Supreme Court partially allows appeal, rejects remittal, and orders case remitted to lower court for trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision, specifically rejecting the municipality's request to remand the case to its original state. The court found no legal ground for the lower court to retry the substantive issues after the appeal, as the only remaining task was to draft the judgment based on the appeal's scope. Consequently, the case was remitted to the current court for final judgment rather than being sent back to the First Instance Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 and 11 of the Code of Laws on Public Courts; Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure: When no legal ground exists for the substantive retrial of a case by the court of first instance following an appeal, the Supreme Court may issue a final decision without remitting the case, provided the judgment is drafted according to the scope of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1846 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1846/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα - Μαρίνο Αντύπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δήμος Αλεξανδρούπολης", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μπίκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2005 και μετά την από 11-7-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, 25/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-11-2015 αίτησή του και τους από 29-3-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 17-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ο δεύτερος πρόσθετος και ο τρίτος πρόσθετος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι και να γίνουν δεκτοί οι πρώτος πρόσθετος και τρίτος πρόσθετος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του Κ.Δ. της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 50 παρ. 3 του ΕισΝΚΠολΔ, "Αι προθεσμίαι προς άσκησιν ενδίκων μέσων, προς δήλωσιν επί κατασχέσεως εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου και αι πάσης άλλης φύσεως νόμιμοι και δικαστικαί προθεσμίαι, εάν ορίζωνται βραχύτεραι των τριάκοντα ημερών, είναι διά το Δημόσιον διαρκείας τριάκοντα ημερών.
Παρέκτασις της προθεσμίας ταύτης λόγω αποστάσεως κατά τας διατάξεις του άρθ. 195 της Πολ. Δικονομίας χωρεί πάντοτε, έστω και αν εν τω ειδικώ νόμω δεν ορίζεται τοιαύτη". Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει, "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.
Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 1 περ. β' του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" ορίζεται ότι οι Δήμοι έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 934 παρ. 1α ΚΠολΔ 15θήμερη προθεσμία για την ανακοπή κατά πράξεων εκτελέσεως που αφορούν στο έγκυρο του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, προκειμένου για τους Δήμους, για τους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου περί δικών του Δημοσίου, είναι τριάκοντα ημερών και αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (1 Ιουλίου - 15 Σεπτεμβρίου, κατά το άρθρο 11 παρ. 1, 2 Ν. 1756/1988).
Ωστόσο, η ίδια προθεσμία των 30 ημερών, με βάση την αρχή της ισότητας των όπλων, που αποτελεί έκφανση του δικαιώματος για τη δίκαιη δίκη, ισχύει και για τον αντίδικο του Δημοσίου ή του Δήμου (ΑΠ 1015/2011, 328/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος Αλεξανδρουπόλεως είναι καθολικός διάδοχος του Δήμου Τραϊανούπολης και καθολικός διάδοχος της λυθείσας κοινωφελούς δημοτικής επιχειρήσεως με την επωνυμία "Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Δήμου Τραϊανούπολης", κοινοποίησε σ' αυτόν την από 5-6-2012 επιταγή προς εκτέλεση και επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της Συνεταιριστικής Τράπεζας Έβρου ως τρίτης για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς του δυνάμει της 263/2005 αμετάκλητης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, που εκδόθηκε κατά της ως άνω κοινωφελούς επιχειρήσεως.
Ο αναιρεσίβλητος Δήμος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 11-7-2012 ανακοπή του για ακύρωση των σχετικών πράξεων εκτελέσεως. Με την 25/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως απορρίφθηκε η ανακοπή αυτή ως εκπρόθεσμη. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος Δήμος άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την από 5-2-2013 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που τη δέχθηκε ως βάσιμη και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης δέχτηκε ως προς το ζήτημα του εμπροθέσμου της ένδικης ανακοπής τα ακόλουθα: "Η ανακοπή αυτή ασκήθηκε (επιδόθηκε στον καθού) στις 27-8-2012 ... και δεδομένου ότι η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α ΚΠολΔ αφετηριάζεται από την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία έλαβε χώρα στις 22-6-2012 ...
προκύπτει ότι ασκήθηκε εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών, αφού δεν τρέχει καμιά απολύτως προθεσμία για το διάστημα των δικαστικών διακοπών, ήτοι για το διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το μοναδικό λόγο εφέσεως και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που της προσάπτεται από το άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, και κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 108 παρ. 1 ν. 3852/2010 "Οι δήμοι που προκύπτουν από συνένωση υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας τους, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των συνενούμενων δήμων και κοινοτήτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών, καθώς και στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που έχουν υπογράψει, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις εργασίας ή έργου μέχρι τη λήξη τους", κατά δε το άρθρο 109 παρ. 7 ίδιου νόμου, όπως η παρ. 7 προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 6 του ν. 3938/2011, "Σε περίπτωση λύσης κοινωφελούς επιχείρησης ή ΔΕΥΑ ή ανώνυμης εταιρείας ΟΤΑ, της οποίας ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 90% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στον οικείο ΟΤΑ, και ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο ΟΤΑ ή από Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου αυτού, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα, με την ίδια σχέση εργασίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου.
Συμβάσεις έργου που έχουν συναφθεί από τις επιχειρήσεις που λύονται εκτελούνται από τον αντίστοιχο φορέα άσκησης των σχετικών αρμοδιοτήτων. Οφειλές των ανωτέρω επιχειρήσεων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, περιλαμβανομένων και δεδουλευμένων αποδοχών του μεταφερόμενου προσωπικού τους, μπορούν να καταβάλλονται από τον οικείο δήμο μετά από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.
Οι ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλογικά και για οφειλές αμιγών επιχειρήσεων του π.δ. 410/1995 που λύθηκαν, καθώς και για οφειλές ανωνύμων και αναπτυξιακών εταιριών των οποίων οι εταίροι είναι αποκλειστικά ΟΤΑ ή και νομικά τους πρόσωπα, εφόσον τελούν υπό εκκαθάριση ή λυθούν και τεθούν υπό εκκαθάριση μέχρι τις 31.12.2012".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση λύσεως κοινωφελούς επιχειρήσεως ή ΔΕΥΑ ή ανώνυμης εταιρείας ΟΤΑ, της οποίας ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 90% του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει στον οικείο ΟΤΑ, που αναλαμβάνει είτε ο ίδιος είτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου του Δήμου τις δραστηριότητές της, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 109 παρ. 7 του ως άνω νόμου το προσωπικό της επιχειρήσεως ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα με την ίδια σχέση εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου), οι συμβάσεις έργου εκτελούνται πλέον από τον αντίστοιχο φορέα, ενώ οι οφειλές των επιχειρήσεων αυτών προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία καθώς και προς τους τρίτους, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δεδουλευμένες αποδοχές του μεταφερομένου προσωπικού τους, μπορούν να καταβληθούν από τον οικείο δήμο, εφόσον ληφθεί προς τούτο αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.
Κατά συνέπεια ο οικείος δήμος δεν καθίσταται άνευ άλλου τινός διάδοχος των προς τρίτους υποχρεώσεων δημοτικής επιχείρησης που λύθηκε, αλλά απαιτείται προς τούτο προηγούμενη αιτιολογημένη απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου. Πράγματι, αν η βούληση του νομοθέτη ήταν η αυτοδίκαιη διαδοχή του οικείου δήμου στις προς τρίτους υποχρεώσεις δημοτικής επιχείρησης που λύθηκε, τότε δεν θα είχε δικαιολογητικό λόγο η θέσπιση της ως άνω διατάξεως.
Άλλωστε, οι δανειστές της επιχείρησης, που συμβλήθηκαν με αυτήν πριν την ψήφιση του ν. 3852/2010 απέβλεψαν αποκλειστικά στην περιουσία της αντισυμβαλλόμενης δημοτικής επιχείρησης για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους και ανέλαβαν τον αντίστοιχο (επιχειρηματικό) κίνδυνο, και συνεπώς δεν υφίσταται δικαιολογημένη και άξια προστασίας προσδοκία για την ικανοποίησή τους απευθείας από τον οικείο δήμο.
Συνακόλουθα τούτων, σε περίπτωση λύσεως κοινωφελούς επιχειρήσεως δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 108 παρ. 1 του ίδιου νόμου, δεδομένου ότι με αυτήν ρυθμίζεται η ευθύνη δήμου που προκύπτει από τη συνένωση δήμων ή κοινοτήτων ως προς τις επιχειρήσεις αυτών, εφόσον όμως αυτές εξακολουθούν να υφίστανται και μετά τη συνένωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος κατά της λυθείσας κοινωφελούς δημοτικής επιχειρήσεως με την επωνυμία "Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Δήμου Τραϊανούπολης", για τις οποίες έχει εκδοθεί η 263/2005 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, δεν νομιμοποιείται παθητικά ο αναιρεσίβλητος Δήμος, με το αιτιολογικό ότι δεν υπάρχει σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του, ούτε κατέστη ο Δήμος καθολικός διάδοχος αυτής, ενόψει του ότι, ναι μεν αυτή αποτελούσε κοινωφελή επιχείρηση του Δήμου Τραϊανούπολης, ο οποίος συνενώθηκε με τον αναιρεσίβλητο Δήμο, πλην όμως η επιχείρηση αυτή δεν εξακολούθησε να υφίσταται και μετά τη συνένωση, αλλά λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 109 παρ. 7 ν. 3852/2010, ενώ εξάλλου δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 108 παρ. 1 του ίδιου νόμου, και συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Συναφώς προς τα ανωτέρω είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και προστατεύει την περιουσία κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, κρίνοντας ότι για τις αξιώσεις του κατά της ως άνω κοινωφελούς επιχειρήσεως δεν χωρεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσίβλητου Δήμου, παρά μόνο περίπτωση εκούσιας καταβολής του οφειλόμενου ποσού.
Ειδικότερα, ενόψει των όσων εκτέθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν τίθεται στην προκειμένη περίπτωση θέμα επιτρεπτού ή μη αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του αναιρεσίβλητου Δήμου, αλλά ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού στην αναγκαστική κατάσχεση που επέβαλε σε βάρος της περιουσίας του ο αναιρεσείων για τις αξιώσεις που έχει ο τελευταίος κατά της ως άνω κοινωφελούς επιχειρήσεως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχετική απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου για τις οφειλές αυτές, και κατά συνέπεια δεν έχει καταστεί ο Δήμος καθολικός διάδοχος αυτής.
Ωσαύτως, αβάσιμοι είναι και οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο συναφής με αυτόν τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 109 παρ. 7 και 108 παρ. 1 ν. 3852/2010, κρίνοντας ότι η καθολική διαδοχή της ως άνω κοινωφελούς επιχειρήσεως από τον αναιρεσίβλητο Δήμο επέρχεται με το πέρας της εκκαθαρίσεως και όχι με τη λύση του νομικού προσώπου, και ότι σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται η αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως σε βάρος ΟΤΑ, αν δεν υπάρχει απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου.
Ειδικότερα, οι αιτιάσεις αυτές ερείδονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι μετά τη λύση κοινωφελούς επιχειρήσεως ΟΤΑ, ο οικείος ΟΤΑ καθίσταται αυτοδικαίως καθολικός διάδοχος ως προς τις οφειλές αυτής προς τρίτους, ενώ, σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προϋπόθεση για τη διαδοχή αυτή είναι η αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, η οποία και δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση.
Η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από αυτή, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ του αστικού κώδικα.
Από τη διάταξη αυτή και κατ' αντιδιαστολή προς τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, όπου αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημίωσης παράλληλα με το δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση για τις περιπτώσεις εξαφανίσεως της προσωρινώς εκτελεστής και της τελεσίδικης, αντίστοιχα, αποφάσεως με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση, συνάγεται ότι επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση ευθέως αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλονότι της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, του οποίου συντρέχουν οι όροι εφαρμογής, αφού μετά την ακύρωση της γενόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως.
Η συνδρομή των όρων εφαρμογής της διατάξεως αυτής του ουσιαστικού δικαίου μόνο στην περίπτωση της αμετακλήτου ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι δε και στην περίπτωση της εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως της εκτελεσθείσας αποφάσεως, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση, που αποτελεί την αιτία της περιουσιακής επιδόσεως του καθού, αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο αυτής δικαστική απόφαση, δικαιολογεί νομοθετικά την παραπάνω διαφορετική ρύθμιση της παρ. 3 σε σχέση με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 940 ΚΠολΔ (ΑΠ 1119/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι είναι νόμιμο το υποβληθέν με τις προτάσεις του εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσίβλητου) Δήμου αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της αναγκαστικής εκτέλεσης κατάσταση και υποχρέωσε τον εφεσίβλητο (και ήδη αναιρεσείοντα) να καταβάλει στον ανακόπτοντα Δήμο το ποσό των 18.032,28 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ο καθού η ανακοπή στις 15-2-2013 με βάση την από 5-6-2012 επιταγή προς πληρωμή και την επίδοση κατασχετηρίου στα χέρια της Συνεταιριστικής Τράπεζας Έβρου ΣυνΠΕ, ως τρίτης, προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του με βάση την 263/2005 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης σε βάρος της "Κοινωφελούς Δημοτικής Επιχείρησης Δήμου Τραϊανούπολης", εκτέλεση η οποία ακυρώθηκε τελεσιδίκως με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήδη δε αμετακλήτως διά της απορρίψεως με την παρούσα απόφαση των κατ' αυτής λόγων αναιρέσεως.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν πρόκειται για εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση δικαστικής αποφάσεως, κατά την οποία προβλέπεται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, αλλά για τελεσίδικη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, επί της οποίας δεν προβλέπεται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική τους εκτίμηση) πρώτο πρόσθετο λόγο και τρίτο πρόσθετο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του αναιρετικούς λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, καθίσταται δε πλέον άνευ αντικειμένου ως αλυσιτελής ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, ενόψει του ότι το αίτημα του αναιρεσίβλητου Δήμου για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αίτημα του αναιρεσίβλητου για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να διακρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί το αίτημα αυτό. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του οικείου παραβόλου στον αναιρεσείοντα, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ζητεί την επιστροφή του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως, ακόμη και σε περίπτωση ήττας του, λόγω του καθαρά εισπρακτικού του χαρακτήρα. Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), η δικαστική δαπάνη του δευτέρου και του παρόντος βαθμού πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 189/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και ειδικότερα ως προς τη διάταξή της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και υποχρέωσης του αναιρεσείοντος καταβολής στον αναιρεσίβλητο του ποσού των δεκαοκτώ χιλιάδων τριάντα δύο ευρώ και είκοσι λεπτών με το νόμιμο τόκο από 16-2-2013.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 5 Φεβρουαρίου 2013 εφέσεως του εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου κατά της 25/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Απορρίπτει το διά των προτάσεων υποβληθέν αίτημα του αναιρεσίβλητου για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη της δευτεροβάθμιας και της παρούσας δίκης μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ