξεις του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, σύμφωνα με την, από 10-7-2007, Συμφωνία μεταξύ πιστωτών Ελληνικού Δημοσίου και Εταιρείας αυτής, την οποίαν και έχει υπογράψει νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ.
α' και παρ. 8 του ν. 2322/1995, ως η παρ. 8 προσετέθη με το αρθρ. 37 ν. 3458/2006, σε συνδυασμό με την Υ.Α. Οικονομίας και Οικονομικών 2/19605/0025/ 19-4-2006 (ΦΕΚ Β' 579/9-5-2006) και β) Να δοθεί εντολή στο δικαστικό αντιπρόσωπο Κομοτηνής να ζητήσει με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της ως άνω τριτανακοπής, ενώπιον του Εφετείου Θράκης, την 19η-9- 2008, την αποδοχή της τριτανακοπής αυτής και της αρχικής αιτήσεως για την επικύρωση της συγκεκριμένης συμφωνίας". 2) Εν όψει της εκδικάσεως της υποθέσεως της υπαγωγής της εταιρείας του κατηγορουμένου, στο καθεστώς του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 στο Εφετείο Θράκης και ειδικότερα εν όψει της δικασίμου της 19ης-9-2008, όταν και θα εκδικαζόταν τριτανακοπή κατά της αριθ. 747/2007 απόφασης του Εφετείου Θράκης που απέρριψε την αίτηση της εταιρείας τούτου (κατηγορουμένου) περί υπαγωγής της στο άρθρο 44 του Ν. 1892/1990, με την από 2-9-2008 αίτηση του προς τον τότε υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών κ.
Ν. Λ. και την Δ25 του Γ.Λ.Κ., αναφέρει και ισχυρίζεται, εν γνώσει του ψευδώς, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, με την, υπ' αριθμ. 2/...36/0025/5-6-2007, απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δηλαδή με το ένδικο νοθευμένο έγγραφο, κατ' αποδοχή της από 21-2-2007 εισηγήσεως του Συμβουλίου Διαχειρίσεως και Αξιολογήσεως της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου, έχει συναινέσει στην υπαγωγή της εταιρείας στο αρθρ. 44 του ν. 1892/1990 και στην παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της εταιρείας, ποσού οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ και αιτείται την παρέμβαση του τότε αρμοδίου υφυπουργού προς το δικαστικό αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ.
στην Κομοτηνή, προκειμένου ο τελευταίος "να ζητήσει με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της ως άνω τριτανακοπής ενώπιον του Εφετείου Θράκης την 19η-9-2008, την αποδοχή της τριτανακοπής αυτής και της αρχικής αιτήσεως για την επικύρωση της συγκεκριμένης συμφωνίας, καθ' όσον τούτο αποτελεί λογική και επιβαλλόμενη ενέργειά σας, με δεδομένο το ανωτέρω γεγονός". 3) Εν γνώσει του ψευδώς και παρά τη σαφή απάντηση που του εδόθη, ως εκ περισσού, καθ' ότι το γνώριζε, με το, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2...3/0025/12-12-2008,|έγγραφο της Δ25 του Γ.Λ.Κ., περί του περιεχομένου του, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, σχετ. ...60/2006, εγγράφου, συνέχισε επικαλούμενος και ισχυριζόμενος ότι έχει χορηγηθεί, δήθεν, εγγυοδοσία του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της εταιρείας του, ποσού 8 εκατομμυρίων ευρώ, προβαίνοντας σε παραστάσεις και ενέργειες και δη:
α) Κατόπιν συναφούς, με τον προεκτεθέντα ισχυρισμό του, επιστολής του, προκάλεσε το, υπ' αριθμ. πρωτ. ….23/9-3-2009, έγγραφο του Γραφείου του νομικού συμβούλου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με το οποίο ζητούντο από την Δ25 του Γ.Λ.Κ. σχετικές επί του ζητήματος διευκρινίσεις, που παρασχέθηκαν με το, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2/2.../0025/2-4-2009, έγγραφο της Δ25 του Γ.Λ.Κ. β) Με το υπ' αριθμ. ….70/19-1-2010, έγγραφο του προς τον τότε υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών Κ. Σ., που είχε διαδεχθεί τον κ. Ν. Λ., επικαλείται και πάλι ότι με την, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6- 2007, απόφαση του υφυπουργού Οικονομικών κ. Π. Δ., δηλαδή με το ένδικο νοθευμένο έγγραφο, έχει παρασχεθεί από το Ελληνικό Δημόσιο η συναίνεση για την υπαγωγή της εταιρείας του στο άρθρο 44 του ν. 1892/1990 και την παροχή εγγυήσεως ποσού οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ και αιτείται την έκδοση υπουργικής αποφάσεως, ως ορθής επαναλήψεως ή ως επιβεβαιώσεως ήτοι υπουργικής αποφάσεως, η οποία να διαθέτει περιουσία του Δημοσίου, γ) Με υπό ημερομηνία 6-4-2011 επιστολή του προς την Δ25 του Γ.Λ.Κ., επαναφέρει το ίδιο ακριβώς θέμα και λαμβάνει την, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2/.../0025/6-4-2011, απάντηση της Δ25, με την οποίαν, για μία ακόμη φορά, διευκρινίζεται σε αυτόν ότι δεν ενεκρίθη η παροχή εγγυήσεως ποσού οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ, παραλλήλως, η ίδια απάντηση απευθύνεται, από την Δ25 του Γ.Λ.Κ., προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, Δικαστικό Γραφείο Κομοτηνής, κατόπιν του, υπ' αριθμ.
πρωτ. ...536/4-4-2011, εγγράφου του τελευταίου και κοινοποιείται στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ., Σχηματισμός πολιτικών δικαστηρίων. Δ) Με υπό ημερομηνία 28-9-2012 έγγραφο του, που απευθύνεται προς τον τότε Πρωθυπουργό και τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών αλλά και κοινοποιείται στην Δ25 του Γ.Λ.Κ., αφ' ενός μεν αιτείται την έκδοση Υπουργικής Αποφάσεως, υπό την έννοια της ορθής επαναλήψεως του, υπ' αριθμ.
πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, εγγράφου, αφ' ετέρου δε να δοθεί εντολή στο δικαστικό αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου στη Θράκη, να μην ασκήσει κυρία παρέμβαση και να αποδεχθεί την τριτανακοπή, που εκκρεμούσε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Θράκης αρχικά για την 19η- 9-2008 και έχοντας προσδιοριστεί εκ νέου για μεταγενέστερη της 9-2012 δικάσιμο.
Σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, ο εν λόγω κατηγορούμενος, αν και προέβη εις αρχήν εκτελέσεως του εγκλήματος της, εις βάρος του Δημοσίου, κακουργηματικής απάτης, απέτυχε εν τέλει του επιδιωκομένου υπ' αυτού εγκληματικού σκοπού εκ λόγων εξωτερικών και ανεξαρτήτων της βουλήσεως του, καθ' όσον οι, προς ους, απευθύνονταν οι αιτήσεις - έγγραφα - επιστολές του, υπηρεσιακοί παράγοντες και αντίστοιχες υπηρεσίες δεν παραπείσθηκαν και δεν υιοθέτησαν το, επιμόνως και εξακολουθητικώς, υπό τούτου προβαλλόμενο και υποστηριζόμενο, περί δήθεν παροχής εγγυήσεως του Δημοσίου, ύψους οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ, υπέρ της εταιρείας του, ποσό κατά το οποίον και θα βλαπτόταν η περιουσία του Δημοσίου, εάν οι απατηλές ενέργειες του ευδοκιμούσαν, προς ίδιον αυτού και της εταιρείας του παράνομο περιουσιακό όφελος και Γ) Στην …..
κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2011 και σε μη επακριβέστερα προσδιορισθείσα ημερομηνία, έχοντας αποφασίσει την τέλεση του πλημμελήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, επιχείρησε πράξη περιέχουσα τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, απέτυχε όμως του σκοπού του εκ λόγων εξωτερικών και ανεξαρτήτων της βουλήσεως του, πλέον δε συγκεκριμένα, κατά τον ρηθέντα τόπο και χρόνο, ενεφανίσθη ενώπιον του υπαλλήλου του Γ.Λ.Κ., Θ.
Σ. και εζήτησε την επικύρωση φωτοαντιγράφου του, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, εγγράφου, το οποίον είχε επικυρωθεί ως ακριβές αντίγραφο, κατά τα ειδικότερα μνημονευόμενα παραπάνω, ζήτησε, δηλαδή, την επικύρωση, ως δήθεν γνησίου, του πλαστού - νοθευμένου εγγράφου, που προαναφέρθηκε, απέτυχε όμως του σκοπού του καθ' όσον, στους αρμοδίους υπαλλήλους του Γ.Λ.Κ., ηγέρθησαν αμέσως υπόνοιες περί της πλαστότητας του προσκομισθέντος προς επικύρωση εγγράφου, γεγονός όπερ εξανάγκασε τον κατηγορούμενο σε αποχώρηση από το Γ.Λ.Κ., χωρίς να αναμένει την αιτηθείσα ως άνω επικύρωση.
V. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων:
α) της χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 € και β) της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 €, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων άρθ. 1, 12, 13 εδ.
α', γ', 14, 16, 17, 18, 26 § 1 α, 27, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 3 εδ. α, 1, 220 παρ. 2, 1, 386 παρ. εδ. β', 1 σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, όπως ίσχυε μετά τα άρθ. 4 § 5 Ν. 1738/1987, 2 Ν. 1877/1990, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Η εφαρμογή του καταργηθέντος, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νόμου 1608/1950 δεν επηρέασε δυσμενώς την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας επί της ενοχής του αναιρεσείοντος, διότι οι αποδοθείσες σ' αυτόν κατηγορίες της χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 € και της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 € τυποποιούνται πλέον στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1, 94, 98, 216 παρ. 1, 2 και 4 και 386 παρ. 2 σε συνδυασμό με την παρ. 1 Ν.Π.Κ.
Κατά το άρθρο 462 του Ν.Π.Κ., από την έναρξη της ισχύος του καταργήθηκε ο Ν. 1608/1950, που ίσχυε από την 1-1-1951, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό, στον οποίο προβλέπονταν για τις πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ποινές, κατά μεν το κατώτατο όριό τους πενταετούς κάθειρξης, κατά δε το ανώτατο όριό τους, εικοσαετούς κάθειρξης.
Το πλαίσιο ποινής που διαμορφώνεται από το άρθρο 216 παρ. 1, 2 και 4 του Ν.Π.Κ, σύμφωνα με το οποίο τιμωρείται η πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου στρεφόμενης κατά του Δημοσίου, είναι από δέκα μέχρι δεκαπέντε έτη. Ενόψει του ότι η επιβληθείσα από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας στερητική της ελευθερίας ποινή για την παραπάνω πράξη (χρήση πλαστού εγγράφου στρεφόμενη κατά του Δημοσίου) ήταν επταετής κάθειρξη (σελ. 33 της προσβαλλόμενης απόφασης), δηλαδή ποινή μικρότερη από το κατώτατο όριο ποινής, που προβλέπεται από το Ν.Π.Κ. (άρθρ. 216 παρ. 1, 2 και 4 Ν.Π.Κ.), δεν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επιβληθείσα ποινή για την εν λόγω πράξη.
Όσον αφορά, όμως, την πράξη της απόπειρας εξακολουθητικής απάτης κατά του Δημοσίου, με επιδιωκόμενο όφελος και απειληθείσα ζημία άνω των 150.000 €, διαμορφωνόταν κατά τον Π.Π.Κ. πλαίσιο ποινής φυλάκισης δύο ετών έως κάθειρξης δώδεκα ετών (άρθρα 42, 83 περ. β', 386 παρ. 1 και 3 Π.Π.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του καταργηθέντος 1608/1950) και ήδη με το Ν.Π.Κ (Ν. 4619/2019) το πλαίσιο ποινής προσδιορίζεται από φυλάκιση δύο ετών έως κάθειρξη οκτώ ετών (άρθρα 42 παρ. 1, 83 β' και 386 παρ. 1 και 2 Ν.Π.Κ.
σε συνδυασμό με το άρθρο 462 Ν.Π.Κ., που κατήργησε το Ν. 1608/1950). Η προσβαλλόμενη απόφαση επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή κάθειρξης έξι ετών για την πράξη της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση.
Συνεπώς, εφόσον κατά το Ν.Π.Κ για την αμέσως παραπάνω πράξη το πλαίσιο της επιβλητέας ποινής είναι ευμενέστερο και αφού οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές, πρέπει να αναιρεθεί αυτεπαγγέλτως η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της επιβληθείσας γι' αυτή ποινής και κατ' επέκταση της συνολικής ποινής [άρθρα 2 παρ.1 Ν.Π.Κ.
και 511 εδ. δ', 514 εδ. δ' (β') Ν.Κ.Ποιν.Δ]. Ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα ως προς το κεφάλαιο της ποινής και της συνολικής ποινής, ο μοναδικός λόγος της πρώτης αίτησης και ο όμοιος πρώτος λόγος της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση και ζητεί την αναίρεσή της, λόγω της απόρριψης του, κατ' άρθρα 56 και 105 ΠΚ, αιτήματός του, για έκτιση της ποινής του στην οικία του, ως στερούμενης της αναγκαίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της προσήκουσας νόμιμης βάσης (άρθρα (93 παρ. 3 Συντ., 139 ΚΠοινΔ, 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' Ν.ΚΠοινΔ), είναι, εφόσον το άνω αίτημα θα επανυποβληθεί και αναγκαίως θα επανακριθεί από το Δικαστήριο της παραπομπής μετά τον επανακαθορισμό των επιβλητέων στερητικών της ελευθερίας ποινών για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, αλυσιτελείς και γι' αυτό αβάσιμοι. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, που προβάλλεται με τη δεύτερη από τις παραπάνω ένδικες αιτήσεις, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον κρίνοντας παρεμπιπτόντως απέρριψε το προβληθέν από αυτόν κατ' άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠοινΔ αίτημα αναβολής της υπόθεσής του, που στηριζόταν στην προκαλούμενη, λόγω άλλης επαγγελματικής υποχρέωσης της συνηγόρου του, αδυναμία παράστασής της στην επ' ακροατηρίω διαδικασία, αναφέροντας, απαραδέκτως κατά τους ισχυρισμούς του, στις αιτιολογίες της απορριπτικής του κρίσης, ότι επέκειτο παραγραφή της αποδιδόμενης στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, κατ' επέκταση δε, ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση ανώτερης βίας στο πρόσωπο της ως άνω συνηγόρου του και, ως εκ τούτου, δεν ετίθετο ζήτημα διακοπής της δίκης κατά την παρ. 3 του άρθρου 349 ΚΠοινΔ, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη ανώτερης βίας και κατ' αυτόν τον τρόπο η τελευταία απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ', Ε' και Η' Ν.ΚΠοινΔ. Ο παραπάνω λόγος είναι, αφενός απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος (άρθρ.464 εδ.β'ΚΠοινΔ), διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, που γίνεται για τις ανάγκες του ελέγχου της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, η εκδίκαση της υπόθεσης διακόπηκε για τον εκεί χρόνο (σελ. 3η της προσβαλλομένης), κατά τον οποίο εμφανίστηκε η συνήγορος του τότε κατηγορουμένου και τώρα αναιρεσείοντος και η εκδίκαση της υπόθεσης συνεχίστηκε (σελ. 4 της ίδιας απόφασης), οπότε δεν υπέστη δικονομική βλάβη και αφετέρου αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να αποφασίσει την ικανοποίηση του αιτήματος αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης χωρίς να συνεκτιμήσει το ενδεχόμενο της εξαιτίας αυτής επερχόμενης παραγραφής των διωκόμενων πράξεων, οπωσδήποτε δε παραλείποντας να σταθμίσει και αξιολογήσει τα εξ αυτής ζητήματα, θα αγνοούσε την ποινική αξίωση της Πολιτείας για την εφαρμογή των νόμων και την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης, που θα ακυρώνονταν από την επέλευσή της.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο.
Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο, με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος ότι μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα:
α) μία "προσθήκη - αντίκρουση, με ημερομηνία 30-10-2007" (αναγνωστέο 9 σελ. 9 των πρακτικών), β) ένα "πρακτικό (25) απόσπασμα, υπόψη Κ. Β., για την εταιρεία ..." (αναγνωστέο 52 σελ. 12 των πρακτικών), γ) ένα "πρακτικό (63) - απόσπασμα, υπόψη Κ. Β. για την εταιρεία ..." (αναγνωστέο 53, σελ. 12 των πρακτικών), στα οποία ο προσδιορισμός της ταυτότητας είναι ατελής και αόριστος, καθώς δεν αναφέρονται τα στοιχειώδη προς προσδιορισμό της ταυτότητάς τους στοιχεία, δηλαδή το είδος τους, ως εγγράφων, ο εκδότης τους, η ημερομηνία και ο τόπος της έκδοσής τους ή έστω το αντικείμενό τους.
Από την παραδεκτή όμως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι τα πιο πάνω έγγραφα αναγνώστηκαν, μεταξύ άλλων, με πρόταση της Εισαγγελέα και εντολή της Προέδρου, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από κάποιο παράγοντα της δίκης, επαρκώς δε προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού, άλλωστε, με την ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο που αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επιπλέον δε, τα έγγραφα αυτά ήταν ήδη γνωστά, αφού είχαν αναγνωσθεί και στην πρωτόδικη δίκη με αριθμούς 8, 51 και 52 αντίστοιχα (στις σελ. 13, 16 και 17 της πρωτόδικης απόφασης), επί της οποίας εκδόθηκε η 2111/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και η εκπροσωπήσασα ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου συνήγορος του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ουδεμία αντίρρηση προέβαλε και εκεί για την ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων.
Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν ασάφειες ή αντιφάσεις μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, ενώ δεν υπολείπονται, κατ' αριθμό, των περιεχόμενων στο σκεπτικό πράξεων, οι αναφερόμενες στο διατακτικό και συγκροτούσες απόπειρα εξακολουθητικής απάτης πράξεις και η σχετική αιτίαση του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμη. Επίσης, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται εναργές και σαφές, ότι στο σύνολο των τελεσθεισών αξιόποινων πράξεων απόπειρας εξακολουθητικής απάτης ο αναιρεσείων προέβη σε ενέργειες, που αποτελούσαν αρχή τέλεσης των εν λόγω εγκλημάτων και αφετηρία πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης αυτών, θα οδηγείτο δε αναμφισβήτητα στην τελείωσή τους, αν δεν ανακοπτόταν και δεν αποτύγχανε εν τέλει ο επιδιωκόμενος από αυτόν εγκληματικός σκοπός από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησής του, καθόσον οι προς ους απευθύνονταν οι αιτήσεις - έγγραφα - επιστολές του υπηρεσιακοί παράγοντες και αντίστοιχες υπηρεσίες τελικώς δεν παραπείστηκαν και δεν υιοθέτησαν τους επιμόνως και εξακολουθητικώς προβαλλόμενους και υποστηριζόμενους από αυτόν ισχυρισμούς του για δήθεν παροχή εγγύησης του Δημοσίου, ύψους οκτώ (8) εκατομμυρίων ευρώ, υπέρ της εταιρείας του, ποσό κατά το οποίο θα βλαπτόταν η περιουσία του Δημοσίου, αν οι απατηλές ενέργειές του ευδοκιμούσαν προς ίδιο αυτού και της εταιρείας του παράνομο όφελος.
Επιπλέον, οι σχετικές ενέργειες του αναιρεσείοντος στην παραπάνω εξακολουθητική πράξη απάτης τελούσαν με την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρούνται τμήμα αυτής. Οι σχετικές πράξεις δεν ολοκληρώθηκαν, αλλά άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής τους υπόστασης, με σκοπό αθέμιτου περιουσιακού οφέλους, με τις αναφερόμενες στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών, που θα είχαν, αν ολοκληρώνονταν, ως επακόλουθο τη βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου.
Με τις πράξεις αυτές, που περιείχαν αρχή πραγμάτωσης του άνω αδικήματος ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις, ανέλεγκτες αναιρετικώς, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στόχευε να προκαλέσει την παραπλάνηση των υπαλλήλων και των υπηρεσιών, προς τις οποίες απευθυνόταν, με πρόθεση περιουσιακής διάθεσης και είχε αρχίσει να επενεργεί στις παραστάσεις τους, όμως το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, καθόσον τελικά δεν προκλήθηκε πλάνη και κατ' επέκταση περιουσιακή ζημία.
Άλλωστε, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνηγορούν, ότι εν προκειμένω υφίστατο πρόσφορη και όχι απρόσφορη απόπειρα, δεδομένου, ότι η παράσταση των γεγονότων στο νου του αναιρεσείοντος ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, κάτι που δεν συμβαίνει στην απρόσφορη απόπειρα και επιπλέον οι πράξεις δεν επιχειρήθηκαν με μέσα ή κατ' αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε να αποβαίνει αδύνατη η τέλεσή τους.
Επομένως, η σχετική αιτίαση του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, ότι η ένδικη απόπειρα εξακολουθητικής απάτης υπήρξε απρόσφορη, οπότε δεν είναι πλέον αξιόποινη μετά την κατάργησή της με το άρθρο 43 Ν.Π.Κ., είναι αβάσιμη. Κατά τα λοιπά οι εμπεριεχόμενοι στους αναιρετικούς λόγους ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, περί του ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους του τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, καθώς και οι συναφείς διάσπαρτες αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, καθόσον αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
VΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 368 στοιχ. β' και 511 εδ. α' και γ' του νέου ΚΠοινΔ (Ν. 4620/2019), όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο που συντελέσθηκε η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 590 παρ.1 νέου ΚΠοινΔ), προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ.
β' του ΚΠοινΔ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης έχει χαρακτήρα πλημμελήματος, τόσο στον Π.Π.Κ., όσο και στο Ν.Π.Κ. [προβλεπόμενη ποινή τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών στον Π.Π.Κ. και δέκα (10) ημερών έως δύο (2) ετών στο Ν.Π.Κ.].
Η τελευταία αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, φέρεται τελεσθείσα στο χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2011 και από το χρόνο αυτό μέχρι τη συζήτηση των ένδικων αναιρέσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (18-9-2019) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, η οποία συμπληρώθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης κρίθηκαν παραδεκτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις σχετικές διατάξεις της και να παύσει οριστικά, γι' αυτόν, η ποινική δίωξη ως προς την ως άνω πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: Α] να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί επιμέτρησης της ποινής διάταξή της για την πράξη της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 €, αναγκαίως δε και ως προς τις περί καθορισμού συνολικής ποινής διατάξεις της, Β] να απαλειφθεί από τον Άρειο Πάγο από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναιρουμένης κατά τούτο, λόγω ήδη ισχύοντος ευμενέστερου νομοθετικού καθεστώτος (αρθρ.2 παρ.12 Π.Κ.), η διάταξη, με την οποία επιβλήθηκε στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία έτη (άρθρα 59, 60 Π.Π.Κ, 59, 60 Ν.Π.Κ., όπου δεν υφίσταται πλέον σχετική πρόβλεψη και 463 παρ. 5 Ν.Π.Κ.), μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής, ως προς το κεφάλαιο αυτό, της υπόθεσης στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας κατά τούτο, Γ] να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, ως προς την ως άνω πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, Δ] να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην επιμέτρηση της ποινής και τον καθορισμό συνολικής ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους (άρθρα 519 και 522 ΚΠοινΔ) και Ε] να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 99/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών α)ως προς τις περί της ποινής για την πράξη της κατ' εξακολούθηση απόπειρας απάτης σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η ζημία που απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 150.000 € και περί συνολικής ποινής διατάξεις της, β)ως προς τη διάταξή της για στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και γ)ως προς τις διατάξεις της περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. –
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τη διάταξη, με την οποία επιβάλλεται στον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη.-
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για το ότι: Στην …κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2011 και σε μη επακριβέστερα προσδιορισθείσα ημερομηνία, έχοντας αποφασίσει την τέλεση του πλημμελήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, επιχείρησε πράξη περιέχουσα τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, απέτυχε όμως του σκοπού του εκ λόγων εξωτερικών και ανεξαρτήτων της βουλήσεως του, πλέον δε συγκεκριμένα, κατά τον ρηθέντα τόπο και χρόνο, ενεφανίσθη ενώπιον του υπαλλήλου του Γ.Λ.Κ., Θ. Σ. και εζήτησε την επικύρωση φωτοαντιγράφου του, υπ' αριθμ. πρωτ. 2/...36/0025/5-6-2007, εγγράφου, το οποίον είχε επικυρωθεί ως ακριβές αντίγραφο, κατά τα ειδικότερα μνημονευόμενα παραπάνω, ζήτησε, δηλαδή, την επικύρωση, ως δήθεν γνησίου, του πλαστού - νοθευμένου εγγράφου, που προαναφέρθηκε, απέτυχε όμως του σκοπού του καθ' όσον, στους αρμοδίους υπαλλήλους του Γ.Λ.Κ., ηγέρθησαν αμέσως υπόνοιες περί της πλαστότητας του προσκομισθέντος προς επικύρωση εγγράφου, γεγονός όπερ εξανάγκασε τον κατηγορούμενο σε αποχώρηση από το Γ.Λ.Κ., χωρίς να αναμένει την αιτηθείσα ως άνω επικύρωση.-
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην επιμέτρηση της ποινής και τον καθορισμό συνολικής ποινής, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους.-
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τις από 11-2-2019 και 8-4-2019 αιτήσεις [που επιδόθηκαν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-2-2019 και 8-4-2019 αντίστοιχα], καθώς και τους επ' αυτών από 25-07-2019 προσθέτους λόγους [που κατατέθηκαν στις 29-07-2019], του Θ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 99/2019 (2573/2018) απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2019
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ